Τον ίδιο καιρό με τη M_ina, κατά την δεύτερη χρονιά στο Birmingham, το εργαστήριο υποδέχτηκε ως ‘ώριμο μεταπτυχιακό φοιτητή’ έναν άνθρωπο από άλλο ανέκδοτο, όπως συνηθίζουμε να λέμε για παράξενους. Έναν άνθρωπος με άκρως ιδιόρρυθμη και εκκεντρική προσωπικότητα, που η τομή των εμφανών χαρακτηριστικών με άλλους συμβατικών χαρακτήρες του εργαστηρίου και της σχολής, ακόμα και με τα δικά μου ή της μουσουλμάνας (που κάπως ξεχωρίζαμε) ήταν το κενό σύνολο. ‘Enter’, λοιπόν, Alan E. Κατέφτασε μια ανοιξιάτικη μέρα του 1993 σε ένα μπλε, παμπάλαιο FORD van, από αυτά που χρησιμοποιούν συνεργεία ελεύθερων επαγγελματιών της πιάτσας (ελαιοχρωματιστών, υδραυλικών, κτλ.), στο οποίο είχε φορτώσει, επιπλέον των βασικών υπαρχόντων προς συντήρηση και διαβίωση, όπως κονσέρβες, ξηρή τροφή, και ρούχα, και το στέρεο του για ψυχαγωγία, κάθε λογής, αν όχι σαβούρα για πέταμα, αχρείαστα για τις σπουδές του αντικείμενα: εργαλεία, ηλεκτρονικά εξαρτήματα, όργανα μέτρησης, ανταλλακτικά. Αυτά, κατά δήλωση του, ανήκαν στον ίδιο -δήλωση ψευδή κατά τη γνώμη μου, με δεδομένο το κόστος τέτοιου υλικού. Όλα αυτά τα «δικά του» αντικείμενα τα είχε χρωματίσει, για να τα ξεχωρίζει από τον υπόλοιπο εξοπλισμό του εργαστηρίου, με μια μπλε πινελιά ανεξίτηλου χρώματος, μολονότι με ευχαρίστηση τα δάνειζε σε άλλους συνεργάτες, παρά τη δυσανασχέτηση των αφεντικών, του Tom και του Mike. Αυτή η μικρή περιουσία πίστευε ότι του πρόσδιδε κάποιο κύρος.
Προερχόταν από το Stevenage, μια άχρωμη πόλη
στο κέντρο της Αγγλίας, όπου άφησε κλειδωμένο και ακατοίκητο ένα σπίτι που του
ανήκε, μαζί με τη δουλειά του των τελευταίων επτά-οκτώ χρόνων στην περιοχή, ως
ηλεκτρονικός σε μια βρετανική εταιρία-behemoth, έχοντας μπουχτίσει από τη ρουτίνα, και
για να ξαναβρεί την ελευθερία του και ξαναζήσει την ανεμελιά των χρόνων μιας
φοιτητικής νεότητας που νοστάλγησε.
Ο Alan
εκ πρώτης όψεως είχε πολλά από αυτά που κάποιος θα συνόψιζε ως
αγγλοσαξονικά χαρακτηριστικά. Λίγο πάνω από μέτριο ανάστημα, με αδύνατο σχετικά
κορμί χωρίς κάποια ιδιαίτερη αρρενωπότητα, τη χαλαρότητα κάποιου που δεν έκανε
πολλά σπορ από την εποχή του σχολείου. Στη διάρκεια της μέρας, με κρύο ή ζέστη,
ήταν μόνιμα ντυμένος με μια φθαρμένη αμάνικη φανέλα και ένα ξεθωριασμένο
εφαρμοστό τζιν, με μια ζώνη από μαύρο δέρμα και κρίκους αλυσίδας, σαν εκείνες
που είχα δει να φοράνε διάφοροι περιθωριακοί στην Ελλάδα, και πάνινα αθλητικά
παπούτσια. Είχε χλωμό λευκό δέρμα, ξεπλυμένα μπλε μάτια, και στο πρόσωπό του
δεν βρισκόταν κάποιο ξεχωριστό χαρακτηριστικό που θα προσέλκυε την προσοχή,
ούτε κάποιο χάρισμα, ούτε κάποια χάρη. Ήταν φαλακρός στην κορυφή του κεφαλιού
του, και, συχνά, έχοντας αυτοσυνείδηση της φαλάκρας του, με απαλές κινήσεις της
παλάμης την άγγιζε για να νιώσει και τακτοποιήσει ό,τι είχε μείνει από μιαν
ισχνή ξανθοκίτρινη κόμη, που την άφηνε να πέφτει με μακριές μπούκλες στους
ώμους του -όποτε δεν την έδενε σε μια μικρή κοτσίδα πίσω από το κεφάλι του.
Αργότερα, στην πορεία της περίεργης φιλίας που αναπτύξαμε, μου εκμυστηρεύτηκε
ότι εφάρμοζε στα μαλλιά του χρώματα με ξανθές ανταύγειες. Κι έτσι μου εξήγησε
το αφύσικο τους χρώμα, που ξεχώριζε ακόμα και σε χαμηλό φωτισμό από μακριά.
Στο Birmingham, ενόψει και όσο διήρκεσαν οι σπουδές
του, δεν νοίκιαζε κάποιο δωμάτιο ή διαμέρισμα, όπως κάνουν οι περισσότεροι
μεταπτυχιακοί φοιτητές. Ήθελε οι αποταμιεύσεις του να κρατούσαν όσο χρόνο χρειαζόταν
για να ολοκληρώσει τη διατριβή του. Ίσως προκατειλημμένος από την εμφάνισή και
την μποέμικη περσόνα, ποτέ δεν πείσθηκα ότι ήταν κάτι που θα έπαιρνε στα
σοβαρά. Από την πρώτη μέρα εγκαταστάθηκε στο εργαστήριο, όπου εκτός από τα σημαδεμένα
ηλεκτρονικά του εξαρτήματα και όργανα, έφερε από το βαν του ένα στέρεο, μια
μικρή τηλεόραση, μερικά ρούχα, ένα sleeping-bag,
και άλλα είδη πρώτης ανάγκης. Πίσω και κάτω από τον πλέον απομακρυσμένο από την
πόρτα εργαστηριακό πάγκο που δεν χρησιμοποιείτο, διαμόρφωσε, εν είδη
αυτοσχέδιας σκηνής κι επιμελώς καμουφλαρισμένο, το χώρο όπου θα κοιμόταν. Το
εργαστήριο και η σχολή θα γινόταν σπίτι του.
Ήμουν από τους πρώτους που αντιλήφθηκα τον μη
συμβατικό και μποέμικο τρόπο ζωής που υιοθέτησε, καθώς ήμουν από αυτούς που συχνά
έμεναν μέχρι αργά το βράδυ στο εργαστήριο, και καμιά φορά περνούσα από εκεί τα
Σαββατοκύριακα. Τέτοιες αργές βραδινές ώρες θα έβλεπε κάποιος τον Alan να πηγαινοέρχεται
στους σκοτεινούς διαδρόμους, μέσα και έξω από τις αίθουσες του εργαστηρίου,
χώρους που λίγο-πολύ οικειοποιήθηκε και έκανε σπίτι του, πάντα στο αμάνικο
φανελάκι που φανέρωνε το τριχωτό του στήθος, μια κολλάν βερμούδα, σε ένα
ζευγάρι τρύπιες κάλτσες, πολλές φορές με μια πετσέτα από ή προς τα ντους του
κτιρίου. Άλλες φορές με τη μπουγάδα της μιας, των δυο ή τριών φθαρμένων αλλαξιών
που ενάλλασσε.
Είχε, ως φοιτητής πλέον, άμισθος
μεταπτυχιακός, απεριόριστο ελεύθερο χρόνο και την εκείνη περίοδο μηδενική πίεση
από την ιεραρχία της σχολής, και ήταν απορίας άξιο πως γέμιζε το χρόνο του. Κατά
την διάρκεια της μέρας σχεδόν μόνιμα «τακτοποιούσε» κάτι, γυάλιζε εξαρτήματα,
έβαφε κουτιά που δεν χρειαζόταν βάψιμο, μετακινούσε όργανα από το ένα χώρο στον
άλλο, περιστασιακά έκανε χωρίς κάποιο αντικείμενο μετρήσεις. Τα βράδια, όταν
γραφεία κι αίθουσες ερήμωναν από φοιτητές κι εργαζόμενους, ο Alan συμπεριφερόταν σαν
κάποιον που γυρνάει από τη δουλειά στο σπίτι του. Έπλενε και πλενόταν, έτρωγε,
άκουγε τη μουσική που του άρεσε στο στέρεο. Έβγαζε από το ψυγειάκι που επίσης
είχε φέρει από το blue-van και τοποθετήσει δίπλα στο γραφείο του, κάποιο
κουτάκι φτηνής ale. Τα «ροκ του παππού», όπως λένε για την κλασική ροκ προηγούμενων
δεκαετιών, κάθε βράδι τα ίδια επαναλαμβανόμενα τραγούδια από Status Quο, Def
Leppard, Aerosmith, Dire Straits, αντηχούσαν στο εργαστήριο και τον μακρύ
διάδρομο απ’ έξω. Μέσα από εκείνη τη μουσική ξεκινήσαμε τις πρώτες μας
συζητήσεις και ήταν μια άλλη πτυχή της αγγλικής κουλτούρας στην οποία μυήθηκα
και χρωστάω στον Alan.
Στην αρχή ήταν συνεσταλμένος και συγκρατημένος
στην παρουσία μου. Τα βράδια, βλέποντας με καθισμένο μπροστά στον υπολογιστή σε
έναν από τους χώρους που είχαν γίνει μέρος της βραδινής του κατοικίας, με χαιρετούσε,
με ένα νεύμα του κεφαλιού και ένα απλό ‘Hi!’ πριν απορροφηθεί απερίσπαστος από τις
καθημερινές του ενασχολήσεις, τις δουλειές του νοικοκυριού του. Δεν πέρασε
πολύς καιρός που με αναγνώρισε ως άνθρωπο άξιο της εμπιστοσύνης του. Η
αποκρουστικότητα τους διαμερίσματος-«στάβλου» που είχα νοικιάσει με ωθούσε
σχεδόν καθημερινά, μέχρι αργά το βράδι, και σαββατοκύριακα, στον τελευταίο όροφο
του κτιρίου της σχολής. Επομένως, είχα ήδη
σχηματίσει πλήρη εικόνα, ίσως
καλύτερη από κάθε άλλον, της λαθραίας διαβίωσης του στο Εργαστήριο, που
παραβίαζε κανονισμούς, γραπτούς ή άγραφους, του πανεπιστημιακού χώρου και εν
αγνοία των κύριων αφεντικών, του Mike
και του Tom. Και φυσικά δεν μοιραζόμουν τις εντυπώσεις μου με τις «κεφαλές» του
εργαστηρίου και της ομάδας, αν και έβλεπα ότι ήταν θέμα χρόνου πριν η ζωή που
είχε παράνομα και κρυφά οργανώσει, θα αποκαλυπτόταν με απρόβλεπτες συνέπειες.
Ανοιχτήκαμε σταδιακά ο ένας στον άλλον, περισσότερο
χάρι στο χρόνο που μοιραζόμασταν τον ίδιο χώρο χωρίς παρουσίες άλλων. Τον
ρώτησα για τη μουσική που άκουγε σε μονότονη επανάληψη. Τον ρώτησα για το τι
τον έφερε στο πανεπιστήμιο και σε ένα μεταπτυχιακό πρόγραμμα σε τέτοια ηλικία
και με τέτοια καθυστέρηση. Με κάποια δόση ανασφάλειας και αβεβαιότητας, που δεν
θα έπειθαν πολλούς για τα πραγματικά κίνητρα πίσω από μιαν τόσο δραματική
αλλαγή πορείας σε ζωή και καριέρα, μου είπε για το «κανονικό» σπίτι που είχε
αγοράσει στο Stevenage και το άφησε κλειδωμένο, μου μίλησε για την σπουδαία θέση μηχανικού που
κατείχε στην εταιρία του, με έβαλε να ακούσω την ηχογραφημένη κασέτα από το
αποχαιρετιστήριο πάρτι -όταν με μια παράφωνη, αλλά γεμάτη συναίσθημα φωνή,
τραγουδούσε μπροστά στο πλήθος των συναδέρφων του, όπως μου έλεγε, το ‘My Way’ του Frank Sinatra.
Φαινόταν πολύ μοναχικός άνθρωπος ο Alan. Ποτέ δεν αναφέρθηκε
σε σχέσεις, με φίλους, γονείς και συγγενείς. Μοναδική εξαίρεση ήταν αναφορές
στον αδερφό του. Δεσμό δεν είχε, ούτε μίλησε για κάποιαν από το παρελθόν του, ούτε,
διακριτικός όπως πάντα, τόλμησα να ρωτήσω σχετικά. Από την πρώτη στιγμή, όμως,
που η Bea, μια
Γερμανίδα με μικρό στρόγγυλο πρόσωπο, κοντά αγορίστικα κοκκινόξανθα μαλλιά, ίσιο
μονοκόμματο σώμα χωρίς καμπύλες και μια μόνιμη κακοσμία στην αναπνοή, με λίγα
λόγια ένα σημαντικό έλλειμμα σεξουαλικότητας και χάρης, εντάχθηκε ως επίσης
μεταπτυχιακή φοιτήτρια στην ομάδα, διαπίστωσα στον Alan μια μικρή αναστάτωση
και αμήχανες, πλάγιες προσπάθειας να την πλησιάσει. Όπως συμπεριφέρονται
συνεσταλμένοι και στερημένοι άντρες που ανιχνεύουν κάποια ευκαιρία στον κύκλο τους
ελπίζουν για μια σχέση. Δεν άργησε να μου εκμυστηρευθεί τις κρυφές ελπίδες που
έτρεφε για μια σχέση με την Bea, αλλά όπως αναμενόταν (χωρίς να εκφράσω ο,τιδήποτε θα μπορούσε να τον
αποθαρρύνει, απεναντίας…) οι ελπίδες εκείνες αποδείχτηκαν φρούδες· οι άγαρμπες
προσπάθειες του φαινόταν εξαρχής καταδικασμένες σε αποτυχία: το μποέμικο πακέτο
που προσωποποιούσε ο Alan ήταν, όπως και να το έβλεπε κανείς, εντελώς ασύμβατο με την
προσωπικότητα της Γερμανίδας, και από την άλλη μεριά ο Alan, ούτε την εμπειρία κατά
τα φαινόμενα διέθετε, ούτε και το χάρισμα για να την δελεάσει. Τελικά το μόνο
που κατάφερε είναι να της προσφέρει εξυπηρετήσεις , όπως εκδρομές για ψώνια, με
το blue-van.
No comments:
Post a Comment