Τις καθημερινές, όσο το πανεπιστήμιο ήταν
ανοιχτό και οι διάδρομοί του βούιζαν από περιφερόμενους, επιμελείς ή αδιάφορους
φοιτητές, ο λίγος αν και μονοτονικά φθίνων χρόνος που αφιέρωνα στην
παρακολούθηση μαθημάτων, όταν κουβεντιάζαμε με συναδέρφους τα «επιστημονικά»
μας θέματα, αλλά κυρίως οι πολιτικές ζυμώσεις στο Κυλικείο, στους διαδρόμους
και τ’ αμφιθέατρα, όλα αυτά με προσέλκυαν στο πολυτεχνείο και με βοηθούσαν να
ξεχάσω τις ασφυκτικές ώρες μοναξιάς μακριά από την σχολή. Είχα από καιρό
διαποτιστεί με τις ιδέες της Αριστεράς, του μαρξισμού και του σοσιαλισμού, χάριν
στην οικογενειακή παράδοση και τα διαβάσματα, ενώ έβλεπα με συμπάθεια και ίσως χωρίς
πολλήν κριτική αμφισβήτηση τον κόσμο του «υπαρκτού σοσιαλισμού». Άρα έγινα εξ
αρχής και εκ των πραγμάτων στόχος στρατολόγησης από την ΚΝΕ. Οι συζητήσεις με
τους Κνίτες «συνδικαλιστές» που πλημμύριζαν και ήταν μια σχετική πλειοψηφία στο
κυλικείο, πριν ακόμα γίνω κι εγώ ένας από αυτούς, αρχικά μου φαινόταν ως μια ιδεολογική
και πολιτική πρόκληση, ένα διανοητικό κέντρισμα. Μπορεί να μην είχα ούτε το
«λέγειν», ούτε την ευστροφία για χιουμοριστικές εξυπνάδες που θα έφερναν γέλιο
σε μια κοπέλα και θα την γοήτευαν, αλλά διέθετα την παιδεία, τις γνώσεις και
αρκετό βάθος πνεύματος για να επιχειρηματολογώ και αντεπεξέρχομαι σε πολιτικές
αντιπαραθέσεις.
Ο Αντώνης ήταν όπως θα λέγαμε τότε «αρχικνίτης»
του έτους μας, με αρκετά χρόνια στο «κίνημα». Είχε ενταχθεί οργανικά σε αυτό
από τα μαθητικά του χρόνια, ωθούμενος από ταξικές καταβολές και σχέσεις, καθώς προερχόταν
από φτωχή, εργατική οικογένεια από τις παρακατιανές συνοικίες της Αθήνας. Ήταν
κοντός, αλλά με στιβαρό σώμα, έντονα χαρακτηριστικά σε ένα μάλλον άσχημο πρόσωπο: μια μεγάλη μύτη πάνω από παχιά
χείλια, μάτια σε μεγάλη απόσταση μεταξύ τους, κάτω από χοντρά φρύδια, απεριποίητο
μούσι, και ακατάστατα κυματιστά μαλλιά. Φορούσε πάντα ένα χακί στρατιωτικό
τζάκετ, σήμα κατατεθέν των ακτιβιστών της εποχής, πάνω από ένα πουλόβερ. Διακρινόταν
για την ευφράδεια στην επιχειρηματολογία του και την ικανότητα να πείθει τον
συνομιλητή του σε θέματα πολιτικής και ιδεολογικής φύσεως, στα οποία θέματα
κάθε συζήτηση έτεινε, είτε αυτή ξεκινούσε από τα ποδοσφαιρικά, είτε αφορούσε «γκόμενες».
Με μια ζεστή και ωραία φωνή διάνθιζε το λόγο του με καλαμπούρια από το
εγχειρίδιο της ΚΝΕ και την αργκό των «συντρόφων» συνοδευόμενα από πονηρά
χαμόγελα. Έτσι αποστόμωνε ή αφόπλιζε τους συνομιλητές του, ενίοτε παρέσυρε τους
πιο εύπλαστους ανάμεσά τους στην παγίδα που είχε στήσει (της ψήφου, της συμμετοχής
σε κομματικές εκδηλώσεις, της οικονομικής ενίσχυσης του κόμματος, της
στρατολόγησης), είτε ήταν φιλικά προδιατεθειμένοι προς τα δογματικά κομμουνιστικά
ιδανικά του, είτε νεφελωδών αριστερών πεποιθήσεων. Τα ιδεολογικά-πολιτικά αφηγήματα
της Πανσπουδαστικής, της ΚΝΕ και του ΚΚΕ, για κάθε ζήτημα, επίκαιρο ή ιστορικό,
τα ήξερε βέβαια απ’ έξω και ανακατωτά. Το οπλοστάσιο επιχειρημάτων του επί παντός
επιστητού ήταν ακαταμάχητο.
Με κάθε συναπάντημα μας στο Κυλικείο με
πλησίαζε και ανοίγαμε συζητήσεις: για τον υπαρκτό σοσιαλισμό και για τις
αδυναμίες που διάβαζα και εντόπιζα, για τις φοιτητικές εκλογές, για το ΠΑΣΟΚ
και το ρεφορμισμό του, για τα ιστορικά «λάθη του ΚΚΕ», για τον Στάλιν, μέχρι που
καταδυόμασταν στα βάθη θεωρητικών ζητημάτων του μαρξισμού-λενινισμού, του
διαλεκτικού και ιστορικού ματεριαλισμού, κ.ο.κ. Σύντομα ο Αντώνης με ανέβαζε
και κατέβαζε «σύντροφε Λ», ενώ εγώ αντιδρούσα με ένα χαμόγελο που μαρτυρούσε
συγκατάθεση με τον επιθετικό προσδιορισμό που μου προσέδιδε. Του αγόραζα εβδομαδιαία
τον «Οδηγητή», του αγόραζα κουπόνια, ψήφισα την παράταξή του στις εκλογές και
σε διάφορα ψηφίσματα στις συνελεύσεις μας. Ήμουν για την οργάνωση μια κατ’
εξοχήν «επιρροή» και από τους πρώτους στις λίστες στρατολόγησης της. Δεν πέρασε
καιρός πριν με καλέσει στο δωμάτιό σε ένα χαμόσπιτο της Τούμπας, από τα
αυθαίρετα της προσφυγικής εποχής, κρυμμένο πίσω από μια ατημέλητη και
ακατάστατη γεμάτη αγριόχορτα αυλή, άτσαλα περιφραγμένη από ένα συρμάτινο πλέγμα.
Πράγματι, σκέφτηκα, ο Αντώνης ήταν το φτωχόπαιδο από μια εργατική οικογένεια
της Πετρούπολης, ένας γνήσιος κομμουνιστής, ένας προλετάριος, στρατευμένος στα
ιδανικά της απελευθέρωσης της τάξης του από τα δεσμά της καπιταλιστικής
εκμετάλλευσης: συνειδητοποιημένος κομμουνιστής μέχρι το κόκκαλο. Ήταν αυτό που
πίστευε, και πίστευε με ακλόνητο ζήλο σε αυτό στο οποίο γεννήθηκε και ανήκε,
στον ρόλο του στην κοινωνία, στο μέλλον ενός κοινωνικού μετασχηματισμού στα
πρότυπα της ΕΣΣΔ που θα συμβεί, αργά ή γρήγορα. Όταν, εν πάση περιπτώσει,
«ωριμάσουν οι συνθήκες». Ο σοσιαλισμός, κατά ορισμένα απατηλά φαινόμενα της
εποχής, κέρδιζε έδαφος. Οι συνθήκες κατά την άποψή του Αντώνη ωρίμαζαν: αρκούσε
μια ματιά στα τεκταινόμενα γύρω μας ή, ακόμα καλύτερα, μια καθημερινή ανάγνωση
των σελίδων του Ριζοσπάστη για να διαπιστωθεί. Από τη μεριά μου, μπορεί από
ματεριαλιστική άποψη να ανήκα σε ένα-δύο κοινωνικά στρώματα παραπάνω από τη
δική του, με τα παρελκόμενα ταξικά συμπλέγματα και προκαταλήψεις που φυσικά
κουβαλούσα, αλλά το πνεύμα και η καρδιά μου, πολιτικά τουλάχιστον, είχαν πλέον
συμμαχήσει με την «εργατιά», η οποία, είχα πειστεί, αργά ή γρήγορα θα
συνειδητοποιήσει τον ρόλο της και θα γίνει ο κινητήριος μοχλός της
σοσιαλιστικής επανάστασης και της ιστορίας. Η συνειδητοποίηση του ρόλου της
επαφιόταν στην πρωτοπορία της, στο κόμμα και τους διανοούμενούς της. Συντονιζόμουν,
συνειδητά ή ασυνείδητα, με τον ιδεολογικό παλμό της κομμουνιστικής και
επαναστατικής αριστεράς. Αυτός ο παλμός εντεινόταν από συνθήματά, διαδηλώσεις,
χρώματα και σύμβολα, ομιλίες, τον σοσιαλιστικό μυστικισμό που ανέδυε η ΕΣΣΔ και
οι δορυφόροι της, την ένδοξη ιστορία της οκτωβριανής επανάστασής, τα
απελευθερωτικά κινήματα εδώ κι εκεί, τον ιμπεριαλιστικό κυνισμό των Αμερικάνων
και της Δύσης· την λαϊκή μουσική, τον σοσιαλιστικό ρεαλισμό και κουλτούρα που μας
περίβαλλε κάθε φορά με συναισθήματα και συγκίνηση σε κάθε πολιτική εκδήλωση,
μας αυθυπέβαλλε, μας μπόλιαζε με επαναστατικό οίστρο.
Σε εκείνο το φτωχικό χαμόσπιτο του Αντώνη «στρατολογήθηκα» από την ΚΝΕ. Η προσέγγιση του Αντώνη παρακινείτο περισσότερο από μια συνειδητή και ψυχρή διεκπεραίωση ενός κομματικού καθήκοντος. Αν θα εξελισσόταν σε μια ανθεκτική στον χρόνο φιλία ήταν τότε δύσκολο να ειπωθεί. Η προσωπικότητα του ασκούσε μιαν έλξη, όχι μόνον σε μένα αλλά σε ένα ευρύ κύκλο συντρόφων και συμφοιτητών, και συχνά ξεπερνούσε τα όρια των πολιτικών προκλήσεων και συζητήσεων. Η αλήθεια είναι ότι άρχισαν να τον βλέπω σαν φίλο περισσότερο από τους άλλους νεοαποκτηθέντες μου «συντρόφους», αν κι η ανταπόκριση του σε άλλα θέματα, πέρα από τα φοιτητο-συνδικαλιστικά, πολιτικά και κομματικά, και η επιζήτηση μιας τέτοιας φιλίας δεν ήταν αμοιβαία. Τελικά, ο Αντώνης έφυγε με το τέλος της πρώτης χρονιάς του Πολυτεχνείου με μετεγγραφή για την Αθήνα. Χάθηκε σε ένα από τα άπειρα μονοπάτια του κόσμου, έχοντας αφήσει ένα ανεξίτηλο σημάδι: έχοντας σημαντικά αλλάξει και διαμορφώσει τη φοιτητική μου ζωή, ίσως και πιο πέρα από αυτήν. Στις πεποιθήσεις και ιδεολογία του παρέμεινε πιστός, παρά το σκούριασμα τους από το πέρασμα του χρόνου, παρά την κατάρρευση του «υπαρκτού» σοσιαλισμού, παρά την ισοπέδωση του εργατικού κινήματος, παρά την πολιτική περιθωριοποίηση. Αυτό έδειξε η αδιάκοπη του δράση και ο αμείωτος ακτιβισμός του ως στέλεχος ενός κόμματος του αθέατου πολιτικού περιθωρίου, όπως ανιχνεύεται στο internet. Καθόλου εκπληκτικό για όσους γνώρισαν την γρανιτένια πίστη και θέληση του Αντώνη.
No comments:
Post a Comment