Η άνοιξη του 1994 με έφερνε κοντά σε νέα σταυροδρόμια. Η σχέση με τη J όσο εύκολα άναβε σε νύχτες αλκοόλ και έρωτα και πρωϊνά hungover, άλλο τόσο εύκολα έσβηνε μετά από λίγες μέρες μακριά, είτε μετά από κάποιον θεαματικό καυγά, είτε στην αδιαφορία, είτε στην απογοήτευση. Συνεχίζαμε, τέλος πάντων, χωρίς δεσμεύσεις, χωρίς υποχρεώσεις και χωρίς -φυσικά- σχέδια για το απώτερο μέλλον. Διάνυα τους τελευταίους μήνες του επαγγελματικού συμβολαίου, και λόγω μιας υπερβολικής σύνεσης και έμφυτης ανασφάλειας που κληρονόμησα, το μυαλό το βασάνιζε ολοένα και περισσότερο το «τι θα γίνει μετά», αποκλειστικά από την άποψη της επαγγελματικής πορείας. Ξεκίνησα, λοιπόν, έγκαιρα και εντατικά, την αναζήτηση της επόμενης δουλειάς· αρχικά σε ένα ακαδημαϊκό περιβάλλον που είχα συνηθίσει και στο οποίο είχα γαλουχηθεί: αυτό είχα μάθει ως τότε, αυτό ήξερα. Και αποκλειστικά στη Βρετανία: οι απογοητευτικές εμπειρίες από την Ελλάδα ήταν ακόμα νωπές και θα περνούσε καιρός για να ξεπεραστούν οι πέτρινες προκαταλήψεις που είχαν χτιστεί πριν ξανακοιτάξω κατά εκεί για ζωή.
Θα αποδειχτεί μια αποκαρδιωτική και δύσκολη από
πολλές άποψη άνοιξη, που διάβρωνε τα λίγα λεπτά στρώματα αυτοπεποίθησης και τα
κίνητρα για ζωή και δημιουργικότητα που κατάφερα να κρατήσω ζωντανά. Στην
προσπάθεια να αποβάλλω τέτοιες έγνοιες και να ξεφύγω από μιαν ρουτίνα χωρίς ορατή
προοπτική, σκαρφιστήκαμε με τα παιδιά, τον Γιώργο, τον Κώστα τον Μ και τον
Θεοδόση να οργανώσουμε ένα πάρτι μέσα στον Απρίλη των γενεθλίων μου –στο σπίτι
που συγκατοικούσα για εκείνη την χρονιά με τον Α. Στόχος να προσκαλέσουμε και
συγκεντρώσουμε κάτω από την ίδια στέγη για ένα βράδι, όσο το δυνατό
περισσότερες κοπέλες, από τον ευρύ κύκλο του Κώστα, αλλά και την ελληνική εμιγκρέ
κοινότητα του Πανεπιστημίου.
Στο tea-room
της Σχολής του Κώστα του Μ., όπου εξακολουθούσαμε να βρισκόμαστε
τα μεσημέρια ή στο Ulysses τα Σαββατόβραδα, ως κατά κάποιο τρόπο eligible bachelor είχα προσελκύσει την προσοχή διάφορων γυναικών από έναν ευρύ χαλαρά
συνδεδεμένο κύκλο ανθρώπων. Γνώρισα μιαν Λένα, «φιλόλογο» της αγγλικής ή κάποιας
άλλης λογοτεχνίας, που στα τριάντα και κάτι χρόνια με την συνδρομή του
ελληνικού κράτους μπάρκαρε για ένα μεταπτυχιακό. Οι εξεζητημένοι και μηχανικοί
τρόποι της στις συναντήσεις μας φανέρωνε ότι η ανάγκη της για κάποιο δεσμό,
κατά προτίμηση νόμιμο, άγγιζε τα όρια της απελπισίας. Αλλά τέτοιου είδους πλαστικές
ερωτοτροπίες, που δύσκολα καμουφλάριζαν την απόγνωση για τα χρόνια που περνούν
χωρίς λιμάνι συζυγικής συντροφιάς, το μόνο που πετύχαινε ήταν να απωθεί το αντίθετο
φύλο. Δεν φαινόταν δύσκολο, από μιαν πρώτη επαφή, κάποιος να την ταξινομήσει
στην κατηγορία γυναικών που ήταν καταδικασμένες να «μείνουν στο ράφι». Ως συνάδερφος του Κώστα Μ άρχισε να προσεταιρίζεται
την παρέα μας και ιδιαίτερα εμένα, ως τον γεροντότερο, πλέον επιλέξιμο και,
κατά τα φαινόμενα, διαθέσιμο του κύκλου, αλλά με τις άγαρμπες προσπάθειες μιας αγχωμένης
γεροντοκόρης που ένιωθε τις ευκαιρίες για «αποκατάσταση» να λιγοστεύουν με το
πέρασμα του χρόνου. Τέτοιες προσεγγίσεις της Λένας έγιναν αντικείμενο
πικρόχολου χιούμορ και κουτσομπολιών για την ίδια, και αντίστοιχων πειραγμάτων
σε μένα. Τα σχόλια κορυφώθηκαν σε μια σχεδόν απροκάλυπτη θυμηδία, όταν σε μια
από τις εξόδους μας στο Ulysses, η Λένα εμφανίστηκε ντυμένη, εκτός τόπου και χρόνου, με ένα μαύρο
πέτσινο παντελόνι, σε μια άδοξη προσπάθεια να εντυπωσιάσει.
Στο ίδιο tea-room
της σχολής των «ανθρωπιστικών επιστημών» γνώρισα μια ακόμα
συνάδερφο του Κώστα, την Άννα, μια συμπαθητική Ιταλίδα με ξανθά μαλλιά, μικρά
στρογγυλά γυαλιά τύπου Antonio
Gramsci και ασορτί κουλτουριάρικη
φυσιογνωμία, της οποίας την έμφυτη ιταλική ζεστασιά και αβίαστο χαμόγελο να
είχα ενδεχόμενα παρερμηνεύσει ως φλερτάρισμα -κάτι που τελικά ποτέ δεν θα
μάθαινα. Η Άννα είχε ψηλό ανάστημα, ήταν αρκετά ψηλότερη μου, και αν αυτό δεν
παρουσίαζε πρόβλημα στην εκδηλωτική προδιάθεση και ζεστούς τρόπους της, σίγουρα
αποτελούσε ένα ανυπέρβλητο πρόβλημα για τον χαρακτήρα μου. Η Άννα, η Λένα, κι
άλλες πολλές κοπέλες, Ελληνίδες και ξένες, μπήκαν στη λίστα των καλεσμένων του
πάρτι που ο Κώστας ο Μ είχε καταρτίσει, με πολλές (είναι αλήθεια) υποσχέσεις,
αλλά και την εκνευριστικά χαλαρή διάθεση που τον διέκρινε. Ποντάραμε, εγώ και ίσως
ο ίδιος ο Κώστας, όσο και αν δεν το έδειχνε πίσω από ένα βλοσυρό και αμίλητο
ύφος, στην γνωριμία με γυναίκες σε ένα πιο ζεστό και φιλικό περιβάλλον. O Γιώργος θα αναλάμβανε τη
μουσική επένδυση. Θα ήταν το πρώτο, σχετικά μεγάλης κλίμακας πάρτι που οργάνωνα
σε σπίτι μου, έστω και ως μέλος μιας τρόικας -ούτως ώστε ευθύνες αποτυχίας να
μοιραστούν. Πάντα, εξαιτίας μιας αρνητικής προδιάθεσης και απαισιοδοξίας οι
πιθανότητες αποτυχίας σε κάθε εγχείρημα, πάντα με απασχολούσαν. Έτσι και η
προοπτική του πάρτι όσο με συνάρπαζε, άλλο τόσο με ανησυχούσε.
Παρασκευή απόγεμα, παραμονή του πάρτι, ο
Κώστας μας διαβεβαίωνε ότι η προσέλευση από το άλλο φύλο αναμενόταν κάτι
περισσότερο από ικανοποιητική. Τελικά βράδιασε Σάββατο. Λίγες ώρες πριν ξεκινήσει
η υποδοχή των καλεσμένων από την λίστα, ως συνηθίζω πριν από ανάλογες
κοινωνικές εκδηλώσεις, άρχισα να πίνω για να καταπολεμήσω τη νευρικότητά μου. Ο
συγκάτοικος και φίλος Α και η κοπελιά του Π θα ήταν παρόντες, αλλά δήλωσαν ότι
η παρουσία τους θα ήταν διακριτική και θα στέκονταν στο περιθώριο του πάρτι: το
βάρος της υποδοχής και της ψυχαγωγίας των καλεσμένων, για πρώτη φορά στην ζωή
μου, έπεφτε αποκλειστικά στις πλάτες μου. Υπήρχε ευτυχώς το στήριγμα του Γιώργου
-του Γιώργου που είχα προδώσει για να συγκατοικήσω τελικά, μετά από μερικούς
μήνες με τον Α. Ήρθε από τους πρώτους για να τακτοποιήσει το μουσικό πρόγραμμα,
που με εξαιρετική προσοχή επιλέξαμε και προετοιμάσαμε μαζί: ήταν η ευκαιρία για
να μυηθώ σε μια σειρά από καινούργια ακούσματα.
Από τους πρώτους καλεσμένους, προς μεγάλη μου ανακούφιση,
ήρθε η Άννα, η Ιταλίδα, και μαζί της δημιουργήσαμε ένα μικρό πηγαδάκι στην
κουζίνα. Ακολούθησε ο Κώστας Κ, ο λέκτορας, που μετά από λίγες κουβέντες,
κάθισε με ένα ποτό στο χέρι στην άκρη του καναπέ, σοβαρός και αμίλητος, μια
στάση που διατήρησε σε όλη τη διάρκεια του πάρτι. Ο άλλος λέκτορας, ο Γιώργος
Μπ, ως αναμενόταν, παρουσιάστηκε γεμάτος αέρα με την όμορφη Ελληνίδα συνοδό και
κοπελιά δίπλα του, κατά γενική ομολογία η ομορφότερη μεταξύ των Ελληνίδων εκείνης
της ακαδημαϊκής φουρνιάς. Λογικό, για τους εργένηδες του κύκλου μου στο πανεπιστήμιο,
τους υποφαινόμενο και τον Κώστας Κ πρώτους και κύριους ανάμεσά τους, να νιώθουν
μια δόση ζήλειας για εκείνο το ζευγάρωμα που είχε έλαβε χώρα μπροστά στα μάτια
όλων μας μια βραδιά στο Ulysses. Αποτελούσε εν μέρει απόδειξη ότι η φυσική ομορφιά του προσώπου ενός
άντρα δεν είναι ούτε ικανή, ούτε αναγκαία συνθήκη για ερωτικές επιτυχίες. Ο
Γιώργος είχε ένα σχετικά πρόσωπο άσχημο, με ασύμμετρα και χοντροκομμένα
χαρακτηριστικά, τουλάχιστον με υποκειμενικά κριτήρια πολλών κρινόμενο, αλλά διέθετε
αυτοεκτίμηση και μιαν απτόητη αυτοπεποίθηση, ένα bravado, ήταν ευπροσήγορος και διπλωμάτης και με γοητευτικός
τρόπου. Σε αντίθεση με τα άγρια χαρακτηριστικά του προσώπου που προδιάθεταν μερικούς
αρνητικά, εκφραζόταν με εκλεπτυσμένους τρόπους. Ας μην ξεχνάμε βέβαια ότι καταγόταν
από εύπορη οικογένεια (είχε πατέρα επιχειρηματία και, μάλιστα, ιδιοκτήτη
λεωφορείων), είχε εν ολίγοις τα εφόδια ώστε να πετύχει και καθιερωθεί από
πολλές απόψεις στη ζωή: ένα ακόμα σημαντικό ατού, στην προσέλκυση του άλλου φύλου.
Αν και συνομήλικος μου, η επιστημονική
του καριέρα βρισκόταν ήδη παρασάγγες μπροστά. Με την κοπελιά του το βράδι
εκείνο, φυσικά, θα συναναστρέφονταν αρμονικά και επί το πλείστον με το άλλο
περήφανο ζεύγος της βραδιάς: τον Α και την Π.
Από τους πρώτους ήρθε και η Λένα, χωρίς, ευτυχώς
χωρίς κάποια «πέτσινη» ή ντεμοντέ εμφάνιση που θα έδινε το έναυσμα για τα καυστικά
σχόλια της μαρίδας. Ο Θεοδόσης ήρθε και αυτός μόνος. Από τους τελευταίους
εμφανίστηκε, ο Κώστας ο Μ, συνοδευόμενος από γνωστά και άγνωστα κορίτσια,
Ελληνίδες και ξένες, συνεπής στις δεσμεύσεις που ανέλαβε για το πάρτι. Ο
Γιώργος αστειεύτηκε ψιθυριστά στο αυτί μου: “Kostas delivered!”
Η μέθη που άρχισα να νιώθω δεν μου επέτρεπε να
δω με καθαρό μάτι και αναλύσω τη διάθεση και την διασκέδαση του αρκετού κόσμου
που είχε μαζευτεί, αλλά μου επέτρεψε να αναλάβω μερικές πρωτοβουλίες, πρωτόγνωρες με τα δεδομένα του χαρακτήρα
μου, καθώς διέκρινα, θολά, ίσως λαθεμένα, κάποιες δυνατότητες επιτυχίας ανάμεσα
στις καλεσμένες μας. Ο Γιώργος δυνάμωσε την ένταση της μουσικής και έβαλε
μερικά χορευτικά μπλουζ. Κάποιος χαμήλωσε τα φώτα του living-room. Εγκατέλειψα την
παρέα και τη συζήτηση με την Άννα, μάλλον άγαρμπα και τους αγενείς τρόπους που ακούσια
υιοθετώ μετά από αρκετό πιοτό, και πήρα την Ειρήνη, μια μικροκαμωμένη κοπέλα,
από τον κύκλο του Κώστα και αυτή, με χαριτωμένο, αν και ελαφρώς βλογιοκομμένο
πρόσωπο, να χορέψουμε. Έκανα κάτι που πίστευα θα γινόταν απαρχή ενός κανονικού
και επιτυχημένου πάρτι. Υπολογίζαμε χωρίς τον ξενοδόχο, όπως λένε.
Πριν ακόμα τελειώσει ο πρώτος χορός κάποιος
κτύπησε δυνατά την εξώπορτα. Την άνοιξε ο Α, ως κύριος ενοικιαστής-νοικοκύρης. Ήταν
ο γείτονας του διπλανού σπιτιού, που με έντονο ύφος ζήτησε να χαμηλώσουμε την
ένταση της μουσικής και του θορύβου. Ο Α, μετά από παράκλησή μου, είχε κάνει
κάποια ασαφή νύξη το πρωί, εκτός κάποιο πρωτοκόλλου που ίσως συνηθίζεται σε
ήσυχες γειτονιές της Αγγλίας για το επερχόμενο πάρτι και με μικρή σχετικά προειδοποίηση.
Ο γείτονας είχε εκφράσει, χωρίς να τις προβάλλει δυναμικά και επιτακτικά, τις
αντιρρήσεις του: είχε μωρό παιδί που δεν ήθελε να ξυπνήσει. Το πρωί του
Σαββάτου ήταν αργά για να το ακυρώναμε και δεν είχαμε πλήρη αίσθηση του
μεγέθους της ενόχλησης που θα προκαλούσε. Ποντάραμε σε ανοχές, που το κατώφλι
τους όμως τελικά αποδείχτηκε χαμηλό. Χαμηλώσαμε τη μουσική, εντείναμε τον
φωτισμό, ο αγκαλιαστός χορός που ξεκίνησα για να δώσω έναυσμα στο πάρτι
διακόπηκε απότομα. Αμήχανοι, άλλοι καθισμένοι όπου βρήκαν, άλλοι όρθιοι
κουβεντιάζαμε περί ανέμων και υδάτων. Δυο-τρεις Αγγλίδες από το γκρουπ του
Κώστα και η Άννα, αποχώρησαν. Σε λίγο η πόρτα ξαναχτύπησε. Ο θόρυβος από την
κουβέντα μας και η μουσική που έπαιζε σε χαμηλή ένταση εξακολουθούσαν να
ενοχλούν τον γείτονα, που σε οργισμένο ύφος αυτή την φορά και άγριους τρόπους,
που υπέστη στην πόρτα ο Α, απαίτησε το τερματισμό του πάρτι και απείλησε ότι θα
καλούσε την περιβαλλοντική αστυνομία. Το μωρό είχε αναστατωθεί και έκλαιγε. Η
μουσική μας σιώπησε, η κουβέντα έγινε ψιθυριστή. Το πάρτι είχε αποτύχει
παταγωδώς! Ο Γιώργος Μπ, για να βγούμε από την στενάχωρη θέση και το αδιέξοδο
που επεφύλαξε η βραδιά στους οργανωτές της, όπως εγώ, πρότεινε με τα λίγα
διαθέσιμε αυτοκίνητα να πηγαίναμε στο κέντρο για φαγητό σε ένα από τα μαγαζιά
που έμειναν ανοικτά μέχρι αργά. Και εκεί καταλήξαμε: να τρώμε curry σε ένα ινδικό.
Στη μέθη δεν συνειδητοποίησα το μέγεθος του
φιάσκου. Εν τέλει, η αποτυχία του πάρτι που με τόσο μεράκι οργανώσαμε, που πάνω
του ελπίδες γνωριμιών και σχέσεων επενδύσαμε, δεν με στεναχώρησε στο βαθμό που
θα επηρέαζε έναν άνθρωπο με σεσημασμένη και τεκμηριωμένη ευαισθησία σε τέτοιες
περιπτώσεις. Τη Δευτέρα, στην συνήθη συγκέντρωση μας στο tea-room του Κώστα, τα λόγια
του Γιώργου με στενοχώρησαν περισσότερο. Περίμενα από τον συνδιοργανωτή κάποιο στοιχείο
αυτοκριτικής ή έστω κάποιο παρηγορητικό σχόλιο, αλλά είπε: «Το πάρτι ήταν μια
τραγική αποτυχία!»· για το πάρτι γενικά, όχι για το πάρτι «μας» που μιλούσε
μέχρι τότε. Ο Κώστας Μ και οι άλλοι δεν είπαν τίποτε. Έκτοτε, δεν ανάλαβα ξανά
την πρωτοβουλία της οργάνωσης τέτοιων φιλόδοξων πάρτι. Ήταν η πρώτη και
τελευταία φορά, που άφησε μια πικρή ανάμνηση και άφησε μια ακόμα μικρή πληγή στο
εγώ.
No comments:
Post a Comment