Αν σε κείνη την απόφαση που, όπως εκ των υστέρων αποδείχτηκε, θα αποτελούσε σταθμό στη ζωή μου, ο παράγοντας με τη μεγαλύτερη βαρύτητα ήταν είτε η ανάγκη για ανθρώπινη συντροφιά, φιλίες και, το επιτακτικότερο, ερωτικές διεξόδους, είτε μια, για τον καιρό τουλάχιστον, ακλόνητη πίστη σε μια κοσμοθεωρία με συναισθηματικές ρίζες στην οικογενειακή ιστορία και παράδοση, δεν το είχα ξεδιαλύνει. Ο νεανικός αυθορμητισμός των καιρών, παρά τη συστηματική ανάλυση και περισυλλογή, που κατά κανόνα ασκούσα πριν από κάθε σημαντική απόφαση, προσπέρασε τους δισταγμούς και έδωσε μόνον λίγα περιθώρια για δεύτερες σκέψεις και αμφιταλαντεύσεις. Σε τελική ανάλυση, θα ακολουθούσα, έστω συναισθηματικά, έστω ενστικτωδώς, ένα από τα πολιτικά-ιδεολογικό ρεύματα που βρισκόταν πιο κοντά στις αντιλήψεις που είχα ήδη μορφώσει από το σχολείο, μέσα από διαβάσματα, παρά την ανωριμότητα και την σχετική απειρία για τον κόσμο γύρω μου. Σωστή ή λάθος απόφαση κανείς σε αυτές τις περιπτώσεις δεν μπορεί να γνωρίζει, καθώς δεν μπορεί να ξαναζήσει τα ίδια χρόνια ξεκινώντας από διαφορετική αφετηρία. Για χυμένο γάλα δεν υπάρχει επανόρθωση. Δεν μετάνιωσα για την απόφαση μου, αν και τελικά οι πολιτικές πεποιθήσεις και βεβαιότητες, που πολλοί από τους συντρόφους υποστηρίξαμε με φανατισμό, ενίοτε τυφλά και χωρίς πολλήν σκέψη, τελικά ματαιώθηκαν από τις ιστορικές εξελίξεις. Αυτή όμως η κίνηση και αλλαγή του κόσμου γύρω μας είναι δεδομένη, και μαζί με αυτή πάει η ατομική ιδεολογική εξέλιξη και πολιτική στάση. Χρήσιμη πάντα είναι η ταχύτερη προσαρμογή στις νέες καταστάσεις που εκάστοτε αντιμετωπίζουμε, ώστε να ξέρουμε κάθε φορά τις μας γίνεται, που πατάμε και τι γυρεύουμε. Κυρίως δεν μετάνιωσα γιατί εκείνη η επιλογή άνοιξε νέες λεωφόρους στην πολιτική και φιλοσοφική σκέψη και το διάλογο, αλλά κύρια σε ανθρώπινες επαφές και συναναστροφές: με έβγαλε από το καβούκι μου. Άνοιξε έναν καινούργιο μικρό κόσμο, αλλά ένα μεγάλο κεφάλαιο στη ζωή, όπου διοχετεύτηκε ο ενθουσιασμός, η νεανική ενέργεια και άπλετος χρόνος. Η αλήθεια είναι ότι δεν υπήρχαν και πολύ καλύτερες δραστηριότητες σε κείνη την πρώιμη φάση της φοιτητικής ζωής αυτή για να αναλωθεί.
Τα «καθήκοντα» που ανατίθεντο στην μικρή «Οργάνωση
Βάσης» μας και στον κάθε «σύντροφο» ατομικά διαδέχονταν ακατάπαυστα το ένα το
άλλο. Γέμιζαν και ξεπερνούσαν το πρόγραμμα σπουδών της εβδομάδας, σαν το
τελευταίο να μην είχε ιδιαίτερη σημασία και βάρος απέναντι στις πιο επιτακτικές
προτεραιότητες του αγώνα μας. Οι σπουδές και η μελέτη για αυτές πέρασαν για ένα-δυο
χρόνια σε δεύτερη μοίρα. Οι εβδομαδιαίες γιάφκες λάμβαναν χώρα με ένα
πρωτόκολλο μυστικότητας και περιφρούρησης των λεγόμενων και γραφόμενων σε αυτές,
σε διαμερίσματα που εθελοντικά παραχωρούσαν μέλη της οργάνωσης. Σε αυτές τις
μαζώξεις, τις πνιγμένες στον καπνό των τσιγάρων και με τα νεύρα τεντωμένα από την
κατανάλωση Nescafe, ο γραμματέας, αρχικά η σ. Τασία, ερωτική σύντροφος του σ. Πρ.,
ανώτερου στελέχους στον «τομέα» (κατά τις νόρμες ζευγαρώματος στην ΚΝΕ και το Κόμμα,
όπου νεαρές και χαριτωμένες συντρόφισσες ανακάλυπταν σε ανώτερα στελέχη,
ανεξαρτήτως άλλων προσόντων, πρότυπα αρρενωπότητας και δύναμης που, ίσως και από
αντιζηλία, δύσκολα κατάφερνα να διακρίνω), και αργότερα, μετά την αναρρίχησή της
σ. Τασίας στην κομματική ιεραρχία, ο σ. Β., υπαγόρευαν τους στόχους με έναν άκαμπτο
ή, όπως λένε, τον «ξύλινο» λόγο που χαρακτήριζε το ΚΚΕ γενικά. Η «τοποθέτηση»
του γραμματέα συχνά ερχόταν αντιμέτωπη με την γρίνια και τις αντιδράσεις των
λιγότερο αφοσιωμένων συντρόφων απέναντι στον όγκο και το βάρος των καθηκόντων ή
τον ρεαλισμό των στόχων, αντιδράσεις κατά κανόνα ελαστικές και εύκολα ανατρέψιμες
από τον αντίλογο και την πειθώ του καθοδηγητή. Οι στόχοι αυτοί δεν θυμάμαι ποτέ
να τίθεντο προς διαπραγμάτευση, ανεξάρτητα από το εφικτό της υλοποίησης τους,
αν και γίνονταν αντικείμενο ψηφοφοριών με συνήθως ομόφωνο αποτέλεσμα. Αφορούσαν
στη διακίνηση του «Οδηγητή»· στις συζητήσεις με «επιρροές» στο Κυλικείο, τους
διαδρόμους, τα αμφιθέατρα και αίθουσες διδασκαλίας, τα στέκια, παντού· στο πλασάρισμα των βιβλίων της «Σύγχρονης Εποχής» (παρά το μέτριο πολιτικοιδεολογικό
περιεχόμενο τίτλων όπως «Η Πολωνία και Εμείς» του Κοτζιά ή η «Αυτοκρατορίας των
Ψευδαισθήσεων» του Rosental), βιβλιάριων των Marx & Engels, όπως το «Κομμουνιστικό Μανιφέστο», ή του Lenin, όπως «Αριστερισμός,
η Παιδική Αρρώστια του Κομμουνισμού» ή διάφορα
κακομεταφρασμένα λογοτεχνικά έργα της σοβιετικής λογοτεχνίας όπως της «Μάνας»
του Γκόρκι, από τα τραπεζάκια που στήναμε σε κεντρικό σημείο του κυλικείου· στις
«εξορμήσεις» για τη διακίνηση, στοχευμένη ή και τυχαία, του Ριζοσπάστη τα κυριακάτικα
πρωϊνά στη Μενεμένη και τον Δεντροπόταμο· στη συμμετοχή σε κάθε διαδήλωση και
συλλαλητήριο, σε κάθε πορεία, από τις καθιερωμένες για το Πολυτεχνείο και της «Ειρήνης»
από το Λαγκαδά στη Σταυρούπολη· στην κάθε μάζωξη όπου ως κομμουνιστές θα έπρεπε
να δείχναμε «μαζική παρουσία» και «δυναμικό παρόν», είτε αυτές ήταν η εργατική
πρωτομαγιά και οι απεργιακές κινητοποιήσεις του Εργατικού Κέντρου (ενώ, ως
φοιτητές, ελάχιστη σχέση είχαμε με την εργατιά και το κίνημά της, αν και εφόσον
αυτό υφίστατο), είτε ήταν προεκλογικές συγκεντρώσεις του Κόμματος, σε πλατείες
και πλατειούλες στην Θεσσαλονίκη, την Κατερίνη, την Λάρισα. Η πολιτική δύναμη και
πίεση που θα εξασκούσαν αυτές οι δραστηριότητες και η ορμή που θα έδιναν στο ένα
ή το άλλο κίνημα, ανάγονταν σε αριθμούς, στην ανθρώπινη μάζα και την πυκνότητά
της, άσχετα αν οι αρχικοί στόχοι υπέρβαιναν κατά πολύ την πραγματικότητα και οι
τελικοί μετρητές επιτυχίας παραμορφώνονταν εσκεμμένα και επιτηδευμένα ώστε να
συμφωνούν με αυτήν. Με άλλα λόγια, οι στόχοι και η δράση για την επίτευξή τους
τίθεντο ποσοτικά· η ποιότητα του αντικειμένου και του απώτερου σκοπού (αν και
εφόσον είχε καθοριστεί με σαφήνεια) υποβαθμιζόταν στο νέφος ατομικών και συλλογικών
συνειδήσεων και ανούσια συνθηματολογία. Αλλά,
όπως είχε πει ο Στάλιν, «η ποσότητα έχει μιαν ολοδική της ποιότητα».
Σταθμός δραστηριότητας και σφυγμόμετρο της
επιρροής μας κάθε χρονιά γινόταν το φθινοπωρινό Φεστιβάλ της «ΚΝΕ-Οδηγητή». Πρώτη
φορά το επισκέφτηκα ως μαθητής στο πάρκο της Νέας Ελβετίας λιγότερο από πολιτικές
και κομματικές συμπάθειες, περισσότερο από περιέργεια, για μια βόλτα στη δροσιά
του άλσους, για τις μουσικές συναυλίες από καλλιτέχνες της αριστεράς, για σουβλάκια
και μια παρτίδα σκακιού σε ένα σιμουλτανέ κάτω από τα πεύκα με τον διεθνή μαιτρ
Πανταβό, που με ενθουσίασε παρά την άδοξη ήττα. Το Φεστιβάλ, όταν έγινα
φοιτητής, είχε μετακομίσει από το στενό μικροαστικό κλοιό της Χαριλάου και του
άλσους της, στη σκόνη των τεράστιων ακάλυπτων χώρων κατά την μεριά των εργατικών
συνοικιών της Δυτικής Πόλης, λόγω της έκτασης του άλσους της Νέας Ελβετίας, που
δεν το «χωρούσε» πλέον, αλλά και για προφανείς ταξικούς λόγους. Τα καθήκοντα μας
στην οργάνωση ενώπιον του Φεστιβάλ ήταν πολυδιάστατα, ενίοτε χωρίς κάποιο συγκεκριμένο
αντικείμενο ή εμφανές νόημα, και η διεκπεραίωσή τους χρονοβόρα. Έπρεπε όμως να
διεκπεραιωθούν χωρίς πολλές αντιρρήσεις και παρά τους συχνούς εκνευρισμούς και
διαπληκτισμούς με άκαμπτα και αγχωμένα ανώτερα στελέχη της Οργάνωσης -των
καθοδηγητών μας. Οι στόχοι, με τους οποίους είχαμε συμφωνήσει με τις ψήφους μας,
όφειλαν να επιτευχθούν και ξεπεραστούν μέσα από την «άμιλλα» συντρόφων, οργανώσεων
βάσης, τομεακών οργανώσεων, κ.ο.κ.
Ξεκινούσαμε μήνες πριν από την μέρα που θα
άνοιγε τις πόρτες του αλλεπάλληλες εξορμήσεις από τα γραφεία της Οργάνωσης στον
τρίτο όροφο ενός κτιρίου της Εγνατίας, με προκαθορισμένα ραντεβού, συνήθως οργανωμένοι
σε ζευγάρια, προς διάφορες κατευθύνσεις στα σωθικά της πόλης. Ανηφορίζαμε μέχρι
αργά τα δρομάκια της Πάνω Πόλης, στριφογυρίζαμε στο Κέντρο, οργώναμε τις
συνοικίες της σε ανατολή και δύση, ανεβοκατεβαίναμε ορόφους πολυκατοικιών. Καμιά
φορά στεκόμαστε σε πολυσύχναστες διασταυρώσεις κραυγάζοντας συνθήματα με ντουντούκες
προς αδιάφορα εν γένει πλήθη. Συναντούσαμε πίσω από πόρτες ανθρώπους με
διαθέσεις, φιλικές ή εχθρικές, σε αντιστοιχία με την ταξική διαστρωμάτωση της
περιοχής που στοχεύαμε. Λίγοι μας χαμογελούσαν με συμπάθεια και πρόθυμα αγόραζαν
εισιτήρια, ακόμα λιγότεροι μας ενθάρρυναν επαινώντας την αγνότητα των
σοσιαλιστικών ιδανικών μας, πολλοί με ευγενικό τρόπο ή κάποια φτηνή δικαιολογία
και υπεκφυγές αρνιούνταν· άλλοι μουτρωμένοι και ενοχλημένοι για την παρείσφρηση,
δίχως καμιά κουβέντα, ούτε καν απόκριση στο καλησπέρα μας και πριν κάθε σύσταση,
μας βροντούσαν κατάμουτρα την πόρτα· μερικοί είτε βαθιά προκατειλημμένοι, είτε
πολωμένοι, είτε φανατικοί μας έβριζαν – «κοπρόσκυλα», «παλιοκομμουνιστές», «αλήτες»,
κτλ. πριν ανοίξουν κάποιον πολιτικό καυγά και βροντήξουν και αυτήν την πόρτα. Για
άλλους ήταν η ευκαιρία κάποιας ώριμης πολιτικής αντιπαράθεσης ή και
αυτοεπιβεβαίωσης, μερικά λεπτά εκτός πρωτοκόλλου, που θα σκότωνε τη ρουτίνα της
καθημερινότητας ή τη μιζέρια τους. Σε κάθε πόρτα που το κουδούνι της χτυπήσαμε συναντήσαμε
την ανθρώπινη φύση στο πολύχρωμο μωσαϊκό της διαφορετικότητας και
υποκειμενικότητάς της.
Δυο περιστατικά ανάμεσα στις αναρίθμητες και εντατικές
εξορμήσεις από «σπίτι-σε-σπίτι» και χώρους δουλειάς, για τον «Οδηγητή», τον
«Ριζοσπάστη», το προπαγανδιστικό φυλλάδιο, για το εισιτήριο για το φεστιβάλ, για
το κουπόνι ενίσχυσης, χαράχτηκαν στο μυαλό μου. Περιστατικά που συνεισέφεραν να
ταρακουνήσουν την πίστη και τις πεποιθήσεις μου, την σχεδόν απόλυτη βεβαιότητα
της κομματικής και αγωνιστικής συνείδησής μου. Ήταν από τις πρώτες μου
εξορμήσεις, ίσως το βάπτισμά του πυρός μου σε τέτοιου είδους επαφές με τον
«λαό», καθώς θα συνόδευα τον Γρηγόρη, έναν έμπειρο, μεγαλόσωμο, ευφραδή, με το λέγειν
του ακονισμένο από συνδικαλιστικές αγορεύσεις, αλλά καλοπροαίρετο και
διαλλακτικό σύντροφο από τον Ταύρο, που εν προκειμένω ανέλαβε την
διαπαιδαγώγησή μου, το «ψήσιμο» μου στα κομματικά καθήκοντα. Τραβήξαμε κατά τα
μηχανουργεία της δυτικής πόλης γύρω από το Βαρδάρη και το σιδηροδρομικό σταθμό,
εκεί όπου έβγαζαν το μεροκάματό τους νιάτα της εργατιάς με την τέχνη που είχαν
μάθει. Σε ένα από εκείνα τα μηχανουργεία και σιδηρουργεία, πλησίασα κάτι νέους
εργάτες, στις λιγδωμένες φόρμες τους από τα γράσα και τις σκουριές, με τα χέρια μαυρισμένα από
τα σίδερα και τις λαμαρίνες, που σκυμμένοι έκαναν τη δουλειά τους. Με την
παρουσία, στο κατώφλι της σιδερένιας ανοιχτής πόρτα, του καλοαναθρεμμένου και
άγουρου στη ζωή φοιτητή που ήμουν, σήκωσαν το κεφάλι προς την κατεύθυνσή μου,
χαμογέλασαν ελαφρά, ίσως περιφρονητικά. Μάλλον κατάλαβαν περί τίνος επρόκειτο
και ήξεραν πάνω-κάτω τι θα άκουγαν από τον καλοζωισμένο φοιτητή. Πριν
ολοκληρώσω το τροπάρι που με λίγες προσωπικές πινελιές θα τραγουδούσα για να
πλασάρω εισιτήρια και εφημερίδες, το αφεντικό, ένας ψαρομάλλης, σωματώδης
χαρακτήρας με στιβαρά μπράτσα, και ένα άγριο, θυμωμένο πρόσωπο, άφησε αυτό που
έκανε στο βάθος του μηχανουργείου, και με ένα εργαλείο στο χέρι κινήθηκε προς
το μέρος μου, στο κατώφλι της ανοικτής σιδερόπορτας, και μου φώναξε:
«Πάρε τα εισιτήρια και τις εφημερίδες σου και
τσακίσου από το μαγαζί μου... Παλιοκομμουνιστή, κοπρόσκυλο!... Αν θέλεις
μεροκάματο, όπως δίνω σε αυτούς εδώ, να έρθεις να δουλέψεις αντί να πουλάς
εισιτήρια... Χαραμοφάηδες! Ουστ από ‘δω!»
Προσβεβλημένος, κυριεύτηκα από ένα μίγμα
ντροπής και εκνευρισμού. Έμεινα άλαλος, το πρόσωπο κοκκίνησε μπροστά στις κλεφτές
ματιές και το χαμόγελο των νεαρών εργατών, που έμειναν και αυτοί αμίλητοι πίσω
από τα μηχανήματά και εργαλεία και τα σιδερικά συνεχίζοντας τη δουλειά τους. Άλλωστε,
τι θα μπορούσε ο διανοούμενος φοιτητάκος να αρθρώσει απέναντι σε αυτό το μπαράζ
βωμολοχιών και κεραυνών από έναν άνθρωπο, ταξικό σύμμαχο όπως μας έλεγαν, ο
οποίος στο μεγαλύτερο μέρος της ζωής του μοχθούσε για το ψωμί του ίδιου και της
οικογένειάς του στα σκοτάδια και τους θορύβους ενός θλιβερού μηχανουργείου που έβλεπε
λίγο από τον ήλιο της μέρας και το μπλε του ουρανού. Ευτυχώς μεσολάβησε ο σ.
Γρηγόρης με κάτι όπως «Φίλε μου, τέτοιες φωνές και βρισιές δεν χρειάζονται
ανάμεσά μας…» προς το εξαγριωμένο αφεντικό, που είχε στο μεταξύ πάρει το δρόμο
του προς τα σκοτεινά του μαγαζιού, αφού όμως είχε κοντοσταθεί και ρίξει μια τελευταία
αγριεμένη ματιά προς το μέρος μου. Ο Γρηγόρης με τράβηξε από τον ώμο και
απομακρυνθήκαμε λέγοντας: «Σε μαύρο φασίστα πέσαμε...». Εγώ, έμεινα αποσβολωμένος,
μια βρεγμένη γάτα που λένε, με κάθε διάθεση να πουλήσω εισιτήρια βουλιαγμένη και
το επαναστατικό ηθικό καταρρακωμένο.
Σε μιαν άλλη εξόρμηση σε χώρους δουλειάς της
εργατιάς παραμονές της εργατικής πρωτομαγιάς, είμαστε περισσότεροι, και είχαμε ανάμεσά
μας υψηλόβαθμα στελέχη με ανάλογη εμπειρία σε τέτοιου είδους «αγωνιστικές» εξορμήσεις.
Πήγαμε, μετά το μακρύ ταξίδι με τα αστικά του ΟΑΣΘ, στην βιομηχανική περιοχή
της Σίνδου, και σταθήκαμε έξω από ένα από τα σχετικά μεγάλα εργοστάσια της περιοχής,
ένα κλωστοϋφαντουργείο, όπου το εσωκομματικό «σύρμα» μας είχε πληροφορήσει ότι
υπήρχε δραστήρια Κομματική Οργάνωση Βάσης με ενθουσιώδεις συντρόφους και όχι
αμελητέα επιρροή ανάμεσα στους εργαζόμενους. Ήταν ένα ζεστό μεσημέρι στις αρχές
του φθινοπώρου σταθήκαμε με το «υλικό» μας (προκηρύξεις, κουπόνια, εφημερίδες,
κτλ.) στη γωνιά δύο από τους ίσιους δρόμους που διέσχιζαν τη βιομηχανική
περιοχή, μπροστά από τη μεγάλη πύλη του εργοστασίου. Όταν φτάσαμε η συρτή σιδερόπορτα
της πύλης ήταν κλειστή και ο επιστάτης, που ήταν για μας εξ ορισμού ένας μπράβος
και λακές της εργοδοσίας, μας κοιτούσε με βλέμμα ανήσυχο, μάλλον απειλητικό,
μέσα από το κιόσκι του πίσω από τον φράκτη. Το τέλος της πρωινής βάρδιας
πλησίαζε. Μια σειρήνα σήμανε το τέλος της, ο επιστάτης τράβηξε τη βαριά σιδερόπορτα
διάπλατα ανοιχτή και οι εργάτες της βάρδιας ξεχύθηκαν βιαστικά έξω, οι περισσότεροι
προς την πλησιέστερη στάση του αστικού ή το μισθωμένο από τη φάμπρικα λεωφορείο που θα τους άφηνε κατάκοπους κοντά στα
σπίτια μας. Εμείς στεκόμαστε με το «υλικό» μας εκατέρωθεν της εξόδου, αλλά η
συντριπτική πλειοψηφία των εργατών μας προσπέρασε κουρασμένη, σκυφτή και
βιαστική, χωρίς ανταπόκριση στα καλέσματα για κουβέντα. Δυο-τρεις μας
καλησπέρισαν με ένα συμπαθητικό χαμόγελο και απομακρύνθηκαν πριν ξεκινήσει
κάποιος διάλογος.
Πολλές ήταν οι σκέψεις που πέρασαν από το
μυαλό μου μετά εκείνα τα τετ-α-τετ, χωρίς ενδιάμεση διεπιφάνεια, με μέλη της
πραγματικής και γνήσιας εργατικής τάξης της πόλης. Στα μάτια και την
συμπεριφορά των εργατών έβλεπα απάθεια και αδιαφορία, αρκετούς κρυφούς
δισταγμούς και φόβους, και από λίγους μέχρι και εχθρότητα απέναντι σε ένα κόμμα
που υποτίθεται βρισκόταν στο προπύργιο των συμφερόντων και διεκδικήσεων τους,
και που για μας τους «συντρόφους», τα μέλη του, ήταν η ψυχή της τάξης τους, η έκφραση
των δικαιωμάτων και του δίκιου τους. Οι ρόλοι μας, αυτός των φοιτητών και
εκείνος των εργατών όφειλαν, λογικά, κανονικά και με βάση τις προδιαγραφές του
κόμματος, να είναι αντίστροφοι. Η εργατιά, μας έλεγαν, είναι οι πρωτοπορία, όχι
κάποιοι μικροαστοί, μικρό- ή ψευδό -διανοούμενοι φοιτητές. Οι τελευταίοι, εφόσον
είχαν αντιληφθεί και συνειδητοποιήσει τις κοινωνικές και παραγωγικές σχέσεις, την
κίνηση την ιστορίας, θα ακολουθούσαν και στήριζαν την πρωτοπορία για τον σοσιαλιστικό
μετασχηματισμό. Στεκόμουν εκεί αμήχανος, μπροστά στο βιομηχανικό προλεταριάτο, εγώ
ο καλοαναθρεμμένος και κάπως προνομιούχος
γόνος μιας μικροαστικής οικογένειας, ο «νεολαίος κομμουνιστής», να προπαγανδίζω
υπέρ των συμφερόντων μιας τάξης στην οποία εγώ και άλλοι γύρω μου δεν ανήκαμε, μιας
τάξης μάλλον απόμακρης, ενώ από την άλλη μεριά μου φαινόταν ότι η απήχηση του
κόμματος ήταν μεγαλύτερη σε κοινωνικά στρώματα συμπαθητικά μεν προς την
εργατική τάξη, αλλά από την αντικειμενική πραγματικότητα μάλλον αδιάφορα, ίσως
και ξένα προς αυτήν. Επρόκειτο είτε περί μιας πολιτικής παραδοξότητας της
εποχής, είτε κάτι εγγενώς αντιφατικό και ανορθόδοξο, που σπίλωνε την θεωρητική
καθαρότητα της επαναστατικής κοσμοθεωρίας και αλλοίωνε την συνείδηση της βάσης
του κόμματος. Κάτι που θα έσπερνε σπόρους αμφιβολίας και αμφισβήτησης στους
συνειρμούς κάθε λογικού όντος, όσο συνεπαρμένο και τεχνητά ντοπαρισμένο να ήταν
αυτό από κάποιον επαναστατικό ενθουσιασμό και αισιόδοξο, βάσιμα ή αβάσιμα, για
το σοσιαλιστικό μέλλον της κοινωνίας. Η αντίστροφη μέτρηση στη σύντομη πολιτική
μου πορεία μέσα από την οργάνωση της ΚΝΕ και μετά από λίγο καιρό του ΚΚΕ είχε
αρχίσει.
Οι «μάζες» στις οποίες το κόμμα απευθυνόταν, με
εμάς ως απλούς στρατιώτες-ευαγγελιστές του μαρξιστικού-λενινιστικού δόγματος, ο
«λαός» που ήθελε να συσπειρώσει γύρω του ήταν τόσο ανομοιογενής και απαρτιζόταν
από μόρια με ελάχιστη συνάφεια ανάμεσά τους, ώστε πολλοί αμφιβάλλαμε για τη
σημασία και το περιεχόμενο πολλών από τις λέξεις εκείνης της «ξύλινης γλώσσας»
των καθοδηγητών, άρθρων και κειμένων, για το κίνημα, για την εργατιά, για τον
λαό, που με την σειρά μας μηχανικά υιοθετούσαμε στην επικοινωνία μας με τον
κόσμο έξω. Άρχισα πλέον να αμφιβάλλω για το αν το δόγμα αντιπροσώπευε κάτι
ρεαλιστικό ή για το αν οι στόχοι μας ήταν μέρος κάποιου ονείρου ή μιας μεγάλης αυταπάτης.
Πως θεωρούσαμε ότι είμαστε οι κάτοχοι μιας παγκόσμιας ιστορικής αλήθειας και οι
μοναδικοί θεματοφύλακες των ταξικών συμφερόντων της εργατικής τάξης; Πως
είμαστε τόσο βέβαιοι για τον μονοσήμαντο κοινωνικό μετασχηματισμό που το μέλλον
υποσχόταν; Κάτι είχε ραγίσει.
No comments:
Post a Comment