Tuesday, May 21, 2024

17 - Α 4-Ever: Αντάμωση στο Birmingham

Πέρασαν δυο χρόνια από το φιάσκο του σαββατοκύριακου στα Χανιά. H βασανιστική θητεία είχε τελειώσει και είχα πάρει για τα καλά, όπως εκ των υστέρων αποδείχτηκε, το δρόμο της ξενιτιάς, με πρώτο σταθμό στην πορεία το Birmingham. Ήταν μοναχικό το ανοιξιάτικο βραδινό, από τα πολλά εκείνα των πρώτων μηνών στην Αγγλία. Αδέσμευτος, μετέωρος, αισθηματικά και επαγγελματικά, έψαχνα, στο λυκόφως των νιάτων και το κατώφλι της ωριμότητας, κάποιο μονοπάτι με προορισμό να ακολουθήσω, να με οδηγήσει σε ένα καλό μέρος, ένα από αυτά που κάποτε ονειρευόμουν. Το τηλεφώνημα της Α, στο διαμέρισμά της πολυκατοικίας της Hagley Street, το πρώτο σπιτικό μου στην ξενιτιά της Αγγλίας, με βρήκε απροετοίμαστο. Την έκπληξη λογικά διαδέχτηκε η χαρά, όπως συνήθως συμβαίνει όταν σε θυμάται μια αγάπη από τα παλιά. Είχε μιλήσει, για να μάθει τα νέα μου μετά το φανταριλίκι, στο τηλέφωνό με τον Πατέρα. Θα βρισκόταν για λίγες μέρες στο Birmingham, σε ένα από τα πολλά διεθνή συνέδρια τα οποία Έλληνες γιατροί είχαν, κάθε τρεις και λίγο, την ευκαιρία -με ελάχιστα προσωπικά έξοδα- να παρακολουθήσουν, με κύριο στόχο το ταξίδι αυτό καθαυτό και την αναψυχή, δευτερεύοντα για τους περισσότερους την επιστημονική κατάρτιση. Στην φτωχή πατρίδα «λεφτά ακόμη τότε υπήρχαν» ή κανέναν δεν ένοιαζε αν και πόσα υπήρχαν. Τέτοια ταξίδια, όπως μου εξήγησε με ελαφριά την συνείδηση και η Α, τα χρηματοδοτούσαν πρόθυμα πολυεθνικές φαρμακευτικές εταιρίες· με το αζημίωτο, φυσικά, καθώς οι γιατροί ήταν οι πλασιέ για να μεγαλώνει ο τζίρος τους στην Ελλάδα -των πολλών στρεβλώσεων στον τομέα της υγείας και αλλού. Το κράτος συντηρούσε μιαν πληθώρα κακοπληρωμένων εν γένει γιατρών, ενώ αυτοί ως συμπλήρωμα στο εισόδημά τους αναλάμβαναν τη αθρόα διάδοση υπερτιμημένων φαρμάκων, ακόμα και όταν ή όπου η χρήση τους δεν χρειαζόταν ή ήταν και επιβλαβής. Αλλά αυτό σχετίζεται με μιαν πολιτικά υποκινούμενη ηθικολογία περί του συστήματος υγείας της Ελλάδας και είναι «άλλου παππά ευαγγέλιο». Δεν θα γινόταν, χωρίς αφορμή, αντικείμενο συζήτησης όταν αργότερα βρέθηκα δίπλα στην Α και ανάμεσα σε μια παρέα γιατρών σε μια γωνιά του λόμπι του ξενοδοχείου.

Όλοι τους κάπνιζαν· οι αυστηροί νόμοι κατά του καπνίσματος δεν είχε ακόμα εισαχθεί στην ζωή της Αγγλίας. Συστήθηκα ως «του πολυτεχνείου», με κάποια δόση περηφάνειας όπως και όταν ήμουν φοιτητής. Δεν συγκινούνται οι Έλληνες γιατροί από τέτοια προσόντα, υποφέρουν από τα ίδια και μεγαλύτερα συμπλέγματα. Λίγες επιφανειακές, αναμενόμενες ερωτήσεις από την ομήγυρη, για το «πως βρίσκω την Αγγλία» ή «ποια είναι η γνώμη μου για τους Εγγλέζους», συνοδευόμενες από εκφράσεις δύο ή τριών μειωτικών στερεοτύπων για του Βρετανούς και την κουλτούρα τους, το μόνο που κατάφεραν, με νωπή ακόμα μέσα μου την μίζερη εμπειρία της στρατιωτικής θητείας, ήταν να σηκώσουν ένα αμυντικό τείχος γύρω μου και να κλειστώ από πίσω του. Η συζήτηση της παρέας μετά την σύντομη παρέκβαση συνεχίστηκε πάνω σε ιατρικά και επαγγελματικά θέματα. Πριν αποχωρήσω, έχοντας νιώσει ελαφρώς παρείσακτος, συνόδευσα την Α στο δωμάτιο της για να ετοιμαστεί για το καθιερωμένο βραδινό συνεδριακό γεύμα. Γδύθηκε και ντύθηκε μπροστά μου σαν κάτι απόλυτο φυσικό. Καθισμένος στο γραφειάκι, που κάθε δωμάτιο κάθε αξιοπρεπούς ξενοδοχείου διαθέτει, παρακολούθησα τη διαδικασία της αλλαγής των ρούχων με αδιάκριτο βλέμμα. Η Α μιλούσε διαρκώς, όχι από αμηχανία -ποτέ δεν πρόδιδε αμηχανία. Τα λόγια της διαπερνούσαν τον συνεπαρμένο από αναμνήσεις νου, που δεν αντιλαμβανόταν το περιεχόμενό τους. Ένιωθε άνετα ημίγυμνη μπροστά μου παρά το μέτριο σουλούπι, παρά τα αυτο-κριτικά αστεία που έκαμε συχνά για τα κιλά, που η αγάπη της για τις μακαρονάδες προσθέτει. Σα να είχαμε κοιμηθεί αγκαλιά και ξυπνήσαμε μαζί χτες.

Το επόμενο βράδι βγήκαμε για μια μικρή ξενάγηση στην πόλη μου χωρίς το «σκυλολόι» των συναδέρφων της. Ήπιαμε αρκετές μπύρες στα pubs της Broad Street, πριν γευτούμε Balti σε ένα Balti House του Chinese Quarter του Birmingham, την σπεσιαλιτέ αναρίθμητων εστιατορίων του Birmingham, σήμα κατατεθέν της κουζίνας της, από τότε που ένας Πακιστανός μετανάστης δημιούργησε τα σχετικά πιάτα και το καθιέρωσε στην πόλη. Οι γνώσεις και η εμπειρία μου από το σχετικό μενού ήταν περιορισμένη για να καθοδηγώ και προτείνω. Tο φαγητό στο πακιστανικό εστιατόριο αποδείχτηκε μέτριο, ενώ τα ποτά αργότερα στο μοντερνίζον Arcadian Centre σε ένα μπαρ με μουσική φούσκωσαν παραπάνω τις κοιλιές μας, και η διάθεση χάλασε. Η κουβέντα μας φανέρωσε ότι η Α έβγαινε ακόμα με τον «γυναικολόγο» της Αθήνας, ο οποίος αποδείχτηκε εκ των υστέρων στον κοινό νου αδιαμφισβήτητα γυναικοθήρας και μουρντάρης. Προσεκτική στην περιγραφή και τους χαρακτηρισμούς της για τον «τύπο», χωρίς να αναφερθεί σε λεπτομέρειες και γεγονότα, μου γινόταν ολοένα φανερότερο ότι η αφοσίωσή της σε κείνο το δεσμό ήταν μονόπλευρη, η γενική αδιαφορία και φιλοτομαρισμός του «τύπου» καταφανής, ενώ η κατάσταση στην οποία η σχέση της είχε περιέλθει, κατά την γνώμη πολλών του κύκλου της, κατ’ εξοχήν του κοινού μας φίλου Λ, σχεδόν εξευτελιστική για την ίδια. Ήταν θέμα χρόνου πριν η προσωπικότητα και το ελεύθερο της πνεύμα θα επιβαλλόταν στον ψυχικό της κόσμο και θα άλλαζε ζωή. Επανέλαβε τα περί πόσο άσχημα αισθανόταν για την αδικαιολόγητη απουσία της εκείνο το διήμερο στα Χανιά και την ψυχρολουσία που προκάλεσε. Είπα ότι δεν είχε σημασία, ανήκε στο μακρινό και σχεδόν ξεχασμένο χρονοντούλαπο της ψυχής, και οποιαδήποτε αισθήματα απογοήτευσης έως και οργής να είχα νιώσει τότε είχαν εξασθενίσει. Την έβλεπα με την ίδια καλή προαίρεση και αγάπη όπως και πριν οργανώσω εκείνη την ατυχή επίσκεψη. Από την μεριά της θα κατάλαβε ότι βρισκόμουν μετέωρος, επαγγελματικά και αισθηματικά, «ψαχνόμουν» σαν άνθρωπος σε έναν ξένο τόπο και κόσμο, αλλά θα έδειχνα ευελιξία απέναντι στις προοπτικές και δρόμους για το μέλλον που θα μου ανοίγονταν. Η κατάσταση μου ήταν μεταβατική, όσο και ασταθής. Όπως εύκολα θα αντιλαμβανόταν κάποιος ότι η Α παρέμενε προς το παρόν αγιάτρευτα πιστή και δέσμια στο άρμα της τότε ύπαρξης της, χάριν στην ιατρική και την αφοσίωση στον φίλο της, παρά τα εμφανή σημάδια για το που θα κατέληγε αισθηματικά. Η σταθερότητα και ασφάλεια είναι πολύτιμα ζητούμενα της γυναικείας φύσης, συχνά σε βάρος μιας κριτικής διαύγειας και της προσωπικής ελευθερίας.

Πριν αποχωριστούμε στην ψυχρή νύχτα στην είσοδο του ξενοδοχείου, μου κράτησε τρυφερά και συγκαταβατικά το χέρι. Ίσως να με λυπήθηκε που με είδε γερμένο και κουρασμένο, μέσα στο φτηνό και φθαρμένο πανωφόρι να θυμίζω ακόμα κομμουνιστή φοιτητή· έναν ελπιδοφόρο φοιτητή με καλό μυαλό, ένα σωρό επαίνους και πτυχία, μια καλή φάτσα, αλλά χωρίς κάπου να ακουμπήσει, χωρίς σαφή σχέδια για το μέλλον, με τα φτερά μεγαλόσχημων φιλοδοξιών κομμένα. Δεν επεδίωξα, ούτε έλαβα πρόσκληση για την συνέχεια της βραδιάς στο δωμάτιο της, με όσα αυτό θα συνεπαγόταν με μια γνώριμη αγκαλιά. Δεν ξέρω καν αν την επιδίωκα, παρά τους μήνες ερωτικής απραξίας. Την άφησα με ένα φιλί στην είσοδο του ξενοδοχείου και την υπόσχεση ότι θα κάναμε ότι μπορούσαμε να ξαναβρεθούμε σύντομα. Να υπενθυμίζουμε στους εαυτούς μας ότι είμαστε ακόμα νέοι, είχαμε πολύ δρόμο και πολλά σταυροδρόμια μπροστά. Θα μπορούσε βέβαια, εξίσου πιθανά, εκείνο το βράδι να σήμαινε το οριστικό και αμετάκλητο τέλος της σχέσης μας.

No comments:

Post a Comment