Αλλά πως θα επιτυγχανόταν η κατάκτηση μιας κοπέλας, οποιασδήποτε επαρκώς εμφανίσιμης κοπέλας; Οι μόνες επαφές, τα σημεία αναφοράς για κοινωνική δικτύωση, ήταν οι λίγοι συμμαθητές ούτε καν φίλοι από το Λύκειο που πέρασαν στην ίδια σχολή με μένα. Ο Δ, «δασκαλοπαίδι» και αυτός, τακτικός θαμώνας κατηχητικών σχολείων και εκκλησιών, αφοσιωμένος χριστιανός, είχε ήδη την κοπέλα του. Ήταν η πρώτη και τελικά η μόνιμη σύντροφος της ζωής του. Την είχε γνωρίσει στις ώρες αναψυχής και του άγαμου συγχρωτισμού που προσφέρει σε εφήβους η εκκλησία. Ήταν και η ίδια αφοσιωμένη χριστιανή. Οι δυο τους είχαν ήδη σχεδιάσει ένα μέλλον με γνώμονα τις χριστιανικές ηθικές περί προγαμιαίας εγκράτειας, μονογαμίας, οικογένειας, τεκνοποιίας, κτλ. Θα αποφοιτούσαν, θα παντρεύονταν, θα συνουσιαζόταν τακτικά από την πρώτη μέρα του γάμου τους, πιθανόν παρθένοι και οι δύο μέχρις τότε, με κύριο στόχο την τεκνοποιία· θα έκαναν παιδιά, πολλά παιδιά, θα έφτιαχναν μεγάλη οικογένεια, και θα γερνούσαν στα ατάραχα και παρήγορα νερά που ομολογουμένως προσφέρει η χριστιανική πίστη. Κι έτσι έγινε. Παντρεύτηκαν με τις ευλογίες της εκκλησίας και των φυσικών και πνευματικών τους πατεράδων, και ο Δ ήταν ο πρώτος από το σχολικό μας έτος, που με τη μελαχρινή, μακρομαλλούσα γυναίκα του, πραγματικά ελκυστική παρά τους συνειρμούς που σχηματίζονται για μια θρήσκα γυναίκα, έσπειραν δεν μέτρησα πόσα παιδιά, απέκτησαν πολλαπλάσια εγγόνια. Όλα έγιναν σύμφωνα με τα αρχικά τους σχέδια: χωρίς πολλές ηθικές παρεκκλίσεις, χωρίς «αμαρτίες». Στη συνεστίαση μετά από χρόνια, πενηντάρηδες πλέον, μου περιέγραψε το παρελθόν του όπως το είχε προδιαγράψει και όπως όλοι μας είχαμε φανταστεί. Χωρίς εκπλήξεις, χωρίς πισωγυρίσματα, χωρίς στροφές καθ’ οδόν.
Ο Γ, καλό και ξύπνιο παιδί και Αρειανός στις ποδοσφαιρικές
του πεποιθήσεις, είχε και έκανε τα δικά του. Κινούταν στον κύκλο της
οικογένειας και συμπατριωτών του από το Πολύκαστρο, τον τόπο καταγωγής του. Στο
σχολείο είμαστε κάτι λίγο περισσότερο από απλοί συμμαθητές χάριν σε μια
γνωριμία των μανάδων μας, αλλά χωρίς ιδιαίτερες εξωσχολικές επαφές ανάμεσά μας.
Αργότερα στο πανεπιστήμιο εμφανιζόταν στη σχολή στη χάση και τη φέξη, σε
διάφορες εκδηλώσεις και με ετερόκλητες παρέες, άλλοτε για κανένα μπουρλότο σε
κανένα καφενείο, άλλοτε για «ρετσίνα» σε κάποια ταβέρνα, αλλά όσο το δυνατόν
μακρύτερα από τις κομματικές μαζώξεις και τα γλέντια τα οποία η μελλοντική παρέα
μου θα σύχναζε αργότερα. Μάλλον προβλέψιμα, παντρεύτηκε αμέσως μετά το πτυχίο
και αυτός την αγαπημένη του από τα σχολικά χρόνια και τον κοινό τόπο καταγωγής.
Ήταν ο πρώτος συμφοιτητής που παραβρέθηκα στο γάμο του. Η συζυγική του ζωή δεν επεφύλασσε
όμως την ίδια χριστιανική γαλήνη με αυτή του Δ.
Έμενε ο
Ζ, ο ιδιόρρυθμος όσο και ευφυέστατος πρώην συμμαθητής, ο Gregory Perelman των δημιουργικών μας χρόνων, ο γιος του
μανάβη με την όμορφη αδερφή, ο κατεξοχήν διανοούμενος της τάξης και δηλωμένος
αναρχικός, με τον οποίο κατά τις ανιαρές ώρες του μαθήματος την τελευταία τάξη
του Λυκείου που καθόταν στο θρανίο πίσω μου, συζητούσαμε για τον Καμύ, τον
σοσιαλισμό, το μηδενισμό και την αναρχία. Αλλά έπασχε από την αρρώστια που
υποφέρουν πολλοί ιδιόρρυθμοι και ευφυείς άνθρωποι: ένα τεράστιο έλλειμμα
κοινωνικότητας, στην περίπτωση του Ζ βεβαρυμμένο από κατάθλιψη, σοβαρή (και
ανεξήγητη) έλλειψη αυτοπεποίθησης, υπερβολικό άγχος, και άλλα ψυχολογικά
προβλήματα. Στις πρώτες βδομάδες του πανεπιστημίου προσπάθησα να τον προσεγγίσω,
ελλείψει άλλων γνωριμιών. Τουλάχιστον οι φιλοσοφικές μας συζητήσεις είχαν
ενδιαφέρον και διέγειραν το πνεύμα. Σε μια από τις πρώτες μέρες του
πανεπιστημίου βρεθήκαμε τυχαία στην έρημη από φοιτητές φοιτητική Λέσχη όπου του
κέρασα έναν καφέ. Λίγο αργότερα στη διάρκεια του έτους, συναντιόμαστε στην χάση
και την φέξη στην Ένωση Σκακιστών, καταφύγιο μονόχνωτων και μοναχικών και κατά
κανόνα ιδιόρρυθμων ανθρώπων, που τότε στεγαζόταν σε ένα διαμέρισμα της οδού Ιασωνίδου.
Στα τραπεζάκια σκακιού της «Ένωσης» άφησε και τα τελευταία ίχνη της παρουσίας
του στη ζωή μου. Κινούταν σε επίπεδα διαφορετικά, σε χώρους μακρινούς από
εκείνους που συνήθιζε ο φοιτητόκοσμος. Πάντα μόνος, πάντα σε βαθιούς
συλλογισμούς και συνομιλίες με τον εαυτό του.
Ξεκινούσα, λοιπόν, από ένα μηδενικό σημείο χωρίς
οδηγό και στήριγμα, εν ολίγοις σε ένα κοινωνικό, φιλικό, συναισθηματικό κενό. Χωρίς
πυξίδα στον αισθηματικό τομέα, έβλεπα τις προσδοκίες, τους πόθους και τις λαχτάρες,
που είχα καλλιεργήσει με την προσμονή της απαρχής της φοιτητικής ζωής, να χάνουν
την αρχική τους λάμψη. Οι ελπίδες να βρω θαλπωρή σε μια κοριτσίστικη αγκαλιά, από
τις πρώτες μέρες και βδομάδες της καινούργια ζωής, άρχισαν να τρεμοπαίζουν,
μέχρι που, με αφετηρία λίγες κουβέντες γνωριμίας στο διάλειμμα ενός μαθήματος
στο αμφιθέατρο και, μετά, στο πάρτι υποδοχής των πρωτοετών στη λέσχη, άρχισαν να
αναζωπυρώνονται. Η Π ήταν μια από τις μετρημένες στα δάχτυλα των δυο χεριών κοπέλες
του έτους μου. Από τις ελάχιστες που ήταν εμφανίσιμες, περιποιημένες και κομψές:
κοκέτα, από εύπορη οικογένειας της Έδεσσας, με ακριβά ρούχα, με τον αέρα και την
υπεροψία που μια σχετικά πλούσια και στοργική ανατροφή δημιουργεί, με δυο-τρία
δακτυλίδια στα δάκτυλα, πυκνά, κυματιστά καστανά μαλλιά που χύνονταν στους
ώμους, γελαστά μαύρα μάτια, μια βούλα στο σαγόνι κάτω από το πλατύ της στόμα
και ένα διάπλατο ερωτοτροπικό χαμόγελο, που σχεδόν μόνιμα διαγραφόταν όταν
μιλούσε. Είχε γεμάτο καμπυλόγραμμο κορμί, με εμφανώς θηλυπρεπές, αυτάρεσκο και
προκλητικό κούνημα πέρα-δώθε των γοφών στο περπάτημά της, και μια περήφανη κι
ευθυτενή κορμοστασιά. Η αντίδραση του κάθε άρρενα απέναντι στην Π να κινείται (ή
μάλλον να να λικνίζεται) στην αίθουσα και τους διαδρόμους ήταν η ίδια με του Leo Bloom
του Joyce όταν παρακολουθούσε το κορίτσι πίσω από τον πάγκο του χασάπικου του Duglacz: “…eyes resting on her vigorous hips”.
Στα διαλείμματα των μαθημάτων, που επιμελώς
και αδιαλείπτως εκείνες τις πρώτες μέρες παρακολουθούσαμε, συχνά με
στριφογύριζε και πλησίαζε για κάθε ασήμαντη αφορμή, γνήσια ή επιτηδευμένη, με
σκοπό λίγη κουβέντα: για ερωτήσεις περί του προγράμματος και περιεχόμενα των
διαλέξεων, συνοδευόμενες από κολακευτικά λόγια, με υπονοούμενα και χαμόγελα για
την εξυπνάδα και τις «πρωτιές» μου, τις οποίες μάλλον έψαξε κι έμαθε. Γοητεύτηκε,
υπέθεσα, από την σοβαρότητα και μετριοφροσύνη μου, ίσως και το πρόσωπο και τη
φυσιογνωμία μου. Η φάτσα μου μάλλον δεν ταίριαζε στα εφηβικά στερεότυπα του
σπασίκλα. Με γούσταρε, όπως θα ήθελα μια γυναίκα να με γουστάρει, άραγε; Σίγουρα
οι χτύποι της καρδιάς μου δυνάμωναν κάθε φορά που πλησίαζε. Βρεθήκαμε το βράδι του
γλεντιού για την «υποδοχή των πρωτοετών» να καθόμαστε δίπλα, πάνω σ’ ένα
τραπέζι με τα πόδια κρεμασμένα, με δυο ή τρία κουμπιά του καρό πουκάμισου μου
ξεκούμπωτου να αποκαλύπτει το στήθος μου, μαζί με τον Σδρ., έναν σοβαροφανή και
λιγομίλητο συνάδερφο, που είχε πάρει εξαρχής τον ρόλο του υποψήφιου μηχανικού
σοβαρά και φαινόταν ότι το μόνο που τον ενδιέφερε στον ντουνιά αυτό: το
τεχνολογικό του πάθος που ήταν τα ηλεκτρικά συστήματα ήχου. Η κάμερα ενός
πλανόδιου, οπορτουνιστή φωτογράφου μας αποθανάτισε χαρούμενα, νέα παιδιά καθισμένα
ανέμελα πάνω στο τραπέζι, με την Π να κλίνει προς τον ώμο μου –αυθόρμητα ή χάριν του ενσταντανέ, τον
Σδρ. παραδίπλα, συγκρατημένο και σοβαρό, στο παλαιομοδίτικο πουλόβερ που
φορούσε. Και έμεινε εκείνη η φωτογραφία σ’ ένα από τα άλμπουμ από τα νιάτα μας,
να μου θυμίζει το ξεκίνημα ενός μικρού, αλλά σημαδιακού κεφαλαίου στην αισθηματική
ζωή μου: η Π θα γινόταν η πρώτη γυναίκα που θα με έφερνε τόσο κοντά στο κατώφλι
του έρωτα. Να προσθέσω, του ανεκπλήρωτου έρωτα.
Ο χειμώνας πλησίαζε και το πανεπιστήμιο στα
πρώτα βήματά μας σ’ αυτό, κρατούσε ζωντανό το ενδιαφέρον μας. Νέες γνωριμίες,
κάποιες διαλέξεις που άξιζαν τον κόπο να τις παρακολουθήσει κανείς, πολιτιστικές
εκδηλώσεις, συνελεύσεις των φοιτητών του έτους και της σχολής, λίγο σκάκι τα
βράδια στην Ένωση Σκακιστών, της οποία έγινα μέλος περισσότερο για να σκοτώνω
χρόνο εξασκώντας ένα χόμπι παρά για παρέες και κοινωνική δικτύωση. Το μελαγχολικό
βράδι μιας Παρασκευής του Νοέμβρη, μετά την τελευταία διάλεξη, όταν το campus αδειάζει από
φοιτητές και όταν κάθε μοναχικός και αζευγάρωτος επιστρέφει στην μοναξιά του
σπιτιού του, έχοντας κατεβάσει γρήγορα δυο κουτάκια μπύρας στο κυλικείο για να μετριάσω
την συστολή μου και ανακτήσω κάποιο κουράγιο, περίμενα σε έναν πάγκο κοντά στην
έξοδο την Π. Ήξερα ότι συνήθιζε να περνάει από εκεί στο δρόμο για το διαμέρισμά
της σε μια πολυκατοικία πίσω από το Παπάφειο. Με λίγο κομμένη από την ανάσα
φωνή της πρότεινα να πηγαίναμε μαζί σινεμά. Δέχτηκε με το χαμόγελο που έδειχνε
το γκρίζο κοπτήρα της, το μικρό κουσούρι στο χαμόγελο της, και την
χαρακτηριστική κλίση του κεφαλιού στον ώμο, που μια χωρίς πείρα ψυχή σαν την
δική μου το εκλάμβανε ως φλερτ. Το σαββατοκύριακα δεν μπορούσε, πρόσθεσε, γιατί
ανεβαίνει στην Έδεσσα. «Να δει τους δικούς της...» «Μόνον τους δικούς της;»
σκέφτηκα καχύποπτα, αλλά δεν ρώτησα. Συμφωνήσαμε όμως με την επιστροφή της την ερχόμενη
Δευτέρα να πηγαίναμε στο Σινέ «Βακούρα», σε μια πάροδο της πλατείας Ναβαρίνου, για να δούμε τον «Ελαφοκυνηγό».
Δευτέρα το πρωί ανανεώσαμε την υπόσχεση του
ραντεβού και συνεχίσαμε ο καθένας μας απερίσπαστος με τις ασχολίες του. Τελικά
συναντηθήκαμε το βραδάκι έξω από το σινεμά. Πλήρωσα το εισιτήριο της κάτι που
δέχτηκε χωρίς αντίρρηση, ούτε και «ευχαριστώ», αλλά το ίδιο προσελκυστικό
χαμόγελο. Σκέφτηκα ότι θεωρούσε δεδομένο να κερνάει ο άντρας στις εξόδους. Προς
το τέλος της ταινίας, το κεφάλι της Π έγειρε στον ώμο μου. Αυτό δεν το περίμενα!
Ένιωσα τη μυρωδιά από τα φρεσκολουσμένα πλούσια μαλλιά της. Οι χτύποι της
καρδιάς μου δυνάμωσαν σε ένταση και συχνότητα –ίσως να τους ένιωσε και η Π. Και
ένα πρωτόγνωρο, ευχάριστο συναίσθημα μου γέμισε τα σωθικά μέχρι κάτω στην οσφυϊκή
χώρα, αλλά παράμεινα σύξυλος, αμήχανος μάλλον, με το βλέμμα καρφωμένο στην
οθόνη και την ταινία που παιζόταν. Το κοκκίνισμα που αμέσως και ανεξέλεγκτα σκεπάζει
τα μάγουλα μου σε τέτοιες καταστάσεις ευτυχώς δεν θα γινόταν ορατό στο σκοτάδι
του σινεμά. Πως αντιδρά ο συνοδός μιας σχετικά ελκυστικής συντροφιάς που ένιωθα
ότι υποσχόταν πολλά σε αυτό, ας το πούμε νάζι, μια ερωτοτροπία, δεν είχα το know how. Ήταν κάτι που πρώτη φορά μου συνέβαινε. Θα
μπορούσα, παραδείγματος χάριν, να άπλωνα το χέρι μου για να κρατήσω το δικό της
και μετά ποιος ξέρει… Τα υπόλοιπα όπως, το άπλωμα του χεριού γύρω από τους
ώμους, ένα φιλί, θα ακολουθούσαν από μόνα τους αυθόρμητα. Δεν το έκανα. Με
φόβιζε το πως θα αντιδρούσε. Ήταν άλλωστε το πρώτο ραντεβού ενός άπειρου και
άσχετου, πρωτάρη στις σχέσεις με κορίτσια, και φυσικά απροετοίμαστου για τέτοια
ενδεχόμενα. Το «νάζι» της Π, αναρωτήθηκα κατόπιν, θα μπορούσε απλά να οφειλόταν
και στην κούραση εξαιτίας του πρωινού ταξιδιού από την Έδεσσα ή και τις
τρεισήμισι ώρες προβολής του «Ελαφοκυνηγού»;
Την συνόδεψα, εκείνο το ήπιο βράδυ του Νοέμβρη,
σημαδιακό στο βιβλίο της ζωής μου, περπατώντας ως την πόρτα της πολυκατοικίας της
πίσω από το ορφανοτροφείο της Παπάφη, συζητώντας περί πανεπιστημιακών
μαθημάτων, συμφοιτητών, ανέμων και υδάτων. Χαμόγελα και κουβέντες συνεχίστηκαν στις
μέρες που οδηγούσαν στα Χριστούγεννα. Παραμείναμε αφοσιωμένοι στις διαλέξεις
και τα μαθήματα, τακτικοί στις παρακολουθήσεις, αλλά γενικά μαθησιακά αντιπαραγωγικοί
και σε ερωτικά ατελέσφορες, βραδινές επισκέψεις στη βιβλιοθήκη για μελέτη, όντας
και οι δύο επιμελείς, πιστοί στην αξία του καθημερινού πήγαινε-έλα στο
πανεπιστήμιο και τις παραδόσεις, πρωί και βράδυ. Ακόμα και όταν τα θρανία και
έδρανα άρχιζαν να αραιώνουν από την πλειοψηφία των αδιάφορων, που προτιμούσε
την ελευθερία των καφενείων και κυλικείων, σερί καφέδων με τάβλι και χαρτιά, της
ταβέρνας και των bars, των πεπατημένων λεωφόρων της ζωής του φοιτητόκοσμου. Α, και των θορυβωδών
φοιτητικών συνελεύσεων που η Π περιφρονούσε, ενώ εγώ δεν έχανα ευκαιρία ν’
απολαμβάνω, μέχρι τότε ως απλός ακροατής, τις αντιπαραθέσεις παρατάξεων, με την
καρδιά μου σταθερά τοποθετημένη προς τη μια πλευρά του πολιτικού φάσματος. Από
ουδέτερος, ανεξάρτητος, κριτικός ακροατής του «διαλόγου» που λάμβανε χώρα στα
γεμάτα κυρίως από συνδικαλιστές και κομματικές νεολαίες αμφιθέατρα, σταδιακά
μεταμορφωνόμουν σε ακτιβιστή. Παρεμπιπτόντως, βρισκόμουν πολιτικά στην αντίθετη
όχθη από αυτήν της Π, που η αστική οικογένεια της είχε στενές σχέσεις με
συντηρητικούς πολιτευτές της Έδεσσας. Και όχι μόνον αυτό. Η Π ήταν θρησκόληπτη,
σε αντίφαση με έναν σχετικά με άλλους λαμπρό τρόπο ζωής της. Το μίγμα εκείνων
των άκαμπτων συντηρητικών, «δεξιών» και εθνικοφρόνων πεποιθήσεων γινόταν,
αντικείμενο ζωηρού, αρχικά καλοπροαίρετου διαλόγου, αργότερα παράγοντας πολιτικού
μίσους και του αβυσσαλέου χάσματος ανάμεσά μας.
Τα Σαββατοκύριακα παρέμεναν στάσιμα και μοναχικά,
στον κλειστό, απόκρυφο κόσμο του εαυτού μου, στη μοναξιά του δωματίου και των
βιβλίων, του ποδόσφαιρου, της Ένωσης Σκακιστών, τις άσκοπες τσάρκες στους
δρόμους της πόλης, που συνήθως κατέληγαν έξω από κάποιο κακόφημο σημείο ή σε
κάποιο από τα ελεεινά σινεμά της εφηβείας που ακόμα σύχναζα. Ξέμεινε το «εγώ»
με τις φαντασιώσεις του, που περίμενε την Δευτέρα και το άνοιγμα της σχολής για
ένα σημάδι, για κάποια ευκαιρία. Μέχρις που ήρθαν το Χριστούγεννα και το
Πανεπιστήμιο ερήμωσε. Το Πολυτεχνείο εγκαταλείφθηκε στη μελαγχολία των άδειων,
σκοτεινών αιθουσών, στο αφηρημένο κρύο που η έλλειψη κάθε νεανικής ανθρώπινης
παρουσίας φέρνει στους χώρους που την φιλοξενούν. Στο κυλικείο και το μακρύ
διάδρομο του Πολυτεχνείου, πίσω από το προαύλιο και το παρκινγκ με τις γυμνές
λεύκες, ξεκολλημένες, ριγμένες στο πάτωμα αφίσες παρατάξεων από την επέτειο του
Πολυτεχνείου, από τις κομματικές εκδηλώσεις, για το κίνημα και την αλλαγή που
θα ερχόταν, απομεινάρια ασυνείδητων συνειδήσεων, κάτω από το αδιάφορο και
τεμπέλικο ύφος του πλέον άεργου κυλικειάρχη, που η μόνη εναπομείνασα πελατεία
του ήταν οι λιγοστοί πανεπιστημιακοί που είτε από υπερβολικό ζήλο, είτε από
οικογενειακά προβλήματα έβρισκαν -χρονιάρες μέρες- καταφύγιο στα γραφεία τους. Ένα
ή δυο ή τρία δειλά τηλεφωνήματα με την Π μας κράτησαν σ’ επαφή στον μακρύ μήνα
των διακοπών. Παρόλα αυτά ένιωθα ότι η σχέση μας ζεσταινόταν και μια μέρα θα
οδηγούσε στο holy grail της ερωτικής
κατάληξης και ολοκλήρωσης.
Ο καινούργιος χρόνος ξεκίνησε με την διστακτικότητα
στην επικοινωνία μου με την Π, ανάλογη με εκείνο το πρώτο Νοεμβριάτικο ραντεβού
μας για σινεμά. Αν κάποιος υποβόσκων έρωτας υφίστατο, αναγνωρίσιμος και
ανιχνεύσιμος στις συνειδήσεις των δυο ψυχών μας, αυτός προόδευε με ρυθμούς
χελώνας. Επιτέλους, ένα απόγεμα με προσκάλεσε στο διαμέρισμά της: για να
συζητήσουμε θέματα και «προόδους» μαθημάτων. Οι προσδοκίες μου ξαφνικά φούντωσαν.
Μόνος με την Π στο διαμέρισμά της! Το καρδιοχτύπι ξαναβρήκε τη συχνότητα και
ένταση εκείνου του σκοτεινού σινεμά. Ξάπλωσα εγκάρσια στο ντιβάνι του σχολαστικά
τακτοποιημένου, πεντακάθαρου δωματίου, με τα πόδια αιωρούμενα από την άκρη, το κεφάλι ακουμπισμένο σ’ ένα
μαξιλάρι στον τοίχο. Η Π καθόταν δίπλα μου στο κρεβάτι ωκλαδόν να με κοιτάζει ανφάς
και αφ’ υψηλού, στη γαλάζια χνουδωτή ρόμπα της, από αμέλεια ξεκούμπωτη στο ύψος
του ομφαλού, με το δεξί πόδι κρεμασμένο πέρα από την άκρη του κρεβατιού, το αριστερό
διπλωμένο κάτω από το δεξί. Σε κάθε κίνηση της το αδιάκριτο και διψασμένο βλέμμα
μου διέκρινε, μέσα από τη σχισμή της ρόμπας, τη γυμνή σάρκα της, την δίπλα της κοιλιάς
της, και από εκεί στο σουτιέν και το ντεκολτέ της: ένα γεμάτο, καμπυλωτό κορμί
και στήθια, που άθελα τους ενέπνεαν μιαν έντονη σεξουαλικότητά. Φυσικά και είχα
διεγερθεί. Ήταν ένα ανθρώπινο ένστικτο που εκδηλωνόταν, μολονότι κάτω από τα απαγορευτικά
βλέμματα του Χριστού και της Παναγίας από τις εικόνες πάνω από το κούφωμα της πόρτας.
Ήταν θεούσα η Π, καθώς και συμπαγών «δεξιών» πολιτικών πεποιθήσεων: πατέρας
μεγαλοεργολάβος, διαπλεκόμενος με ντόπιους πολιτικούς παράγοντες της παράταξης
που κυβερνούσε τον τόπο μέχρι εκείνη τη χρονιά –τη χρονιά της «Αλλαγής». Το χειμωνιάτικο
απόγεμα κύλησε γρήγορα με φιλοσοφικές συζητήσεις περί ύπαρξης θεού, πολιτικές
αντιπαραθέσεις του καιρού, κουτσομπολιό περί συναδέρφων και καθηγητών, κλεφτές
ματιές μέσα από τη ρόμπα της Π και μια επίμονη, σχεδόν επίπονη στύση. Ήταν τότε
που μου εκμυστηρεύτηκε ότι ήταν παρθένα και την «πρώτη φορά» θα την χάριζε στον
άντρα που θα παντρευόταν… μετά τον γάμο. Τι συντηρητισμός, τι θεοληψία, τι
καθυστέρηση! Απογοητεύτηκα. Πιθανότατα εκείνη η σχέση δεν θα οδηγούσε σε τίποτε
περισσότερο από κάτι πλατωνικό, μέχρι που το πέρασμα ενός άκαρπου καιρού να την
σαρώσει. Αλλά θα μπορούσε τουλάχιστον να προσκαλούσε ή να της έδινα ένα φιλί.
Δεν βρήκα το κουράγιο να το επιχειρήσω παρά την πρόσκληση που ένιωθα ότι μου
παρουσιάστηκε.
Πέρασαν μέρες και βδομάδες ανέμελης,
πανεπιστημιακής ρουτίνας χωρίς τίποτε να ηρεμεί την ταραγμένη από ορμόνες
θάλασσα της ψυχής μου, πλην ενός τακτικά συνεχιζόμενου αυνανισμού. Μέχρι που εκείνο
το τέλος του χειμώνα έμαθα, προς μεγάλη μου απογοήτευση, ότι υπήρχε κάποιος άλλος,
κάποιος Κ, στη ζωή της Π. Ψηλός, μορφονιός, με ξανθά, φουντωτά από μπούκλες
μαλλιά, «πλατωνικό» της ταίρι και αίσθημα από τις μέρες του σχολείου, όπως
αργότερα μου εξήγησε. Ερχόταν περαστικός από τη Θράκη Παρασκευές απογέματα για
να την συνοδεύσει στην Έδεσσα. Γενικά την εμφάνισή του έβρισκα αποκρουστική και
στην κάθε φευγαλέα παρουσία του στους χώρους του πολυτεχνείου στο πλευρό της Π απομακρυνόμουν,
κρυβόμουν μακριά από την θέα τους. Ήταν κάποια ερωτική αντιζηλία; Ήταν μια ντροπή
από αυτό που θα σκέφτονταν συμφοιτητές που με έβλεπαν να κάνω παρέα με την Π,
μιαν δεσμευμένη με άλλον που με σέρνει από την μύτη σε αναγνωστήρια και
διαδρόμου; Προφανώς και υπήρχε μια μεγάλη δόση ζήλιας, πρωτόγνωρο συναίσθημα
για μένα, διότι αυτό προϋποθέτει τον έρωτα που ποτέ ως τότε δεν είχα νιώσει. Έβρισκα
παρηγοριά και μετρίαζα εκείνη τη ζήλια όταν έλεγα στον εαυτό μου, ίσως
αυταπατώμενος: «Τι να ζηλέψω από μια ξενέρωτη, συμβατική, ψυχρή σχέση, που λίγοι
πίστευαν ότι θα άντεχε το πέρασμα του χρόνου;» Όταν ακόμα και η Π αμφιταλαντευόταν, παρά την πολύχρονη
ιστορία της σχέσης και του δεσμού, που η γεωγραφία και ο χρόνος δημιούργησαν
μεταξύ τους; Ένα βράδι, πριν από τις διακοπές του Πάσχα, μετά από κάποια μελέτη
στο αναγνωστήριο της βιβλιοθήκης, με φίλησε στο μάγουλο. Μπερδεύτηκα. Να
θεωρούσα ότι υπήρχε ουσιαστική αισθηματική πρόοδος;
Το επόμενο σαββατοκύριακο αυτός ο Κ ήρθε από
την Θράκη και διανυκτέρευσε στο διαμέρισμα της Π. Τους είχα δει το βράδι της Παρασκευής
να φεύγουν μαζί από το Πολυτεχνείο. Το Σαββατόβραδο, αργά, κάποιο αόρατο χέρι, μια
ανεξήγητη εσωτερική παρόρμηση με οδήγησε έξω από την πολυκατοικία της, απέναντι
από το μπαλκόνι της, μακριά από φώτα: κάτω από έναν δέντρο μπροστά από τον φράκτη του Παπάφειου Ορφανοτροφείου. Πρέπει
να είχα πιεί σε κάποιο γυράδικο μερικές μπύρες για ένα τέτοιο εγχείρημα. Η
αδιάψευστη φιγούρα του Κ πηγαινοερχόταν πίσω από την τραβηγμένη κουρτίνα. Με
βασάνισε για λίγο η ιδέα ότι την νύχτα θα μοιράζονταν το ίδιο κρεβάτι. Με
γέμισε ένα παράπονο, στενοχώρια μέχρι και οργή, καθώς φούντωνε η ζήλια που
μεγάλωνε και με επηρέαζε αλόγιστα την συμπεριφορά μου, παρά τις αυταπάτες για
το αντίθετο που ο εγωϊσμός καλλιεργεί.
Το τέλος μιας ιστορίας, όχι τόσο ανεκπλήρωτης
ρομαντικής αγάπης όσο τσακισμένων ελπίδων για μια ερωτική σχέση, ένιωθα ότι πλησίαζε.
Διατήρησα τα προσχήματα. Δεν παρουσίαζα φαινομενικά δείγματα αντιζηλίας, και παρέμεινα
απόμακρα αξιοπρεπής, σχεδόν ψυχρός, στις μέρες πριν τις διακοπές του Πάσχα που
ακολούθησαν: σα να μην είχε συμβεί τίποτε, αν και μέσα μου βασίλευε η
απογοήτευση από την επερχόμενη ματαίωση και των τελευταίων ελπίδων. Στα γενέθλιά
της που έπεφταν μέσα στις μέρες του Πάσχα αφελώς έστειλα λουλούδια στην
διεύθυνσή της στη Έδεσσα, για τα οποία τυπικά με ευχαρίστησε στο τηλεφώνημά μας
την ίδια μέρα. Αλλά όταν επέστρεψε για την εξεταστική είχαμε και οι δυο γίνει
αγνώριστοι: ψυχροί, κρυμμένοι πίσω από δυο αγέλαστα, θλιμμένα πρόσωπα και
κλεφτές ματιές, αμίλητοι, φαινομενικά αδιάφοροι. Ένας κύκλος είχε κλείσει –οριστικά
και άδοξα. «Το επεισόδιο θεωρείτο λήξαν και η βάρκα του έρωτα στον καθ’ οδόν
βίο είχε τσακιστεί», ο στίχος του Μαγιακόβσκι που έκτοτε θυμάμαι κάθε φορά που
μια αισθηματική σχέση τελειώνει. Σε ό,τι
αφορούσε εμένα τουλάχιστον ήταν ο σχεδόν ολοκληρωτικός αποκλεισμός της Π από
την ζωή μου. Στο πανεπιστήμιο διατηρήθηκαν μερικές κλεφτές ματιές χωρίς έκφραση,
αλλά ούτε μια λέξη ανάμεσά μας. Η Π είχε πάρει έναν δρόμο χωρίς επιστροφή με
τον Κ της, εγώ επέστρεφα λίγο-πολύ στο σημείο απ’ όπου ξεκίνησα το βράδυ του
γλεντιού των πρωτοετών και της προβολής του «Ελαφοκυνηγού»: στα διαβάσματα, στο
σκάκι, στην απέραντη μοναξιά μου, τις ατέλειωτες συζητήσεις με τον εαυτό
μου.
Το καλοκαίρι στο τέλος του πρώτου έτους, με τα
φτερά κομμένα, χωρίς φίλους και βέβαια «γκόμενα», αποφάσισα να κάνω ένα ταξίδι για
διακοπές και αναψυχή. Μόνος, κατάμονος στη Ρόδο, με ένα sleeping-bag στην πλάτη. Απογοητευμένος από τον θηλυκό κόσμο του πανεπιστημίου,
εναπέθεσα τις λίγες κουτσουρεμένες ελπίδες να «χάσω την παρθενιά μου» σε
πιθανές γνωριμίες με νεαρές τουρίστριες
από το Βορρά. Ευελπιστούσε ένας αφελής, σεξουαλικά στερημένος νέος, ότι οι στο νου
μου περισσότερο απελευθερωμένες σεξουαλικά τουρίστριες θα προσέφεραν ευκαιρίες
που ως τότε δεν είχα εξερευνήσει. Τι το χειρότερο θα μπορούσε να συμβεί; Πόσο
λίγο όμως ήξερα τον εαυτό μου! Οι λίγες μέρες ελεύθερου τουρισμού ανάμεσα σε
«ξαναμμένες» τουρίστριες, εξελίχθηκε σε ένα φιάσκο αϋπνίας, κούρασης και
απογοήτευσης. Η πρώτη νύχτα πέρασε στο παγερό, ανεμοδαρμένο από τους αγέρηδες
της θάλασσας κατάστρωμα του ferry, ανάμεσα σ’ ένα ετερόκλητο πλήθος από ντόπιους ταξιδιώτες, που
κοιμούνταν αμέριμνοι κατά μήκος των πλαστικών πάγκων κουκουλωμένοι με ζακέτες
και κουβέρτες, παρέες ξένων τουριστών με φωνές, γέλια και τραγούδια μέχρι τις πρωινές
ώρες, κι εγώ μόνος, σε μια ανεμοδαρμένη γωνιά του καταστρώματος να προσπαθώ να
κλείσω τα μάτια μου κάτω από ναυαγοσωστική βάρκα και το στερέωμα – ίσως, το
μόνο γοητευτικό κομμάτι του κόσμου γύρω μου. Αλλά ήμουν ακόμα αρκετά νέος, γεμάτος
έγνοιες, εμμονές και απογοητεύσεις του πρώτιστου είδους, ώστε να με συγκινεί η
ξαστεριά της νύχτας και οι ουράνιοι αστερισμοί που πρόσφερε. Ούτε, βέβαια, ήταν
αυτός, η απόλαυση της φύσης, ο κύριος λόγος του ταξιδιού μου. To πρωινό της άφιξης στο
λιμάνι της Ρόδου με βρήκε να βολοδέρνω στην πόλη άσκοπα με το σακίδιο στην
πλάτη. Κάθισα κάπου για καφέ και ένα τοστ να παρακολουθώ, μοναχικός και
αποξενωμένος από την ανθρώπινη παρουσία στα απλωμένα κάτω από τον ήλιο
τραπεζάκια, τους Ροδίτες μπροστά στα μαγαζιά τους ή στα κέντρα της πόλης να
σερβίρουν τουρίστες, τους τουρίστες να μπαινοβγαίνουν στην παλιά πόλη και το
κάστρο της, σε καφετέριες και μαγαζιά. Μια εφημερίδα, ένα βιβλίο, οι σκέψεις
γύρω από το φοιτητικό χειμώνα που πλησίαζε με κράτησαν ξύπνιο και το ηθικό σε γενικά
ικανοποιητικά επίπεδα, χάριν περισσότερο στη λαμπερή και ζωντανή καλοκαιρινή μέρα
και παρά την κούραση και την πιθανότατη προοπτική, όπως διαγραφόταν, να
ακυρωθεί κάθε ελπίδα για ανθρώπινη συντροφιά. Πως μπορούσα να ελπίζω σε κάτι
τέτοιο αν πράγματι γνώριζα τον εαυτό μου; Επέμενα όμως… Νοίκιασα ένα μηχανάκι
και πήρα τον δρόμο για την περίφημη Λίνδο. Στον δρόμο για το χωριό, από την
απειρία μου στην οδήγηση η φυγόκεντρη δύναμη με έφερε στο άλλο ρεύμα μιας
τυφλής στροφής και τελικά απέναντι σε ένα επερχόμενο όχημα. Πρόλαβα και μπήκα
στο σωστό ρεύμα με την ψυχή στο στόμα. Επέζησα, αλλά η λαχτάρα που πήρα, μαζί
με την κούραση, σημάδεψαν το υπόλοιπο της μέρας και αποπροσανατόλισαν τις
σκέψεις μου, όταν μοναχικός, πάνω στην βρώμικη πετσέτα μου, ατένιζα ξαπλωμένος
στην αμμουδιά της Λίνδου την θάλασσα και τις απρόσιτες καλλίγραμμες τουρίστριες.
Πως θα μπορούσε να διασκεδάσει κάποιος την μέρα του όντας μόνος σε ένα τέτοιο μέρος,
κάτω από το λιοπύρι και τις ημίγυμνες υπάρξεις γύρω μου να το απολαμβάνουν
αδιάφορες δίπλα μου; Κατάκοπος, η ανυπέρβλητη συστολή μου να μην μου επιτρέπει να
κτυπήσω πόρτες για ένα ενοικιαζόμενο δωμάτιο, περίμενα να βραδιάσει και η
βραδινή ζωή της Λίνδου να καταλαγιάσει, ώστε να μπορέσω να αράξω αθέατος σε μια
γωνιά και να αποκοιμηθώ. Βρήκα ένα παγκάκι στην άκρη της πλατείας του χωριού
και ξάπλωσα μέχρις ότου το χέρι ενός αστυφύλακα με ξύπνησε από τον μισό και
κακό ύπνο που με είχε πάρει για να μου πει ότι η διανυκτέρευση και ο ύπνος σε sleeping bags απαγορεύονται σε δημόσιους χώρους. Επέστρεψα
το ίδιο βράδι με το καράβι στον Πειραιά και από εκεί με το ΚΤΕΛ στην
Θεσσαλονίκη. Tο μυαλό μου είχε αρχίσει να μορφώνει διάφορες ιδές και αποφάσεις. Μιαν
απόφαση ήταν να κόψω και τις τελευταίες κλωστές που κρατούσαν μέσα τον καιρό μου
με την Π, στον βαθμό που ήταν δυνατό, καθώς σπουδάζαμε στους ίδιους χώρους και την
απαντούσα τυχαία, αλλά συχνά. Δεν ανήκα στον κόσμο της, αυτό ήταν κατανοητό. Δεν
έχασα είναι αλήθεια και πολλά, πέρα από έναν σχεδόν χρόνο χωρίς απτά αποτελέσματα
στον ερωτικό τομέα. Έμαθα ότι ο έρωτας, οποιασδήποτε μορφής, ακόμα και
«ανεκπλήρωτος», ακόμα και χωρίς κάποιο έντονο αίσθημα αγάπης για το αντικείμενό
του, μπορεί να πονέσει. Έμαθα επίσης ότι εκτός από την απογοήτευση και απελπισία
που δημιουργεί η παρατεταμένη έλλειψη θηλυκής συντροφιάς ή, στην περίπτωσή μου,
η επ’ αόριστον παράταση της αγαμίας, γεννιέται ζήλια και φθόνος, ένα κοκτέιλ που μπορεί να κλιμακωθεί σε υπαρξιακές αγωνίες.
Τέλος όφειλα στον εαυτό μου να αναπτερώσω το ρημαγμένο ηθικό μου, να ανοίξω
ξανά το φτερά μου, να ανανεώσω τις προσδοκίες μου για το δεύτερο έτος. Δεν είχα
κλείσει ακόμα τα είκοσι μου χρόνια.
Πέρασαν περισσότερο από τριάντα χρόνια πριν
ξανασυναντήσω την Π και ανταλλάξω μιαν κουβέντα μαζί της. Ήταν στη δεύτερη επανένωση
του έτους μας, σε μια συνεστίαση στην Θεσσαλονίκη τον Γενάρη του 2015, στην
οποία αποφάσισα να συμμετέχω παρά κάποιες αρχικές επιφυλάξεις, που ως συνήθως πήγαζαν
από την αντικοινωνικότητά μου. Στον απόηχο της μάζωξης, όταν έπαιρνα το δρόμο
της επιστροφής για το πατρικό σπιτικό και τους γέρικους γονείς, και την
πιθανότητα να μη ξαναβρεθούμε ζωντανοί ξανά μη αμελητέα, ανταλλάξαμε μηνύματα
και βρεθήκαμε στην ταράτσα του Electra
Palace, όπου θα
διανυκτέρευε, για ένα τελευταίο κρασί. Είχε διατηρήσει την γοητεία της. Το
προκλητικό κούνημα των γοφών ήταν απαράλλακτο. Είχε εξελιχθεί σε μια επαγγελματικά
«πιασμένη» και εύπορη επιχειρηματίας, από μιαν εταιρία που είχε δημιουργήσει. Πως
να μην ήταν κάτι τέτοιο δυνατό, άλλωστε; Είχε καλές πλάτες στην τοπική και
εθνική κοινωνία. Τον πλούτο και τις διασυνδέσεις της δεν τα έκρυβε. Οι
επαγγελματικές της φιλοδοξίες είχαν λίγο-πολύ επιτευχθεί. Με μια βαριά, βραχνή,
αντρική της φωνή από την ζωή καπνίσματος που ακολούθησε την αποφοίτηση, μου
διηγήθηκε απολογητικά, σα να επιζητούσε συγχώρεση από κάποια μεγάλη παρεξήγηση,
τα περιστατικά εκείνης εποχής, του Πάσχα του πρώτου έτους, που είχε παραχωθεί
σε απρόσιτα βάθη της μνήμης μου. Μου μίλησε για την ζωή της με τον Κ, τον
ανασφαλή, τον παθολογικά κτητικό άνθρωπο, το όμορφο «φτωχόπαιδο» του τόπου της,
που την έσυρε σώνει-και-καλά να λογοδοθούν, να αρραβωνιαστούν, εκείνο το
μοιραίο Πάσχα της ζωής της, μετά βαΐων και κλάδων, και τις οικογένειες τους να
σμίγουν στο πατρικό της για αρραβώνες και επισημοποίηση του δεσμού. Πιέστηκε
από το περιβάλλον της, παρασύρθηκε, μου είπε απολογητικά. Όλα έγιναν ασυνείδητα
χωρίς πολύ σκέψη από τα εμπλεκόμενα μέρη για το μέλλον και που θα κατέληγε,
χωρίς πολλήν έρευνα για την δυνητική συμπεριφορά του Κ ως σύζυγος. Επιζητούσε άραγε
σιγουριά και θαλπωρή, αν και τόσο νέα, αν και υλιστικά εξασφαλισμένη; Ποιος
ξέρει; Με ρώτησε αν της κρατούσα κακία για εκείνη την απόφασή της. Όχι. Καθόλου.
Το είχα ξεπεράσει, μάλιστα το είχα ξεχάσει εντελώς εδώ και καιρό. Τώρα πλέον,
χωρίς λόγο και αντικείμενο, η Π ξαναζωντάνευε εκείνες τις μέρες και τα περιστατικά
που τις σημάδευαν με σχετικά μικρή σημασία για το ό,τι θα ακολουθούσε στη ζωή μας.
Φαίνεται ότι μετά το φιάσκο του γάμου της με τον Κ, εκείνες οι μέρες, εκείνη η
επιλογή απέκτησαν αναδρομικά σημασία. Οι εκ των υστέρων δικές μου σκέψεις μου
έλεγαν ότι ίσως να με ευνόησε στην ζωή εκείνη της η απόφασή να με «απορρίψει»
για τον Κ. Κανένα μέλλον δεν θα μπορούσε να είχε εγγυηθεί, καμιά βεβαιότητα δεν
θα είχε εξασφαλιστεί κανέναν μας, αφού θα ικανοποιούσε κάποιες συγκεχυμένες και
ανώριμες αισθηματικές παρορμήσεις και ορμές της περιόδου. Η απάντηση μου την
ανακούφισε: «σήκωσα ένα μεγάλο βάρος από την ψυχή μου που το κουβαλούσε από
τότε», είπε. Ανεξήγητα για μένα αισθήματα, που μάλλον υποδείκνυαν πίκρα και
μεταμέλεια για μιαν απόφαση που οδήγησε τη ζωή της σε λάθος δρόμο. Συμβαίνει σε
πολλούς. Η συζυγική ζωή με τον Κ κατάρρευσε στην δίνη της ωρίμανσης και της
ρουτίνας της, όταν ο ανθρώπινος χαρακτήρας, τα κύρια χαρακτηριστικά της
προσωπικότητας, παγιώνονται, όταν ο άνθρωπος σκληραίνει, όταν τα ελαττώματα
βγαίνουν στην επιφάνεια και εκδηλώνονται απροκάλυπτα, με μεγαλύτερη ένταση και θράσος.
Ναι, αποδείχτηκε υπερβολικά, παθολογικά κτητικός, την υποβάθμισε σε ιδιοκτησία
του, έγινε παρανοϊκός, βρήκε, όταν τα πάθη εξασθένισαν και τελικά μηδενίστηκαν,
συντροφιά στο πιοτό. «Ίσως έγινε η αγάπη μίσος // ίσως έτσι είναι φυσικό…», όπως
τραγουδούσε ο Καζαντζίδης. Μια κάθαρση της ψυχής της Π ήρθε τριάντα-τρία χρόνια
από την δυαδική απόφαση του Πάσχα του 1982 στην Έδεσσα, στο δίλημμα ανάμεσα
στον Κ και εμένα.
«Το παράπονο που είχα από σένα, Λ, είναι ότι
ποτέ δεν με φίλησες…» Είχε αλήθεια η δήλωση αυτή και ειπώθηκε με έναν τρόπο που
αν η συνθήκη αυτή εκπληρωνόταν τα πράγματα και οι ζωές μας ίσως έπαιρναν κάποιο
διαφορετικό μονοπάτι. Σκέφτηκα ότι τέτοιες ασήμαντες λεπτομέρειες σπάνια θέτουν σε στερεή βάση τα θεμέλια μιας
σχέσης ή επεκτείνουν την διάρκειά της, και εν τέλει επηρεάζουν σημαντικά τη ροή
των πραγμάτων. Αλλά και όταν το επιτυγχάνουν, τίποτε δεν εγγυάται ότι οι άλλοι δρόμοι
που ανοίγονται σε κάθε σταυροδρόμι οδηγούν σε μια καλύτερη ή χειρότερη ζωή σε σχέση
με αυτόν που επιλέξαμε. Άλλωστε, δεν υπάρχει καλή ή κακή ζωή, per se, αφού αυτή η ζωή μετριέται από τον πλούτο, την ποσότητα και πυκνότητα
των εμπειριών της -με την ποιότητά τους ως bonus, των συμβάντων και περιστατικών, από τους
ανθρώπους και τόπους που γνωρίσαμε, την πολλαπλότητα των στιγμών που χαρήκαμε ή
μας στεναχώρησαν, την ποικιλίας των αισθησιακών ερεθισμάτων, το εύρος του φάσματος
των συναισθημάτων που μας κυρίευσαν. Η ποσοτική κυρίως απαρίθμηση των εμπειριών
της ζωής ενέχει στοιχεία αντικειμενικότητας, έναντι μιας ποιοτικής και εν πολλοίς
αφηρημένης εκτίμησης.
Στην κάθοδο από την ταράτσα δεν με κάλεσε στο
δωμάτιό και το κρεβάτι της. Μέσα στην ζάλη μου από το κρασί έτρεφα κρυφές
ελπίδες για μια πρόσκληση, που θα ολοκλήρωνε σε μια νύχτα, κάτι που έπαιζε στο
μυαλό από την μέρα στο αμφιθέατρο που ανταλλάξαμε τις πρώτες κουβέντες και μετά
την έβλεπα να απομακρύνεται «σεινάμενη και κουνάμενη». Τη φίλησα όμως για πρώτη
και τελευταία φορά στο αυτοκίνητο, λίγο πριν αποχαιρετιστούμε. Δάκρυσα, περισσότερο
εξαιτίας της νοσταλγίας που το ανασκάλεμα των νιάτων κάθε θνητού μιας περασμένης
ηλικίας φέρνει. Ήταν η συναισθηματική κορυφή που η φιλία μερικών μηνών στο
πρώτο έτος του Πανεπιστήμιου δεν κατάφερε να αγγίξει. Ξαναβρεθήκαμε μετά από βδομάδες
για λίγες ώρες σ’ ένα wine bar του Paddington, σε μια από τις
επισκέψεις της στο Λονδίνο για business, όπου με ένα μπουκάλι κρασί της συνόψισα τη δική μου ζωή μετά από
εκείνα τα χρόνια. Εγώ ξανά παντρεμένος, εκείνη χωρισμένη, φαίνεται να στεναχωρήθηκε
από την ενημέρωση, όπως εγώ όταν έμαθα για τον Κ της. Η σχέση μας στο ξεκίνημα
της φοιτητικής ζωής έγινε τελικά μια υποσημείωση σ’ ένα κεφάλαιο που είχε ήδη
γραφεί και κλείσει πολύ καιρό πριν. Αναλύσεις του παρελθόντος είναι, ως
γνωστόν, ανώφελες. Αποχαιρετιστήκαμε χωρίς δάκρυ αυτήν την φορά και επιστρέψαμε
στη διαύγεια του παρόντος και της καθημερινότητας -αυτού που μας απέμεινε να
ζήσουμε.
No comments:
Post a Comment