Thursday, May 2, 2024

14 - A 4-Ever: Dolce Vita

Ερωτευτήκαμε.  Όπως, υποθέτω, δυο νέοι, συναισθηματικά άγουροι όσο και διψασμένοι για έρωτα και σεξ νέοι θα μπορούσαν να ερωτευτούν εκείνη την εποχή. Μετά από μια τραχεία περίοδο, ας πούμε, «σαρκικής προσαρμογής», με ξεσπάσματα απογοήτευσης έως και απελπισίας εκ μέρους της Α και μιας σχετικής κατανόησης και συμπαράστασης από μένα, τελικά ανακαλύψαμε μια σύνθεση, ίσως μοναδική στη διάρκεια της ύπαρξης μας, που θα μας συνέδεε όχι μόνα σε εκείνα τα άγουρα νεανικά χρόνια, αλλά και αργότερα σε αυτά της ακμής, μέχρι και πέρα από την ωριμότητα. Η σύνδεση εκείνη ήταν πρωταρχικά σεξουαλική, η έλξη σχεδόν αποκλειστικά σαρκική. Όπως λένε, ο τέντζερης κύλισε και βρήκε το καπάκι του. Η ζωή τις ώρες μαζί, οι συμπεριφορές κι ο νους μας μας περιστρεφόταν γύρω από τέτοιες επιθυμίες στο επίκεντρο. Στην αρχή γιατί ψαχνόμαστε και ανακαλύπταμε νέες αισθήσεις και την απόλαυσή τους· στη συνέχεια, έχοντας πλέον ανακαλύψει σε βάθος ο ένας τον άλλο μέσα από την αλληλουχία των πρώτων εμπειριών που μαζί αποκτούσαμε, επήρθε μια σχεδόν ιδανική σωματική αρμονία και μια σχετική συναισθηματική διαφάνεια.

Ο χρόνος που περάσαμε μαζί στο Πανεπιστήμιο δεν ήταν πολύς, κάτι που ίσως και να είχαμε υποσυνείδητα προϊδεάσει, και συνίστατο από στιγμές διάφορων εκδοχών της ερωτικής πράξης – όπου θεωρία και σκόρπιες φαντασιώσεις γίνονταν πράξη. Οι μέρες, απογέματα και βράδια, λοιπόν, περιστρεφόταν γύρω από αυτόν τον άξονα, αυθόρμητα, με συναίνεση και λαχτάρα· ερωτική σύμπνοια θα μπορούσε να την αποκαλέσει κάποιος. Και ως τέτοιες αποτυπώθηκαν εκείνες οι μέρες στη μνήμη. Έρως και πάθος, λοιπόν, όπου μπορούσαμε και σε κάθε ευκαιρία. Ένας σωρός από διακριτές ώρες και μέρες, γυμνές, υγρές, στιγμές ιδρώτα και αναστεναγμών. Στο σκοτάδι ή το ημίφως του δωματίου της Α, στο πάτωμα του δωματίου της συγκατοίκου της όταν αυτή έλειπε, στον καναπέ, μέχρι και στην κρεβατοκάμαρα των γονιών μου τη βδομάδα που απουσίασαν σε διακοπές, κλειδωμένοι στο δωμάτιο του ξενοδοχείου κατά την εκδρομή προς το τέλος του δεύτερου έτους. Η επιθυμία κι ο πόθος, η ηδονή και η απόλαυση κορυφώθηκαν στη χωρίς οίκτο ζέστη του ντάλα καλοκαιριού της Κρήτης, που έγινε ο de facto προορισμός διακοπών, δικών μου και φίλων-συντρόφων τα ερχόμενα δύο καλοκαίρια. Ήταν το bonus.

Η κοινωνία των Χανίων είναι μικρή και τότε ακόμα επαρχιακά συντηρητική. Όλοι λίγο πολύ γνωρίζονταν, τουλάχιστον φυσιογνωμικά μεταξύ τους, καθώς είχαν έναν ή περισσότερους κοινούς γνωστούς, αν όχι και συγγενής. Η ελευθερία της ανωνυμίας που απολαμβάνει κάποιος σε μια μεγαλούπολη όπως η Θεσσαλονίκη αναγκαστικά περιοριζόταν στις μέρες στα Χανιά. Το καθημερινό συναπάντημα γνωστών σε κάθε δρόμο και γωνιά, σε κάθε καφετέρια και εστιατόριο, σε κάθε παραλία, σε συνδυασμό με την παραδοσιακή ιδιοσυγκρασία και κουλτούρα των ντόπιων, μεσηλίκων και ηλικιωμένων, μοιραία έθετε φραγμούς στην έκφραση του νεαρού και αδέξιου έρωτά μας. Θα έθετε αν μη τι άλλο αδιάκριτα ερωτήματα και θα έδινε αφορμή σε ανεπιθύμητους ψιθύρους. Το διαπίστωσα με απότομα ειλικρινή τρόπο την ημέρα της πρώτης μου επίσκεψης μου -μεσοκαλόκαιρο του 1983: από την αυστηρή επίπληξη που μας απηύθυνε ο οδηγός του λεωφορείου που είχαμε πάρει από το λιμάνι της Σούδας για την πόλη, όταν μας είδε από το καθρεφτάκι να φιλιόμαστε σε ένα από τα πίσω καθίσματα: «Όχι αγκαλιές και φιλιά στο λεωφορείο μου!», φώναξε κοιτώντας με άγρια μέσα από τον καθρέφτη του. Η κατσάδα με συνέλαβε απροετοίμαστο να απαντήσω, και ντροπιάστηκα, παρόλο που το λεωφορείο ήταν άδειο από επιβάτες, χωρίς ακροατές-μάρτυρες της λεκτικής προσβολής. Κατέβασα το χέρι μου από τον ώμο της Α, κούρνιασα στη γωνιά κοντά στο παράθυρο, σε κάποια απόσταση από το κορμί, με βραχίονες διπλωμένους μπροστά από το στήθος, ενώ στο υπόλοιπο της διαδρομής ανταλλάσσαμε κλεφτά χαμόγελα με το ένα μάτι μου στον καθρέφτη, και το βλέμμα του οδηγού που καθρεφτιζόταν σε αυτόν να ρίχνει περιοδικές ματιές προς το μέρος μας. Το διαπίστωσα και στον πανικό που μας κυρίευσε, όταν στην παραλία της Αγίας Μαρίνας, στα κοινόχρηστα ντους βρήκα ξαφνικά τον εαυτό μου ανάμεσα στην Α και τον πατέρα της, ο οποίος, αν και δεν με γνώριζε, δεν θα έπρεπε επ’ ουδενί να σχημάτιζε την εντύπωση ότι η κόρη του συνδεόταν ερωτικά μαζί μου–και, εν προκειμένω, με οιονδήποτε άντρα. Η Α στη θέα του πατέρα της ξεγλίστρησε απαρατήρητη από τα ντους, ενώ εγώ ολοκλήρωσα το ξέπλυμα μου άβολα και βιαστικά.  

Αλλά ο έρωτας μας δεν διατηρήθηκε μόνον ατόφιος. Ενδυναμώθηκε κι έγινε πιο συναρπαστικός, ίσως και από αυτήν καθαυτή την ανησυχία και το φόβο που ενέπνεε το ασφυκτικό περιβάλλον της μικρής κοινωνίας και την αίσθηση, σε έναν βαθμό αδικαιολόγητη, από αδιάκριτα μάτια ντόπιων να παρακολουθούν κάθε κίνησή μας. Στο ασήμαντο, κλειστοφοβικό, μονόκλινο δωμάτιο, στο ισογείου ενός φτηνού ξενοδοχείου σε ένα σταυροδρόμι των Χανίων, καταφεύγαμε σχολαστικά και τα μάτια μας δεκατέσσερα, σαν κατατρεγμένοι από ματιές γνωστών και αγνώστων, με σχεδιασμό και προσπάθεια, ώστε να αποφεύγουμε την προσοχή του ιδιοκτήτη στο μικρό ξενοδοχείο του. «Είναι πάντα γλυκό το πιοτό της αμαρτίας…» Αλλά ο ξενοδόχος θα έβλεπε, θα άκουγε, θα καταλάβαινε. Οι γρίλιες των αμπαρωμένων παντζουριών ήταν ανήμπορες να μπλοκάρουν το φως του απογευματινού ήλιου που φώτιζε κάθε πτυχή δυο γυμνών ιδρωμένων κορμιών. Δεν υπήρχε καμιά ντροπή πλέον. Η απελευθέρωσή μας ήταν πλήρης. Και ακόμα εξερευνούσαμε, ανακαλύπταμε-διψασμένοι για νέα πράγματα, στάσεις, τεχνικές. Οι φωνές περαστικών, μοτοσυκλετών και αυτοκινήτων πίσω από την ανύπαρκτη ηχομόνωση των κλειστών παράθυρων γινόταν ένα με τους στεναγμούς της Α. Στο τέλος μια χαλάρωση ευφορίας, ανάσκελα στα καθιδρωμένα και λεκιασμένα ασπροσέντονα του στενού κρεβατιού. Υπνηλία με το νανούρισμα από την βοή των αυτοκινήτων έξω, πριν μας ξεσηκώσει η αγωνία της λαθραίας δραπέτευσης της Α από το δωμάτιο και το ξενοδοχείο χωρίς να γίνει αντιληπτή, και η ανάγκη ενός απογευματινού φραπέ στο λιμάνι.

Η εκδρομή μέσα από το καυτό φαράγγι της Σαμαριάς με την Α, τον Λ και ένα τσούρμο φίλων Κρητικών κατέληξε στην παραλία της Αγίας Ρούμελης και τα ανυπόφορα παγωμένα και βαθιά και άγρια νερά του Λιβυκού πελάγους. Έβρεξα τα πόδια μου μπροστά από τον γκρεμό του πυθμένα δυο βήματα από την ακροθαλασσιά. Την άσκοπη κουβεντούλα με την παρέα στο μοναχικό καφενείο του χωριού και του μονώροφου ξενώνα στη δυτική άκρη της παραλίας, που κράτησε όλο το σούρουπο και μέχρι αργά τη νύχτα, την παρακολούθησα αμίλητος καθισμένος δίπλα στην Α, με πολλές μπύρες και ό,τι φαγητό μπορούσε να προσφέρει το μαγαζί. Είμασταν το μόνο ζευγάρι στην παρέα. Ένιωσα το mojo του γυναικοκατακτητή να παλεύει με την αμηχανία της μειονεξίας ανάμεσα στους ωραίους κρητικούς λεβέντες που με περιτριγύριζαν. Η συντροφιά σκόρπισε και αποσυρθήκαμε οι δυο μας λίγο πιο πέρα, στις παρυφές της παρέας και της παραλίας, κρυμμένοι πίσω και κάτω από κάτι βράχια, αψηφώντας τον κίνδυνο σκορπιών και καβουριών· αγνοώντας ενδεχόμενα πονηρά σχόλια· απολαμβάνοντας τη γλυκιά ψύχρα του βραδινού που απόπνεε το στερέωμα και η αύρα από το νότο· κάτω από τα άστρα που άστραφταν στον μαύρο ουρανό, την πλαγιά με τα βράχια σαν θεριό πίσω μας, τη μελανιασμένη θάλασσα μπροστά μας εξίσου φοβερή. Το άκουσμα του ρυθμικού αχού των κυμάτων όμως απάλυνε τις ψυχές μας. Αγκαλιαστήκαμε κι ερωτευτήκαμε, κουκουλωμένοι στο sleeping-bag. Η κούραση των χιλιομέτρων της διαδρομής μέσα από το καυτό φαράγγι είχε ξεχαστεί. Ζήσαμε λίγα λεπτά σε έναν επίγειο παράδεισο.

Τα επόμενο πρωϊνό με τα λίγα μπαγάζια πήραμε το καραβάκι για το Λουτρό. Η βλάστηση από διάσπαρτους θάμνους στις πλαγιές του Ομαλού και των Λευκών Ορέων, γίνονταν αραιότερη όσο πλέαμε προς την κατεύθυνση των Σφακίων. Σε λίγο το βουνό θα μας ατένιζε ολόγυμνο στην ξεραΐλα του: κρανίου τόποι, μεγεθυμένοι Γολγοθάδες χωρίς σταυρούς μαρτυρίου. Βλέποντας τις κολώνες της ΔΕΗ στην κορυφογραμμή, μακριά από τις απότομες πλαγιές που έβρεχε το πέλαγος αναρωτήθηκα για την προσπάθεια που αναλώθηκε να τις ανεβάσουν και στήσουν εκεί πάνω. Ένα μονοπάτι έκοβε την πλαγιά στα δύο. Αξιοθαύμαστοι οι εργάτες που έστησαν τις κολώνες σε κείνα τα μέρη, αξιοθαύμαστοι και οι τουρίστες που αντί για το βαποράκι έπαιρναν πεζοπόροι εκείνο το μονοπάτι από το φαράγγι και την Αγία Ρούμελη ίσαμε το Λουτρό για ώρες στο λιοπύρι. Η μόνη διαφορά: οι μεν πληρώθηκαν για να κάνουν κάτι που πιθανόν να μην τους ευχαριστούσε, οι δε πλήρωναν για να περπατήσουν ένα τραχύ μονοπάτι, και υποστούν τις κακουχίες του κάτω από έναν εγκληματία ήλιο, μόνον για να ξαγναντεύσουν το μοναδικό μπλε του πελάγους που απλωνόταν κάτω από τα πόδια τους και να βυθιστούν στα κρυσταλλένια νερά του στο τέλος του μονοπατιού.

Στο Λουτρό, μετά το μεσημεριανό στην ταβέρνα, που την μικρή αυλή της και το μοναδικό δέντρο στη μέση τα χώριζε, από το διάφανα μέχρι τον βαθύ πυθμένα νερά του Λουτρού, ένα στενό κράσπεδο. Αυτό χρησίμευε ως εφαλτήριο για βουτιές. Κάθισα στην άκρη του τραπεζιού με την Α και παρακολουθούσαμε τολμηρούς και γενναίους Κρητικούς να βουτάνε στα παγωμένα νερά χωρίς ενδοιασμούς και φόβους. Υπήρχαν και δυο Σφακιανοί ανάμεσα τους που ξεχώριζαν για το ξανθό μαλλί και τα πράσινα μάτια, ο ένας για το αρρενωπό μουστάκι παρά το νεαρό της ηλικίας. Σκέφτηκα ότι θα υπήρχε κάποιο άγραφος κώδικας, κάποιο πρωτόκολλο επίδειξης θάρρους και γενναιότητας που παρακινούσε εκείνους τους Κρητικούς να αψηφήσουν τα παγωμένα νερά. Ένιωσα λιγότερο άντρας ανάμεσά τους, παρέμεινα σιωπηλός δίπλα στην Α μου, εντυπωσιασμένος από την τόλμη και ανδρεία τους που (κρίμα!) δεν είχα κληρονομήσει ή καλλιεργήσει. Η θύμηση των αυστηρών συμβουλών της Μάνας στο παιδί, να αποφεύγω το κολύμπι στη θάλασσα για δυο τουλάχιστον ώρες μετά το φαγητό, με συμβίβαζε. Περιορίστηκα στο να δροσίσω τα πόδια μου στη μικρή, βοτσαλένια παραλία στην άκρη του χωριού. Τα περί «λεβεντογέννας» Κρήτης είχαν αποκτήσει στην συνείδηση μου μια εμπειρική βάση.  

Μερικοί, μετά το κολύμπι και το στέγνωμα κάτω από τον ήλιο, πείραζαν τον χοντρό Σ γεμίζοντας βότσαλα το φαρδύ μαγιό του, μέχρι που αυτός εκνευρίστηκε, τους εγκατέλειψε θυμωμένος στα παιδαριώδη καμώματά τους, και επέστρεψε στην ταβέρνα, να περιμένει το καραβάκι. Πήρα την Α από το χέρι, ελπίζοντας ότι είμασταν απαρατήρητοι από την παρέα, και σκαρφαλώσαμε το στενό μονοπάτι πάνω από την μικρή παραλία και πέρα από μετρημένα σπίτια του μικρού οικισμού –τα πιο πολλά κλειδαμπαρωμένα. Πέρα από την κρητική παρέα, το γέρικο αντρόγυνο που δούλευε την ταβέρνα, τους περαστικούς περιπατητές, που μετά από ξαπόσταμα μερικών λεπτών συνέχιζαν τον ποδαρόδρομο για τα Σφακιά, δεν υπήρχε ψυχή στο ασήμαντο εκείνο χωριουδάκι. Το μονοπάτι μας οδήγησε σε άνοιγμα κατάξερο από τον ήλιο. Ο τόπος μύριζε θυμάρι και ρίγανη. Ένας μισογκρεμισμένος πέτρινος φράχτης στο χείλος του γκρεμού που έπεφτε στη θάλασσα έκρυβε τα σπίτια του Λουτρού, τη μικρή βοτσαλένια παραλία και κάθε ανθρώπινη ψυχή. Μόνον το πέλαγος που χανόνταν στον ορίζοντά του φαινόταν από εκείνο το αλώνι. Μια απόλυτη σιωπή μας έζωσε. Δεν ακουγόταν τίποτε, μόνο το σύρσιμο των σαγιονάρων μας στο σκληρό χώμα, το περαστικό βούισμα από κάποιο ζουζούνι, το λαχάνιασμα από την ανηφοριά. Ο αέρας της ατμόσφαιρας, η γαληνεμένη θάλασσα που οι αντικατοπτρισμοί της στα κοιτάγματά της μας τύφλωναν, ο ήλιος να μας βαράει αμείλικτος από ψηλά–ντάλα μεσημέρι στο νότιο τέλος της Ελλάδας: ο κόσμος είχε ακινητοποιηθεί μέσα σε άπλετο φως και άπειρη γαλήνη. Είναι πάντα γλυκιά η ζάλη από τις μπύρες του μεσημεριού σε αφυδατωμένα σώματα, θα ήταν τότε και το φως και η ζέστη του μεσημεριού, θα ήταν η μοναχικότητα του στείρου και άγονου τοπίου, θα ήταν ο ιδρώτας στα μισόγυμνα κορμιά μας, που φούντωσαν ακαριαία τον πόθο και τη λαχτάρα για τον σύντροφο. Φιληθήκαμε πίσω από ένα ερειπωμένο πέτρινο φράκτη σε μια στροφή του μονοπατιού.

Στη μέση του ξέφωτου αλωνιού, του ψημένου από τον ήλιο, σε μια πλατιά πέτρα κάτω από τη σκιά μιας καχεκτικής, γερασμένης και ξεχασμένης συκιάς, χωρίς κουβέντες, χωρίς δισταγμούς και ντροπαλοσύνη, χωρίς να περάσει από το μυαλό μας η μη αμελητέα πιθανότητα ενός περαστικού να προβάλλει αναπάντεχα από την στροφή του μονοπατιού που κατηφόριζε αθέατο κάτω από το ίσιωμα, ξάπλωσα την Α στην πέτρα, με το ολόσωμο μαγιό της μαζεμένο γύρω από τη μέση. Σε εκείνη την πέτρα, εκείνου του καυτού μεσημεριού, κορυφώθηκε ο κρητικός έρωτάς μας. Γυρίσαμε στην παρέα με τη γλυκιά κούραση και γαλήνη δύο ερωτευμένων που ικανοποίησαν έναν ακόμα διακαή πόθο. Το αν κάποιοι είχαν υποψιαστεί τον λόγο της λιγόλεπτης απουσίας μας, το αν κάποιοι αντάλλαξαν ματιές με νόημα ή πονηρό χαμόγελο ή ανασηκωμένα φρύδια, ούτε καν πέρασε από το μυαλό μου. Μου ήταν αδιάφορο στη θάλασσα της ευφορίας που βρισκόμουν. Είχα κατακτήσει μιαν ακόμη κορυφή ευτυχίας με την Α. Από κείνο το μεσημέρι του παροξυσμού θα άρχιζε, ανεπαίσθητα στην αρχή, πιο αισθητά με το πέρασμα των ημερών και των μηνών, μια συναισθηματική ύφεση. Η  βαριεστημάρα αναπόφευκτα γεμίζει ζωντανές ψυχές που ήθελαν, πριν από όλα, και βιάζονταν να ζήσουν την ένταση των νιάτων τους, χωρίς δεσμεύσεις για το μέλλον, μέχρι να πέσει αυλαία του αυτοσχέδιου έργου που έπαιξαν μαζί. Δεν θα σημάνει, όμως, όπως απέδειξε η μετέπειτα ζωή, και το οριστικό τέλος.

Το ίδιο απόγευμα το καραβάκι μας έφερε από το Λουτρό στα Σφακιά όπου θα παίρναμε το ΚΤΕΛ που θα μας έφερνε πίσω στα Χανιά. Είχα ακούσει από την Α για τη διαδρομή: μια στενή λωρίδα ασφάλτου να στριφογυρίζει ανάμεσα σε βράχους και τα χείλη των γκρεμών, πάνω από τις απύθμενες χαράδρες και φαράγγια του Ομαλού· για την άσχημη κατάσταση του οδοστρώματος, το bravado των ντόπιων οδηγών. Ανέβηκα στο λεωφορείο ως μελλοθάνατος, σέρνοντας τη δειλία και τις φοβίες μου. Για τα προσχήματα, και για να μην δώσω υποψίες των ανησυχιών που με είχαν κυριεύσει, φόρεσα βεβιασμένα, τεχνητά, δήθεν ανέμελα χαμόγελα, και κουβέντιαζα χωρίς να σκέφτομαι ότι μου ερχόταν στο μυαλό, περί ανέμων και υδάτων, με την Α στο πλάι μου. Ο Κρητικός λεβέντης οδηγός είχε το παχύ, αγέρωχο, σταλινικό μουστάκι, από αυτά που νομίζεις ότι κρύβουν ένα μόνιμο ειρωνικό χαμόγελο πίσω από την αγριάδα τους, και το δασύτριχο στήθος πίσω από το ξεκούμπωτο μέχρι τον ομφαλό μαύρο πουκάμισο -σήματα κατατεθέντα και αδιάψευστα Σφακιανών. Το ένα χέρι ακουμπούσε αμέριμνα στο τιμόνι, ενώ το άλλο, που κρατούσε μόνιμα ένα τσιγάρο ανάμεσα στα δάκτυλα, όταν δεν χρειαζόταν να αλλάξει ταχύτητες το ξεκούραζε στο δεξί του γόνατο. Κοιτούσε με κάποια φυσική βλοσυρότητα στα μάτια τους άρρενες επιβάτες καθώς ανέβαιναν στο λεωφορείο του. Ενώ τα λίγα βορειοευρωπαϊκά θηλυκά τα περιεργαζόταν  αδιάκριτα από την κορυφή έως τα νύχια, και αφού χαμογελαστά περνούσαν από μπροστά του έστριβε κεφάλι και βλέμμα για να παρατηρήσει το πίσω του κορμιού τους σε όλη τη διαδρομή μέχρι τα πίσω καθίσματα της γαλαρίας. Επέλεξα μια θέση δίπλα σε ένα από τα αριστερά παράθυρα όχι πολύ πίσω από τον οδηγό, έχοντας συνυπολογίσει διάφορους παράγοντες: την πλευρά του παράθυρου με βάση την πρόχειρη γνώση της γεωγραφίας και του προσανατολισμού της διαδρομής, ώστε αυτό να βλέπει προς την πλαγιά του βουνού και όχι του κενού που θα έχασκε πέρα από την άλλη μεριά· να είχα πλήρη εικόνα των κινήσεων και αντιδράσεων του οδηγού, με την ελπίδα ότι θα μου μετέδιδαν ένα μέρος της αυτοπεποίθησης, αν όχι και του θάρρους του· να βρισκόμουν μακριά από χαριεντισμούς των νεαρών ανέμελων τουριστών στα πίσω καθίσματα, που θεωρούσα ότι δεν είχαν επίγνωση της κατάστασης και χλεύαζαν τις οποιεσδήποτε ανησυχίες και αγωνίες των συνεπιβατών τους. Στο κάτω-κάτω της γραφής, τέτοιοι προ-υπολογισμοί μου αποδεικνύονται επί το πλείστον λανθασμένοι, αλλά αρκούν για να καλμάρουν μερικώς τα τεντωμένα νεύρα. Η αποτυχία τέτοιου είδους ψυχολογικών προετοιμασιών είναι δυστυχώς ένας κανόνας δίχως πολλές εξαιρέσεις, ενώ οι πιο δυσοίωνες εικασίες και σενάρια από τους κινδύνους του εγχειρήματος και ο συνάδων φόβος βασιλεύουν στις σκέψεις και την ψυχή δειλών ανθρώπων σαν κι εμένα. Επιστράτευσα το ταλέντο μου να προσποιούμε την αμεριμνησία στην επιφάνεια μιας φουρτουνιασμένης από την αγωνία ψυχής. Η τελευταία εικόνα μου από τα Σφακιά και την πλατεία τους, πριν βυθιστώ για τις δύο ώρες του ταξιδιού μου σε ευφάνταστους συλλογισμούς και μιαν σιωπηρή αγωνία, ήταν του γέρου κρητικού που μας κοίταζε από το τραπεζάκι του καφενείου απέναντι, με τα χέρια του ακουμπισμένα σε ένα μπαστούνι, με το στριφτό άσπρο μουστάκι, στο μαύρο πουκάμισο, τη βράκα μαζεμένη μέσα σε ψηλές μπότες, το σαράκι γύρω από μαλλιά, η χαρακτηριστική φυσιογνωμία που φιγουράρει σε carte postale και τουριστικούς οδηγούς της Κρήτης. Άλλος κόσμος, άλλης εποχής από τους δικούς μου, σκέφτηκα, που θα χαθεί μαζί με τον παππού σε λίγο καιρό.

Η διαδρομή αποδείχτηκε αντάξια της περιγραφής που μου είχε δώσει η Α. Θυμήθηκα τη Μάνα και τις διηγήσεις των ανεξίτηλων εντυπώσεών της από παρόμοια διαδρομή με λεωφορείο εποχής για τα Γιάννενα, μέσα από το πέρασμα της Κατάρας. Ήμουν πολύ μικρός για να τις θυμάμαι και δεν είχα τότε συναίσθηση των κινδύνων, ούτε μέτρο σύγκρισης, αλλά ο δρόμος που τραβήξαμε με το λεωφορείο από το Σφακιά δεν είχε προηγούμενο στη ζωή μου. Πιθανόν να μην έχει κι επόμενο. Η πλευρά του λεωφορείου που καθόμουν σχεδόν έξυνε τα σμιλευμένα βράχια, η απέναντι πλευρά βαστιόταν από την άκρη του δρόμου λίγα βήματα από τον γκρεμό. Σε κάθε απότομη στροφή, που το πλησίασμά της αναγγελλόταν από το προληπτικό κορνάρισμα του οδηγού, φαινόταν σαν να τέλειωνε ο δρόμος, και μπροστά και δίπλα μου να χάσκει το κενό. Κρατούσα το λουρί της θέσης μπροστά μου και περιμένοντας το ατύχημα, το γλίστρημα, την στιγμή που θα έχανε τα τελευταία ίχνη αυτοσυγκέντρωσης ο οδηγός και θα γκρεμιζόμασταν σε κάποιον βάραθρο χωρίς ελπίδα σωτηρίας. Ο οδηγός, προφανώς λόγω της εμπειρίας του με εκείνο τον τόπο και εκείνη την διαδρομή, εκδήλωνε σημάδια υπερβολικής αυτοπεποίθησης. Κάπνιζε μανιωδώς, και σε καθόλη σχεδόν τη διάρκεια του ταξιδιού. Στις μικρές ευθείες ανάμεσα σε τυφλές απότομες στροφές, στα μικρά διαστήματα του δρόμου όπου υπήρχε κάποια στοιχειώδης εικόνα του τι θα συναντούσαμε μπροστά μας, έριχνε το ένα χέρι αδιάφορα δίπλα στο μοχλό ταχυτήτων, και συνέχιζε το κάπνισμα και την κουβέντα με τον εισπράκτορα, εξίσου ψύχραιμο, δίπλα του, με πλήρεις στροφές του κεφαλιού, προς αυτόν είτε όταν ήθελε να πει, είτε για να ακούσει κάτι. Τέτοιου είδους υπερβολική αυτοπεποίθηση, πίστευα, είναι συχνά προοίμιο ατυχημάτων που εν τέλει καταλογίζονται στο περίφημο «ανθρώπινο λάθος». Η αίσθηση ότι η τύχη μου πάνω σε εκείνα τα βουνά, το ότι η επιβίωσή μου βρισκόταν εκτός του ατομικού μου ελέγχου, στα χέρια ενός αγνώστου οδηγού και ενός, ίσως, εξίσου ανόητου και επιπόλαιου συνομιλητή, ενέτεινε την ανησυχία, τον φόβο και την ανασφάλεια.

Σε μιαν απότομη στροφή ο οδηγός φρενάρισε απότομα το λεωφορείο, κάτω από τη σκιά του βράχου που υψωνόταν σχεδόν κατακόρυφος δίπλα μας, έξω από τα παράθυρό μου. Από τη θέση μου μέσα από το παρμπρίζ δεν φαινόταν παρά η γυμνή, ηλιόλουστη κορυφογραμμή ενός δίδυμου βουνού, πιο πέρα από το βουνό που το πέρασμά του διαπραγματευόμασταν. Το λεωφορείο θα είχε σταματήσει λίγο από την άκρη του δρόμου, το χείλος του γκρεμού και το βάραθρο. Μου το επιβεβαίωσαν το ανήσυχα βλέμματα τα στραμμένα πέρα και κάτω από τα παράθυρα των επιβατών που καθόταν στην αριστερή σειρά των καθισμάτων. Και ένα τσίριγμα από τη γαλαρία του λεωφορείου, την οξεία, αντανακλαστική κραυγή που βγάζουν οι γυναίκες σε στιγμές τρόμου ή πανικού. Κράτησα το χερούλι της θέσης μπροστά μου ακόμα σφιχτότερα, γόγγυξα σιωπηλά, πιστός στην ιδιοσυγκρασία μου να καταπιέζω αποτελεσματικά συναισθήματα και τις εκδηλώσεις τους, συμπεριλαμβανομένου και του φόβου σε οποιαδήποτε κλίμακα και αυτός να παρουσιάζεται. Σε τέτοιες και παρόμοιες περιστάσεις, χωρίς τόπο και χρόνο για σύνθετες ψυχαναλύσεις, έδινα την εντύπωση ψύχραιμου και θαρραλέου ανθρώπου, επιφανειακά τουλάχιστον. Αυτό είναι άλλωστε που έχει σημασία σε κοινές, καθημερινές συναναστροφές με ανθρώπους του ευρύτερου περιβάλλοντος, όταν και οι ίδιοι, αν και επηρεάζονται ανάλογα συναισθηματικά, εξωτερικεύουν σε μεγαλύτερο βαθμό τέτοιας λογής συναισθήματα. Ο φόβος κατά τον Heidegger, όντας ένας από τους αρχέγονους τρόπους συντονισμού προς τον περιβάλλοντα κόσμο, ενώπιον των γεγονότων που τον προκαλούν, είναι αναπόσπαστο χαρακτηριστικό της ανθρώπινης φύσης. Κυριεύει, σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό, την ψυχή όλων μας. Οι συνεπακόλουθες εκδηλώσεις αυτού του αισθήματος φόβου, μέσα από την αντίληψη του αντικειμένου ή των γεγονότων που τον προκαλούν, και οι ατομικές αντιδράσεις στα ερεθίσματα που τον διεγείρουν, διαφέρουν από άνθρωπο σε άνθρωπο.  Ήμουν λοιπόν βέβαιος και αντλούσα κουράγιο από το γεγονός ότι άπαντες, συμπεριλαμβανομένου και του οδηγού, καταβλήθηκαν από κάποια δόση φόβου εκείνες τις στιγμές του κινδύνου. Ίσως, σε τελική ανάλυση να μην ήμουν τόσο δειλός όσο με θεωρούσα. Στιγμιότυπα ζωής, σαν και αυτό στα κατσάβραχα της νότιας Κρήτης, βοηθούν να κατανοήσουμε βαθύτερα την ανθρώπινη φύση και κατ’ επέκταση τον εαυτό μας. Σημαντικό για τη συνέχεια της ύπαρξης στον κόσμο.  

Ο οδηγός σταμάτησε το λεωφορείο γιατί, όπως είχαμε υποψιαστεί, ένα αυτοκίνητο που έπαιρνε την ίδια στροφή βρέθηκε ξαφνικά από την αντίθετη κατεύθυνση μπροστά στο λεωφορείο. Μετά από το επίμονο κορνάρισμα του οδηγού, που πρόδιδε, αν όχι έλλειψη ψυχραιμίας, τουλάχιστον εκνευρισμό, αυτός έσβησε τη μηχανή και ακινητοποίησε (υποθέτω ασφαλώς) το λεωφορείο που λίγο πολύ καταλάμβανε όλο το εύρος του οδοστρώματος και μπλόκαρε τη στροφή και μαζί οποιαδήποτε δυνατότητα διεξόδου στην επερχόμενη από την αντίθετη κατεύθυνση κίνηση. Με τον εισπράκτορα συνοδεία κατέβηκε να αντιμετωπίσει τον ομόλογό του, του ιδιωτικής χρήσεως αυτοκινήτου. Μια σύντομη αψιμαχία, για το ποιος φταίει που μας έφερε την ψυχή στο στόμα, επακολούθησε. Τελικά επικράτησε ο κοινός νους. Με τη βοήθεια του οδηγού και του εισπράκτορα, την κατανόηση και συγκατάβαση του οδηγού του ΙΧ, και αρκετή καθοδηγητική προσπάθεια από τα εμπλεκόμενα μέρη, το ΙΧ οπισθοχώρησε σε μια μικρή εσοχή του οδοστρώματος στο βράχο. Το λεωφορεία με τις ρόδες του να ξύνουν το χείλος του γκρεμού, προσπέρασε το σταματημένο ΙΧ, γερμένο σε ένα αυλάκι ανάμεσα στο βράχο και το οδόστρωμα. Ο οδηγός ύψωσε το δεξί του χέρι, είτε σαν αποχαιρετιστήρια χειρονομία προς τον ΙΧ, είτε σαν ένδειξη επιτυχούς ολοκλήρωσης ενός επίπονου εγχειρήματος, σα να χαιρέτιζε το επιβατικό κοινό πίσω του: alls well that ends well.

 Συνεχίσαμε την καθοδική πορεία από τις κορυφές του Ομαλού προς τα Χανιά. Η ανακούφιση ήταν εμφανής, στον εαυτό και στους συνεπιβάτες μου. Και κάποια χαλάρωση τελικά επήλθε μέσα στην αποπνικτική ζέστη στο εσωτερικό του λεωφορείου, τον ιδρώτα που κάλυπτε πρόσωπα και κορμιά, μετά την ολιγόλεπτη, απροσδόκητη στάση πανικού. Κλιματισμός δεν υπήρχε και η λιγοστή δροσιά που εισέβαλλε από τα ανοικτά παράθυρα ήταν δυνατή μόνον εφόσον το λεωφορείο αποκτούσε κάποια ταχύτητα και, συνάμα, βρισκόταν στη σκιά των βουνών γύρω του. Ακούμπησα το χέρι μου στον αριστερό γλουτό της Α που φορούσε ένα από εκείνα τα καλοκαιρινά, λουλουδάτα φορέματα που μου άρεσαν. Έβαλε την υγρή από ιδρώτα παλάμη της πάνω από τη δικιά μου για λίγα δευτερόλεπτα. Το μεσογειακό δέρμα της είχε σκουράνει από τον ήλιο, πολύ περισσότερο από το δικό μου, που κάτω από το βραχίονα ήταν ακόμα καστανοκόκκινο.

Κατηφορίζαμε τον Ομαλό με άνεση, χωρίς αγκομαχητά ανθρώπων και μηχανής, και λιγότερο βασανιστικούς ρυθμούς πλέον. Οι στροφές λιγόστευαν, ο δρόμος γινόταν πιο διαπραγματεύσιμος, κάποια βλάστηση άρχισε να εμφανίζεται. Το χειρότερο κομμάτι της διαδρομής και τις ανησυχίες που μας προκάλεσε τα αφήσαμε για τα καλά πίσω μας. Μέσα από ένα άνοιγμα ανάμεσα σε δυο βουνά, στο βάθος μιας μικρής κοιλάδας που την διέσχιζε ένας ξεραμένος χείμαρρος φάνηκαν τα σπίτια των Χανίων, να λάμπουν κάτω από τις ακτίνες του ήλιου στο φαντασμαγορικό ηλιοβασίλεμά του. Πιο πέρα ξεχώριζαν μερικά κομμάτια από το βενετσιάνικο λιμανάκι και το Αιγαίο. Είχε αρχίσει να δροσίζει στην πλατεϊτσα, που σε μιαν άκρη της μας άφησε το λεωφορείο, και τραβήξαμε κουρασμένοι -εγώ για το δωμάτιο μου, η Α και οι υπόλοιποι της παρέας για τα σπίτια τους. Βρεθήκαμε αργότερα για καρμπονάρα στου Ταρτούφου. Ήταν το τελευταίο βράδυ της πρώτης και αξέχαστης επίσκεψης στην Κρήτη.

Χωρίσαμε σχετικά νωρίς, κουρασμένοι, παραφουσκωμένοι από ζυμαρικά και μπύρες, ζαλισμένοι από την επίδραση του αλκοόλ στους αφυδατωμένους οργανισμούς. Άβγαλτος και άπειρος νέος ήμουν και θα περνούσε καιρός πριν καταλάβω ότι η μπύρα κατά κανόνα δεν συνοδεύει ζυμαρικά, αλλά ο πειρασμός και των δύο στοιχείων εκείνη την περίοδο στο τέλος μιας κουραστικής μέρας αποδείχθηκε και πάλι ακατανίκητος. Όπως, παρεμπιπτόντως, κατανόησα αργότερα στην ζωή ότι η απόλαυση και η γοητεία του κρασιού για να συναρπάσει κάποιον απαιτούσε ωριμότητα, γνώση, εκλέπτυνση των αισθητήρων της γεύσης και της οσμής.

Το επόμενο πρωινό η Α με συνόδευσε στο ταξί για το λιμάνι της Σούδας. Καθίσαμε γαλήνιοι, αμίλητοι, κοιτώντας αφηρημένοι μπροστά μας, με το κρυφό χαμόγελο ευτυχίας δύο ανθρώπων, που ήταν σχεδόν κορεσμένοι από την ευχαρίστηση που πρόσφεραν ο ένας τον άλλον στις πρώτες τους ερωτικές καλοκαιρινές διακοπές. Στο καφενείο του λιμανιού, μετά τον φραπέ, η Α διαμαρτυρήθηκε με δυσανάλογη για το περιστατικό ένταση στον καφετζή, για κάποιον τετριμμένο λόγο. Ποτέ δεν διαμαρτυρόμουν σε τέτοιες περιστάσεις, συνήθως λόγω εγγενούς έλλειψης θάρρους ή από ευγένεια, και αισθάνθηκα μια μικρή δυσφορία. Δεν ήταν τίποτε. Διαφορετικοί χαρακτήρες, σκέφτηκα, και την πήρα από το χέρι να φύγουμε. Φιληθήκαμε γελαστοί, στα πεταχτά, ανάμεσα στο πλήθος και τα αυτοκίνητα που έμπαιναν στο καράβι. Από το πάνω κατάστρωμα τη διέκρινα μέσα στο άσπρο της φόρεμα, ανάμεσα στον κόσμο που κατευόδωναν τους ταξιδιώτες. Σήκωσα και κυμάτισα αποχαιρετιστήρια το χέρι μου. Με εντόπισε ανάμεσα στους επιβάτες του κρεμασμένους από την κουπαστή και μου έστειλε ένα αέρινο φιλί. Ξέραμε και οι δυο ότι θα βλεπόμαστε ξανά σύντομα –με την αρχή της νέας ακαδημαϊκής χρονιάς, θα πλαγιάζαμε ξανά σύντομα δίπλα στο κρεβάτι του διαμερίσματος της Καμάρας. Ένιωσα ένα μικρό, αλλά πρωτόγνωρο βάρος στην καρδιά και βούρκωσα από έναν αποχαιρετισμό, όσο παροδικός και να ήταν αυτός. Από οποιαδήποτε όμως πλευρά και να το κοίταζα, ο αποχαιρετισμός εκείνος, όπως και κάθε αποχαιρετισμός, παρουσιαζόταν σαν ένα αμετάκλητο γύρισμα σελίδας στη ζωή, το τέλος ενός καιρού χωρίς πιθανότητα επανάληψης. Πολλές σελίδες θα γύριζα από τότε, πολλά κεφάλαια της ζωής θα έφταναν στο τέλος τους, πολλών αποχαιρετισμών θα ερχόμουν αντίκρυ με τον μικρό ή μεγάλο πόνο τους, από το ίδιο βαρύ συναίσθημα που γεννιέται μέσα από τα ψυχικά κενά στο τέλος μια κατάστασης και ιστορίας. Όπως όταν τελειώνω το διάβασμα ενός βιβλίου ή στο φινάλε μιας ταινίας. Είναι, απλά, το πέρασμα του χρόνου, που χάνεται πίσω μας αμετάκλητο για πάντα, και αποκρυσταλλώνεται στη μνήμη μας ως παρελθόν για να μας θυμίζει κάθε φορά την πεπερασμένη μας ύπαρξη στον κόσμο.  

No comments:

Post a Comment