Friday, May 24, 2024

18 - Α 4-Ever :Ένα Βράδι στο Λονδίνο

Πέρασαν κι άλλα τρία ή τέσσερα χρόνια από τότε. Πως πέρασαν; Πως τα αφήσαμε και πέρασαν έτσι; Οι σποραδικές τηλεφωνικές επικοινωνίες με την Α το μόνο που πετύχαιναν ήταν να μετράνε ασυνείδητα τους μήνες, να κομπιάζουν στιγμιαία σαν τους δευτερολεπτοδείκτες του ρολογιού, να σημαίνουν ανάμεσά τους μερικά, ξεχασμένα με τον καιρό, ορόσημα· σε έναν χρόνο που είχε στο μεταξύ κυλήσει χωρίς γυρισμό, χωρίς να ρωτήσει, χωρίς εμείς να έχουμε κάνει κάτι για να τον μεγεθύνουμε, χωρίς έστω μια πρόχειρη σούμα και αποτίμηση του παρελθόντος και της μέχρι τότε ζωής, όπως το οφείλουμε στους εαυτούς μας. Το συμβόλαιο με το πανεπιστήμιο τελείωνε, αλλά οι δουλειές που κυνηγούσε ο Πατέρας σε κάθε γωνιά και άκρη της Ελλάδας για τον ποθητό (εκ μέρους του, κυρίως) επαναπατρισμό, αποκλειστικά κάτω από το μεγάλο πλατάνι του ελληνικού Δημόσιου (που αλλού;) -για το καλό και το «μέλλον» μου υποτίθεται, δεν με δελέαζαν στο ελάχιστο. Η Αγγλία και η κουλτούρα της παρέμεναν μετά από δύο χρόνια εν πολλοίς ανεξερεύνητες και εξακολουθούσαν να με γοητεύουν, ακόμα και μέσα από ασήμαντες και τετριμμένες καθημερινές δραστηριότητες και συναναστροφές. Αλλά η επαγγελματική μου καριέρα πλησίαζε ένα ακόμα κρίσιμο σταυροδρόμι. Η ανασφάλεια εντεινόταν, οι απογοητεύσεις από την αγορά εργασίας πολλές.

Πριν από τα Χριστούγεννα του 1992, είχαμε βρεθεί για πολλοστή φορά με τον φίλο τον Γιώργο και άλλους μεταπτυχιακούς φοιτητές της εκεί ελληνικής κοινότητας για μια έξοδο σε ένα από τα γερασμένα και κιτς εστιατόρια μεταναστών, το λεγόμενο «Athens». Για κάποιο αόριστο λόγο, νιώθαμε την ανάγκη να το τιμούμε περιστασιακά, χάριν γνωριμιών και σχετικά καλής κουζίνας, όχι πάντα της μουσικής, αλλά συχνά και υπό την πίεση του αφεντικού που ήθελε να μας μοστράρει στην εγγλέζικη πελατεία: το μαγαζί του, ανάμεσα στα άλλα ελληνικά και κυπριακά του Birmingham, στεκόταν ψηλά στις προτιμήσεις καθαρόαιμων Ελλήνων. Αυτοί θα ήξεραν κάτι τις περισσότερο από διασκέδαση και ελληνικό φαγητό, πέρα και υπεράνω της επιφανειακής τουριστικής εμπειρίας που φέρνει πολλούς Εγγλέζους σε τέτοια μαγαζιά. Εκεί, στο “Athens”, στην καθ’ οδόν ζωή, εμφανίστηκε ένας «μαύρος κύκνος», όπως λένε· συνέβη το αναπάντεχο γεγονός που μας στρίβει απότομα σε άλλους δρόμους από εκείνους που είχαμε μέχρι τότε χαράξει να διαβούμε. Γνώρισα μια νεαρή Αγγλίδα, την J, χωρισμένη μάνα δύο κοριτσιών, μάνα αργότερα και των δύο δικών μου αγοριών, που θα άλλαζε τον ρου και, έκτοτε, θα διαμόρφωνε την πορεία της ζωής προς απρόβλεπτες κατευθύνσεις. Τους ερχόμενους μήνες η απόφαση να μείνω, για το εγγύς και προβλέψιμο μέλλον τουλάχιστον, να ψάξω και βρω την τύχη μου στην Αγγλία οριστικοποιήθηκε. Θα γυρνούσα για ακόμη μια φορά την πλάτη μου στην Ελλάδα. Και μόνον κάτι εξαιρετικό, αδιευκρίνιστο, πλέον θα κλόνιζε εκείνη την απόφαση.

Έπιασα την πρώτη δουλειά που βρήκα, μετά από εντατική προσπάθεια ομολογουμένως και πολλές απογοητεύσεις: σε ένα άσημο εργοστάσιο στο Rochester. Μετά από ενάμιση χρόνο ανάμεσα σε εργάτες και μηχανικούς της εφαρμογής και παραγωγής στους οποίους μεταμορφωνόμουν μετά από χρόνια σε πανεπιστήμια, το φθινόπωρο του 1996, λίγο μέρες πριν τη γέννηση του πρώτου μου γιου, ανέβηκα ένα επαγγελματικό σκαλί: προσλήφθηκα στο κέντρο έρευνας μιας πολυεθνικής Reading, στον τεχνολογικό «διάδρομο» της Νότιας Αγγλίας, σε μιαν εποχή που η τεχνολογική επανάσταση στις κινητές επικοινωνίες και το ίντερνετ λάμβανε σάρκα και οστά -μακριά από την πρωτοβιομηχανική παρακμή του Birmingham ή το ξεζούμισμα στο οπορτουνιστικό εργοστάσιο του Rochester. Οι νέες τεχνολογίες απογειωνόταν, προσέλκυαν «ταλαντούχους» νέους μηχανικούς σαν και μένα στο επαγγελματικό ταξίδι που είχε ξεκινήσει και υποσχόταν πολλά: κέρδη για τους καπιταλιστές, υψηλές αμοιβές για τους εργαζόμενους, νέες γνώσεις, πνευματική προσπάθεια. Πιστός στη ματεριαλιστική ερμηνεία κοινωνικοοικονομικών φαινομένων και τις επιπτώσεις τέτοιων τεχνολογικών επαναστάσεων στην κοινωνία δεν μου έμενε παρά να «ακολουθήσω το ρεύμα» ή, καλύτερα, το χρήμα. Η οικονομική μου κατάσταση θα βελτιωνόταν ραγδαία.

Αγόρασα ένα διαμέρισμα κοντά στον τόπο της δουλειάς, μακριά από την J που ακόμα έμενε στο Birmingham. Σε εκείνο το διαμέρισμα, ένα ανοιξιάτικο βράδι του 1998, έλαβα ένα ακόμα απροσδόκητο τηλεφώνημα από την Α. Είχε, όπως και πριν το προηγούμενό μας ραντεβού, ανακαλύψει τα ίχνη μου μέσω του Πατέρα μου. Μου ανακοίνωσε ότι θα βρισκόταν στο Λονδίνο, για ένα από εκείνα το ιατρικά συνέδρια που περιοδικά σύχναζε, με την προσδοκία, ίσως και κρυφή λαχτάρα, ότι θα βρισκόμασταν. Η σχέση με τον «τύπο» είχε τερματιστεί μέσα σε ένα νέφος πίκρας και οργής: από απιστίες, από δανεικά και αγύριστα, από έλλειψη αμοιβαιότητας σε αισθήματα και ηθική στήριξη. Μια σχέση με τον Mathieu, ένα Γάλλο μποέμη τουρίστα, η οποία άνθισε μετά από ένα καλοκαίρι διακοπών στην Κρήτη, κρεμόταν από μια κλωστή. Μοιραία, η απόσταση και τα μεγάλα χρονικά μεταξύ συνευρέσεων αργά ή γρήγορα θα την έσπαζε.

Αποφασίσαμε με την Α, χωρίς δεύτερες σκέψεις, μάλλον με ενθουσιασμό και καρδιοχτύπι, να περάσουμε το Σαββατόβραδο μαζί στο Λονδίνο. Η κατασκευή ενός ψέματος που θα κάλυπτε την απουσία μου κατά το σαββατοκύριακο από το Birmingham και το σπίτι της J ήταν σχετικά εύκολη. Η χρήση των κινητών τηλεφώνων δεν ήταν ακόμα ευρεία για impromptu επικοινωνίες και ελέγχους των whereabouts του καθενός. Ζαλισμένοι από το κρασί στο τουριστικό Spaghetti Warehouse του Covent Garden και μερικά Jack Daniels στο μπαρ του ξενοδοχείου της Russel Square, μοιραστήκαμε το δωμάτιο και, ιδιαίτερα, το κρεβάτι σε αυτό μέχρι το επόμενο πρωί. Ο έρωτας ήταν συντονισμένος, σε στιγμές παθιασμένος και ωμός, χωρίς ταμπού, χωρίς δισταγμούς, σαν ανάμεσα σε δυο εραστές γνώριμους από καιρό και εξοικειωμένους. Ο καθένας μας ήξερε καλά τι ήθελε και πως θα ευχαριστούσε τον άλλον. Τον κυνηγήσαμε τον έρωτα και τον πιάσαμε, χωρίς συστολές, κατά και παρά φύσιν, στα ξέφραγα πεδία, που το ζαλισμένο από το αλκοόλ μυαλό δυο ανθρώπων που είχαν μαζί ανακαλύψει τον έρωτα, ανοίγει. Αν είχαμε αφήσει μεταξύ μας πρακτικές αδοκίμαστες και  φαντασιώσεις απραγματοποίητες από τον καιρό ως φοιτητές, εκείνο το βράδι, στο ξενοδοχείο του Λονδίνου, τέτοιοι κρυφοί πόθοι βγήκαν στην επιφάνεια.

Χωρίσαμε μετά το πρωϊνό, ευχαριστημένοι από την βραδιά και την παρέα του άλλου. Εγώ για να συνεχίσω με την καθημερινότητά μου στο Reading, η Α με την ξενάγηση της στο Λονδίνο και την επιστροφή της το ίδιο βράδι. Μέχρι την επόμενη φορά… Θα υπήρχε άραγε επόμενη φορά; Κατεβαίνοντας τα σκαλιά από το δωμάτιο του ξενοδοχείου μου έδωσε ένα δωράκι για τον γιο μου. Αναπάντεχη χειρονομία, με ξάφνιασε. Μετά σκέφτηκα ότι στην Ελλάδα τέτοιες χειρονομίες συνηθίζονται, αν όχι πάντα ανάμεσα σε δυο ουσιαστικά παράνομους εραστές, εκ των οποίων ο μεν έγινε, ενδεχομένως άθελά του, πατέρας, η δε ήγαν μια γυναίκα που πρόσφατα απελευθερώθηκε από τις αλυσίδες ενός άχαρου δεσμού και απολάμβανε, στο κατώφλι της ωριμότητά της, ξέγνοιαστα τον έρωτα. Ένα αίσθημα ενοχής απέναντι στη J και τον μικρό μου γιο για την ανειλικρινή απουσία που ένιωσα, αλλά ήταν ασήμαντο και παροδικό. Συμφωνούσαμε με την Α ότι το παρελθόν μας νομιμοποιεί τέτοιους είδους «παρανομίες» και συγχωράει (μέσα μας, τουλάχιστον) το στοιχείο της απιστίας σε αυτές. Στο Λονδίνο, η σχέση μου με την Α άλλαξε απόχρωση και οι ρόλοι μας μετασχηματίστηκαν -ξανά: η ουσία του έρωτα μας μεταμορφώθηκε για μια ακόμα φορά στα παραπάνω από τα δεκαπέντε χρόνια που μεσολάβησαν από το πρώτο μας φιλί. Το σημαντικότερο ήταν ότι αυτός ο έρωτας ζούσε ακόμα, έφεγγε λαμπρός στο λυκόφως των νιάτων. Αυτό ήταν ένα μικρό θαύμα στη ζωή μας.

No comments:

Post a Comment