Tuesday, May 21, 2024

16 - Α 4-Ever: Σε Άλλη Αγκαλιά

Από εκείνο το καλοκαίρι του 1984 πέρασαν χρόνια πολλά προτού επιστρέψω στα Χανιά, και θα περνούσαν ακόμα περισσότερα πριν ξαναζήσουμε φευγαλέα και στο βαθμό που ήταν δυνατό με χρόνια στην πλάτη, στιγμές από το νεανικό πάθος λιγοστών πρώτων μηνών.

Έμαθα ότι έμεινε μέχρι την αποφοίτησή της στο πλευρό του Σ. Από όποια πλευρά και να το βλέπαμε, ο Σ εκπλήρωνε όλους τους όρους που θα τον χαρακτήριζαν στα μάτια του κόσμου, πεζά και άχρωμα, ως «καλό παιδί». Πιστός, ευγενικός, χωρίς πολλές απαιτήσεις από την σύντροφο του, το μέλλον ή ίσως και την ίδια του τη ζωή του, μετρημένος και πρόθυμος να ακολουθήσει την «ηθική» πεπατημένη: της μονογαμίας, της οικογένειας, των παιδιών, της μιας συζύγου που θα ήταν σύντροφος ζωής και συνάδερφος και συνέταιρος, θα εξασφάλιζε σιγουριά και ασφάλεια, αν όχι και ερωτικό μεθύσι. Τέτοια ζευγάρια, δημοσίων υπαλλήλων, γιατρών, δικηγόρων, και τα λοιπά, εκδοχές της κοινωνικής ταυτότητας μια μικρομεσαίας τάξης, που βρίσκουν την ευτυχία στην σιγουριά ενός προδιαγραμμένου μέλλοντος και στασιμότητα, η Ελλάδα βρίθει. Ήταν τότε σε μεγάλο βαθμό η συνταγή εκπλήρωσης του ελληνικού μικροαστικού ονείρου.

Αλλά το τεμπεραμέντο και πάθος της Άννας, έμφυτο και εκ καταγωγής, όπως και η ερωτική φλόγα που μαζί ανάψαμε και τη διατήρησε αναμμένη σε όλη τη διάρκεια της νεανικής και βιολογικής της ακμής, μια προοπτική ατάραχης ζωής με το Σ θα αδυνατούσε να την διατηρήσει ζωντανή και λαμπερή. «Δεν θα μπορούσα να ζήσω χωρίς τον έρωτα και το πάθος…», μου είπε μετά από καιρό. Μετά την αποφοίτηση τους χώρισαν με πρωτοβουλία της Α. Ο Σ έγινε παθητικός αποδέκτης της απόφασης της και των γεγονότων που αυτή επέσπευσε, ενώ η Α πρόσδεσε τη βάρκα του έρωτα σε άλλο λιμάνι: μάλλον προβλέψιμα στο λιμάνι ενός επίσης συναδέρφου στην επιστήμη της, εξ Αθηνών, ο οποίος όμως εκ των υστέρων, μετά από μιαν περίοδο (κάλπικης ή πραγματικής, ποιος ξέρει;) ανθίσματος του έρωτα και του πάθους αποδείχτηκε μπερμπάντης και κατ’ εξοχήν αχρείος. Είτε ένας άσχημος χαρακτήρας, αν όχι και η προσωπικότητα στο σύνολό της, είχαν για την Α καταλάβει εξαρχής και απέναντι στο δέλεαρ του έντονου έρωτα -κι ας ήταν πρόσκαιρος, δευτερεύουσα σημασία, είτε απλώς η Α δεν είχε την διορατικότητα ή τυφλώθηκε από κάποιο ερωτικό πάθος, ώστε να το αντιληφθεί. Την απάτησε εν γνώσει της, την κορόιδεψε, εκμεταλλεύτηκε την καλοσύνη και γενναιοδωρία της, την μεταχειρίστηκε και εξαπάτησε, σε ένα ωκεανό ψεμάτων και πλάνης.

 Ήταν ακόμα αφελώς προσδεμένη στο άρμα εκείνου του αχρείου, παρά τα σημάδια για το κατά που βάδιζαν και την μοιραία κατάληξη που η θα είχε εκείνη η πορεία, όταν, μετά από χρόνια, έχοντας επιστρέψει από την Αμερική, έχοντας χωρίσει από την, ας πούμε, δεύτερη μεγάλη αγάπη της ζωής μου, όντας ένας μοναχικός, απελπισμένος και μελαγχολικός φαντάρος χωρίς παρών και ένα θολό μέλλον, σε μια από τις άδειες μου από το Λουτράκι όπου υπηρετούσα, έβαλα πλώρη για τα Χανιά. Ήταν το καλοκαίρι του 1991, στο πρώτο μισό μιας καταναγκαστικής και ανυπόφορης στρατιωτικής θητείας, που οι μέρες της περνούσαν βαριά, χωρίς κάποια αχτίδα φωτός να με οδηγεί προς το αύριο. Ήμουν χαμένος στο χρόνο και χώρο, σε ένα στρατώνα έξω από ένα υποτίθεται κοσμοπολίτικο θέρετρο, χωρίς φίλους, κυρίως χωρίς «φιλενάδα», όταν άλλοι συνάδερφοι περίμεναν τις άδειες τους για να τις χαρούν. Στο τηλεφώνημα που έκανα από το στρατόπεδο, παρορμητικά και χωρίς σχέδιο, πριν την απόφαση μου να βρω ένα διήμερο ζεστασιάς στην συντροφιά της Α και να θυμηθώ τα παλιά, που λένε, δεν αντιλήφθηκα την επιφυλακτικότητα και δισταγμούς στην φωνή της. Μια χαρά που αποδείχτηκε ότι έκρυβε αμηχανία και τη δύσκολη κατάσταση στην οποία θα περιερχόταν από την παρουσία μου στον τόπο της, σε σημείο που αυτή η παρουσία να την εξέθετε στην πολύτιμη σχέση της με τον τύπο. Είχα παραβλέψει την ειλικρίνεια και εντιμότητά της, αν και είχα καλή γνώση τους από πρώτο χέρι.

Στο αεροδρόμιο των Χανιών, προς έκπληξή μου, δεν με υποδέχτηκε η Α, αλλά ο Λ, ο οποίος, μετά από τους εγκάρδιους χαιρετισμούς, μου ανακοίνωσε ότι η Α δεν θα μπορούσε να με δει εκείνο το σαββατοκύριακο. Είχε ήδη αναχωρήσει για την Αθήνα και τον «δικό της». Δεν θα μπορούσε να αθετήσει μιαν υπόσχεση της και να ακυρώσει ξαφνικά κάποια σχέδια που είχαν εδώ και καιρό γίνει. Tην ματαίωση της παρηγοριάς που προσδοκούσα στην αγκαλιά της Α την διασκέδασε με φιλότιμο και καλή προαίρεση και διάθεση ο Λ, που επέμενε να με φιλοξενήσει σπίτι του, ενώ είχα ήδη, με γνώμονα τα φανταστικά σχέδια για το βράδι με την Α, κλείσει δωμάτιο σε ξενοδοχείο. Στο μήνυμα που η Α του άφησε να μου διαβιβάσει ζητούσε τη συγχώρεση μου, καθώς δεν μου είχε ξεκαθαρίσει έγκαιρα στο τηλεφώνημα τη διαθεσιμότητά της. Ευχόταν και ήλπιζε να κατανοούσα και να έκρινα επιεικώς τη συναισθηματική της δέσμευση με τον «φίλο της» στην Αθήνα και πόσο δύσκολο ήταν να τη συμβιβάσει. (Θα πρόσθετα, για να βρεθεί με έναν ξεχασμένο φαντάρο χωρίς προσανατολισμό στη ζωή…) Ήταν, τελικά, βέβαιη ότι, παρά την απουσία της, θα περνούσα καλά στην παρέα του εξαιρετικού αμοιβαίου μας φίλου. Ένιωσα ντροπή, ένιωσα πληγωμένος. Αναλύοντας το συμβάν από μιαν άλλη οπτική γωνιά, θα έπρεπε και σε αυτήν την περίπτωση να είχα εκτιμήσει την ακεραιότητά και ειλικρίνειά της, όσο και αν αυτά ακύρωναν ακαριαία στερνούς και κρυφούς πόθους και ελπίδες που έτρεφα στη βαριά καρδιά και την γενική απελπισία μου για λίγη παρηγοριά στην έρημο της στρατιωτικής θητείας.

Μετά από ένα βράδυ με τσικουδιά στην παρέα του Λ, μιαν μοναχική διανυκτέρευση στο αδιάφορο ξενοδοχεία της πλατεϊτσας, εκεί που πριν χρόνια είχαμε κατεβεί ερωτευμένοι από το λεωφορείο που μας επέστρεφε από την εκδρομή στο φαράγγι και τα  Σφακιά, μια πρωινή τυρόπιτα και έναν φραπέ, χαιρέτισα το Λ και του συναδέρφους του στο μελετητικό του γραφείο κι έφυγα· ψυχικά καταρρακωμένος και έχοντας πλέον πείσει τον εαυτό μου ότι δεν θα σμίγαμε ποτέ ξανά στο μέλλον με την Α. Επέστρεψα στην Αθήνα και από εκεί στο στρατόπεδο, στη μοναξιά και την κατάθλιψη του, με δυο μήνες ακόμα μπροστά μου στην πλήξη της μονοτονίας του καλοκαιρινού Λουτρακίου, παρείσακτος ανάμεσα στα πλήθη των νέων που λιάζονταν στον ήλιο και το βράδι της απραξίας μου στο στρατόπεδο, θα γέμιζαν τις ντισκοτέκ, θα χόρευαν, θα έπιναν, θα ερωτεύονταν.

No comments:

Post a Comment