Wednesday, April 10, 2024

12 - Α 4-Ever: To Πάρτι

Στο πάρτι της Α, που προσήλθα χωρίς την συνοδεία του Λ (που θα περνούσε για ευχές και κέρασμα αργότερα), έχοντας καταναλώσει καθ’ οδόν δυο-τρεις μπύρες και τις ανάλογες ενέσεις θάρρους που παρέχουν. Έγινα καλοδεχούμενος στην πόρτα από το ζεστό και εγκάρδιο χαμόγελο της Α και είχα την τιμητική μου. Από τους πρώτους στο διαμέρισμα, μου προσφέρθηκε η μοναδική πολυθρόνα δίπλα σε ένα τραπεζάκι με ποτά, και ένα ποτήρι που γέμιζε τακτικά είτε από την Α, είτε με δικιά μου πρωτοβουλία -με λευκό κρασί και αργότερα με μαρτίνι, που πρώτη φορά δοκίμαζα. Τα αθώα αγγίγματα της Α, που κάθε λίγο, μετά από κουβέντες με τους καλεσμένους της, ερχόταν και καθόταν στο χερούλι της πολυθρόνας, τα βλέμματα μας που συχνά διασταυρώνονταν με χαμόγελα, και μερικά δευτερόλεπτα χορού αγκαλιασμένοι στον ήχο κάποιων blues, όλα αυτά ήταν υποσχέσεις για τις λίγες μέρες πριν τις διακοπές των Χριστουγέννων. Δεν θυμάμαι πολλά από κείνη τη βραδιά. Προς το τέλος της, το αλκοόλ με είχε φέρει στα πρόθυρα της μέθης, αλλά ευτυχώς παρέμεινα κύριος του εαυτού μου. Αποχώρησα από τους τελευταίους, χωρίς φιλί και αυτήν την φορά, αλλά με ένα τρυφερό γνέψιμο στο χέρι και την αίσθηση ότι το δεύτερο συναπάντημα μας έφερε λίγο πιο κοντά, λίγες ανάσες πριν την κατάκτηση. Οι οιωνοί ήταν καλοί. Το πάρτι του Λ σε λίγες μέρες θα γινόταν ο καταλύτης, πίστευα.

Το βράδι της γιορτής του Λ και της εξασφαλισμένης συνάντησης με την Α σε αυτό, το περίμενα με εξαιρετική ανυπομονησία. Σαν μιαν ευκαιρία, ανεκτίμητη και μοναδική, να βρω μια κοπέλα επιτέλους, και να ερωτευτώ για πρώτη φορά στη ζωή μου, ο,τιδήποτε και να σήμαινε αυτός ο ξακουστός άγνωστος έρωτας. Ξεκίνησα νωρίς, όπως συνηθίζω σε τέτοιες περιπτώσεις, αφενός γιατί έτσι έμαθα μικρός από τη Μάνα (κάτι σαν ένα είδους ψυχικού καταναγκασμού που μου καλλιεργήθηκε), αφετέρου για να εξοικειωθώ με το περιβάλλον υποδοχής και μετριάσω τις συστολές μου, πριν αρχίζουν να μαζεύονται πολλά και μη οικεία άτομα που η παρουσία τους συνήθως με απομονώνει. Λουσμένος, με το μαλλί περιποιημένο, ένα ελαφρώς αξύριστο πρόσωπο (που ο Λ είχε σχολιάσει ότι μου πήγαινε), κολωνιαρισμένος με κάποιο σπρέι, τα μανίκια του πουκάμισου κάτω από το πανωφόρι –όπως πάντα μαζεμένα πάνω από τους αγκώνες, πήρα το λεωφορείο μέχρι το Σιντριβάνι. Περπάτησα κατά μήκος της Εγνατίας, στο «νέο» κτίριο του Πολυτεχνείου έστριψα και ανέβηκα το δρόμο προς το αθλητικό κέντρο του πανεπιστημίου, και διέσχισα την Αγίου Δημητρίου στο ύψος του Καυταντζόγλειου. Περιτριγύρισα το γήπεδο κάτω από τις κερκίδες, κατά μήκος των ερημωμένων θυρών του, και θυμήθηκα τα κυριακάτικα απογέματα που με τον Κωστάκη παρακολουθήσαμε ματς του Ηρακλή με τον Άρη. Ανηφόρησα τα στενά πίσω από τη βορεινή του πλευρά προς τις Σαράντα Εκκλησιές. Το σκοτάδι είχε απλωθεί στα δρομάκια της περιοχής από ώρα. Εκείνες οι γειτονιές μου ήταν άγνωστες, αλλά το χαρτάκι με τον αυτοσχέδιο χάρτη που είχε ζωγραφίσει και δώσει ο Λ το μεσημέρι στο κυλικείο με βοήθησε.

 Άπειρος από τέτοιου είδους κοινωνικές εκδηλώσεις πήγα με άδεια χέρια. Μετά από καιρό και μερικές ακόμα προσκλήσεις σε νεανικά πάρτι κατανόησα την σημασία τέτοιων χειρονομιών (ή τον αντίκτυπο των αντίστοιχων παρατυπιών) και ότι ένα στοιχειώδες savoir vivre του ευρύτερου milieu, απαιτούσε να έφερνα μαζί του τουλάχιστον το ισοδύναμου των ποτών που θα κατανάλωνα στο πάρτι. Εν πάση περιπτώσει, ο Λ δεν θα παρεξηγούσε τέτοια αμέλεια, και στα πλαίσια της φοιτητικής ζωής στην Ελλάδα περνούσαν απαρατήρητες. Μετά από μερικά ποτά στην κουζινούλα -με τον Λ, τον αδερφό του, τον χοντρό συγκάτοικό του Σ, και άλλους, οριζοντιώθηκα εγκάρσια πάνω στο στρώμα του υπνοδωματίου του Λ με το κεφάλι ακουμπισμένο σ’ ένα μαξιλάρι κολλημένο στον τοίχο δίπλα στη δίφυλλη γερμένη ντουλάπα που έκρυβε μέρος της πόρτας. Και ένα ποτήρι φτηνό κρασί στο χέρι -εν αναμονή της Α. Η συνάντηση μας είχε χωρίς την παραμικρή αμφιβολία συμφωνηθεί από την επίσκεψή μου μέρες πριν στο σπίτι της. Άνθρωποι, συνάδερφοι, σύντροφοι μπαινόβγαιναν, ενώ υπό την επήρεια του πιοτού τα φράγματα που μια ξεμέθυστη αντικοινωνικότητα ορθώνονταν μέσα μου ξεπερνιούνταν, τα σύννεφα των δισταγμών ανάμεσα σε κόσμο διαλύονταν. Αλκοόλ, αυτό το φάρμακο των ντροπαλών και συνεσταλμένων! Βρισκόμουν πλέον σε μια προχωρημένη ευθυμίας όταν έφτασε η Α, σε ένα σκούρο καφέ παντελόνι –που πρόβαλλε τα γεμάτα πόδια της, όπως κι έναν στρογγυλό, αλλά ελκυστικό πισινό, και ένα λαδί πουλόβερ. Είχε το πρόσωπό της ελαφριά μακιγιαρισμένο, με ανοιχτοκόκκινη απόχρωση στο κραγιόν της. Εμφανίστηκε πίσω από την ντουλάπα που έκρυβε την πόρτα, με το χαμόγελο που πλάταινε και στρογγύλευε το ήδη στρογγυλό, ελαφρά γερμένο στα πλάγια πρόσωπο -σα να έψαχνε, εμένα πίσω από το ογκώδες έπιπλο της ντουλάπας. Με αποφασιστικό βήμα και το ελαφρό λίκνισμα των γλουτών που διέκρινε το βάδισμά της κατευθύνθηκε προς το στρώμα όπου κειτόμουν· με την σιγουριά και αυτοπεποίθηση σα να ήταν όλα όσα προηγήθηκαν, από την ώρα που έφυγε από το σπίτι της μέχρι την διαδρομή από την εξώπορτα στην κάμαρα του Λ,  προσχεδιασμένα. Σα να ήξερε εκ των προτέρων που βρισκόμουν, αραγμένος διακριτικά και αθέατος από τον πολύ κόσμο του πάρτι, και ανυπομονούσε να με δει. Πριν σκύψει από πάνω μου, πρόλαβα, και με μερικά ελαφριά χτυπηματάκια στο στρώμα της έκανα νόημα να καθίσει δίπλα μου, Μάλλον προσχηματικά. Κατά βάθος ξέραμε και οι δυο μας ότι η προφανής αμοιβαία έλξη εκεί θα την έφερνε.

Από εκείνη τη στιγμή ο χρόνος κύλησε ασυνεχής, η διαστολή και συστολή του έγινε ανώμαλη, ενώ στη μνήμη άρχισαν να δημιουργούντα κενά και πρωθύστερα στην καταχώρηση της ακολουθίας των στιγμών, όσων από αυτές επέζησαν τα χρόνια. Φυσικά και οφειλόταν κυρίως στο πιοτό και σε αισθήματα που το πιοτό παραμορφώνει, σε αισθήσεις που εξασθενεί. Είχα από αρκετή ώρα στην βραδιά αποκτήσει την αυτοπεποίθηση και την κοινωνικότητα και κάτι τις παραπάνω από το μίνιμουμ του θάρρους που απαιτούσε η περίσταση. Αν εφεξής συνέχιζα να γεμίζω το ποτήρι μου δεν ήταν τόσο για να ανεβώ κι άλλο την σκάλα της ευθυμίας και της ευφορίας, όσο περισσότερο ως αποτέλεσμα της ευθυμίας που με είχε ήδη κυριεύσει, ίσως και μιας κατάστασης έκλυσης. Το πιοτό έχει τη δύναμη να θέτει τον συναισθηματικό κόσμο σε έναν βρόγχο θετικής ανάδρασης, μέχρι και τα όρια μιας τελικής σωματικής και ψυχικής κατάρρευσης, για την οποία όμως ελάχιστοι προνοούν.

Δεν έφταιγε όμως μόνο το ποτό για τη χρονική ασυνέχεια και τα ύστερα χάσματα στη μνήμη που δημιουργήθηκαν. Το κορμί της Α δίπλα μου, πρώτη φορά στην ζωή μου για τόση ώρα και σε τέτοια εγγύτητα, στο άγγιγμα δακτύλων και χεριών, και (επιτέλους!) στα αδιευκρίνιστης ποιότητας φιλιά που ακολούθησαν -πιθανόν άγαρμπα λόγω απειρίας, όσα τέλος πάντων διαδραματίστηκαν σ’ εκείνο το φοιτητικό στρώμα που διακριτικοί, αυτόπτες μάρτυρες μετά από μέρες στη σχολή, με ένα κλείσιμο στο μάτι, ανέφεραν σε γενικές γραμμές και «παρεμπιπτόντως» στις συζητήσεις περί την Α και τον υποφαινόμενο· εκείνες οι επαφές δύο αναμμένων σωμάτων, χωρίς πολλές κουβέντες ή με λίγες μπερδεμένες λέξεις στη ζαλάδα τους, είχαν βυθίσει την ψυχή μου στη δίνη ενός πρωτόγνωρου και για τους δυο μας έρωτα, μιας κορύφωσης της ευτυχίας παρά την αναισθητική δράση της μέθης. Η σκέψη σχεδίαζε και πρόβαλλε ένα εφικτό πλέον μέλλον αγάπης και έρωτα και σεξ. Το παρόν είχε ξεχαστεί για χάρη του μέλλοντος. Ο έρωτας αναδείκνυε το μέλλον, λαμπρό και άκρως επιθυμητό.

Πρέπει να περάσαμε αρκετές ώρες σε εκείνο το στρώμα, επιλήσμονες και αδιάφοροι για το τι συνέβαινε γύρω μας. Οι θαμώνες του πάρτι μπαινόβγαιναν στο δωμάτιο, έριχναν μια ματιά γύρω τους, σα να έψαχναν κάτι. Η ματιά τους σίγουρα έπεφτε σε δυο αγκαλιασμένους νέους που φιλιόταν, αλλά χωρίς κουβέντες, σεβόμενοι την ιδιαιτερότητά μας αποχωρούσαν. Ίσως και να είχαν προμηνυθεί σχετικά από τον Λ και άλλους, που γνώριζαν τι «ψηνόταν» εκ των προτέρων. Ήταν αργά, μετά τα μεσάνυχτα, όταν συμφωνήσαμε να αφήσουμε το πάρτι και τον κόσμο του, και να φύγουμε. Μαζί: η Α και εγώ. Εγώ σχεδόν σε κατάσταση μέθης, που όμως η αδρεναλίνη στο αίμα μου επέτρεψε να σηκωθώ και εν γένει να συμπεριφερθώ με αξιοπρέπεια -τουλάχιστον στον βαθμό που η επίδραση του αλκοόλ επιτρέπει κάποιον να είναι κύριος του εαυτού του και να έχει επίγνωση των ενεργειών του. Το σμίξιμο μας με την Α, ένα γιγαντιαίο βήμα στον πρώτο έρωτα, ήταν ένα τετελεσμένο γεγονός. Έπλεα, όπως λένε, σε πελάγη ευτυχίας.

Κατηφορίσαμε τα στενά κάτω από τις Σαράντα Εκκλησιές στη υγρή, δεκεμβριάτικη νύχτα της Θεσσαλονίκης, νιώθοντας τα σταγονίδια της κορεσμένης από την υγρασία ατμόσφαιρας στο πρόσωπο μας, βλέποντας τον αχνό από τις εκπνοές μας. Ήταν κρύα η νύχτα, αλλά το αλκοόλ και η Α δίπλα μου με είχαν ζεστάνει -ψυχή τε και σώματι. Τα στενά και οι δρόμοι που οδηγούσαν στο πανεπιστήμιο είχαν βυθιστεί στην ησυχία μιας πόλης που κοιμόταν, και το σκοτάδι κάτω από τον αδιαπέραστο και βαρύ ουρανό έσπαζε από το αμυδρό φως των στύλων της ΔΕΗ στις γωνιές των δρόμων. Στα ανοίγματα τους προς τον Θερμαϊκό, η Θεσσαλονίκη απλωνόταν με σκόρπια φώτα μέχρι τη φωτεινή γραμμή της Νέας Παραλίας και τη μελανιασμένη θάλασσα. Το σκηνικό ήταν κινηματογραφικά ερωτικό.

Η συμπεριφορά μου στη διαδρομή πρόδωσε τον πρωτάρη σε ερωτικές σχέσεις. Για μερικά λεπτά την αγκάλιαζα σφικτά από τον ώμο, ενώ η ίδια έφερνε το χέρι της γύρω από τη μέση μου. Κάθε τόσο κοντοστεκόμαστε για να φιληθούμε άγαρμπα στα χείλια τα φιλιά των πρωτάρηδων. Άλλοτε περίκλεια το μικρό, ζεστό της χέρι στην παλάμη μου και περπατούσαμε, όπως είχα δει ερωτευμένα ζευγάρια να περπατούν στους δρόμους της πόλης και την παραλία. Στο Πολυτεχνείο την τράβηξα να ανεβούμε τα σκαλιά της κεντρικής εισόδου, άγνωστο γιατί… Ίσως, χάριν σε μιαν ενδόμυχη κενόδοξη περηφάνια που ένιωθα κάθε τρεις και λίγο, ως φοιτητής του Πολυτεχνείου, ως ανήκων εξ παραδόσεως στην αφρόκρεμα της σπουδαστικής μάζας, ως φιλόδοξος μηχανικός. Της έσφιγγα το χέρι υπερβολικά, εν μέρει εξαιτίας απειρίας, εν μέρει γιατί ήθελα να τονίσω (θεμιτό, πίστευα, σε προ-σεξουαλικές καταστάσεις σαν και κείνην) τη μυϊκή δύναμη και την αρρενωπότητα που τέτοια χειρονομία φανέρωνε. Η Α, μην μπορώντας να αντέξει το παρατεταμένο σφίξιμο του μικρού της χεριού, παραπονέθηκε με γλυκό τρόπο ότι την πονούσα. Ζήτησα συγγνώμη και χαλάρωσα τη λαβή. Τελικά άπλωσα τον βραχίονα με φιλική απαλότητα στον ώμο της και συνεχίσαμε την πορεία κατά μήκος της Εγνατίας προς την Καμάρα.

Το κρύο, το περπάτημα, η μείωση της ροής της αδρεναλίνης άρχισαν να με επαναφέρουν σε μια πιο νορμάλ κατάσταση. Ένα ηπιότερο αίσθημα ευτυχίας, μετά την κορύφωση, το συνόδευσε μια γαλήνη, αυτήν που έχει τυλίγει κάποιον όταν το μέλλον του εμφανίζεται στρωμένο με καινούργιες δυνατότητες, σε «απόσταση» αναπνοής πλέον, και σχεδόν ώριμες να τις αδράξω. Παράλληλα, έθεσε υπό καλύτερο έλεγχο την συνείδηση μου μου: πρόσεχα τα λόγια, τους τρόπους και τις κινήσεις μου, καθώς μερικές έμφυτες συστολές επανέρχονταν στην επιφάνεια, παρά τα κέρδη σε αυτοπεποίθηση που είχα αποκομίσει.

Καληνύχτισα την Α στη γωνία της Αγαπηνού, μπροστά στο παρεκκλήσι της Υπαπαντής, με ένα φιλί στα πάντα χαμογελαστά ζεστά της χείλη, που ο βιασμός τους από τα αναρίθμητα φιλιά είχαν ξεθωριάσει το κραγιόν της. To να την συνόδευα μέχρι την είσοδο της πολυκατοικίας σκέφτηκα ότι μπορεί να γινόταν παρεξηγήσιμο, ίσως να έδινε την εντύπωση κάποιου σε απόγνωση να κοιμηθεί με γυναίκα. Στην στάση του αστικού μια παρέα νεαρών στέκονταν αμίλητοι καπνίζοντας. Μια κοπέλα, ζαρωμένη στο πανωφόρι της, κρυμμένη στο μισοσκόταδο κάτω από το προπύλαιο της Εθνικής ατένιζε την έρημη πλατεία απέναντι αποφεύγοντας τα βλέμματα νεαρών και των περαστικών. Το «10» της Χαριλάου της ξεπρόβαλλέ μέσα από την καταχνιά πάνω από το υγρό οδόστρωμα της Εγνατίας. Έριξα μια ματιά προς τα πάνω, προς τον τέταρτο όροφο της πολυκατοικίας, και είδα το φως του δωματίου Α πίσω από τα κλειστά παντζούρια. Στο μυαλό της, όπως και στο δικό μου, θα στριφογύριζαν χωρίς τάξη και συνοχή στιγμές από την επεισοδιακή και σημαδιακή βραδιά που περάσαμε με τα ευχάριστα σκουντήματα του έρωτα. Ένιωσα το στήθος μου να φουσκώνει και πάλι από την προσδοκία της ευτυχίας που φέρνει, για την οποία ήμουν απόλυτα σίγουρος θα με τύλιγε με την μαγεία της, μολονότι δεν ήμουν σε θέση να εκτιμήσω το μέγεθος της, το πως ακριβώς θα έπλαθε το μέλλον, τι επί μέρους χαρές θα μου φανέρωνε. Για εκείνη ώρα τέτοιες σκέψεις δεν είχαν ιδιαίτερη σημασία. Θα ξαναβρισκόμαστε το ερχόμενο βράδι.

No comments:

Post a Comment