Thursday, March 14, 2024

6 - Φοιτητικά: Κομματική Μουσική Ψυχαγωγία

Οι ατελείωτες, εξαντλητικές μαζώξεις της οργάνωσης στην καπνίλα των στενάχωρων, σκονισμένων χώρων των κεντρικών «γραφείων», ή οι βδομαδιάτικες γιάφκες σε διαμερίσματα συντρόφων, ή οι συνελεύσεις του φοιτητικού συλλόγου στην οχλαγωγία και το ντουμάνι του αμφιθέατρου σχεδόν πάντα κατέληγαν σε εκτονώσεις μουσικής ψυχαγωγίας και διασκέδασης και, μετά τα φινάλε σημαντικών γεγονότων του κομματικού ημερολογίου, σε επαναστατικές κατανύξεις. Και χυνόμαστε, παρέες μικρές ή μεγάλες, unisex ή μικτές, σε κάποιο από τα λαϊκά ταβερνεία της Θεσσαλονίκης για φτηνό φαγητό και την καταπραϋντική επίδραση της ρετσίνας ή της Δεμέστιχας με κόκα-κόλα ή του χύμα κρασιού ή, στην περίπτωσή μου, όπως συνήθιζα, της μπύρας: στου Πολυχρόνη στην Τούμπα με το jukebox του με σπάνια τραγούδια, για τη γαρδούμπα, τα μυαλά, τη γλώσσα και τα συκωτάκια, όπου η τσίκνα από το τηγανίσματά έσμιγε με τον καπνό από τα τσιγάρα, σε ένα μίγμα που κολλούσε στα κρεμασμένα πανωφόρια και διαπερνούσε τα ρούχα για να γίνει ένα με το δέρμα και να συνοδεύει τα κορμιά μας για μέρες μετά· τον Θερμαϊκό, με την ευρύχωρη αλλά ακατάστατη αυλή του -στην Άνω Τούμπα αυτός· στα Κουμπαράκια πίσω από την Παναγία Δεξιά στην Καμάρα για μύδια, καλαμαράκια και γόπες· στου Ανάπηρου στην Ερμού, με τις άσεμνες αφίσες στους τοίχους, για νόστιμα αυτοσχέδια, αλλά σχετικά ακριβά, μεζεδάκια· στα σκόρπια ουζερί, τα θαμμένα σε γωνιές της πόλης, στη Μελενίκου και γύρω από την Ροτόντα, στην Τριανδρία και την Άνω και Κάτω Τούμπα, μέχρι και τις ψαροταβέρνες της Νέα Κρήνης. Στο τέλος των μεγαλύτερων και μαζικότερων εκδηλώσεων, για να γιορτάσουμε κάποια επιτυχία των συνδικαλιστικών και πολιτικών μας αγώνων, μαζί με το φαγητό και το ποτό, η Κνίτικη παρέα, καμιά φορά συνοδευόμενη από λίγους φίλους, ανένταχτους συμπαθούντες και συνοδοιπόρους, θα την «έβρισκε» σε κάποια ταβέρνα με ζωντανή μουσική.

Η μουσική αισθητική των ορθόδοξων κομμουνιστών νεολαίων είχε διαμορφωθεί, σχεδόν αποκλειστικά και μάλλον περιχαρακωθεί, από την κυρίαρχη κουλτούρα και καλλιτεχνική δημιουργία των κοινωνικών στρωμάτων για τα συμφέροντα και πόθους των οποίων υποτίθεται ότι περήφανα αγωνιζόταν, και από τα οποία λαϊκά στρώματα ένα μεγάλο μέρος αυτών των κομμουνιστών αδιαμφισβήτητα ξεπηδούσαν. Αυτή η μουσική κουλτούρα, όπως ήταν λογικό, στηριζόταν στη μέχρι τότε πλούσια παράδοση του ρεμπέτικου και λαϊκού τραγουδιού των μεταπολεμικών δεκαετιών, της επταετίας και των πρώτων χρόνων της μεταπολίτευσης. Ήταν μια πλούσια κληρονομιά για τη γενιά της ελευθερίας και της δημοκρατίας να την αγκαλιάσει και απολαύσει.

Τα «έντεχνα» λαϊκά τραγούδια του Θεοδωράκη, συχνά με τις βαριές πενιές του Καρνέζη και επαναστατικούς, εμβατηριακούς ρυθμούς, ανασυρόταν σε στιγμές επαναστατικής παρόρμησης. Αλλά η φοιτητική νεολαία, δέκα χρόνια μετά την μεταπολίτευση, είχε μετά από αδιάκοπες ανοιχτές συναυλίες και αλλεπάλληλες ραδιοτηλεοπτικές μεταδόσεις άρχιζε να μπουχτίζει από τα συχνά ακούσματα της. Ο ίδιος ο Θεοδωράκης, ο άλλοτε προσηλωμένος κομμουνιστής, αμφιταλαντευόταν πολιτικά. Για τις στιγμές επαναστατικού παροξυσμού άλλωστε υπήρχαν και αρκετά χιλιοτραγουδισμένα αντάρτικα ή διασκευασμένα εμβατήρια του Κόκκινου Στρατού. Από την μεριά του, ο άλλος πυλώνας του έντεχνου ελληνικού τραγουδιού, ο Χατζηδάκης, ήταν δεξιός και κατ’ επέκταση αντικομουνιστής, ενώ ο Σαββόπουλος, καθώς και τα διάφορα άλλα κάπως πρωτοποριακά και νεωτερικά μουσικά κινήματα όπως το Νέο Κύμα, παρέκκλιναν αισθητά σε μορφή και περιεχόμενα από το πνεύμα του σοσιαλιστικού ρεαλισμού, που ενθάρρυνε και προωθούσε το Κόμμα -προς την κατεύθυνση της αισθητικής διαπαιδαγώγησης των μελών του και των «μαζών» που θα κινούσαν τα νήματα της επανάστασης. Τέτοιες νεωτερικές καλλιτεχνικές τάσεις, αν και μη συμβατικές, αν και μη κατεστημένες, και στην ουσία τους προοδευτικές, συμβόλιζαν γενικά έναν πολιτιστικό ρεβιζιονισμό. «’Έπαιζαν στα χέρια της αστικής τάξης», όπως λέγαμε τότε, ενώ είχαν ενστερνιστεί από τις αντίπαλες νεολαίες της ρεφορμιστικής (και «αντεπαναστατικής») αριστεράς. Έπρεπε να διατηρηθούν σαφείς διαχωριστικές γραμμές εκτός από την πολιτική και στην κουλτούρα· αυτό που συνέθετε λαϊκή και μαζική κουλτούρα να περιχαρακωθεί και οικειοποιηθεί. Οι μουσικές οάσεις και η έντεχνη διαφορετικότητα που προσέφεραν οι Λοϊζος, Μικρούτσικος, Μαρκόπουλος, και οι άλλοι του «έντεχνου» τραγουδιού, αν και περισσότερο δεκτικές, ωστόσο, με ελάχιστες εξαιρέσεις, δεν ενδείκνυντο για κατανύξεις με ρετσίνα σε ταβερνεία, ούτε μπορούσαν να φέρουν στην επιφάνεια και να μεγεθύνουν τους οποιουσδήποτε καημούς και τα ντέρτια που καιροφυλακτούσαν στις ψυχές μας και που είτε φανταστικά, είτε πραγματικά ταλαιπωρούσαν μερικούς από εμάς. Έτσι αγκαλιάσαμε και νιώσαμε στο έπακρο των συναισθημάτων και της συγκίνησης που η μουσική διεγείρει τα τραγούδια του Τσιτσάνη, του Βαμβακάρη, του Μητσάκη, του Παπαϊωάννου, των αυτοδίδακτων ρεμπετών της μεταπολεμικής εποχής· τα τραγούδια του παράπονου, της φτώχιας και της μιζέριας, του ματαιωμένου έρωτα και της απιστίας, της μετανάστευσης και της ξενιτιάς, σαν και αυτά που τραγουδούσαν οι Καζαντζίδης, Διονυσίου, Περπινιάδης, Μενιδιάτης, Αγγελόπουλος, Μοσχολιού, Μαρινέλα, Σακελλαρίου και άλλοι από την ίδια ομοταξία καλλιτεχνών· μέχρι και τραγούδια του υπόκοσμου και του λούμπεν περιθωρίου, των υπογείων, όπως αυτά του Ζαγοραίου. Σε ελαφρότερες και πιο ανέμελες στιγμές στρεφόμαστε σε περισσότερο mainstream ακούσματα από τους Νταλάρα, Αλεξίου, Πρωτοψάλτη, τους Κατσιμίχες και άλλων σύγχρονων καλλιτεχνών, μιας κατηγορίας ενδιάμεσης ανάμεσα στο ελαφρολαϊκό και το λαϊκό τραγούδι. Και όλα αυτά τα ακούγαμε με ματωμένες ή ανάλαφρες καρδιές, με μελαγχολικά ή χαρούμενα χαμόγελα και γέλιο, καμιά φορά με βούρκωμα στα μάτια, σκυμμένοι πάνω σε ένα ποτήρι ρετσίνας ή μπύρας, καθώς, από το πεδίο της επανάστασης μεταφερόμαστε, σε αυτό των αισθήσεων, των ατομικών αισθημάτων και του έρωτα.

Η μουσική μου παιδεία τα χρόνια του Πολυτεχνείου και μετά την ένταξη μου στην ΚΝΕ θα ακολουθούσε, λοιπόν, τον μονόδρομο αυτού που θα χαρακτηρίζαμε ως βέρο, γνήσιο ελληνικό λαϊκό τραγούδι της μεταπολεμικής εποχής, των δεκαετιών των ’50 μέχρι και των αρχών του ’80, της χρυσής και ανεπανάληπτης εποχής της λαϊκής μουσικής δημιουργίας. Τα μουρμουρίζαμε ή τραγουδούσαμε στις ταβέρνες. Πολλοί, όταν τα κέφια άναβαν, χόρευαν ζεϊμπεκιές, καρσιλαμάδες, τσιφτετέλια. Οι οπτικοακουστικοί και λιγότερο κινητικοί τύποι, και βέβαια οι ντροπαλοί σαν και μένα, από μια γωνιά του τραπεζιού, με ένα ποτήρι ή τσιγάρο μόνιμα στα χείλια απλά παρακολουθούσαμε τους πρόθυμους, ξαναμμένους και βλοσυρούς συντρόφους από καημούς και ντέρτια, τεχνητά είτε πραγματικά, στις ζεϊμπέκικες στροφές τους να εκφράζουν τους νταλκάδες τους με σοβαρότητα και ευλαβική προσήλωση στις λεπτομέρειες των κινήσεων και της σβούρας, όπως κάθε φορά άρμοζε στους στίχους του τραγουδιού και τους πόνους που εξέφραζαν. Ή, σε άλλη φάση του προγράμματος, έξαλλες και αυτάρεσκες συντρόφισσες σε ξεδιάντροπα τσιφτετέλια να επιδεικνύουν τα λυγερά κορμιά και τις καμπύλες τους. Καμιά φορά, στην περίπτωσή μου σπανιότερα, οι απρόθυμοι χορευτές της παρέας δραπετεύαμε από το στριμωξίδι των τραπεζιών με τις ψάθινες καρέκλες, την ακαταστασία από μισοτελειωμένα πιάτα και ποτήρια, για να περικυκλώσουμε τον βιρτουόζο χορευτή ή την χορεύτρια στην πίστα, και με παλαμάκια να συμμετάσχουμε στη συναισθηματική φόρτιση και κορύφωση που εξέφραζαν οι κινήσεις του σώματος, με την αρωγή της ζωντανής μουσικής και των στίχων, και φυσικά πάντα -ας μην υποτιμάμε- την επίδραση του αλκοόλ.

Η λαϊκή μουσική σε κείνα τα στέκια με τους ανεξαιρέτως πονεμένους στίχους της, η μουσική ακόμα και από το κασετόφωνο ενός φοιτητικού δωματίου, δονούσε με μιαν ανεξήγητη ένταση τα σωθικά μας. Το άκουσμα τους έφερνε συγκίνηση που πολλές φορές γινόταν εκστατική, γινόταν κατάνυξη, ιδιαίτερα όταν συνοδευόταν από πιοτό, το οποίο, ως γνωστόν, εντείνει τα συναισθήματα προς την όποια κατεύθυνση αυτά είναι προδιατεθειμένα να στραφούν. Ταυτιζόμασταν με τους στίχους και το περιεχόμενό τους, ιδιαίτερα των ερωτικών τραγουδιών, αν και η πραγματικότητα της συναισθηματικής ζωής μας και το μέγεθος του έρωτα ή της ερωτικής απογοήτευσης και ματαίωσης ή του χωρισμού ή της αντιζηλίας, απείχαν πολύ από αυτό που ο στιχουργός και ο τραγουδιστής εξέφραζαν με υπερβολικό, μέχρι και επικό τρόπο. Αρκούσε όμως μια λέξη, μια στροφή, ένα γεμάτο καημό «Αχ!» ή «Αμάν!» του Καζαντζίδη, μια δραματική ουβερτούρα, μια πενιά, για κάποιο σεκλέτι ή παράπονο να φουσκώσει μέσα μας, να έρθει στην επιφάνεια, στην όψη μας, και καμιά φορά να βουρκώσει, κρυφά από τους συνδαιτημόνες, μάτια μας.  

No comments:

Post a Comment