Wednesday, March 20, 2024

7 - Η Κνίτικη Παρέα: Στα Βράχια

Έτσι, μέσα από μαζώξεις, εξορμήσεις, τις βδομαδιάτικες «ΟΒες», τις υποχρεωτικές μέχρι και καταναγκαστικές συνέχειες με τις ώρες σε σπίτια και καφενεία, για καφές και μπουρλότο και τάβλι, και το κλείσιμο για «ρετσίνα» σε ταβέρνες, κτίστηκαν φιλίες. Και σφυρηλατήθηκαν μέσα από ατέρμονες πολιτικές και θεωρητικές ή και μεταφυσικές συζητήσεις: για την επανάσταση, το ποδόσφαιρο, το κομματικό κουτσομπολιό (με επιφύλαξη), και, αναπόφευκτα, για την κάθε εμφανίσιμη ή, ακόμα καλύτερα, «διαθέσιμη» φοιτήτρια και συντρόφισσα, τις επαφές και την ερωτική δικτύωση που η οποιαδήποτε αισθηματική προσέγγιση προϋπόθετε. Όπως και πολλές, πάρα πολλές άσκοπες «ψιλές» κουβέντες, μεταξύ σοβαρού και αστείου, για κάθε είδος τετριμμένης ή σοβαροφανούς «μαλακίας». Οι πλέον πολιτικά και κομματικά «συνειδητοποιημένοι» και ευσυνείδητοι σύντροφοι του έτους, που συναντιόντουσαν καθημερινά σε σπίτια, στο κυλικείο, στα καφενεία και τις ταβέρνες, σχημάτισαν τον πυρήνα μιας συμπαγούς Κνίτικης παρέας: ήταν κατ’ αρχήν ο Αντώνης -ο σύντροφος-μαγνήτης στο επίκεντρό της, ο Β, ο Α, ο Λ, η όμορφη Ντ, Κνίτες όλοι τους από τα σχολικά χρόνια ή το πρώτο έτος, και όψιμα ο Ν, ο τελευταίος από τις χρόνιες επιρροές που αντιστεκόταν επίμονα τη στρατολόγηση μέχρι την δεύτερη και τρίτη χρόνια στο Πολυτεχνείο. Αυτόν τον πυρήνα πλαισίωναν ανάλογα με τις περιστάσεις και άλλοι σύντροφοι, συνήθως ψημένα στελέχη της οργάνωσης, όπως και διάφοροι τρίτοι που είχαν φιλικές σχέσεις από το παρελθόν με μέλη του εν λόγω πυρήνα. Και σποραδικά, μερικοί παρείσακτοι, γενικά στερημένοι από ανθρώπινη συντροφιά, συμφοιτητές.    

Λίγους μήνες πριν φύγει για την παρτίδα του, την Πετρούπολη, ο Αντώνης, με είχε ήδη εισαγάγει στο inner sanctum της οργάνωσης και συστήσει σε συντρόφους -του έτους, του τμήματος, της σχολής. Ήταν ουκ ολίγοι. Επαφέθηκε πλέον σε μένα, σε ατομικές χλωμές πρωτοβουλίες από μιαν σχεδόν ανύπαρκτη κοινωνικότητα, να αξιοποιήσω αυτές τις γέφυρες προς ένα πλήθος γνωριμιών, όχι μόνον χάριν της «επιχειρηματικής» συναδελφικότητας και συντροφικότητας, που θα πρόσφερε ως bonus το ενδεχόμενο στενών φιλιών (κατά το πρότυπο των παιδικών μου χρόνων και μετά από την μακρόχρονη απουσία τέτοιων καρδιακών σχέσεων στα χρόνια του Γυμνασίου και Λυκείου), αλλά (ποιος ξέρει;) και προς την κατ’ εξοχήν επιθυμητή κατεύθυνση σύναψης ερωτικών σχέσεων.

Ο Λ, ο ψηλός Κρητικός με κορακίσια μαλλιά, θαμνώδη φρύδια, ένα πλατύ χαμόγελο κάτω από μια ίσια και μυτερή μύτη, ήταν από τα πρώτα βήματα στην οργάνωση περισσότερο φιλικός μαζί μου από τους άλλους της οργάνωσης βάσης. Το ανάστημα και η αρρενωπότητά του, το χιούμορ του, τα αστεία και πειράγματα του, που πάντα ξεστόμιζε με εκπληκτική σοβαροφάνεια, η άνεση και αυτοπεποίθηση του σε παρέες, αντρικές ή γυναικείες, η ήπια και ευχάριστη στο αυτί κρητική προφορά, οι φαινομενικά αρκετές εμπειρίες του στο ερωτικό αλισβερίσι, όλα αυτά τον κατέστησαν από τις πρώτες μέρες του πανεπιστημίου αδιαμφισβήτητα ελκυστικό σε φοιτήτριες και συντρόφισσες. Ένας μικρός προγναθισμός, που τον πρώτο καιρό τον έκρυβε πίσω από ένα πυκνό, μαύρο μούσι, πρόσθετε στο χιούμορ και την γοητεία του. Δεν θυμάμαι περίοδο στη διάρκεια των σπουδών μας που ο Λ να μην είχε μια ή περισσότερες ερωτικές συντρόφους, «γκόμενες» στην καθομιλουμένη. Πολλές φορές «δοκίμαζε» και κοιμόταν με την επόμενη πριν τα «χαλάσει» επίσημα, συνήθως απότομα και δίχως εξηγήσεις, με την προηγούμενη. Σχέσεις που ήταν, όπως παρατηρούσα, πάντοτε εφήμερες και βραχυχρόνιες, λίγες από αυτές προφανώς επιπόλαιες, αλλά πάντα για μένα τον αμέτοχο παρατηρητή, τον στερημένο ερωτικά, αξιοζήλευτες. Στους διαγωνισμούς κοιτάγματος με στοίχημα το ποιος θα γελάσει πρώτος, στους οποίους συχνά προσκαλούσε εμένα τον μόνιμα «χαμογελαστό σύντροφο», έβγαινε με άνεση νικητής. Δεν ήταν ο πλέον αφοσιωμένος σύντροφος της οργάνωσης. Ήταν από αυτούς που ακόμα και τότε, ίσως με το στανιό και σπρώξιμο από τον πιο συνειδητοποιημένο και ώριμο αδερφό του, επιστράτευε την λίγη όρεξη για κομματική δράση, μέρες και ώρες πριν τις φοιτητικές ή βουλευτικές εκλογές. Στην διάθεση του άπλετου ελεύθερου χρόνου που μεσολαβούσε από τις μεσημεριανές ώρες που ξυπνούσε και κατέβαινε στο κυλικείο μέχρι τα ξημερώματα της επομένης, οι προτεραιότητες του βρισκόταν αλλού. Σε παρέες από τον ευρύτατο κύκλο συντοπιτών του από το Χανιά, του ίδιου και του μεγαλύτερου αδερφού του, του Κ, με τον οποίο συγκατοικούσαν, στα καφενεία της πλατείας Ναβαρίνου, αργότερα στη Λέσχη του Μπριτζ με τον χοντρό συντοπίτη του, τον Σ, σε ποδοσφαιρικά θέματα και το πάθος του για τον «Θρύλο», μπροστά σε μιαν τηλεόραση ή σε εκτός έδρας εμφανίσεις στο Καυτατζόγλειο ή την Τούμπα ή το Χαριλάου, σε art-house σινεμά, και φυσικά στην ζεστασιά της εκάστοτε θηλυκής συντροφιάς του. Επομένως, τις δραστηριότητες και τα κουραστικά και ανιαρά καθήκοντα της ΚΝΕ, ειδικά όταν αυτά απαιτούσαν πρωϊνό ξύπνημα, τα αγνοούσε συστηματικά ή προσπερνούσε εφαπτομενικά, απών από τα περισσότερα καλέσματα, εκτός αν επρόκειτο για κάποια απογευματινή ή βραδινή πορεία ή εκδήλωση που θα συνοδευόταν από κάποια μορφή ψυχαγωγίας. Την συμπάθεια του Λ, την γνησιότητα και ανιδιοτέλεια της φιλίας του μέσα από το χιούμορ και τα πειράγματα, την διαισθάνθηκα από την αρχή. Και έγινε αυτή η φιλία ο καταλύτης στην ερωτική μου ολοκλήρωση, όπως θα διηγηθώ αργότερα. Θα διαρκέσει δεκαετίες παρά τη γεωγραφική απόσταση που μας χώρισε μετά το Πανεπιστήμιο. Ακόμα και σήμερα, βουτηγμένοι όπως είμαστε στην στασιμότητα της ώριμης ηλικίας, ενδιαφερόμαστε και ρωτάμε για την πορεία ζωής του άλλου.  

Τέλος πάντων, η περίπτωση μου διέφερε από τη νόρμα. Δεν συνέπλεα ως τότε με κανένα από τα διακριτά ρεύματα του φοιτητόκοσμου και της ζωής στο πανεπιστήμιο. Δεν βρισκόμουν τότε -και τελικά ποτέ στην διάρκεια της φοιτητικής μου ζωής, στον πυρήνα εκείνης της παρέας (ή οποιασδήποτε άλλης), όπως ήταν, για παράδειγμα, ο Α ή ο Β. Ποτέ δεν θα γινόμουν αυτό που λέμε ψυχή της, για διάφορους αιτίες: είτε λόγω του συνεσταλμένου χαρακτήρα και της αντικοινωνικότητας και  εσωστρέφειας που με διέκρινε· είτε λόγω ανανεωμένων επιστημονικών φιλοδοξιών, που ο ατομικός και οικογενειακός ζήλος για την εκπλήρωσή τους, χάριν κυρίως των επαγγελματικών επιτυχιών που σίγουρα θα συνεπάγονταν, με ανάγκαζε να απέχω από πολλές συγκεντρώσεις και εξόδους της παρέας, ιδιαίτερα τις μεταμεσονύκτιες που ήταν ο κανόνας -ούτως ώστε να διαθέτω ένα μεγάλο κομμάτι του χρόνου μου στη μελέτη· είτε γιατί, αντίθετα με τους περισσότερους συντρόφους συμφοιτητές, ζούσα με τους γονείς μου, κάτι που μοιραία διοχέτευε ένα μέρος του ελεύθερου χρόνου μου σε οικογενειακές σχέσεις. Θα παρέμενα, λοιπόν, μέχρι την τελική μετανάστευσή μου από την Ελλάδα, ένας λίγο-πολύ outsider, αν και γενικά συμπαθής.

Μετά την μεταγραφή του Αντώνη, έγινε ο Λ, λοιπόν, ο συνδετικός κρίκος με τον πυρήνα της Κνίτικης παρέας. Ένας κρίκος εν τη γενέσει του κι αυτός, κι εξίσου ή περισσότερο αδύναμος, καθώς ο Λ συναναστρεφόταν με διάφορες παρέες εντός και εκτός της οργάνωσης, ξένες σε εμένα. Η άψητη σχέση μου με την Π, εκείνη η ματαιωμένη σχέση που είχε υποσχεθεί πολλά για να καταλήξει σε κάτι με αρνητικό πρόσημο, είχε παρακινηθεί περισσότερο από την ενστικτώδη ανάγκη για συντροφιά με το αντίθετο φύλο και απομακρυνόταν στο παρελθόν. Με τον Αντώνη και την ένταξη μου στην ΚΝΕ είχαν γίνει κάποια πρώτα δειλά βήματα στην ανάπτυξη της κοινωνικότητάς και το άνοιγμα μου σε συναναστροφές, απαραίτητο συστατικό μια υγιούς και χαρούμενης φοιτητικής ζωής. Αλλά ο Αντώνης σύντομα θα έφευγε.

Ήταν τα μέσα Ιούνη του 1982, εν μέσω των εξετάσεων του έτους, λίγες μέρες μέσα στο Μουντιάλ της Γερμανίας. Το ποδόσφαιρο σε πιτσαρίες ή σπίτια συναδέρφων έγινε αναπόφευκτα η βραδινή διέξοδος ανάμεσα σε μελέτη και ξάπλα –ανάλογα με την όρεξη για σπουδές και την προσωπικότητα του καθενός, μέσα στην ιδρωμένη και ερωτική, από την εισβολή ενός ακόμα ζεστού καλοκαιριού, πολιτεία. Τα καθήκοντα που μας φόρτωνε η οργάνωση και η παράταξη στον απόηχο των επιτυχημένων φοιτητικών εκλογών (κατά την καθοδήγηση μας, τουλάχιστον, και δεν θα μπορούσε να είναι αλλιώς) λιγόστευαν. Οι ΟΒες εξακολουθούσαν να λαμβάνουν χώρα κάθε τρεις και λίγο στο ένα ή το άλλο διαμέρισμα, κυρίως για ανακοινώσεις από τα κεντρικά όργανα και ενημερωτικούς λόγους και για να διατηρήσουν μιαν συντροφική συνάφεια πριν το καλοκαιρινό διάλειμμα. Ο Λ, μετά από μια τέτοια λησμονημένη ΟΒΑ ρουτίνας που έγινε επειδή «έπρεπε να γίνει», με κάλεσε, «αν ήθελα» να ερχόμουν στο διαμέρισμά, που μοιραζόταν με το αδερφό του και έναν άλλο Κρητικό σε μιαν πολυκατοικία της Ερμού, να δούμε παρέα ένα ματς ρουτίνας του Μουντιάλ. Θα ήταν και οι άλλοι σύντροφοι εκεί: ο Αντώνης, ο Α και ο Β, όλοι τους ήδη επιστήθιοι και κολλητοί, «κώλος και βρακί» που λένε. Ο Λ μου έδωσε και το τηλέφωνό του αν χρειαστώ οδηγίες για να τους βρω. Νωρίς απόγευμα, ξεκίνησα από το σπίτι μας στη Χαριλάου. Είδα την επίσκεψη ως ένα από τα μικρά παράθυρα που ίσως θα μου αποκάλυπτε λαμπερά ξέφωτα της όμορφης φοιτητικής ζωής. Στείρες κουβέντες ασύγκριτης ελαφρότητας, ή, για πολλούς, σοβαρές πνευματώδεις αναλύσεις γύρω από το ποδόσφαιρο, γνώριζα από τα παιδικά χρόνια ότι θα μπορούσαν να γίνουν θεμέλια όπου στέριωναν καλές φιλίες. Το ποδόσφαιρο ανέκαθεν έφερνε κοντά αντρικές ψυχές.

Πήρα τηλέφωνο από ένα περίπτερο της Ερμού για να πω ότι έρχομαι και να μάθω τις λεπτομέρειες της διεύθυνσης. Όταν ανέβηκα στο διαμέρισμα τους βρήκα όλους, την τετράδα των «κολλητών», όρθιους, μαζεμένους σε έναν κύκλο στο χολ πίσω από την πόρτα, να μουρμουρίζουν με μυστικότητα λόγια από τα οποία δεν έβγαζα νόημα. Και ήμουν αρκετά διακριτικός για να ρωτούσε τι έτρεχε. Στο κέντρο βρισκόταν ο Α, που με σοβαρό ύφος στο αναψοκοκκινισμένο του πρόσωπο φαινόταν ότι διοργάνωνε κάτι. Αλλά πάντα ο Α διοργάνωνε κάτι. Είτε αυτό ήταν μια βραδινή έξοδος στην ταβέρνα, είτε κάποιο μίνι τουρνουά τάβλι στο διαμέρισμά του, είτε τετράδες για μπουρλότο. Ο Κ, ο αδερφός του Λ, ήταν καθισμένος με κάποιον που δεν γνώριζα μπροστά από την τηλεόραση, εν αναμονή του εναρκτήριου λακτίσματος του αγώνα και μου έκανε νόημα να κάτσω δίπλα τους. Ο Κ μπορεί να μην διέθετε τη φυσιογνωμική γοητεία του αδερφού, αλλά τον ξεπερνούσε σε ευγένεια και γλυκύτητα, λόγου και τρόπων. Το ματς θα άρχιζε σε λίγο και η θέα της όρθιας τετράδας στο χολ με προβλημάτιζε. Δεν θα κάθονταν να δούμε το ματς μαζί και να γνωριστούμε καλύτερα;  

Δεν πέρασαν μερικά δευτερόλεπτα αφότου έκατσα δίπλα στον Κ, τον αραγμένο και, όπως πάντα, χαμογελαστό και άνετο, και την αναμπουμπούλα στο χολ που προσπαθούσα να εξηγήσω, όταν άνοιξε η εξώπορτα και ο ένας μετά τον άλλον της παρέας των τεσσάρων, χωρίς να πουν κουβέντα, χωρίς να αποχαιρετήσουν, βγήκαν έξω με μυστικοπάθεια και βιασύνη, και έφυγαν. Έμεινα σύξυλος, ταραγμένος μέσα μου από κύματα αμηχανίας και ντροπής και θυμού. Ίσως να είχα κοκκινίσει από την ντροπή, αλλά δεν είπα τίποτε. Ούτε και ο Κ είπε τίποτε, αλλά και τι να έλεγε; Καρφωθήκαμε οι τρείς μας στην τηλεόραση, παρακολουθώντας ένα χωρίς ιδιαίτερη σημασία ματς, με λίγες κουβέντες μεταξύ μας, τις μικρές και κοφτές κουβέντες ανάμεσα σε ανθρώπους που δεν γνωρίζονται καλά μεταξύ τους. Τουλάχιστον, η αμηχανία και στενοχώρια μου δεν βγήκε στην επιφάνεια μέχρι που τέλειωσε το παιχνίδι και γύρισα σπίτι μου. Οι υπόλοιποι είχαν γίνει κατά τη διάρκεια των δυο ατέλειωτων ωρών του ματς άφαντοι. Τα αδύνατα νήματα φιλίας και προσέγγισης στην παρέα, που εκείνη η συγκέντρωση υποσχόταν να τα κάνει ισχυρότερα, ένιωσα ότι κόπηκαν από ένα αόρατο ψαλίδι. Ένας θυμός γεννήθηκε μέσα μου: για τους Κνίτες και την οργάνωση, για τον αφελή εαυτό μου που αφέθηκε να παρεξηγήσει ανοίγματα και χείρες φιλίας, και υπέθεσα ότι μου προσφέρθηκαν ως αντάλλαγμα για τη συμμετοχή μου στον κοινό πολιτικό αγώνα, αν όχι ως δόλωμα. Κοινωνικά αποκλεισμένος και πάλι, όπως τις πρώτες βδομάδες του πρώτου έτους στο Πανεπιστήμιο! Ελπιδοφόρες φιλίες να έχουν τερματιστεί εν τη γενέσει τους! Ίσως, και να μην είχαν καν γεννηθεί, όπως αφελώς είχα πιστέψει.

Την επόμενη μέρα στο δρόμο μου για το πανεπιστήμιο φόρεσα μιαν ψυχρή αδιάφορη μάσκα. Έκρυβε τον πεισματικό θυμό που είχε φουντώσει και καλοκαθίσει μέσα μου μετά το περιστατικό της προηγούμενης μέρας. Μια από τις τελματώδεις καταστάσεις πείσματος και θυμού, «μουλαρώματος» όπως θα λέγαμε, που εμφάνιζα συχνά από την παιδική ακόμα ηλικία και τις φιλονικίες της πρώιμης εφηβείας, στις διακοπές με τον Β ή στο σχολείο με τον Δρ. Με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, προς τη μια ή την άλλη διέξοδο, ξεπερνούσα τελικά τον θυμό μου και μάζευα τα πεσμένα μούτρα μου, άνοιγα το στόμα μου, χρωμάτιζα την κρύα φωνή μου. Αλλά αυτή η υπέρβαση έπαιρνε καιρό. Καμιά φορά τόσο καιρό, ώστε η το σχίσμα στην οποιαδήποτε σχέσεις να μείνει αγιάτρευτο

Από το κυλικείο, όπου μαζεύονταν πρώτοι και καλύτεροι οι σύντροφοι, δεν πέρασα. Ανέβηκα την σκάλα της κεντρικής πόρτας του Πολυτεχνείου και από εκεί περπάτησα γρήγορα προς τις αίθουσες διδασκαλίες στην πλέον απόμακρη πτέρυγα του Πολυτεχνείου και από εκεί στο διπλανό κτίριο, με κάποια δήθεν εργαστήρια και τα γραφεία του Τμήματος, για τίποτε καρφιτσωμένες ανακοινώσεις και κυρίως για το σπάσιμο της ρουτίνας μέσα από καμιά κουβέντα με τυχαίους συναδέρφους. Οι παραδόσεις είχαν εδώ και μέρες σταματήσει. Η εξεταστική διαρκούσε βδομάδες μέσα στις ζέστες του Ιούνη και των αρχών του Ιούλη. Οι Κνίτες δεν σύχναζαν στις πτέρυγες, τους διαδρόμους και αίθουσες του Πολυτεχνείου, παρά μόνον αν υπήρχαν εξετάσεις, μολονότι για πολλούς, ιδιαίτερα των πρώτων ετών, η συμμετοχή στην εξεταστική του Ιούνη, είχε διακοσμητικό χαρακτήρα (ας «δώσουμε» το μάθημα και, ίσως, με λίγη τύχη, με λίγη αντιγραφή από τον διπλανό, δεν ξέρει κανείς τι γίνεται…) Οι ευκαιρίες ήταν απεριόριστες και η επιτυχία στις εξετάσεις και η αποφοίτηση μπορούσε να περιμένει –επ’ άπειρον. Εδώ ήταν Ελλάδα: οι σπουδές και η ζωή του φοιτητή, η ζωή γενικότερα, δεν χρειάζονται βιασύνες.

Τα βράδια, μετά το ατυχές εγχείρημα της επίσκεψης μου στου Λ, τυλίχτηκα και πάλι από την κανονικότητα της εσωστρέφειάς και μοναξιάς μου. Οι ώρες περνούσαν ήρεμα με διάβασμα στον καναπέ στο κλειστό δωμάτιο, με διαλείμματα στις τηλεοπτικές μεταδόσεις του Μουντιάλ. Με όση ηρεμία επέτρεπαν τα παιχνίδια που παίζουν οι ορμόνες σε νέους της ηλικίας μου στα ζεστά καλοκαίρια της Θεσσαλονίκης και τους πειρασμούς της. Μερικά βράδια αργά, ένιωθα την ανάγκη -ως και λαχτάρα- να βρεθώ ανάμεσα σε ανθρώπους, μια ανάγκη που πάντα, όταν αντίκρυζα τον εαυτό μου, αντίφασκε κραυγαλέα με την αντι-κοινωνικότητα και εσωστρέφειά μου, όπως συμβαίνει σε διχοτομημένες προσωπικότητες. Αυτή με οδηγούσε έξω από το σπίτι σε μια από τις λίγες διεξόδους που έβρισκα μακριά από την μοναξιά του δωματίου, στο εντευκτήριο της Ένωσης Σκακιστών σε ένα από τους πάνω ορόφους μιας ψηλής πολυκατοικίας στην γωνία της Ιασωνίδου και της Αγίου Δημητρίου. Παρά την βαριά ατμόσφαιρα που δημιουργούσε το μανιώδες κάπνισμα, και το βάθος της σκέψης και αναλύσεων από τους θαμώνες της, το περιβάλλον μου φαινόταν, φιλόξενο και ζεστό, με μια λέξη ανθρώπινο και, επιπλέον, θα μπορούσα, ανάμεσα σε αναγνωρισμένους, να ασκήσω ανταγωνιστικά ένα από τα χόμπι μου. Στην Ένωση οι κουβέντες ήταν λίγες, η αυτοσυγκέντρωση απαράμιλλη. Παρακολουθούσα τα πρωτοπαλίκαρα του τότε αρχηγού Ι. -ένα μωσαϊκό χαρακτήρων: τον ευφυέστατο Ν., που αργότερα έγινε Hedge Fund Manager στο City· τον Θ., με επίσης κοφτερό μυαλό (προϋπόθεση κάθε δυνατού σκακιστή), ανένδοτο στο παιχνίδι του και ανηλεή απέναντι σε υποδεέστερους αντιπάλους, ο οποίος τις συζητήσεις για ανοίγματα, φινάλε, συνδυασμούς, κτλ. τις διάνθιζε από λέξεις της σκακιστικής αργκό πάντα με ειρωνικούς υποτόνους (όπως «λέω J'adoube, ρε!», «δες πως τον zugzwag-ισε ο άλλος!», «en passant, ο μεγάλος!») ή αυτοσχέδιες εκφράσεις που έγιναν κλισέ στο εντευκτήριο («έστησε τον κομμάτι του, ο μαζέτας», «πέφτει το κομμάτι του», «το τσίκι του μαζέτα», «ο νεανίας επιτίθεται»)· τον Κ., πρώην παιδί-θαύμα στο σκάκι, που στην εφηβεία του άρχισε να τρελαίνεται, ίσως εξαιτίας τoυ διανοητικού βασανιστηρίου στο οποίο μας υποβάλλει το σκάκι, καθισμένο σε μια γωνιά, χωρίς αντίπαλο, να αναλύει παρτίδες ή να παίζει με τον εαυτό του· τον Λ., που το σκάκι φαινόταν να είναι η διέξοδος από την κακοπληρωμένη υποαπασχόλησή του ως καθηγητής ιδιαιτέρων και τη φροντίδα της άρρωστης μάνας του· τον λεγόμενο «Δάσκαλο» να επιδίδεται σε μανιώδεις παρτίδες blitz με ένα κατοστάρικο στοίχημα, όπου τα ξέφρενα χτυπήματα στο κουμπί του χρονομέτρου και οι κραυγές «τσεκ!» και της τελικής νίκης, αντηχούσαν σε όλον τον όροφο. Καμιά φορά εμφανιζόταν απαρατήρητος, αθόρυβα, και παρέμενε με τις ώρες αμίλητος, συνεπής με την ιδιοσυγκρασία του, ο Ζ, ο παλιός συμμαθητής μου από το σχολείο και πλέον συμφοιτητής. Είχαμε μαζί εγγραφεί στην Ένωση και η παρουσία του εκεί με έκανε να νιώθω μιαν αδιευκρίνιστη παρηγοριά: δεν ήμουν μόνος στη μοναξιά μου. Ήταν, όμως, σε τελική ανάλυση η Ένωση και το εντευκτήριο της ένα τελευταίο καταφύγιο, ένα αποκούμπι, παρά τους διάφορους σκιώδεις, ιδιόρρυθμους και εξίσου αντικοινωνικούς τύπους που το σύχναζαν, τους μόνιμα σκυμμένους και συνήθως σιωπηλούς πάνω από τραπεζάκια με σκακιέρες, να σκέφτονται, βαθιά, επίμονα, την επόμενη κίνηση.

No comments:

Post a Comment