Στα δύο πρώτο χρόνια στην οργάνωση, όντας από τον χαρακτήρα μου ευσυνείδητος και μεθοδικός, ακολουθούσα αγόγγυστα τη γραμμή και τις επιταγές των «οργάνων» της, παρά κάποιες αντανακλαστικές αντιρρήσεις σε ζητήματα που εμφατικά ξεπερνούσαν την λογική ή την ήδη ξεχειλωμένη ζώνη άνεσης μου. Στις πρώτες σχετικές συζητήσεις με τον εαυτό μου, μακριά από γιάφκες, μαζώξεις και συνελεύσεις, λιγοστές μόνον αμφιβολίες σήκωναν κεφάλι από τα βάθη της σκέψης μου για την σκοπιμότητα των πρακτικών. Την μαρξιστική θεωρία και κριτική του καπιταλισμού την είχα εμπεδώσει κατά πολύ πάνω από τον μέσο όρο επαγγελματικών στελεχών του κόμματος. Αν και ο ίδιος και το σύνολο των συντρόφων φοιτητών δεν απασχολούμασταν παραγωγικά, ωστόσο οι σποραδικές επαφές με τόπους δουλειάς, τα πολλά διαβάσματα, οι πληροφορίες και οι εικόνες που το περιβάλλον παρουσίαζε μπροστά μας, επαλήθευαν τα βασικά συμπεράσματα της θεωρίας: την εκμετάλλευση της εργασίας από το κεφάλαιο, τη δημιουργία αξίας και υπεραξίας από την εργασία, την νόμιμη στον καπιταλισμό υφαρπαγή αυτής της υπεραξίας από το κεφάλαιο με τη μορφή του κέρδους, την ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής και την εκμετάλλευση αυτή της εργασίας ως γενεσιουργό αιτία των κοινωνικών ανισοτήτων, των οικονομικών κρίσεων και υφέσεων· την ανισόμετρη ανάπτυξη χωρών, τον οικονομικό ιμπεριαλισμό και ηγεμονία των ΗΠΑ και της Δύσης στη ρίζα της εξάρτησης και υποτέλειας φτωχότερων κρατών. Για αυτό ήμουν βέβαιος: το σύστημα δεν λειτουργούσε προς όφελος όλων, φαινόταν ασταθές. Σίγουρα επιδεχόταν κάποιον μετασχηματισμό, καθώς οι μικρο-μεταρρυθμίσεις διαμέσου του πολιτικού συστήματος και εποικοδομήματος, παρά τις οποιεσδήποτε καλές προθέσεις, γρήγορα ξεπερνιούνταν ή ακυρώνονταν από το ίδιο το κοινωνικοοικονομικό σύστημα. Όλα αυτά τα σκεφτόμουν και ανέλυα μέχρι και μου έγιναν λίγο-πολύ κοινός νους και πυξίδα στην κρίση των πολιτικών γεγονότων και ιστορικών φαινομένων. Πίστευα επιπλέον, μάλλον ακράδαντα κατά τον πρώτο καιρό ως μέλος της οργάνωσης, ότι μέσα από την καθημερινή δράση σε δρόμους, τις πλατείες και αμφιθέατρα, συνεισφέραμε σε κάποια αλλαγή προς ένα καλύτερο μέλλον, όσο ασαφές και μακριά να ήταν αυτό, όσο και να μην υπήρχε κάποιο πραγματικό, ικανοποιητικό μοντέλο που ως φάρος θα μας οδηγούσε στην εξομοίωση του. «Βάζουμε το μικρό μας λιθαράκι στην οικοδόμηση ενός νέου κόσμου, σοσιαλιστικού», λέγαμε συχνά μεταξύ μας. Ασφαλώς και γινόμαστε, από πρώτο χέρι, αυτόπτες μάρτυρες της κοινωνικής ανισότητας και της φτώχιας, της κοινωνικής αδικίας. Ασφαλώς, και κάτι δεν πήγαινε καλά με την κοινωνία που ζούσαμε. Το προϊόν της μοιραζόταν ανισομερώς, οι ευκαιρίες αποδίδονταν σκανδαλωδώς ασύμμετρα, ο πλούτος στα χέρια λίγων, ο ατομικισμός και συμφεροντολογία των αστών εξοργιστικά, ο πλούτος τους ταυτόσημος με την δύναμη και την εξουσία που επιδρούσε στις ζωές όλων, και αποτελούσε πρόκληση για το άλλο άκρο, το χαμηλό άκρο της ίδιας κοινωνίας. Δεν χρειαζόμουν και πολύ πειθώ ώστε να κάμω το «από τον καθένα ανάλογα με τις δυνάμεις και ικανότητές του, στον καθένα ανάλογα με την προσφορά του» το ιδανικό μιας δικαίας μελλοντικής κοινωνίας, όραμα αντάξιο αγώνων για την πραγμάτωσή του.
Με ευκρινείς τοποθετήσεις σε συνελεύσεις, με εμπεριστατωμένη
επιχειρηματολογία σε διαλόγους με «επιρροές» και πολιτικούς αντιπάλους, με τη
γενική συνέπεια απέναντι στα καθήκοντα που μου ανατίθεντο, κέρδιζα, ίσως άθελα
και ασυνείδητα, την εκτίμηση στελεχών και καθοδηγητών. Διορίστηκα «διαφωτιστής»
στην επιτροπή της Οργάνωσης Βάσης (κάθε οργάνωση, κατά τα πρότυπο του Πολιτικού
Γραφείου του ΚΚΣΕ είχε τον «θεωρητικό» της) και παρουσίασα μερικές διαλέξεις με
σχετικά βαθύ μαρξιστικό και πολιτικοοικονομικό περιεχόμενο, εν πάση περιπτώσει «διαφωτιστικό»,
που άντλησα από τα μαρξιστικά μου διαβάσματα. Μετά από δυο χρόνια στην οργάνωση
της νεολαίας, προτάθηκα και έγινα μέλος του inner sanctum του κινήματος: του Κομμουνιστικού Κόμματος. Μέλος του κόμματος θεωρείτο
τίτλος τιμής για τους πλέον συνειδητοποιημένους και αφοσιωμένους εκ των
συντρόφων. Τιμή δεν ένιωσα όταν προτάθηκα για μέλος, αλλά παρόλα αυτά με δισταγμούς
και λίγη απροθυμία, που έκρυψα μέσα μου, δέχτηκα. Αυτό συνέβη σε μια φάση της
πολιτικής μου ωρίμανσης, όταν πολλές από τις απόψεις και πεποιθήσεις άρχισαν να
ταρακουνιούνται. Όχι τόσο σχετικά με τη μαρξιστική θεωρία, όσο περισσότερο για
το κομμουνιστικό «δόγμα», το πρόγραμμα που το Κόμμα είχε υιοθετήσει και παγίωσε
και προωθούσε με την προπαγάνδα του και μιαν σχεδόν αρτηριοσκληρωτική
προσκόλληση στο μοντέλο του τότε υπαρκτού σοσιαλισμού: ως σκοπός για να κατακτηθεί, ως πρότυπο για να εξομοιωθεί
και τελικά εφαρμοστεί στην ελληνική κοινωνία -το πρώτο σοσιαλιστικό στάδιο μετά
την επανάσταση. Και ενώ αυτό το μοντέλο εμφανώς παράκμαζε και για μερικούς
διορατικούς βρισκόταν στα πρόθυρα της κατάρρευσης. Άρχιζα πλέον να νιώθω, στο
σώμα και την ψυχή, ότι το «κόμμα με τραβάει από το μανίκι». Η απροθυμία μου
απέναντι στα καθήκοντα γινόταν περισσότερη εμφανής, οι αντιρρήσεις και
δικαιολογίες για να τα αποφύγω, βάσιμες ή όχι, συχνότερες.
Και μετά έγινε γενικός γραμματέας του ΚΚΣΕ ο Gorbachev.
Ήρθε η περεστρόικα και η γκλάσνοστ, σε μένα και μερικούς άλλους σαν ένα δροσερό
αεράκι πίσω από το «παραπέτασμα». Και πολλοί από τους μύθους που
καλλιεργήθηκαν, άλλοι κατασκευασμένοι, άλλοι οργανικά φτιαγμένοι, άρχισαν να ξεγυμνώνονται,
πολλές αυταπάτες να αποκαλύπτονται. Τριγμοί, αμηχανία στην «βάση», σκληροπυρηνικά
στελέχη σε στάδιο άρνησης και παραισθήσεων, να ωθούνται σε ακόμα ποιο ακραίες
θέσεις, να γίνονται περισσότερο δογματικοί.
Στην τελευταία συνέλευση της Κομματικής
Οργάνωσης που παραβρέθηκα πρότεινα μια τροποποίηση σε ένα ψήφισμα που
παρέκκλινε αισθητά από την επίσημε κομματική γραμμή, κυρίως σε ότι αφορούσε τις
πολιτικές του Gorbachev που ο αναθεωρητισμός του βρήκε το ΚΚΕ αμήχανο. Στο
κλείσιμο από τον γραμματέα σ. Αποστόλη διαφαινόταν, στον ίδιο και ανάμεσα στα
μέλη του «γραφείου» που τον σιγόνταραν, ένας εκνευρισμός· η οργάνωση δεν θα ενέκρινε
ομόφωνα την κομματική γραμμή, όπως όφειλε, και όπως σχεδόν αδιάλειπτα
γινόταν. Υπήρχαν ενστάσεις, υπήρχαν αντιρρήσεις! Ελάχιστες, αλλά υπήρχαν. Η ακαμψία
των στελεχών με θέσεις και τοποθετήσεις αποστεωμένες από κάθε ίχνος
δημιουργικής σκέψης και πρακτικής, η άρνηση της πραγματικότητας, η αποσύνδεση
του σκοπού από τα μέσα, οι αλλεπάλληλες αντιφάσεις στη δικαιολόγηση της μιας ή
της άλλη πολιτικής της ΕΣΣΔ, η ανεπαρκής αιτιολόγηση γεγονότων σε έναν κόσμο
που άλλαζε γρήγορα, εκείνα τα αδιάψευστα συμπτώματα της γραφειοκρατίας, του ιδεολογικού
δογματισμού και πολιτικού αρτηριοσκληρωτισμού, των οποίων για μήνες γινόμουν
σχεδόν καθημερινά μάρτυρας και στην πρώτη φάση άβουλο φερέφωνο, όλα αυτά είχαν ξεπεράσει
τα συνειδησιακά όρια, είχαν υψώσει μέσα μου ένα βουνό απογοήτευσης, μέχρι και
δυσαρέσκειας.
Η αντίστροφη μέτρηση στις σχέσεις μου με το
κόμμα όμως είχε αρχίσει από πολύ πιο νωρίς, ίσως από τα πρώτα βήματα στην ΚΝΕ. Διέθετα
πάντα, κληρονομημένη από τον Πατέρα, μιαν παρορμητική τάση αμφισβήτησης σχεδόν
των πάντων, αλλά στην απομάκρυνση από τον πυρήνα του κομματικού γίγνεσθαι συνέτρεξαν
εξ αρχής διάφοροι παράγοντες: η ιδεολογική και πολιτική αυταρέσκεια των
στελεχών της· η αλαζονεία και η μονοσήμαντη σκέψη τους· η μονολιθικότητα και η δογματική
προσήλωση σε «αρχές» που εύκολα τίθεντο υπό αμφισβήτηση· η κρυψίνοια και μυστικοπάθεια
και εσωστρέφεια που κυριαρχούσε στο εσωτερικό της οργάνωσης· η απαίτηση
στρατιωτικής πειθαρχίας από έναν πολιτικό οργανισμό που ήθελε να απλωθεί σε
μιαν ανοιχτή κοινωνία και να αντλήσει ιδέες και δυνάμεις από αυτήν· τα
συμπλέγματα παρανομίας και σύνδρομα καταδίωξης που το κόμμα κουβαλούσε από την
εποχή του εμφύλιου πολέμου και της παρανομίας. Στις περισσότερες περιπτώσεις ακούγαμε
και σιωπαίναμε, ενώ ο «δημοκρατικός συγκεντρωτισμός» και οργανωτικές δομές, που
είχαν μείνει απαράλλακτες από την εποχή του Λένιν, έδιναν λίγα περιθώρια για
ζωντανό και δημιουργικό διάλογο και σύνθεση μέσα από συγκρούσεις και αντιθέσεις.
Και είμαστε νέοι με ανήσυχα μυαλά, και είμαστε Έλληνες με το πνεύμα αντιλογίας
και την διάθεση για λογομαχίες στο αίμα μας!
Πολλά εκεί που αρχικά μου φαίνονταν ακατανόητα
και παράλογα άρχισαν πλέον να με εκνευρίζουν και εξοργίζουν. Όπως έβρισκα,
σχεδόν εξ αρχής, πολλές προσωπικότητες ανάμεσα στα στελέχη, φορείς του
κομματικού δόγματος, αποκρουστικές. Είχαμε πάνω από τα κεφάλια μας τον υπεύθυνο
για τα «οργανωτικά» σύντροφο, έναν ημιμαθή και άξεστο «μηχανολόγο» που
κατέφτασε εκ μεταγραφής από τη Γιουγκοσλαβία και μας κούραζε σε εβδομαδιαία
βάση με την επαρχιώτικη προφορά και τον μονότονο ξύλινο λόγο του, για τη
σημασία των ποσοτικών στόχων, και όλα αυτά διανθισμένα με διηγήσεις, όπου, με ένα
θριαμβευτικό χαμόγελο, από τις εντυπώσεις του για τη βαρβαρότητα της
Γιουγκοσλαβικής αστυνομίας προς αντιφρονούντες φοιτητές. Είχαμε τον γραμματέα της
τομεακής που με επέπληξε γιατί αγόραζα και έφερνα μαζί μου στην σχολή, φανερά σε
άλλους συντρόφους και φοιτητές, το ΑΝΤΙ, περιοδικό γνωστό για την κριτική του
στα καθεστώτα του υπαρκτού σοσιαλισμού, συνεπώς αντι-σοβιετικό και
αντι-κομμουνιστικό. (Οποιαδήποτε αμφισβήτηση προς κάθε τι σοσιαλιστικό όφειλε
να εκφραζόταν αποκλειστικά εντός της οργάνωσης. Και τέτοια περιοδικά αναμετέδιδαν,
ως γνωστόν, την προπαγάνδα του ταξικού εχθρού και του δυτικού ιμπεριαλισμού.) Είχαμε
την συντρόφισσα, την υπεύθυνη για τον πολιτισμό, που προσπαθούσε, σε ένα
ακροατήριο γενικά ακαλλιέργητων πολιτιστικά και καλλιτεχνικά συντρόφων, να βάλει
καλούπια και να δώσει κατευθύνσεις σε προτιμήσεις λογοτεχνικές (φέρ’ ειπείν, Gorky έναντι Kundera) ή μουσικές (ο
«αυλικός» Μότσαρτ έναντι του «αμφισβητία» και με αντιπάθεια προς την
αριστοκρατία της εποχής του Beethoven). Είχαμε τον «μαζικό» συνδικαλιστή, τον «φοιτητοπατέρα» ας πούμε, που ουδέποτε
κατά την διάρκεια των σπουδών μου παρακολούθησε μαθήματα ή συμμετείχε σε
εξετάσεις κατά τα πέντε χρόνια που συνευρεθήκαμε στο Πολυτεχνείο), τον αρχισυνδικαλιστή
και εκπρόσωπος της ΠΣΚ στον φοιτητικό σύλλογο και την ΦΕΑΠΘ , που όσο
χαρισματικός και αφοπλιστικός στην ομιλία και διάλογο του αν ήταν, άλλο τόσο προβληματικός
εμφανιζόταν με τον δογματισμό των απόψεών του. Έχοντας καπαρώσει, προς ζήλια
πολλών της βάσης του κόμματος (και εμού μη εξαιρετέου), την γλυκύτατη
πρωτοετίνα που είχε γνωρίσει στις καλοκαιρινές του διακοπές, νιόφερτη στη σχολή
και την οργάνωση από τα Χανιά της Κρήτης, περνούσε τον λίγο χρόνο του έξω από τα
κομματικά και συνδικαλιστικά καθήκοντα, μακριά από την όμορφη του κοπελιά και
αργότερα σύζυγο του, να χαριεντίζεται και να στριφογυρίζει γύρω από το κάθε θηλυκό
στο διάβα του, σαν την πεταλούδα που πετάει από το ένα λουλούδι στο άλλο
ακόρεστη από το μέλι τους. Αξιοποιούσε στο έπακρο εύσημα ανδρικής προσωπικότητας:
την δύναμη και αυτοπεποίθηση που θαρραλέες ομιλίες μπροστά σε πλήθη έδειχναν, αργότερα
μιαν γενναιότητα που η φυλάκιση λόγω ανυπακοής στον στρατό φανέρωσε, όλα αυτά που
γοητεύουν γυναίκες.
Όταν
στα χρόνια της ωριμότητας μου πλέον αναζήτησα μέσα από το ίντερνετ και τα
κοινωνικά δίκτυα στιγμιότυπα από την πορείας στην ζωή των ισχυρών κομματικών
χαρακτήρων των φοιτητικών μου χρόνων, διαπίστωσα στους περισσότερους από αυτούς
μιαν ανεξήγητη προσκόλληση στις αραχνιασμένες ιδεολογίες του ιστορικού
«χρονοντούλαπου», προερχόμενη ίσως από μια διαρκή πεισματική άρνηση ενός
ιδεολογικού λάθους, που διαμόρφωσε την στάση και δράση τους εκείνα τα χρόνια ή,
απλά, εξαιτίας κακής πίστης απέναντι σε άλλες ιδέες. Μια ιδεολογική ακαμψία που
όμως ερχόταν, εκ των πραγμάτων, σε αντίφαση και αναντιστοιχία με τον τρόπο ζωής
που τελικά υιοθέτησαν μέσα στο καπιταλιστικό καζάνι που ως νέοι καταριόνταν. Είναι
από δύσκολο έως αδύνατο για τον καθένα μας να ζήσει την ζωή του με αμετάβλητο άξονα
το ιδεολογικό σύστημα των νεανικών του χρόνων. Αντίθετα, καλά είναι να προσπαθεί
αυτήν την ιδεολογία να την προσαρμόζει με ανοιχτό μυαλό στα διδάγματα και
συμπεράσματα από την καθημερινή πράξη και το κοινωνικό γίγνεσθαι γύρω του. Και να
απομακρύνεται από μεγαλόσχημες υποθέσεις ή αναπόδεικτες θεωρίες για το μέλλον, από
θέσφατα και ιστορικές προφητείες.
No comments:
Post a Comment