Την επόμενη μέρα την πέρασα ονειροπολώντας, αραγμένος στον καναπέ με το βλέμμα καρφωμένο στο ταβάνι, χωρίς πλήρη αίσθηση του περιβάλλοντος χώρου και όποιων κινήσεων σε αυτό. Παρά τη δικαιολογημένη υπερένταση που τροφοδοτούνταν από το μίγμα εικόνων, λόγων, ακουσμάτων και σκέψεων από την προηγουμένη νύχτα και την προσδοκία και λαχτάρα της ερχόμενης, παρά την ονειροπόληση, κατάφερα και ξεκουράστηκα το απόγευμα και αποτίναξα τα υπολειπόμενα συμπτώματα του hangover. Kαι στην προκαθορισμένη ώρα, με ακρίβεια μερικών λεπτών χτύπησα, για τρίτη φορά σε μια βδομάδα, το θυροτηλέφωνο της πολυκατοικίας της Αγαπηνού. Μόνος και αυτοδύναμος· ο αμοιβαίος φίλος Λ είχε εκπληρώσει στο ακέραιο τον ρόλο του στο ταίριασμα. Η αδιάκοπη ονειροπόληση πλαισιωμένη από φαντασιώσεις, αθώες και πονηρές, οδηγούσαν σε ολισθήματα αφηρημάδας ή αμήχανα και ανόητα σχόλια. Μια φαινομενική και προσωρινή διάσταση από το αντικείμενο του έρωτά μου, μετά από τις υπέρ του δέοντος οικειότητες της προηγούμενης βραδιά (και μάλιστα στη θέα γνωστών και αγνώστων στο πάρτι του Λ!), διακόπτονταν από κοινοτοπίες και διάφορες τετριμμένες ερωτήσεις της Α, εν ολίγοις αυτό που οι Αγγλοσάξονες αποκαλούν small chat. Ως εσωστρεφής, τέτοια λόγια χωρίς σημασία και βαρύτητα τα απεχθάνομαι, αλλά η γλυκύτητα της ομιλίας της Α, της προφοράς και της φωνής της, μου κρατούσε την προσοχή και αναζωπύρωνε την φλόγα μέσα μου. Σα να και δυο διαισθανόμασταν και γνωρίζαμε εξ των προτέρων που θα κατέληγε η βραδιά· ποια διακαής και, πίστευα, αμοιβαία επιθυμία θα ικανοποιείτο, ποιος συγκεκριμένος πόθος θα έβρισκε αντίκρισμα.
Το τι ακριβώς μεσολάβησε από τη στιγμή που χτύπησα
το κουδούνι της, μέχρι τη στιγμή που αργότερα επιστρέψαμε στο διαμέρισμα και
ξαπλώσαμε στο κρεβάτι του δωματίου της, συνεθλίβη κάτω από το βάρος της
περίστασης, της προσμονής και της σκέψης του τι θα πρόκυπτε. Συγκεχυμένα
θυμάμαι ότι πήγαμε για φαγητό κάπου κοντά στο σπίτι της Α. Ίσως στα «Μπακαλιαράκια», πίσω από την εκκλησία
της Υπαπαντής. Ή, ήταν η πιτσαρία στην πλατεία απέναντι; Κάτι ασήμαντο εν πάση
περιπτώσει για να καταχωρηθεί επαρκώς στην μνήμη, και μάλιστα εν ενώπιον του
επερχόμενου γεγονότος, αυτού του ψηλού βουνού που υψωνόταν μπροστά μας και
είμαστε αποφασισμένοι να κατακτήσουμε την κορυφή του. Αλλά οι αναμνήσεις των
στιγμών που ακολούθησαν πίσω στο διαμέρισμα, της «πρώτης μου φοράς», που ήταν
και της Α η «πρώτη φορά», αποτυπώθηκαν στις παραμικρές τους λεπτομέρειες και
καταχωνιάστηκαν στη μνήμη άφθαρτες, δεκαετίες μετά από εκείνες τις στιγμές
έκστασης.
Εξαιτίας της μηδενικής εμπειρίας περί το
σχετικό τελετουργικό, αυτήν καθαυτή την πράξη, αναγκάστηκα να επιστρατεύσω το
οποιοδήποτε, θεωρητικό ας το πούμε υπόβαθρο, που διέθετα: από ένα βιβλίο για
την «Τεχνική του Γάμου» που είχα ανακαλύψει καταχωνιασμένο σε ένα από τα
ντουλάπια της βιβλιοθήκης και διάβαζα λαίμαργα στα πρώτα εφηβικά χρόνια, καθώς
και άλλα λάγνα διαβάσματα που ερέθιζαν την περιέργεια και φαντασία μου, αλλά κυρίως
από εικόνες σε πορνοπεριοδικά και παραστάσεις στα πορνοσινεμά που ακόμη σύχναζα.
Και αυτοσχέδια, χωρίς μπούσουλα, όφειλα να βρω το κουράγιο για εφαρμογή. Κατά
το «όπως θα έρχονταν τα πράγματα», πράγματα που όμως ήταν αδύνατο να
προσχεδιαστούν ή προβλεφθούν, καθώς θα ενέπλεκαν και μιαν άλλην ανθρώπινη
ύπαρξη και την αλληλεπίδραση με αυτήν. Η ευαισθησία, ο αμοιβαίος πόθος, η
αναζήτηση και η κατάκτηση του άγνωστου και πρωτόγνωρου, στοιχεία της ανθρώπινης
φύσης, και φυσικά πίσω από όλα αυτά ένα αρχέγονο βιολογικό ένστικτο, τελικά θα αναλάμβαναν
να καθοδηγήσουν τους δυο τυφλούς εραστές στο μισοσκότεινο δωμάτιο της Α.
Διαβάζουμε ότι η «πρώτη φορά» ποτέ δεν ανταποκρίνεται
στους πόθους και τις προσδοκίες που έχουμε καλλιεργήσει μέσα μας εκ των
προτέρων. Ξετυλίγεται διαφορετικά από αυτό που έχουμε φανταστεί ή έχουμε
σχεδιάσει. Η λεγόμενη «πράξη» διήρκεσε δευτερόλεπτα, ίσως δυο λεπτά, σε μια στάση
αλιευμένη από την «θεωρία». Οι αισθήσεις μου βρέθηκαν σε ακραίο στάδιο υπερδιέγερσης,
τα βλέμμα μου ήταν, ίσως βλακωδώς, καρφωμένο στο πρόσωπο της Α, που τα
μισόκλειστα μάτια της κοιτούσαν τον τοίχο δίπλα ή το ταβάνι από πάνω μας. Τα
αυτιά μου να αφουγκράζονται κάθε αντίδραση, κάθε μικρή κίνηση, κάθε ανάσα και βογγητό
από το στόμα της. Στο τέλος επήλθε η ικανοποίηση του έντονου πόθου, η αίσθηση
της ολοκλήρωσης -για μένα τουλάχιστον, και μια γλυκιά χαλάρωση, μιαν ευχάριστη κόπωση.
Το σημαντικότερο που με απασχολούσε χρόνια και αφορούσε, (ίσως να αφορούσε και
τους δυο μας) επετεύχθη (επιτέλους!): ο ακρογωνιαίος λίθος στο χτίσιμο και
επιβεβαίωση του ανδρισμού μου. Στη διάρκεια της, περισσότερος μετά το τέλος της,
διαπίστωσα πόσο μαζί με το σμίξιμο σε μια μοναδική ουσία των σωμάτων μας, φέρνει
απίστευτα κοντά και τις ψυχές των δύο ανθρώπων, έστω και για λίγες στιγμές. Την
Α αγάπησα περισσότερο όταν, με τα γυμνά κορμιά μας ξαπλωμένα δίπλα-δίπλα στο
στενό κρεβάτι, αναλογιζόμαστε σιωπηλοί αυτό που συνέβη, και θα μας συνέδεε τις
υπάρξεις μας εφ’ όρου ζωής. Ήταν από
τους μεγαλύτερος σταθμούς στην πορεία μου στον κόσμο μέχρι τότε, γεγονός ζωής μοναδικά
και σημαδιακό –ήταν «η πρώτη φορά!».
No comments:
Post a Comment