Saturday, February 3, 2024

1 - Φοιτητικά: Πρώτες Μέρες

 Φοιτητής, λοιπόν, και μάλιστα με την βούλα του αριστούχου, του «πρώτου τη τάξει»! Στην κορυφή μιας ασήμαντης και χαλαρής και προσωρινής κάστας νέων, πρώτος ανάμεσα σε μια χούφτα πρώην συμμαθητών και συνομήλικων, πάντως υπεράνω της μαθητικής πλέμπας με χιλιάδες μόρια. Η Μάνα, σε κάθε ευκαιρία, δεν έπαυε να καυχιέται προς όλες τις κατευθύνσεις, σε γείτονες και φίλους, γνωστούς  και αγνώστους, εκείνη την «πρωτιά», επαναλαμβάνοντας παθολογικά δις και τρις τους μέγιστους βαθμούς της κλίμακας με τους οποίους και οι δύο εξεταστές βαθμολόγησαν το κάθε εξεταστέο μάθημα, όπως και τον τελικό μέσο όρο. Μια από τις διακαείς επιθυμίες στη ζωή της Μάνας επετεύχθη ή καλύτερα ένα τεράστιο βάρος άγχους και αγωνίας σηκώθηκε από την ψυχή της· παρόλο που εκείνη η «επιτυχία» δεν εγγυόταν έναν ανθόσπαρτο βίο για το παιδί της. Από την μεριά μου, την μονόχνοτη γωνιά ενός αθεράπευτα συνεσταλμένου, ένιωθα απέραντη ντροπή και αμηχανία: αυτό που οι Αγγλοσάξονες αναφέρουν ως embarrassment. Μια λέξη που δεν έχει την ακριβή αντίστοιχή της στα ελληνικά. Πιστεύω ότι οι περισσότεροι Έλληνες δεν νιώθουν κάτι ανάλογο σε ανάλογες περιστάσεις προσωπικών επιτυχιών, όπως και αποτυχιών, ώστε μια τέτοια λέξη να είναι χρήσιμη στην καθημερινότητά τους.  

Το αίσθημα του embarrassment κορυφώθηκε με μιαν χωρίς ουσιαστικό νόημα και αποτέλεσμα, μάλλον ανόητη συνέντευξη στην τοπική εφημερίδα, μετά την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων των «Πανελληνίων» και τις λίστες κατάταξης των επιτυχόντων.  Ένας νεαρός, άπειρος δημοσιογράφος (λογικό τέτοιες παιδαριώδεις συνεντεύξεις να ανατίθενται σε πρωτάρηδες της δημοσιογραφίας), μετά από ένα τηλεφώνημα που έφερε μιαν αναμενόμενη, αλλά ευχάριστη και καλοδεχούμενη αναστάτωση στους κόλπους της οικογένειας, μας επισκέφτηκε ένα πρωϊνό, συνοδευόμενος από έναν αμίλητο φωτογράφο, ο οποίος όρθιος σε μια γωνιά κοίταζε συνεχώς το ρολόι του. Θα προτιμούσε, σκέφτηκα, να τραβούσε φωτογραφίες σε κάποιο μείζον καλλιτεχνικό ή αθλητικό γεγονός. Στριμωχτήκαμε στο δωμάτιο μου, το δωμάτιο της βιβλιοθήκης με το τεράστιο γραφείο. Στο σημειωματάριο του είχε αραδιασμένες μερικές προκάτ ερωτήσεις για μένα, τον Πατέρα, ακόμα και τον Αδερφό, που τις διάβαζε μηχανικά καθώς κρατούσε μανιωδώς σημειώσεις, χωρίς να κοιτάει τον εκάστοτε συνεντευξιαζόμενο: «Ποιο είναι το αγαπημένο σου επιστημονικό αντικείμενο;», «Που χρωστάς την επιτυχία σου;» «Πως περνάς τον ελεύθερο σου χρόνο;», την αποφευκτέα και ενοχλητική ερώτηση, που πάντα με δυσκόλευε να απαντήσω: «Τι μουσική ακούς;», κτλ.  Η Μάνα, αφού πρόσφερε πορτοκαλάδα και καφέ, που τα παιδιά αρνήθηκαν («Κυρία, θα κρατήσει μόλις λίγα λεπτάκια η συνέντευξη…») παρακολουθούσε χαμογελαστή και περήφανη από το κατώφλι της πόρτας. Δεν νομίζω ότι η οικογένεια είχε βρεθεί κάτω από το φως τέτοιας δημοσιότητας στο παρελθόν. Απάντησα στις ερωτήσεις με λίγα αυτοσχέδια λόγια και ό,τι μου κατέβαινε στο μυαλό, με την χαρακτηριστική συστολή και νευρικότητα.

Το αρθράκι, κάτω από μιαν φωτογραφία μου στον καναπέ δίπλα στον αδιάφορο Αδερφό, που το ύφος του δεν έκρυβε την απροθυμία του να χάνει τον χρόνο του εκεί μαζί μας, εμφανίστηκε μετά από λίγες μέρες στην τοπική εφημερίδα, με τα σχόλια μας ή, μάλλον, με άκομψα συρραμμένες παραγράφους με πληροφορίες από αυτές που έκαναν εντύπωση στον δημοσιογράφο ή και πρόλαβε να καταγράψει: για τον Καζαντζίδη, το Δημήτρη τον Χατζή, την λογοτεχνία και τα μαθηματικά, το σκάκι, και τ’ άλλα χόμπι, και τα εν γένει χαρακτηριστικά του προφίλ ενός στερημένου σπασίκλα (του «μεθοδικού», του «εργατικού», κ.ο.κ.), ο οποίος όμως ήθελε με κάθε τρόπο και έκανε ό,τι περνούσε από το χέρι του να αποβάλλει αυτήν την ταμπέλλα όσο τον δυνατό συντομότερα. Ο νεαρός δημοσιογράφος δεν παρέλειψε στο τέλος να παραθέσει verbatim τα σχόλια του Πατέρα, παρών και στο επίκεντρο καθόλη την διάρκεια της συνέντευξης: «Τον υποστήριξα, όπως κάθε Πατέρας όφειλε, αλλά χωρίς όμως να γίνομαι ‘υπερπροστατευτικός’»! Πως να του ήρθε στο μυαλό εκείνη η φράση, άραγε; Τι ήθελε ακριβώς να εκφράσει; Ότι ήταν μεν προστατευτικός, αλλά όχι υπερβολικά, ώστε να μην με εκθέσει ως βουτυρόπαιδο και σπασίκλα χωρίς δυναμισμό και βούληση; Το αίσθημα της αμηχανίας, το ψυχικό «ζόρι» που μου δημιουργούσε η ιδέα ότι θα βρισκόμουν παρά την θέλησή μου στο επίκεντρο της προσοχής πολλών, γνωστών και αγνώστων, με μια λέξη το embarrassment πέρασε καιρός για να την ξεπεράσω. Καλώς ή κακώς, καμιά αναφορά στο άρθρο για την συνεισφορά της Μάνας στο κατόρθωμα, αν και η ίδια στο περιθώριο της συνέντευξης δεν παρέλειψε να επαναλάβει τους στρογγυλούς βαθμούς μου στις εξετάσεις. Τουλάχιστον, η φωτογραφία μου έδειχνε έναν καλοφτιαγμένο νεαρό. Και πίστεψα ότι θα ασκούσε κάποιαν απήχηση στον μικρό θηλυκό πληθυσμό ανάμεσα στους μελλοντικούς μου συμφοιτητές, που σίγουρα θα έπαιρναν στα χέρια τους την εφημερίδα για να δουν και τα δικά τους ονόματα τυπωμένα ανάμεσα στις λίστες των επιτυχόντων. Ίσως η φωτογραφία να αποσπούσε πολλούς και από το περιεχόμενο του άρθρου, το οποίο σε πολλά σημεία του μου σήκωνε τις τρίχες – από το embarrassment βέβαια. Πέρασαν αρκετές βδομάδες μέχρις ότου οι εντυπώσεις από την συνέντευξη, από τις εικόνες και τα πολλά λόγια που συνόδευσαν την επιτυχία, από τα τηλεφωνήματα και επισκέψεις για συγχαρητήρια και επαίνους και «μπράβο», να εξασθενίσουν σε τέτοιο σημείο, ώστε η υπενθύμιση τους να πάψει να αναστατώνει την ψυχή ενός ντροπαλού νέου, να προκαλεί ζόρι στα σωθικά και κοκκίνισμα στο πρόσωπο.

Χαλάρωνα με την σκέψη ότι όλα αυτά μια μέρα σύντομα θα ξεχνιόταν, αν όχι από τον στενό οικογενειακό κύκλο, τουλάχιστον από μελλοντικούς φίλους και παρέες του φοιτητόκοσμου. Στην ζυγαριά της ψυχής το επερχόμενο συναρπαστικό μέλλον μιας ανέμελης φοιτητικής ζωής βάραινε περισσότερο από τις έγνοιες του «τι θα πουν» ή «τι σκέφτονται» οι άλλοι για μένα . Η προοπτική της ζωής εκείνης φώτιζε το νου να σχηματίζει καινούργια όνειρα, που θα έφερναν χαρές τάξεις μεγέθους μεγαλύτερες από την πρωτιά στις εξετάσεις εισαγωγής. Βρισκόμουν στο κατώφλι ενός άλλου κόσμου πιο φωτεινού, πιο απλόχωρου, έξω και μακριά από τη σκοτεινή μοναξιά του δωματίου, των ανιαρών επαναλήψεων, τον καταναγκασμό της ρουτίνας του σχολείου, των ματαιωμένων ερωτικών φαντασιώσεων, μιας ζωής χωρίς καλούς φίλους· και, κυρίως, χωρίς κάποιο κορίτσι ν’ αγγίζω, να φιλάω, και να κάνουμε μαζί όλα εκείνα τα ακατονόμαστα πράγματα που μέχρι τότε έβλεπα ημιπαράνομα σε βρώμικες αίθουσες με κάθε λογής «ανώμαλους» ή εν πάση περιπτώσει σεξουαλικά καταπιεσμένους και κομπλεξικούς σαν και μένα.

Ήταν το πρώτο καλοκαίρι που βιαζόμουν να περάσει όσο πιο γρήγορα γινόταν. Έλπιζα η νεοαποκτηθείσα ελευθερία και ένας σχεδόν απεριόριστος χρόνος στη διάθεση μου να τον χειριστώ, χωρίς διαβάσματα και το άγχος των εξετάσεων, θα επιτάχυνε το κύλισμα του χρόνου. Εκείνες οι καλοκαιρινές διακοπές, μετά από δυο χρόνια κοινωνικής και φυσικά ερωτικής ασιτίας, αποδείχτηκαν λησμονήσιμες. Με τον Δρ., τον φίλο-αποκούμπι ενός συναισθηματικά κενού χρόνου, τον οποίο για να τον γεμίσει κανείς επικαλείται το ρητό του «μη χείρον βέλτιστον», πήγαμε διακοπές για λίγες απερίγραπτες μέρες και μια τελευταία απέλπιδα αναζήτηση θηλυκής παρέας στο κάμπινγκ της Σκοτίνας με ένα μικρό, στενάχωρο αντίσκηνο και δυο sleeping-bags. Το κάμπινγκ, οι άνθρωποι και ό χώρος του, είχαν μεταμορφωθεί δραματικά από αυτό που θυμόμουν από τα τελευταία ξέγνοιαστα παιδικά χρόνια, όταν ξεχείλιζε από παραθεριστές, πολλοί από τους οποίους έβαζαν μέσο για μιαν θέση δροσιάς κάτω από τον ήλιο και τα δέντρα του: τον παράδεισο των αθλοπαιδιών, της ποδηλατάδας, των βραδινών ντίσκο, και άλλων πειρασμών για μικρούς και μεγάλους, Από τον σταθμό του τραίνου και τα σακίδια μας περάσαμε χωρίς έλεγχο από την πύλη, χάριν σε κάποιο ψέμα του Δρ. στον αδιάφορο φύλακα, και στήσαμε το μικρό αντίσκηνο σε μια γωνιά του κάμπινγκ. Το περιβάλλον είχε εγκαταλειφθεί ασυντήρητο, είχε σχεδόν εξαθλιωθεί. Δεν πρόσφερε πλέον καμιά συγκίνηση, ούτε βέβαια σοβαρή προοπτική για ποθητές παρέες. Μετά από δυο διανυκτερεύσεις αϋπνίας και βρωμιάς, επισκεφτήκαμε τον πόντιο Ζ., πρώην συμμαθητή και κολλητό του Δρ., περπατώντας κατά μήκος της ακροθαλασσιάς -στο εξοχικό της οικογένειας του στην Λεπτοκαρυά. Ούτε εκεί θα γινόταν «δουλειά», παρά τα ξεροσταλιάσματα στο σταθμό του τρένου και την παραλία, παρά τα άνοστα παραμύθια που διηγούταν με θράσος ο Δρ. σε Ελληνίδες μαθήτριες ή σε ό,τι ελκυστικό θήλυ περνούσε δίπλα μας. Τελικά άρχισα να εκνευρίζομαι, πέρασε φευγαλέα από το μυαλό μου το καζίκι, το bullying, που υπέστην από τους δυο τους όταν μοιραζόμαστε το ίδιο θρανίο στην Δ΄ Δημοτικού. (Ξεχνιούνται τέτοιες εμπειρίες;) Θύμωσα με τον Δρ. για κάποια ασήμαντη αφορμή, πείσμωσα,  και με μια φτηνή δικαιολογία που σκαρφίστηκα, πιο πολύ για να μην στενοχωρήσω τον οικοδεσπότη, γύρισα στη Θεσσαλονίκη. Εκεί θα μετρούσα τις μέρες διακοπών που απέμειναν, με λίγο διάβασμα, και αρκετό σουλατσάρισμα: στην παραλία, στο Βαρδάρη, σε σινεμά. Και με impromptu επισκέψεις στο έρημο ακόμα από φοιτητές Πολυτεχνείο, το οποίο με τους άλλους «επιτυχόντες», αρκετοί ανάμεσά τους πρώην συμμαθητές, μας περίμενε για να σπουδάσουμε αυτό που πολλοί συνειδητά ή ασυνείδητα προτιμήσαμε και χρειαζόμασταν ως πυξίδα καριέρας. Αυτή η τελευταία, όμως, θα μπορούσε να περιμένει μερικά χρόνια ακόμη πριν μας απασχολήσει σοβαρά.   

Η πρώτη μέρα του Πανεπιστήμιου, η μέρα της εγγραφής, έφτασε. Προηγήθηκαν πέρα-δώθε στις πτέρυγες και τους διαδρόμους του Πολυτεχνείου, με τους τοίχους καλυμμένους από πανό και αφίσες και συνθήματα, κρατώντας κάποια απόσταση από τα τραπεζάκια των παρατάξεων, ρίχνοντας κρυφές ματιές στα άδεια αμφιθέατρα και τις αίθουσες διδασκαλίας, κοντοστέκοντας στο κυλικείο με τους καφέδες και τις τυρόπιτες, από όπου κάθε περιήγηση ξεκινούσε και κατέληγε. Κι επιτέλους, ξεκίνησαν οι πρώτες ώρες διδασκαλίας. Τα αμφιθέατρα και οι αίθουσες της σχολής βούιζαν τα λεπτά πριν την εμφάνιση του διδάσκοντα, κατάμεστες από εκατό-πενήντα και παραπάνω πρωτοετείς, οι περισσότεροι άγουροι και ψαρωμένοι, που αντιμετώπιζαν το πανεπιστήμιο με μεγάλες προσδοκίες και κάποιο δέος σαν το θεόρατο βουνό που θα σκαρφάλωναν στην κορυφή του. Στις αίθουσες, στρυμωγμένοι δυο και τρείς πίσω από κάτι χοντροκομμένα σχεδιαστήρια μηχανικών, μερικοί όρθιοι κοντά στην πίσω πόρτα. Με την είσοδο του διδάσκοντα στην αίθουσα, το «ακαδημαϊκό δεκαπεντάλεπτο» μετά την προκαθορισμένη ώρα, επικράτησε ησυχία. Και εκείνο το πρώτο μάθημα, το παρακολουθήσαμε όλοι με προσοχή, είτε από γνήσιο ενδιαφέρον (ήταν για πολλούς η επιστήμη που διάλεξαν!), είτε από περιέργεια, είτε για κοινωνικότητα και γνωριμίες. Οι πλέον επιμελείς και τα λίγα κορίτσια του έτους ανάμεσα τους είχαν καταλάβει τα πρώτα θρανία, εφοδιασμένοι με σημειωματάρια, μερικοί με δερμάτινους χαρτοφύλακες (δώρα πιθανόν για την επιτυχία, και ως επίδειξη του νεοαποκτηθέντος status των δυνάμει μηχανικών) και επιστράτευαν όρεξη και αυτοσυγκέντρωση να ακούνε και κρατούν σημειώσεις παρά τον συνωστισμό στα μετόπισθεν. Επικρατούσε ησυχία, τάξη, πειθαρχία και σεβασμός προς τον διδάσκοντα, παρά τη μεγάλη μάζα των φοιτητών σε μια αίθουσα σχεδιασμένη για πολύ μικρότερο αριθμό ακροατών. Σε αντιδιαστολή με το ορμονικό μπάχαλο των τελευταίων χρόνων στο Λύκειο.

Από τη γωνιά που καθόμουν μετρούσα τα κορίτσια στο έτος μου. Δεν ήταν πολλά. Κάτι αναμενόμενο. Αν ήταν δυνατόν μια άχαρη πολυτεχνική σχολή, στόχος κυρίως από σπασίκλες ή καλοαναθρεμμένους άρρενες σαν και μένα να συμπεριλαμβάνει ένα μεγάλο ποσοστό γυναικών στις τάξεις της! Τα στερεότυπα περί των σπουδών σε σχολές του Πολυτεχνείου -πλην ίσως της καλλιτεχνικής και κουλτουριάρας Αρχιτεκτονικής, ότι δήθεν αυτές οι σχολές ταίριαζαν ή προορίζονταν περισσότερο για τον ανδρικό πληθυσμό της χώρας με τα «θετικά» μυαλά ίσχυαν εν πολλοίς ακόμα. Οι χαριτωμένες κι ελκυστικές κοπέλες ανάμεσά τους ήταν ακόμα λιγότερες, οι πραγματικά όμορφες ελάχιστες, μια ή δυο το πολύ! Αν ήθελα να ολοκληρωθώ ως άντρας θα έπρεπε να κοινωνικοποιηθώ και δικτυωθώ άμεσα, να ξεπεράσω τα όρια του έτους, της σχολής, των αμφιθεάτρων, ακόμα και του γεμάτου ζωή και φωνές και γέλια κυλικείου. Ο ανταγωνισμός για ταίρι θα ήταν έντονος. Πίστευα ότι διέθετα μερικά συγκριτικά ατού, αλλά όχι τα σημαντικότερα για την ικανοποίηση της επιτακτικής ανάγκης: λέγειν και αυτοπεποίθηση.

No comments:

Post a Comment