H περίοδος μιας εξ ορισμού σεξουαλικά παρθενικής ύπαρξης θα παρατεινόταν πέρα από το πρώτο έτος της σχολής, για αρκετό και δυσβάσταχτο καιρό ακόμα. Είχα κλείσει τα δεκαεννιά χρόνια χωρίς να έχω νιώσω τον ερωτικό «σεισμό», όπως προσδοκούσα ότι προκαλεί η πραγματική και πλήρης ερωτική πράξη, και που εξακολουθούσα καθημερινά να φαντάζομαι και διακαώς να ποθώ. Ένα αίσθημα λύπης, ψυχικού πόνου, καμιά φορά απόγνωσης και απελπισίας. Το βάρος στην καρδιά μεγάλωνε ιδιαίτερα στα μοναχικά σαββατόβραδα στο πατρικό διαμέρισμα, στους τέσσερις τοίχους του δωματίου. Η Π, που εμφανίστηκε σαν αμυδρό φως ελπίδας προς εκείνη την κατεύθυνση του έρωτα και της σεξουαλικής ολοκλήρωσης, ανήκε οριστικά και αμετάκλητα στο παρελθόν, μαζί με την ζήλια και την ταπείνωση των τελευταίων ημερών της σχέσης μας, σχέσης που δεν κατάφερα να χαρακτηρίσω με ακρίβεια. Το αντίδοτο στην ερωτική δίψα σε μιαν έρημο χωρίς οάσεις στον ορίζοντα το έβρισκα (ξανά!) σε μοναχικές βόλτες στα βρώμικα τσοντάδικα της πόλης, στην συνέχεια των συνηθειών αυτοϊκανοποίησης των μαθητικών μου χρόνων, ή και στις «τσάρκες» στο Βαρδάρη που όμως, λόγω μιας εκ φύσεως ανυπέρβλητης συστολής και ελλείμματος θάρρους εξαντλείτο σε μερικά στριφογυρίσματα έξω από πόρτες με κόκκινο λαμπάκι, στην καλύτερη περίπτωση σε κλεφτές ματιές πίσω από το κρόσσια μιας πόρτας ή τις σκιές πίσω από τις κουρτίνες γκριζο-κοκκινωπών παραθύρων στα Λαδάδικα. Το λειψό ξεδίψασμα της ερωτικής ματαίωσης θα ερχόταν σε κάποια γωνιά ενός σκοτεινού σινεμά, από τη Λαγκαδά μέχρι την Κωνσταντινουπόλεως, από την Παπαναστασίου μέχρι την Τούμπα, ή αργά τις νύχτες του Σαββάτου, στα βογγητά ηδονής της γειτόνισσας που αδιάλειπτα ακολουθούσαν την επιστροφή τους από τη Σαββατιάτικη έξοδο και την άφιξη του ασανσέρ στον όροφο μας.
Μετά την μοναχική τουριστική παρωδία, το
άπρακτο «ήλθον, είδον και απήλθον» στη Ρόδο, περίμενα με ανυπομονησία το τέλος
ενός λησμονήσιμου καλοκαιριού και το δεύτερο έτος στη σχολή, με τις ελπίδες ελαφρά
αναζωπυρωμένες. Υπήρχαν οι φιλίες με τους συντρόφους της ΚΝΕ του έτους. Στα
σπάργανα μεν, αλλά άρχισαν μετά από την παρεξήγηση του Ιούνη να περπατούν με
σταθερό βηματισμό, ώστε να βλέπω με αισιοδοξία τον εαυτό να κινείται και να
συζητά και να τρώει και πίνει ανάμεσα σε ανθρώπους, ακόμα γυναίκες. Υπήρχε
αυτή-καθαυτή η οργάνωση και οι συναναστροφές μέσα από τις δραστηριότητές της,
όπου ανάμεσα σε πολλές καταναγκαστικές και ανεπιθύμητες, υπήρχαν και μερικές
περισσότερο θεμιτές, που πρόσφεραν δυνατότητες ανθρώπινης επικοινωνίας και
γνωριμιών, και βέβαια ψυχαγωγίας. Υπήρχε και το κυλικείο της ζύμωσης με
ανθρώπινες ψυχές, γνωστές και άγνωστες, με ανταλλαγές βλεμμάτων και καμιά φορά
χαμόγελων. Στο τέλος, σκεφτόμουν ότι κάτι καλό, ίσως κάτι συναρπαστικό, θα
συνέβαινε, ένας «μαύρος κύκνος» θα εμφανιζόταν, που θα τάραζε τα λιμνάζοντα
ύδατα της συναισθηματικής μου ζωής, και η ψυχή θα αναθαρρούσε, τουλάχιστον
μέχρι το επόμενο σαββατοκύριακο.
Ο Οκτώβρης και ο Νοέμβρης πέρασαν σχεδόν
αδιάφορα χωρίς πολλές εντυπώσεις, χωρίς περιπέτειες. Ως νέος σύντροφος, τα
καθήκοντα που μου είχαν ανατέθηκαν εν όψει της διοργάνωσης του καθιερωμένου φθινοπωρινού
Φεστιβάλ ήταν ελαφρά: μιαν έκθεση φωτογραφίας για την ΕΠΟΝ δεν απαιτούσε παρά
μόνον μια επίσκεψη στο βιβλιοπωλείο της «Σύγχρονης Εποχής», την αγορά ενός
λευκώματος (με προσωπικά έξοδα) και το καρφίτσωμα αυτών των φωτογραφιών σε
μερικά ταμπλό σε μια γωνιά, μέσα στη σκόνη μιας τεράστιας αλάνας στην
Σταυρούπολη όπου το φεστιβάλ θα λάμβανε χώρα. Όπως αναμενόταν, η έκθεσή μου ελάχιστο
ενδιαφέρον άσκησε στους επισκέπτες του Φεστιβάλ, που σε τέτοιες εκδηλώσεις
συνήθως συνωστίζονται γύρω από εξέδρες με καλλιτεχνικά προγράμματα, στο
σουβλατζίδικο, και λιγότερο στο βιβλιοπωλείο και δισκοπωλείο. Αυτό δεν επηρέασε
τον ενθουσιασμό μου. Η μουσική, τα τραγούδια, τα πηγαδάκια, ο παλμός από τα
συνθήματα και τις κόκκινες σημαίες, η κοσμοσυρροή (ένδειξη ίσως παραπλανητική
της επιρροής στις μάζες της πολιτική ιδεολογίας που εκείνο το διάστημα είχα
ενστερνιστεί) είχαν δυσανάλογη επίδραση
στην ψυχή του πρωτάρη-επαναστάτη με ένα αξιοσημείωτο μαρξιστικό υπόβαθρο.
Το σουλατσάρισμα στους διαδρόμους και αίθουσες των πτερύγων της σχολής για παρακολούθηση μαθημάτων συνεχίστηκε, αν και άρχισε να γίνεται περισσότερο επιλεκτικό και περιστασιακό, όπως συμβαίνει μετά από λίγο καιρό στην σχολή με την πλειοψηφία των φοιτητών. Μετά το «ψάρεμα» των πρώτων μηνών η παρακολούθηση δεν ήταν αναγκαία συνθήκη για καλές αποδόσεις στη μάθηση, και ελάχιστοι οι διδάσκοντες που θα μπορούσαν να διατηρήσουν ξύπνιους μερικούς κουρασμένους από ξενύχτια φοιτητές. Αλλά το κυλικείο από τις προχωρημένες ώρες του πρωϊνού μέχρι αργά το απόγεμα βούιζε από κόσμο και φωνές. Ήταν η «Αγορά», ήταν η καρδιά της σχολής και της φοιτητικής ζωής. Το αίμα της, φοιτητές και νέοι διδάσκοντες, σε κάποιες φάσεις της «εργάσιμης» ημέρας θα περνούσαν από εκεί, μια και δυο και περισσότερες φορές, σαν από συνήθεια ή χάριν της ανεξήγητης έλξης που ασκούσε, όχι μόνο για τον κατά παραγγελία φραπέ και τη ζεστή, φρέσκια μυζηθρόπιτα. Για μένα έγινε ο καθημερινός φάρος ελπίδας.
No comments:
Post a Comment