Thursday, March 28, 2024

9 - Φοιτητικά: Αποκατάσταση στην Παρέα

Τα οργανωτικά ηνία, αυτά του γραμματέα της μικρής οργάνωσης βάσης μας, ανέλαβε, λίγο καιρό μετά την αποχώρηση του Αντώνη και την προαγωγή της Τ στα κλιμάκια της οργάνωσης, ο Β. Ήταν εύσωμος, σχεδόν χοντρός, με ύψος πάνω από το μέτριο. Έφερε το αναπόφευκτο φοιτητικό μούσι και είχε πυκνά, μαύρα μαλλιά επιμελώς κτενισμένα. Ένα στενό μέτωπο, πάνω από μικρά στρογγυλά μάτια και μια μικρή μύτη, κοίλη σαν τσουλήθρα, αλλά κυρίως τα αραιά και πεταχτά μπροστινά του δόντια, δεν τον καθιστούσαν ιδιαίτερα ελκυστικό, τουλάχιστον ανάμεσα στο γυναικείο φοιτητικό πληθυσμό της οργάνωσης και του Πανεπιστημίου. Ίσως είχε επίγνωση αυτού του μειονεκτήματος, αν και θεωρείτο μικρό και όχι πάντα αποφασιστικό στην σύναψη σχέσεων με το άλλο φύλο: για τον καθένα μας υπάρχει ένα αρμονικό ταίρι σε αυτόν τον κόσμο, λένε, ενώ οι γυναίκες κατά κύριο λόγο επιζητούν ασφάλεια, προστασία και υλικούς πόρους, δηλαδή μιαν κατά κάποιο τρόπο συνέχεια της σχέσης με τον πατέρα τους. Το σωματικό του βάρος και η βαριά, διαπεραστική φωνή προσέδιδαν μια επιβλητικότητα στο όλο παρουσιαστικό, και προσέλκυαν την προσοχή άλλων στις παρέες. Γενικά, ο Β εκπληρούσε τις προϋποθέσεις ενός χαμηλόβαθμου στελέχους-καθοδηγητή στην ΚΝΕ και το κόμμα, αυτό όμως χάριν περισσότερο στον σκληροπυρηνικό χαρακτήρα και την δογματική αδιαλλαξία σε αντιρρήσεις προς ανατεθέντα καθήκοντα ή λοξοδρομήσεις από την «γραμμή». Τον δογματισμό του τον εκδήλωνε με εμφανή δυσανεξία και δυσανασχέτηση, συχνά μάλιστα με αφόρητη επιμονή και φορτικότητα και την εριστική ένταση της βαριάς του φωνής. Του έλειπε το χάρισμα του λόγου και η πειθώ που ασκούσε ήταν αναιμική, καθώς δεν διέθετε ούτε κάποια γενική καλλιέργεια και «κουλτούρα», ούτε «το «θεωρητικό υπόβαθρο», όπως θα λέγαμε τότε, που χρειαζόταν κάποιος για να πείσει, να παρακινήσει και κινητοποιήσει αδιάφορους ή βαριεστημένους και τεμπέληδες συντρόφους, ή, τέλος πάντων, μη πλήρως συνειδητοποιημένους ως προς την αναγκαιότητα εκπλήρωσης του Α ή Β καθήκοντος.

Αν και σύντροφοι και αργότερα οργανικά μέλη της ίδιας παρέας, οι σχέσεις με τον Β δεν άγγιξαν τα βάθη μιας επιστήθιας φιλίας που θα άντεχε το πέρασμα του χρόνου. Αυτό όμως ας το αποδώσουμε περισσότερο στον χαρακτήρα μου. Ποτέ δεν κατέβαλα, είναι αλήθεια, σημαντικές προσπάθειες να στεριώσω στενές φιλίες τέτοιου είδους, που άλλοι συντηρούν και περιθάλπουν μια ζωή. Στην περίπτωση του Β συνετέλεσαν σαρκασμοί και ειρωνείες, που συχνά τις έβλεπα κακοπροαίρετες, οπωσδήποτε ενοχλητικές· ίσως συνετέλεσε και η υποψία που είχα ενός λανθάνοντος φθόνου μέσα του, που η έλλειψη γυναικείας συντροφιάς πολλές φορές καλλιεργεί -όταν τα άλλα μέλη της παρέας χαλαρώνουν κάπου στην ιδιαιτερότητά τους, μακριά από την οργάνωση, εξαιτίας τέτοιων περισπασμών. Παρά την κοινωνικότητα και ένα αξιοσημείωτο χιούμορ που τον έκανε επιθυμητό στις ευρύτερες παρέες της ΚΝΕ, παρά το μεγάλο εύρος του κύκλου των συναναστροφών του, κυρίως συντρόφων, ο Β μου έδινε την εντύπωση ενός ενδόμυχα μοναχικού ανθρώπου. Στο επίκεντρο κάθε λογής συνάξεων, με καλαμπούρια και πειράγματα, και τις ετοιμόλογες απαντήσεις του του στα πειράγματα άλλων, τα ευφυολογήματα, το εύκολό γέλιο και τη γενικά πρόσχαρη διάθεση, κατά το τέλος της βραδιάς, όταν μερικοί στριμώχνονταν κοντά στην αγκαλιά της φοιτητριούλας που έφερναν μαζί ή αποχωρούσαν για το ζεστό στρώμα που τους περίμενε κάπου, τον έβρισκε να έχει αποσυρθεί σε μια γωνιά, συνοφρυωμένο και αμίλητο, συνήθως με ένα λυπημένο ύφος, που τα φυσιογνωμικά χαρακτηριστικά του το έκαναν να φαίνεται πένθιμο, και με ένα τσιγάρο στο στόμα που θα το έβγαζε για να συνοδεύσει κάποιο τραγούδι του Νταλάρα από τη μουσική υπόκρουση του μαγαζιού. Παρά τον εκνευρισμό που ο Β με προκαλούσε για διάφορους λόγους, κυρίως για τις παιδαριώδεις αντιδράσεις του όταν έχανε παιχνίδια στο τάβλι ή στο μπουρλότο, για την απέχθεια του προς τις σπουδές και κάθε είδους γνώση ή προς κάθε μορφή τέχνης, τις ενοχλητικές αντιγραφές του στις εξετάσεις και την πίεση για παράνομη χείρα βοηθείας που επικαλείτο από τον κάθε επιμελή φοιτητή, παρόλα αυτά τα ελαττώματα ο Β έγινε κεντρική προσωπικότητα μιας αξέχαστης περιόδου.

Αν ο Β είχε γίνει ο μοχλός οργάνωσης των συντρόφων, ο εξωστρεφής και κοινωνικότατος Α έγινε από την μεριά του η ψυχή της κοινωνικής ζωής της Κνίτικης παρέας και μερικών άλλων παρεών-δορυφόρων που αναπτύχθηκαν γύρω της, ο de facto διοργανωτής των μαζικών εξόδων για διασκέδαση και ψυχαγωγία. ‘Όπου υπήρχε γλέντι, όπου υπήρχε μάζωξη σε ταβέρνα με μουσική, τραγούδι και χορό, ο Α, επί το πλείστον των περιπτώσεων, θα είχε κάνει κράτηση και αναλάβει εκ των προτέρων την διοργάνωσή της, θα βρισκόταν πάντα στο τιμόνι, ρυθμιστής της διασκέδασης και της βραδιάς. Σπάνια ακολουθούσε άλλους χωρίς ατομική άποψη για τη μορφή και το περιεχόμενο της «εξόδου». Το ποιοι ακριβώς λόγοι τον ώθησαν να ενταχθεί στην ΚΝΕ και να γίνει κομμουνιστής, και εν τέλει πιστός ακόλουθος μέχρι σήμερα ενός αραχνιασμένου και αποστεωμένου από ιδέες κόμματος, τουλάχιστον στις εκλογικές αναμετρήσεις, αποτελεί έναν γρίφο που δεν κατάφερα να επιλύσω. Προερχόταν από μια μεσαία, μάλλον πλούσια οικογένεια. Ο πατέρας του μεγαλέμπορας σε μια σχετικά εύπορη κωμόπολη της επαρχίας της Καβάλας είχε συγκεντρώσει αρκετή περιουσία ώστε να εξασφαλίσει ακίνητα και άνετες σπουδές στον Α και την αδερφή του. Αν ο Λ ήταν το φτωχό αγροτόπαιδο από τα Χανιά που θα έτρωγε στη λέσχη ή σε φτηνά φοιτητικά μαγειρεία του κέντρου και θα συναντούσε την παρέα στις ταβέρνες αργά ώστε να μη συμμετέχει στο μοίρασμα του λογαριασμού, ο Α ήταν ο καλοαναθρεμμένος καλοφαγάς, που απολάμβανε καθημερινά μέχρι και λουκούλλεια γεύματα οπουδήποτε στην πόλη, χωρίς έγνοια για τα έξοδα, ενώ το βράδια σύχναζε ταβέρνες με μουσική, από την αρχή μέχρι το τέλος του προγράμματος -στην ανάγκη και μόνος, όταν άλλοι της παρέας, εξουθενωμένοι φυσικά ή οικονομικά, αδυνατούσαν να τον ακολουθήσουν.

Τα τελευταία χρόνια του Πανεπιστήμιου, το «Μπαλκονάκι», στον πάνω πάτωμα ενός διώροφου κτίσματος πίσω από ένα βενζινάδικο στη διασταύρωση της Τριανδρίας, θα γινόταν το σχεδόν καθημερινό στέκι του όπου θα κατέληγε, είτε μόνος, είτε με κάποια ευκαιριακή παρέα, ανεξάρτητα από την προθυμία των στενότερων του φίλων να το συνοδέψουν. Είχε γοητευτεί, ίσως ερωτοχτυπηθεί, από την παχουλή, γλυκόφωνη τραγουδίστρια του λαϊκού προγράμματος, το οποίο σύντομα, ως ο ίδιος ειδικός στο λαϊκό τραγούδι και εξαιρετικός πελάτης του κέντρου, είχε κατακτήσει το δικαίωμα να επηρεάζει το ρεπερτόριό της μουσικής κομπανίας και να το προσαρμόσει στα προσωπικά του γούστα. Προς το τέλος των σπουδών μας, όταν οι υπόλοιποι της παρέας τον ακολουθούσαμε ολοένα και σποραδικότερα, ο Α παρέμεινε τακτικός θαμώνας στο πλέον ξακουστό ανά την φοιτητούπολη ταβερνείο. Λίγες μέρες μετά το πτυχίο του, όταν ο Α έφυγε για το πρώτο από τα δυο Μάστερ στην Αγγλία, τα οποία ο πατέρας του πρόθυμα και αφειδώς χρηματοδότησε, το «Μπαλκονάκι» καταστράφηκε από μια πυρκαγιά, πιθανότατα εμπρησμό από τους ιδιοκτήτες του. Η μετανάστευσή του Α, η παρακμή της ΚΝΕ, η αποστροφή των μετέπειτα γενιών φοιτητών προς αυτό το είδος ζωντανής μουσικής έφεραν αναδουλειές.

Ο Α είχε ωραία φάτσα με γεωμετρικές αναλογίες και λεπτά, αν όχι αρρενωπά χαρακτηριστικά: ανοιχτό καστανόξανθο, πλούσιο μαλλί, μια ίσια, λεπτή μύτη φράγκικων προδιαγραφών, καλοφτιαγμένα ζυγωματικά και σαγόνι, ρόδινα μάγουλα καθαρά από εξανθήματα, που κοκκίνιζαν εύκολα σε κάθε έξαψη, ποτέ όμως από έλλειψη θάρρους ή δισταγμό ή αμηχανία. Το δέρμα του προσώπου του ήταν σχεδόν άτριχο, αν όχι σπανό, και οι λίγες αραιές τρίχες γύρω από το σαγόνι δύσκολα συσπειρώνονταν τότε σε μούσι ή έστω μουσάκι, όπως για τους περισσότερους φοιτητές. Αυτό, βέβαια, αφαιρούσε κάτι τις από την αρρενωπότητά του, ίσως και να δημιούργησε κάποιο ανεπαίσθητο συμπλεγματάκι και έγνοιες, καθώς, από εκείνα ακόμα τα άγουρα χρόνια, έδινε δυσανάλογη σημασία στη διαδικασία, για τους περισσότερους αγγαρεία, του ξυρίσματος, με ακριβά σύνεργα: μπολάκι, πινέλα ασβού, ακριβά ξυραφάκια με λαβές από ξύλο, και τα λοιπά αξεσουάρ, ενώ για τους περισσότερους η δουλειά τότε γινόταν βιαστικά, αν και όποτε γινόταν, με ένα πλαστικό bic. Αυτή η επιμελής αφοσίωση στο ξύρισμα και τη φροντίδα του προσώπου μετά από χρόνια απέδωσε τα επιθυμητά αποτελέσματα: περιοδικά σε ώριμη ηλικία εμφανιζόταν με διάφορες παραλλαγές τριχοφυΐας -μουστάκι, μούσι «μπιφτεκάκι», μούσι τύπου «Τριών Ιεραρχών», και τα λοιπά. Παρά την επαρχιώτικη προφορά του ήταν ευπροσήγορος, σπάνια κοντραριζόταν για πολιτικά και άλλα θέματα και ήταν, φυσικά, εξαιρετικά κοινωνικός και εξωστρεφής -σε σημείο που οι κοινωνικές του συναναστροφές και συμμετοχές σε εκδηλώσεις να φαίνονται σε κάποιον όπως ο υποφαινόμενος ότι υπαγορεύονταν από κάποιο ψυχικό καταναγκασμό ή υπερκινητικότητα.

Το πρόσχαρο πρόσωπο, η κοινωνικότητα, διαχυτικότητα και άνεση με την οποία κινούταν στον χωροχρόνο της φοιτητικής ζωής, το αρχοντικό και αγέρωχο παράστημά του λεπτού του σώματος, το κιμπαριλίκι και γαλαντομία των τρόπων, που ο ίδιος απέδιδε στη μικρασιατική καταγωγή της οικογένειάς του, η λίγη κιθάρα που έπαιζε, αναπόφευκτα τον τοποθετούσαν στο επίκεντρο της παρέας, κάθε παρέας, τον καθιστούσαν ψυχή της, τον έκαναν δημοφιλή εντός και εκτός οργάνωσης, εντός και εκτός σχολής, και στον ίδιο βαθμό ανάμεσα σε γυναίκες και άντρες. Αργότερα, την εξωστρέφεια και το μπραβάντο το διοχέτευσε στη μουσική, σε γενεαλογικές έρευνες, στη συγγραφή και ηθοποιία θεατρικών παραστάσεων για τη μικρασιατική καταγωγή και κληρονομιά του, για τις προσωπικότητες στη μουσική που τα τραγούδια τους τον εντυπωσίασαν ανεξίτηλα και συγκίνησαν κατά τα νεανικά του χρόνια. Ο κύκλος φίλων του Α ήταν ευρύτατος και από εκεί αντλούσε με σχετική ευκολία και ικανοποιητικούς ρυθμούς την εκάστοτε σεξουαλική συντροφιά του. Κατατασσόταν πάνω από το μέσο όρο σε κατακτήσεις και ήταν γενικά ζηλευτός για τις επιδόσεις του σε αυτόν τον τομέα, ποτέ όμως δεν άγγιξε τις κορυφές μερικών άλλων προνομιούχων, πάντως όχι εξαιτίας της έλλειψης κομψότητας και φυσικών χαρισμάτων ή εξαιτίας της εντατικής αφοσίωσης σε σπουδές και κομματικά καθήκοντα. Τον πήχη κριτηρίων στην επιλογή φιλενάδων τον έθεσε εξ αρχής σχετικά χαμηλά, κάτι απόλυτα δικαιολογημένο από την κρίσιμη έλλειψη γυναικών που χαρακτήριζε την σχολή και το άμεσό μας περιβάλλον.

 Ο Α, λοιπόν, θα έπαιρνε «λίαν καλώς» στις δύο ασχολίες στις οποίες διοχετευόταν ένα μεγάλο μέρος της ενέργειας μας εκείνα τα χρόνια: τις σπουδές και το σεξ· δυνητικά «άριστα», αν δεν ήταν par excellence εγωκεντρικός και καλοπερασάκιας. Του άρεσε το καλό φαγητό, το τραγούδι και ο χορός, το θέαμα, αναμφίβολα το σεξ, δηλαδή η τέρψη των αισθήσεων στο μέγιστο δυνατό μέσα από τον πλούτο μιας ποικιλίας υπαρξιστικών εμπειριών. Η επιστήμη, το κόμμα, η ιδεολογία, δεν βρίσκονταν ανάμεσα στις προτεραιότητες κατά την διάθεση ενός κατά τ’ άλλα άπλετου ελεύθερου χρόνου, ενώ για την ικανοποίηση ορμών και παρορμήσεων, με μια λέξη της καλοπέρασης που στοιχειοθετούν, πέρα από το χρόνο, υπήρχε φαινομενικά και μια ικανή ροή χρήματος από τον οικογενειακό κορβανά.  

Μετά από καιρό έμαθα ότι οι σεξουαλικές peccadilloes του Α παραλίγο να με απομακρύνουν από την Κνίτικη παρέα πριν ακόμα γίνω στέλεχος της, μετά από εκείνη την απογοητευτική επίσκεψη στο διαμέρισμα του Λ, όπου, αντί να χτιστούν γέφυρες εγκαταλείφθηκα χωρίς εξηγήσεις, λίγες μόνον ώρες αφού είχα προσκαλεστεί με υποσχέσεις στους κόλπους της. Ο Α, στο μανιώδες κυνήγι για σεξ και έχοντας, καλώς ή κακώς, χαλαρώσει τα κριτήρια του στις επιλογές ερωτικών συντρόφων, σύναψε μια σχέση ευκαιρίας με συμφοιτήτρια του έτους. Σχέση μάλλον επιπόλαια και ευκαιριακή, καθότι η κοπέλα δεν διέθετε κάποια αξιόλογη χάρη και ομορφιά. Η σχέση εκείνη όμως απέδωσε καρπούς -κυριολεκτικά. To «φρούτο του σεξουαλικού του οργάνου», για να παραφράσω μια φράση συχνή στη ρωσική λογοτεχνία, μετά από τη σπορά μεγάλωνε στην κοιλιά της κοπέλας. Τελικά, ο Α αναγκάστηκε, υπό αφόρητη πίεση από την ίδια και τους γονιούς της, να τη συνοδέψει στην κλινική για έκτρωση. Και να πληρώσει για αυτήν. Ο εγωκεντρισμός του Α προσδοκούσε και απαιτούσε την ηθική τουλάχιστον συμπαράσταση από τους κοντινούς του φίλους. Η έλλειψη οποιασδήποτε αναφοράς και εξηγήσεων, όταν με άφησαν σύξυλο στο διαμέρισμα του Λ με τον αδερφό του, οφειλόταν στο ότι ακόμα δεν ανήκα στα εσώτερα του στενού κύκλου του Α, δεν έχαιρα της εμπιστοσύνης για απόλυτη εχεμύθεια που το ατυχές γεγονός επέβαλλε. Τελικά, θα το μάθαινα μετά από καιρό, κάτω από συνθήκες εξοικείωσης, όταν η φιλία με τους συντρόφους της παρέας είχε πλέον στεριώσει.

Γύρω από τον πυρήνα των Κνιτών που το πρώτο έτος απάρτιζαν ο Αντώνης και οι, ας τους πούμε εν συντομία, ΒΑΛ, κινείτο μια ακόμη κομματική επιρροή, ο Ν. Ευφυής. Εύστροφος και ετοιμόλογος, αδιάλλακτος και νευρικός, σαρκαστικός και υποτιμητικός, κατάφερνε και απέκρουε αποτελεσματικά, αν και με πολλά νεύρα και εριστική διάθεση, τις επιθετικές προσεγγίσεις της οργάνωσης· συγκεκριμένα, τη δύσκολα αντιμετωπίσιμη με αντι-επιχειρήματα πειθώ του Αντώνη και εμπειρότερων καθοδηγητών, ακόμα και τις φιλοφρονήσεις και χαριεντίσματα των λίγων χαριτωμένων συντροφισσών όπως η Ντ. Καυγάδες και πηγαδάκια έντονης αντιπαράθεσης, που στήνονταν με την παραμικρή αφορμή, για το ποδόσφαιρο, για τον ανελέητο ανταγωνισμό ανάμεσα στον Παναθηναϊκό (του οποίου, για άγνωστο λόγο, ήταν οπαδός) και του Ολυμπιακού (τον οποίο υποστήριζε η πλειοψηφία των νοτιοελλαδιτών Κνιτών ως τη δημοφιλέστερη ομάδα ανάμεσα στην εργατιά των δυτικών συνοικιών της Αττικής και του Πειραιά), για το χαρτί και το τάβλι, και βέβαια για τα πολιτικά, τέτοιοι καυγάδες έβρισκαν τον ισχυρογνώμονα Ν στο επίκεντρό τους. Ήταν πάντως φτωχόπαιδο, καταγόταν από γνήσια εργατική οικογένεια, είχε προλεταριακή καρδια και, ως εκ τούτου, μια αγωνιστική προδιάθεση. Λόγω οικογενειακών καταβολών και κοινωνικού status, προσανατολιζόταν πολιτικά προς την αριστερά, και το ΚΚΕ συγκεκριμένα, μολονότι, πιθανότατα από εγωϊσμό, δεν το παραδεχόταν.

Όσον αφορά εμένα, με απασχολούσε εξ αρχής το αν η ιδεολογία της κομμουνιστικής νεολαίας, ο φορέας των αγώνων για τον σοσιαλισμό, μας εκπροσωπούσε με καθαρότητα και ειλικρίνεια, τουλάχιστον με άξονα την ταξική καταγωγή και τον τρόπο ζωής των περισσότερων μελών της (κι εμού συμπεριλαμβανομένου). Με άλλα λόγια, αναρωτιόμουν αν η πολιτική ιδεολογία που ενστερνιστήκαμε και ακολουθούσαμε σύναδε με τον modus vivendi και operandi των φοιτητικών μας χρόνων, ή απλά ήταν ένα ακόμα χόμπι, ένας τρόπος να δικτυωθούμε κοινωνικά και να περνάμε ευχάριστες ώρες στις παρέες άλλων με προσεγγιστικά παρόμοιες αντιλήψεις για την ζωή και την κοινωνία. Το αξέχαστο περιστατικό στο Μηχανουργείο έφερνε τέτοιου είδους ιδεολογικές αμφιβολίες και αμφιταλαντεύσεις στο προσκήνιο της σκέψης. Ποια θα μπορούσε να είναι η σχέση ανάμεσα σε παιδιά, καλά παιδιά, καλόπαιδα της μεσαίας τάξης, όπως εγώ, ο Β  ή ο Α ή η Ντ., και άλλοι πολλοί, και νέους ή τυραννισμένους και ρυτιδιασμένους από το μόχθο ανθρώπους, με διαφορετικές συνειδήσεις, τρόπο σκέψης και συνήθειες, με ανθρώπους που από ανάγκη δούλευαν για ένα δύσκολο μεροκάματο στα μηχανουργεία του Βαρδάρη, στα κέντρα διασκεδάσεων που συχνάζαμε, στις φάμπρικες της Σίνδου; Με ποια λογική αφετηρία θα μπορούσε η κομμουνιστική μας οργάνωση να διεκδικεί τα ηνία και τον καθοδηγητικό ρόλο στην έκφραση των συμφερόντων αυτού του πραγματικού προλεταριάτου, όταν απαρτιζόταν κυρίως από γόνους των μικρομεσαίων στρωμάτων, χωρίς επαγγελματικές εμπειρίες, με μόνον μια επιφανειακή ή συγκεχυμένη αντίληψη της λειτουργίας του καπιταλιστικού συστήματος (ως μη ενεργά μέλη της παραγωγικής διαδικασίας), και μια αποσπασματική γνώση της μαρξιστικής κριτικής της πολιτικής οικονομίας του καπιταλισμού; Αυτές οι αμφιβολίες μετά από καιρό, σε συνδυασμό με τις κοσμοϊστορικές εξελίξεις που θα οδηγούσαν στην κατάρρευση του «υπαρκτού σοσιαλισμού» και το ξεγύμνωμα του μοντέλου που το Κόμμα είχε υιοθετήσει και περιθάλψει και καθημερινά λιβάνιζε, θα οδηγούσαν τελικά στην απογοήτευση και την αποσκίρτηση.

Στο μεταξύ, όμως, μέσα από τον καθημερινό διάλογο, τους πολιτικούς καυγάδες, τα ανέκδοτα, το σαρκασμό και την ειρωνεία, το κουτσομπολιό, είτε γύρω από ένα τραπέζι με τάβλι ή μπουρλότο, είτε στο γήπεδο, είτε σε κάποια ταβέρνα με τσιγάρο,  ποτό και λαϊκή μουσική, μου δόθηκε μια μοναδική και ανεκτίμητη ευκαιρία, μια μοναδική ευκαιρία στη ζωή: να ωριμάσω ιδεολογικά, συναισθηματικά και, τελικά, ερωτικά (από αισθησιακή κυρίως άποψη)· μέσα από φιλίες και συναναστροφές, να ακολουθήσω δρομάκια, πολλές φορές αδιέξοδα, μέσα από πόρτες που η ζωή στο πανεπιστήμιο και η συμμετοχή στην οργάνωση άνοιγε. Και αν πολλές από τις ιδέες και απόψεις που ενστερνίστηκα και υπερασπίστηκα, καμιά φορά δογματικά και με φανατισμό, διαψεύστηκαν από την πραγματικότητα, ακυρώθηκαν από νέες εμπειρίες και την τελική μου ένταξη στην πραγματική διαδικασία της καπιταλιστικής παραγωγής, δεν μειώνουν το μέγεθος και πλούτο των εμπειριών και την αξία της στο χτίσιμο και ολοκλήρωση του εαυτού. Έγινε, ως ένα αλησμόνητο και όμορφο παρελθόν, πάγιο κομμάτι του εαυτού μου, μια από τις κινητήριες του δυνάμεις για την υπόλοιπη ζωή. Αν μη τι άλλο, έδειξα για πρώτη φορά ίσως στην ζωή μου προσαρμοστικότητα, κινητικότητα, ζωντάνια στο μυαλό, μαζί με ίχνη κοινωνικότητας, μέχρι τότε σχεδόν ανύπαρκτα. Δεν θα εξελισσόμουν σε έναν εκκεντρικό, κοινωνικό απόκληρο!

Με την στρατολόγηση του Ν, το αρχικό ΒΑΛ, έγινε ΒΛΑΝ, η παρέα που με μερικά άλλα εξίσου αγαπητά αντεπιστέλλοντα μέλη εκτός οργάνωσης, τελικά άνοιξε τους κόλπους και με δέχτηκε, πρόσφερε γενναιόδωρα την φιλία και συντροφικότητά της, σημάδεψε τα φοιτητικά μου χρόνια -και την ζωή πέρα από αυτά, παρά τα λίγα χωρίς ιδιαίτερη σημασία παρατράγουδα, παρά τους μερικούς δισταγμούς και φραγμούς που παρέμειναν αξεπέραστοι. Τα ομόρφυνε σε τέτοιο βαθμό, που οι αναμνήσεις της περιόδου να γίνουν πνευματικός θησαυρός, η νοσταλγία τους μετά από δεκαετίες να με γεμίζει χαρά και λύπη, να μου φέρνει γέλιο και δάκρια. Οι φιλίες θα μπορούσαν να είναι πιο εγκάρδιες, πιο ζεστές, και να είχαν συνέχεια. Δεν παύω να τις θεωρώ μοναδικές και ανεπανάληπτες, και να νιώθω τυχερός για τον χρόνο που πέρασα με εκείνα τα παιδιά. Κρίμα, όμως! Πέρασε γρήγορα και χάθηκε για πάντα.

No comments:

Post a Comment