Μετά από λίγες μέρες αυτοαπομόνωσης μακριά από την οργάνωση και τις μαζώξεις των Κνιτών, αυθόρμητες ή προγραμματισμένες, ένα μεσημέρι αργά συναπαντήθηκα με τον Αντώνη στις πλατιές σκάλες της κυρίας εισόδου που κατέβαινα μετά από μια άσκοπη περιήγηση στους διαδρόμους του Πολυτεχνείου. Εσκεμμένα απέφευγα τον χώρο του κυλικείου ώστε να αποφύγω τέτοιου είδους συναπαντήματα. Ο ρυθμός των παλμών της καρδιάς μου, από την εγγενή έλλειψη θάρρους και την αμηχανία που με διακρίνει σε τέτοιες, ας πούμε δύσκολες, περιστάσεις επιταχύνθηκε.
«Που
είσαι, ρε σύντροφε, και χάθηκες; Τι γίνεται;» είπε ο Αντώνης, με κάποιο
χαμόγελο υποψίας στο άξεστο και ατημέλητο, αντάρτικο πρόσωπό του.
«Τι να
γίνεται; Να, εδώ είμαι... Εσύ τι γίνεται;» τον ρώτησα, με μιαν ψυχρή, αχρωμάτιστη
φωνή που ακούγεται διαφορετική ακόμα και σε μένα τον ίδιο -σαν να μη βγαίνει
από τον εαυτό μου, ένας τόνος και ύφος που με διακρίνει σε τέτοιες περιπτώσεις.
«Καλά,
μωρέ, τα λέμε… Δεν σε είδαμε για μέρες κι ανησυχήσαμε. Δεν εγκατάλειψες την
επανάσταση ελπίζω;», ρώτησε μάλλον ρητορικά, με την γνώριμη ζεστασιά στην φωνή
του.
Δεν απάντησα. Χαμογέλασα ένα χαμόγελο για κάθε
σκοπό, αδιάφορα, ίσως πικρό, αλλά πάντα χρήσιμο σε αδέξιους διαλόγους.
«Το
Σάββατο, είμαστε για ταβέρνα... ‘Θερμαϊκό’... Αποχαιρετιστήρια. Η μεταγραφή για
το Μετσόβιο εγκρίθηκε και Δευτέρα την κάνω για Αθήνα. Είσαι μέσα ρε σύντροφε,
έτσι;»
«Εντάξει.
Τα λέμε στην ταβέρνα….απόψε.»
Με άφησε στα σκαλοπάτια με ένα άγγιγμα στο
μπράτσο. Ίσως κατάλαβε ότι κύριος λόγος της απόστασης και ψυχρότητας εκ μέρους
μου να ήταν εκείνη η άσχημη κατάληξη του πρώτου ραντεβού στο σπίτι του Λ, η χωρίς
εξηγήσεις εγκατάλειψή μου με τον Κ και τον φίλο του, αλλά το επιδέξιο «λέγειν» και
ο πάντα ζεστός τόνος της φωνής του δεν φανέρωνε τέτοιες σκέψεις. Η καρδιά μου
άρχισε να μαλακώνει μετά από εκείνο τον σύντομο διάλογο, είναι αλήθεια, και το
παροιμιωδώς ακατάβλητο πείσμα μου, που με ανάγκαζε να κατεβάζω μούτρα σε
ανθρώπους για μέρες, να ξεφουσκώνει. Τελικά, ξεπέρασα και τις τελευταίες
εσωτερικές αντιστάσεις που προβάλει το πείσμα και βρεθήκαμε, με μια τεράστια
παρέα από συντρόφους -επιβεβαίωση της δημοφιλίας του Αντώνη, το βράδυ για
φαγητό στο ‘Θερμαϊκό’, και κατόπιν σε ένα «ποτάδικο» με μουσική στην Κονίτσης.
Χαλαρώσαμε, ήπιαμε, μεθύσαμε. Καταλήξαμε αργά μετά τα μεσάνυχτα στο διαμέρισμα
του Β στην Παπάφη, όπου παραδώσαμε τον Αντώνη ημι-παράλυτο από το πιοτό. Την
επόμενη, ο Β μας διηγούταν, με τραγικό χιούμορ,
πως συγκράτησε τον Αντώνη ενώ προσπαθούσε να ξεράσει σκυμμένος πάνω από τα
κάγκελα του μπαλκονιού του δεύτερου ορόφου. Λίγο ακόμα και θα έπεφτε στο κενό. Τη
μεθεπόμενη, ο Αντώνης αναχώρησε για την πατρίδα του, την Πετρούπολη, και το
Μετσόβιο, για να συνεχίσει με αμείωτη συνέπεια τους δονκιχωτικούς αγώνες του,
αν όχι και τις σπουδές του.
Τους αγώνες του, με τον ίδιο λόγο και κάτω από
πανομοιότυπα συνθήματα, τους συνεχίζει μέχρι σήμερα. Το όνομα του ανθρώπου που
με στρατολόγησε στην ΚΝΕ προέκυψε σε ένα από τα ψαξίματα μου στο google για το μακρινό
επαναστατικό μου παρελθόν. Πέρασαν σχεδόν σαράντα χρόνια από τότε που, με την
ευφράδεια και τον ενθουσιασμό του, με έπεισε για τα ιδανικά του κομμουνιστικού κινήματος,
για την ιστορική νομοτέλεια της κατάρρευσης του καπιταλισμού από μιαν εργατική
επανάσταση, και του σοσιαλιστικού μετασχηματισμού της κοινωνίας και του
κομμουνισμού. Τα ίδια απομακρυσμένα κι έξυπνα αμυγδαλωτά μάτια, τα ίδια σγουρά
μαλλιά, λιγάκι γκριζαρισμένα και αραιωμένα από το πέρασμα των χρόνων, το ίδιο αντάρτικο
ακατάστατο μούσι, το σπάνιο χαμόγελο αυτοπεποίθησης κρυμμένο από πίσω του (λενινιστικά
κηρύγματα για το κίνημα και την επανάσταση είναι σοβαρά θέματα και δεν
επιτρέπουν πολύ χιούμορ), μπροστά από κόκκινες σημαίες και ταμπλό ή, σε άλλο
ενσταντανέ, το πορτραίτο του Λένιν, να αγορεύει: μάλλον, σε ένα μικρό πλήθος
πίσω από την κάμερα που πρέπει να τον άκουγε με ενδιαφέρον. Και ο Αντώνης, ο αμετανόητος
και ασυμβίβαστος κομμουνιστής, απτόητος από τις εξελίξεις των σαράντα και πλέον
χρόνων, να διακηρύσσει, όπως και τότε την αναγκαιότητα του εργατικού, του
αντικαπιταλιστικού και αντιιμπεριαλιστικού κινήματος, ως στέλεχος ενός
περιθωριακού αριστερού κόμματος. Ο σοσιαλισμός τον οποίο πιστέψαμε και για τον
οποίο τότε αγωνιστήκαμε είχε προ πολλού καταρρεύσει. Δεν το είχε καταλάβει;
Ο Αντώνης ήταν ο γνήσιος κομμουνιστής της
εποχής μου, ένας par excellence αγωνιστής, αντάρτης της μεταπολίτευσης. Παρέμεινε
τέτοιος παρά τις τεράστιες πολιτικές ανακατατάξεις των δεκαετιών που μεσολάβησαν
από την μεσουράνηση της ΚΝΕ στα πανεπιστήμιο, που κανείς μας δεν είχε προβλέψει
τότε, και ακόμα και σήμερα πολλοί αδυνατούν να εξηγήσουν -μέσα από την σκοπιά
του ιστορικού υλισμού τουλάχιστον. Στο μετερίζι του αγώνα στο έτος μας, μαζί με
εμένα, άφησε τον Β, τον Α, τον σχετικά αναξιόπιστο σε περιόδους ενεργοποίησης
και κινητοποιήσεων Λ., και τρεις συντρόφισσες, την Π, την Ε και την Ντ. Στις λίστες της οργάνωσης υπήρχε και ο Γκ. ένας
οικογενειάρχης δάσκαλος που έκανε το δεύτερο και τρίτο πτυχίο του και
συμμετείχε στις δραστηριότητες, στην χάση και την φέξη, χωρίς συνέπεια αλλά με
ένα πάντα απολογητικό ύφος για αυτήν την ασυνέπεια. Στα κιτάπια ήταν μέλος και
ο Η, αδρανής και με μηδαμινή συμμετοχή στους «αγώνες», ακόμα και στις
ψυχαγωγικές εξορμήσεις, καθώς αφοσίωνε ολοκληρωτικά το χρόνο του στις σπουδές
του και στο πήγαινε-έλα στην Αθήνα για να δει την κοπέλα του. Ίσως υπήρχαν και
βαθύτεροι «ιδεολογικοί» λόγοι πίσω από την αποστασιοποίηση του, αλλά αυτή είχε θεωρηθεί
δεδομένη και η καθοδήγηση είχε εγκαταλείψει κάθε προσπάθεια να τον επαναφέρει
στους κόλπους της οργάνωσης. Χωρίς κομματικά καθήκοντα και έγνοιες, και χάριν
σε ένα δυνατό μυαλό και την απαράμιλλα σπουδαστική επιμέλεια που τον διέκρινε, ανταμείφθηκε
με μιαν λαμπρή και προσοδοφόρα επαγγελματική καριέρα στην καπιταλιστική Δύση.
Προς μιαν αντίθετη κατεύθυνση από αυτήν του Αντώνη, θα έλεγε κανείς, αν και από
λίγο-πολύ την ίδια αφετηρία.
No comments:
Post a Comment