Αφήσαμε να κυλήσουν και άλλα χρόνια, πολλά
χρόνια. Είχαμε και οι δυο μας πλέον σαρανταρίσει χωρίς να το είχαμε πάρει και πολύ
είδηση ή συνειδητοποιήσει την σημασία του. Πέρασαν δέκα στρογγυλά χρόνια από
την τελευταία συνάντηση με την Α στο Λονδίνο, που ως επί το πλείστον τα
συνιστούσαν μέρες, με την δουλειά στο επίκεντρο, αλλά και με πολλές έντονες
αναταράξεις καθ’ οδόν που θα άλλαζαν την ζωή. Ήταν ο Μάρτης του 2006. Απρόοπτα
και απρογραμμάτιστα όπως και τις προηγούμενες φορές κανονίσαμε να βρεθούμε μετά
από ένα τηλεφώνημα στο Βερολίνο για ένα Σαββατοκύριακο. Τη χρονιά και την
εποχή, καθώς άρχιζα να γράφω αυτές τις γραμμές, δυσκολεύτηκα να ανασύρω από τη
μνήμη. Τέτοιες καταστάσεις, χρονολογικής αμνησίας συνήθως αφορούν είτε μακρινές
περιόδους, όταν μήνες και χρόνια περνούν ανεπαίσθητα -καθώς η συνείδηση αποκοιμιέται
από την αλληλουχία σχεδόν απαράλλαχτων ημερών, είτε κάποια περίοδο τόσο
ταραγμένη, που η εσωτερική ψυχική-συναισθηματική αναστάτωση τείνει να ανακατατάσσει
τα γεγονότα όχι πλέον σε χρονολογική σειρά, αλλά με βάση το μέγεθος του
αποτυπώματος στο νου, του μεγέθους της εντύπωσης που αφήνουν.
Στην περίπτωση μας η δυσκολία να εντοπίσω την
ακριβή χρονολογία του ραντεβού με την Α οφειλόταν σε έντονες προσωπικές και
οικογενειακές ταραχές, που εκείνον τον καιρό κατάλαβαν το μεγαλύτερο και ανεξίτηλο
μέρος της μνήμης. Με άλλα λόγια, θα έπρεπε να σκαλίσω επίπονα ανάμεσα σε ένα πλήθος
από ογκόλιθους εικόνων και λόγων, εντυπώσεων και αναμνήσεων, να συνδέσω
ημερομηνίες παρεμφερών γεγονότων, ώστε να καταφέρω να ξεδιαλύνω την ακριβή χρονική
τους ακολουθία, ώστε να ανακαλύψω κρυμμένα ανάμεσα τους και θυμηθώ το
Σαββατοκύριακο που πέρασα με την Α στο Βερολίνο. Η γέννηση του δεύτερου μου
γιου, η αρρώστια που διαγνώστηκε λίγες μέρες από την γέννηση και που από μόνον
από εξαιρετική τύχη δεν αποδείχτηκε καταστροφική ή και μοιραία -ένας ακόμα «μαύρος
κύκνος» στην πορεία της ζωής μου, οι κρίσεις της J που ακολούθησαν, οι ζωηρές λεπτομέρειες του
εφιάλτη που ζήσαμε την παραμονή της Πρωτοχρονιάς του 2005 και συντάραξε τις
ζωές μας συθέμελα, με αμελητέες τότε προοπτικές επανόρθωσης, όλα αυτά τελικά,
μετά από χρόνια, σπρώχτηκαν στα περιθώριο της μνήμης, χωρίς όμως οι εικόνες πολλών
από αυτά να ξεθωριάσουν και τα φαντάσματά τους κάθε λίγο να μας ζώνουν. Παρόλα
αυτά, οι επιπτώσεις των γεγονότων της περιόδου που προηγήθηκε το ταξίδι στο
Βερολίνο αναμεταξύ συναισθημάτων λύπης, οργής, ματαίωσης, θα ελαττώνονταν
ασυμπτωτικά με τον χρόνο. Αυτά καθαυτά τα συναισθήματα θα εξασθένιζαν, οι πληγές
που άνοιξαν μετά την γέννηση μικρού μου γιου θα επουλώνονταν. Όπως λένε, το καλύτερο
γιατρικό για τα βάσανα της ψυχής είναι ο χρόνος.
Τους πρώτους μήνες τους 2006, εξοστρακισμένος
από το σπιτικό μου χάριν διατήρησης της γαλήνης σε μια οικογένεια με τρία
παιδιά, ενός νεογέννητου ακόμα να αναρρώνει, περιφερόμενος, κοιμόμουν εδώ κι
εκεί. Τις εργάσιμες καθημερινές σε φτηνά B&B
του Reading, το νοικοκυριό μου μια βαλίτσα με ρούχα στο πορτ-μπαγκάζ. Σαββατοκύριακα,
αντί να περιπλανιέμαι άπρακτος, ανέβαινα συχνά στον αδερφό μου και τη γυναίκα
του στο Coventry. Επιτέλους, είχε βρεθεί (από τον Πατέρα για λογαριασμό μου) και δουλειά
στην επαρχία της Ελλάδας, στα Γιάννενα, που αποδέχτηκα απρόθυμα. Προετοιμαζόμουν
να ακολουθήσω μια πορεία ουσιαστικά προδιαγραμμένη, μέχρις και για το άλλο μισό
της «χρήσιμης» ζωής μου, από άλλους, με μελαγχολία, με μισή και βαριά καρδιά.
Με αποδυναμωμένες τη βούληση και τις αντιστάσεις μου, μάλλον παθητικά, ίσως
χειραγωγημένος και άθελα υποταγμένος σε μια μοίρα που σε ελάχιστο βαθμό ένιωθα
ότι έλεγχα. Η προσέγγιση της αναχώρησης από την Αγγλία, ο αποχωρισμός από τα
παιδιά, όσο και αυτόν να τον θεωρούσα προσωρινό, με γέμιζε τρόμο. Έβλεπα πίσω
από παρμπρίζ του αυτοκινήτου τον Α, στη μαθητική του στολή να επιστρέφει από
στο σχολείο στο σπίτι, με την παιδική του ανεμελιά, σουλατσάροντας σκυφτός στο
πεζοδρόμιο του μακριού καμπυλωτού δρόμου, κλωτσώντας ό,τι έβρισκε μπροστά του, και
δάκρυζα από ενοχές και παράπονο. Έβλεπα τον Α στο μωρουδιακό κρεβάτι να έχει παλέψει
γενναία και επιβιώνει για να ζήσει εν τέλει όπως όλοι μας. Πως θα τους άφηνα; Από
την άλλη μεριά, τι πολύ διαφορετικό θα μπορούσα να κάνω ενώπιον μιας εξέλιξης, που
ξετυλιγόταν σαν καταιγίδα από τους ουρανούς, χωρίς δυνάμεις και στήριγμα να την
ανατρέψω; Μερικές καταστάσεις, που αφήνουμε να γεννηθούν από σπόρους που έριξαν
άλλοι για μας, και να ριζώσουν και ζώσουν τις ζωές μας, δεν αναστρέφονται μετά
από ένα σημείο στον χρόνο χωρίς τεράστιο ψυχικό και υλικό κόστος. Και, έτσι,
άφησα τα πράγματα να πάρουν το δρόμο τους και που θα με έβγαζαν δεν ήξερα.
Θα συναντιόμασταν με την Α στο φουαγιέ ενός πολυώροφου,
άχαρου, άλλα λειτουργικού ξενοδοχείου του πρώην Ανατολικού Βερολίνου, στις
παρυφές της Alexanderplatz κοντά στο σταθμό των τραίνων. Έφτασα το μεσημέρι μιας Πέμπτης πρώτος.
Το ξενοδοχείο ξεχώριζε από το σταθμό και τα άλλα κτίρια που περίζωναν την
πλατεία για την ασχήμια και το δυσθεώρητο ύψος του. Ο διάκοσμός του ήταν λιτός,
σχεδόν σπαρτιατικός, η ρεσεψιόν κρυμμένη πίσω από δύο τεράστιες, φαραωνικών
διαστάσεων κυλινδρικές κολώνες. Αν δεν ήταν για
τα ζωηρά χρώματα του πράσινου, του καφέ και του κίτρινου, με τα οποία είχαν
πρόσφατα επιστρωθεί οι εσωτερικοί χώροι ή για τις χαμογελαστές και ευγενικές κοπέλες
της ρεσεψιόν με τα άσπρα πουκάμισα και τα πλουμιστά φουλάρια, το ξενοδοχείο θα
παρέπεμπε στη δεκαετία του ’60, στην Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας του ψυχρού
πολέμου. Η Α με συνάντησε να πίνω μια μπύρα σε ένα στρογγυλό τραπεζάκι στην
άκρη του λόμπι, όπου βρισκόταν το απογοητευτικά μικρό και λιτό και μπαρ εκείνου
του γιγαντιαίου ξενοδοχείου -σα μεγάλο κυλικείο ή καντίνα κάποιου εργοστασίου. Έφτασε
εκεί με τραίνο από το Αμβούργο και ένα ακόμα συνέδριο ιατρικής. Ανεβήκαμε στο
δωμάτιο, σ’ έναν από τους διψήφιους ορόφους, στο τέλος ενός μακρύ και τυφλού και
σκοτεινού διαδρόμου, παρά τα γαλάζια χρώματα του, ανεπαρκούς φωτισμένου, αλλά
ατμοσφαιρικού. Αυθυποβλήθηκα από την απόλυτη ησυχία, που διακοπτόταν μόνο από
τον ήχο των ασανσέρ, την ομοιομορφία και συμμετρία του διαδρόμου στο μεγάλο
βάθος του, την έλλειψη κάδρων, γλαστρών, και κάθε διακοσμητικού στοιχείου, τον
χαμηλό φωτισμό από τους εντοιχισμένους στο ταβάνι λαμπτήρες, τα παλιά χερούλια
στις πόρτες που άνοιγαν με μεγάλα κλειδιά, σε συνδυασμό με τη ζάλη από τις
μπύρες που είχα καταναλώσει, και την προσδοκία της τουριστικής και ερωτικής περιπέτειας.
Το δωμάτιο ήταν μικρό και καταλαμβανόταν
σχεδόν ολοκληρωτικά από ένα διπλό κρεβάτι και έναν πάγκο, εν είδει γραφείου,
κάτω από το παράθυρο που καταλάμβανε όλο πλάτος της απέναντι από την είσοδο πλευράς.
Πέρα και κάτω από το τζάμι, στις σκιές του απογέματος και των σύννεφων που
μαζεύονταν στον ουρανό, απλώνονταν τα καφέ, μπεζ και γκρίζα κτίρια του
Ανατολικού Βερολίνου με τις προσόψεις πολλών τους καρβουνιασμένων από την καπναιθάλη,
και πλατιοί ίσιοι δρόμοι ανάμεσά τους· πολυκατοικίες, κτισμένες μετά το τέλος
του πολέμου, παραμελημένες μέσα από το πέρασμα των δεκαετιών ή και την
οικονομική στασιμότητα των τελευταίων χρόνων του σοσιαλιστικού συστήματος, αλλά
κατοικημένες ακόμα από Βερολινέζους και μετανάστες. Υπήρχε ζωή πίσω από τα
σκοτεινά παράθυρά τους. Ζωή σκιώδης σαν και κείνη μαυρόασπρων ταινιών ή κατασκοπευτικών
μυθιστορημάτων από την εποχή του «σιδηρού παραπετάσματος». Φαντάστηκα τη ζωή στα
χρόνια του υπαρκτού σοσιαλισμού, όπως μας την παρουσίαζαν στην Δύση: ανθρώπινες
ψυχές να περιμένουν τα τραμ σε στάσεις, να πηγαινοέρχονται στις δουλειές τους, σκυφτές
κάτω από γκρίζους ουρανούς και τις σκιές κείνων των κτιρίων, να ζουν τις μονότονες,
θλιμμένες ζωές τους πίσω από τις μελαγχολικές προσόψεις τους, στα μίζερα μισοσκόταδα
κλιμακοστασίων και διαμερισμάτων. Ίσως, να ήταν και διαφορετικά.
Ένας από τους κύριους σκοπούς και κείνης της
συνάντησης με την Α, που τον κρατούσαμε υπονοούμενο και μυστικό μέσα μας, ήταν
ο έρωτας. Το φάντασμα του πάντα κυνηγάει δυο «πρώην», γνήσια και βαθιά
ερωτευμένους. Θα βρισκόμασταν μακριά από αδιάκριτα βλέμματα, ξένοι και ανώνυμοι
στο περιβάλλον και τον κόσμο της μεγάλης συναρπαστικής πολιτείας για να γευτούμε
ξανά τις γνώριμες, γλυκές γεύσεις που είχαμε απολαύσει σε μακρινά παρελθόντα. Εκείνη
τη φορά ανεπηρέαστοι από την συμβατική ανηθικότητα της πράξης, χωρίς ενοχές
κάποιας συζυγική απιστίας. Η Α είχε από καιρό ξεμπλέξει από την προσβλητική,
μίζερη και αδιέξοδη σχέση με το γιατρό της Αθήνας, όπως και την ελευθεριάζουσα,
πρόσχαρη μεν, ατελέσφορη δε, με τον Γάλλο μποέμη· ίσως, στο μεταξύ και από μερικές
ακόμα επιπόλαιες σχέσεις, ανάξιες για να συζητηθούν. Και οι δυο είχαμε σκαρφαλώσει
μοιραία στην «κορυφή του λόφου» της ζωής, κατά την αγγλοσαξονική έκφραση, και αρχίσαμε
να παίρνουμε την αργή κατηφόρα στην πλαγιά που δεν βλέπει ο ήλιος, με όλα τα φυσικά,
ψυχολογικά και φυσιολογικά παρελκόμενα. Νιώθαμε, λοιπόν, ενόψει των ανησυχιών
και της κρίσης που ο χρόνος επιφυλάσσει στις μεσαίες και προχωρημένες ηλικίες
του είδους μας, την ανάγκη να ξεφύγουμε από τη ρουτίνα της δουλειάς και σχεδόν
απελπισμένα να επιδιώξουμε εμπειρίες -νέες, διάφορες, όσες γινόταν.
Δυο βράδια μέχρι αργά, και δυο απογέματα πέρασαν
με έρωτα στο μικρό «σοσιαλιστικό» δωμάτιο, πάνω από τις σκεπές των γκρίζων
οικοδομών του ανατολικού Βερολίνου. Η ένταση και η ζωηράδα της πράξης μαρτυρούσε
τα δέκα χρόνια που είχαν περάσει από την τελευταία μας φορά, και τα σαράντα-και-βάλε
χρόνια στις πλάτες μου. Όμως, όπως και με το παλιό κρασί, η αισθησιακή απόλαυση
απόκτησε διαφορετικές διαστάσεις, ενώ η ευχαρίστηση ήταν δεδομένη και
μεγαλύτερη, αν και εξαντλητική. Δυο ξέγνοιαστα πρωινά πέρασαν με μεγάλους περιπάτους
σε πάρκα και πλατείες. Ξεκινούσαμε από το World Clock και τα μπρούτζινα αγάλματα των Marx και Engels, διαβήκαμε την Brandenburg Gate, περιτριγυρίσαμε το Reichstag, περάσαμε από το
Checkpoint Charlie, ξοδέψαμε ώρες στα
μουσεία των Pergamon και Neues, κάναμε τον γύρο της Βιβλιοθήκης του Bundestag στον Spree, ψάξαμε ίχνη από ό,τι
είχε απομείνει από το Τείχος. Ένα ζητούμενο για μένα, μέσα από την περιήγηση
του Βερολίνου, ήταν η σύνδεση με το πολιτικό παρελθόν, το δικό και της
οικογένειας μου, τις ιστορικές και πολιτικές μας καταβολές, παρόλο που, έκτοτε,
αυτές είχαν υποβληθεί σε διάφορες μεταλλάξεις. Ήταν και τα πολλά ιστορικά μου διαβάσματα
για τον Β’ ΠΠ και τον Ψυχρό Πόλεμο, διαβάσματα που πάντοτε με συνάρπαζαν. Κάποια
ιστορική σύνδεση που επεδίωκα τελικά επιτεύχθηκε, μολονότι χλωμή και αδύναμη: από
τις σοβατισμένες τρύπες από τις σφαίρες των όπλων του Κόκκινου Στρατού στους
τοίχους των κτηρίων και τις κολώνες των μουσείων, από τη «σοσιαλιστική» μελαγχολία
τoυ Ανατολικού
Βερολίνου, από τα λείψανα του σοσιαλιστικού ρεαλισμού στις γωνιές του, όλα αυτά
συχνά απαρατήρητα από τον κοινό τουρίστα. Το πείραμα του υπαρκτού σοσιαλισμού είχε
αποτύχει, το είχα εμπεδώσει, και ο καπιταλισμός επικράτησε και θα κυριαρχούσε απρόσκοπτα
στο εγγύς μέλλον της ανθρωπότητας, τουλάχιστον στη διάρκεια της ζωής μου. Το
Βερολίνο του 2006 αποτέλεσα για μένα, χρόνια εκ των υστέρων, μιαν ακόμα
επαλήθευση προηγουμένων διαπιστώσεων της ήττας πρώιμων κοσμοθεωριών μου.
Τα βράδια κουρασμένοι, στα γεμάτα με νεανικό σφρίγος μπαράκια και night spots του Βερολίνου μας υπενθύμισαν την ηλικία μας. Πόσες φορές ακόμα πριν νιώσουμε παρείσακτοι σε πόλεις που ζουν στην κόψη της ανθρώπινης κουλτούρας, πόσο καιρό ακόμα ανάμεσα σε υπάρξεις που κινούνται ταχύτερα από μας και μας αφήνουν ολοένα και περισσότερο ξοπίσω χωρίς να μας περιμένουν, ενώ εμείς αργοπορούμε και κοντοστεκόμαστε για να πάρουμε τις ανάσες που συχνά πλέον χρειαζόμαστε;
No comments:
Post a Comment