Σήμερα, κοιτώντας πίσω στα εφηβικά χρόνια και τα πρώτα χρόνια της νεότητας, την άνοιξη της ζωής, μπροστά σε ένα βιβλίο, έναν πράσινο πίνακα, σημειωματάρια και όλο το φάσμα χρωμάτων από μολύβια και στυλό, φιγούρες και κουβέντες και πειράγματα συμμαθητών, πρόζες καθηγητών, ατενίζοντας από χρονική απόσταση δεκαετιών εκείνα τα οράματα της εφηβείας, ζυγίζοντας προσωπικές κατακτήσεις και επιτυχίες απέναντι στα όνειρα που ένα ονειροπαρμένο μυαλό τότε έπλεκε, διαπιστώνω πόσο θολές και εξωπραγματικές, λόγω απειρίας και αφέλειας, ήταν οι φιλοδοξίες τότε, πόσο ο νους σχημάτιζε ένα ονειρικό και μάλλον ουτοπικό μέλλον. Η πραγματικότητα, με τα λίγα ορόσημα και προσωπικές κατακτήσεις στον μακρύ και κακοτράχαλο δρόμο προς την ωρίμανση , κάποιες μικρές ή μεγάλες επιτυχίες, με μια λέξη το παρελθόν, δεν έλαμψαν και χρωμάτισαν όπως προσδοκούσα τα μονοπάτια που η ζωηρή, εφηβική φαντασία είχε χαράξει. Δεν βρίσκω στην απόκλιση των οραμάτων από την πραγματικότητα που βίωσα λόγους απογοήτευσης και λύπης, ενοχών και μεταμέλειας. Είναι καλύτερο να ονειρεύεσαι τη ζωή σου παρά να τη ζεις, έγραψε ο Προυστ. Σίγουρα είναι πολύ ευκολότερο να πλάθεις όνειρα από το να τα πραγματοποιείς. Πρώτο δεν ξέρεις τόσο καλά τον εαυτό σου όσο νομίζεις, δεύτερο αγνοείς ή υποτιμάς τις δυνάμεις που το κοινωνικό περιβάλλον εξασκεί και επηρεάζει τις σκέψεις, την βούληση και τις πράξεις σου.
Με το τέλος του πανεπιστημίου και της φοιτητικής ζωής, η
επιστήμη, οι αρχές της φυσικής, τα εφαρμοσμένα μαθηματικά, και αργότερα η
τεχνολογική γνώση κατέλαβαν την πρωτοκαθεδρία στις μελέτες και αποτέλεσαν την
μερίδα του λέοντος στη μοιρασιά του χρόνου που αφιέρωνα στην πρακτική
εκπαίδευση και την επαγγελματική κατάρτιση -κατά κύριο λόγο. Το λίγο-πολύ
ανέμελο διάβασμα μυθιστορημάτων και διηγημάτων, ιστοριών ζωής κάθε λογής, των Marx και
Engels, αντικαταστάθηκε
σχεδόν πλήρως από τη μελέτη επιστημονικών και τεχνικών κειμένων, βιβλίων και
άρθρων, η οποία γινόταν ολοένα και περισσότερο συστηματική, όπως το απαιτούσε η
εμμονή για πλήρης κατανόηση, μέχρι και την παραμικρή λεπτομέρεια και την τελευταία
εξίσωση και πως αυτή συνεπαγόταν από την προηγούμενη, ή η οπωσδήποτε λύση κάποιου
τεχνολογικού προβλήματος που βασάνιζε το μυαλό μέρες και καμιά φορά νύχτες. Επιπλέον
ράφια σε καινούργιες βιβλιοθήκες γέμιζαν πλέον με επιστημονικά βιβλία και
συγγράμματα, συρτάρια και αρχειοθήκες με εκατοντάδες άρθρα και αναλύσεις,
στοίβες από σημειωματάρια και συραμμένες σελίδες σημειώσεων και, καθώς εισερχόμαστε
στην ψηφιακή εποχή, χιλιάδες αρχεία με τεχνικό περιεχόμενο.
Ποιος ήταν ο άμεσος, χειροπιαστός σκοπός εκείνης της
εντρύφησης στην τεχνολογίας και τους ειδικούς κλάδους που εκάστοτε ακολούθησα
παρακινούμενος από τις περιστάσεις και το περιβάλλον, την ανάγκη αναζήτησης και
εύρεσης εργασίας; Ήταν, βέβαια, μια ωφελιμιστική συσσώρευση επιστημονικής
γνώσης, μια εξειδικευμένη τεχνική κατάρτιση, χρήσιμη στην επιλογή εργασίας και
των μονοπατιών που θα ακολουθούσα στην καριέρα, χρήσιμη από ματεριαλιστική και
μόνον σκοπιά. Δεν ήταν αυτοσκοπός, αλλά συνδεόταν και πάλι με προσδοκίες και
φιλοδοξίες, που όσο μεγάλωνα μεταμορφώνονταν σταδιακά από τα μεγαλεπήβολα
σχέδια και όνειρα της εφηβικής ηλικίας, σε κάτι τις περισσότερο πεζό, χειροπιαστό,
εφικτό, ίσως και τετριμμένο: μιαν επιστημονική ανάδειξη και αναγνώριση από τον
άμεσο στενό επιστημονικό και επαγγελματικό κύκλο, όχι χωρίς αντίτιμο, την
επαγγελματική αποκατάσταση και εξέλιξη, την ατομική και οικογενειακή προκοπή,
κυρίως οικονομική· ασήμαντες επιτυχίες, ζυγισμένες με τα μέτρα και σταθμά που
το σύστημα στο οποίο αναγκαζόμουν να επιβιώσω και συντηρηθώ επέβαλλε.
Το αν και κατά πόσο φιλοδοξίες και στόχοι της νιότης και της
ωριμότητας εκπληρώθηκαν δεν επαφίεται πλέον σε μένα να το κρίνω, και όπως γράφηκε,
τόσο το ερώτημα, όσο και η απάντηση είναι χωρίς ιδιαίτερη σημασία, ίσως και
άτοπο. Σε ένα άλλο ερώτημα όμως οφείλω απαντήσεις –στον εαυτό μου: στο αν οι
ατέλειωτες ώρες κλεισούρας στο δωμάτιο παραδομένος στην πνευματική τυραννία της
επίλυσης τεχνικών και μαθηματικών προβλημάτων, αυτός ο κατά κάποιον τρόπο διανοητικός
μαζοχισμός που απαιτεί η κατανόηση ενός προβλήματος και η μαθηματική του ανάλυση,
μέσα από κυκεώνες εξισώσεων, η μελέτη και έρευνα σε απροσμέτρητα βάθη και πλάτη
επί το πλείστον χωρίς υλιστική ανταμοιβή, συχνά εις βάρος ψυχικών και
αισθησιακών απολαύσεων και άλλων πιο ξέγνοιαστων και ευχάριστων δραστηριοτήτων,
όλη αυτή η πνευματική ανάλωση της εφηβείας και των νιάτων άξιζε τον κόπο; Η
απάντηση που δίνω από μια πλέον μεγάλη απόσταση στον χρόνο είναι κατηγορηματικά
καταφατική. Όχι απλά για να δικαιολογήσω τις τότε επιλογές και συμβιβασμούς που
έκανα και να με παρηγορήσω για χρόνια που θα μπορούσαν να περάσουν πιο όμορφα
και ξέγνοιαστα. Όχι μόνον για την υλιστική βάση που τελικά απέκτησα και τη
συσσώρευση μιας μικρής περιουσίας που μου αναλογεί από τον πλούτο των κοινωνιών
στις οποίες εργάστηκα. Ίσως, θα έλεγα, σε λιγότερο βαθμό για αυτήν, καθώς ο
πλούτος που ένας κοινός, μέσος εργαζόμενος άνθρωπος σωρεύει αντιστοιχεί λίγο-πολύ
στην αξία που δημιουργεί μέσα από την πνευματική και χειρωνακτική του εργασία. Άλλωστε,
η αποκρυσταλλωμένη σε υλική μορφή, σε ένα αντικείμενο-προϊόν πνευματική εργασία
αντιστοιχεί σε ένα ελάχιστο μέρος αυτού που κουβαλάει κάποιος στο μυαλό, ένα
μικρό υποσύνολο της γνώσης και των εμπειριών του. Η θυσία χρόνου, η προσπάθεια
και οι κόποι, οι στερήσεις από πολλά, ίσως, όλα αυτά απέκτησαν αξία για άλλους
λόγους. Διότι συντέλεσαν στην ανάπτυξη μεθόδου στη λογική σκέψη. Διότι προπόνησαν
και καλλιέργησαν την αναλυτικότητα. Διότι συχνά με βοήθησαν να σταθώ όρθιος
απέναντι σε προβλήματα πολύ διαφορετικά από τα εξειδικευμένα της επιστήμης και
των επαγγελμάτων που άσκησα. Μια φαινομενικά μικρή σφαίρα γνώσης, ελάχιστη σε
σύγκριση με την παγκόσμια κληρονομιά, χάριν στον εθισμό στη μελέτη, χάριν στη
μέθοδο προσέγγισης και ανάλυσης προβλημάτων, που η κατάκτηση αυτής της γνώσης προϋποθέτει,
χάριν στην ένταση και τους ρυθμούς σκέψης που συντηρεί, διογκωνόταν μέρα με τη
μέρα. Τελικά εξαπλώθηκε πέρα από τα όρια μιας εξειδικευμένης γνώσης σε μιαν
επιστημονική κατεύθυνση, επεκτάθηκε στον κόσμο γύρω, στους ανθρώπους, στις
κοινωνίες και οικονομίες τους, για να επιστρέψει τελικά στο τέλος μιας πολύχρονης
καριέρας σε αυτό που λέμε στίβο της ζωής, στον εαυτό μου τον ίδιο. Και «είδα»
τον εαυτό μου, και παρακολουθώ την ύπαρξη μου, και τις μέρες να περνάνε, και το
τέλος που μια μέρα θα έρθει, όλα με άγρυπνη συνείδηση, και μια μικρή ικανοποίηση
και αίσθηση εκπλήρωσης.
Η γνώση μου έδωσε ισχύ, μου έδωσε ελευθερία. Η γνώση είναι ισχύς,
είναι ελευθερία, για τον κάθε άνθρωπο. Το μυαλό είναι η ανώτατη μορφή ύλης, όπως
είπε ο Lenin, και η ολοκλήρωση
και τελειοποίηση αυτής της μορφής προϋποθέτει τη γνώση, βασίζεται πρωταρχικά σε
αυτήν. Χρειάζεται τη γνώση, μέσα από το διάβασμα και τις εμπειρίες που
προσφέρει καθημερινά η ζωή για να σκέφτεται, και για να σκέφτεται καλά. Υπάρχω
σημαίνει κινούμαι, δρώ και παλεύω στον κόσμο, αλλά κάθε δράση, κάθε πράξη και τελικά
η αυτή καθαυτή ύπαρξη προϋποθέτουν την σκέψη σε κάθε βήμα, σε κάθε στιγμή αυτής
ύπαρξης. Μια ύπαρξη που θα μπορούσε να συνοψιστεί, και εν μέρει δικαιολογηθεί,
από το cogito ergo sum του Descartes.
Καθώς η ζωή μου βαδίζει προς το τέλος της ωρίμανσης, της
πνευματικής και σωματικής ακμής, την απαρχή του γήρατος και της παρακμής, καθώς
η καθημερινή δραστηριότητα μέσα από την εργασία καταλήγει σε ένα τέλος, καθώς ο
άνθρωπος αποσύρεται σιγά-σιγά από την καθημερινότητα των «παραγωγικών σχέσεων»,
της δουλειάς που έκανε για να ζήσει ο ίδιος και να μεγαλώσει την οικογένειά
του, συμβαίνει μια επιστροφή στον εαυτό του και την ατομική ύπαρξη. Ο άνθρωπος
αναδύεται, πολλές φορές βιάζεται να ξεφύγει από αυτήν την καθημερινότητα των
χρόνων της δουλειάς, καθώς ο χρόνος λιγοστεύει. Οι κλήσεις στη συνείδηση και οι
συνομιλίες με τον εαυτό πληθαίνουν. Ο θάνατος είναι πλέον ορατός στον ορίζοντα,
μας πλησιάζει, και η μέχρι τώρα ύπαρξη πρέπει να ιδωθεί, αναλυθεί, αξιολογηθεί,
δικαιολογηθεί. Να τεκμηριωθεί, έστω και κατά προσέγγιση, το αν και κατά πόσο
άξιζε τον κόπο. Ο Marx μπορεί να έθεσε τα θεμέλια του ιστορικού ματεριαλισμού και της
κριτικής της πολιτικής οικονομίας του καπιταλισμού που παραμένουν ακλόνητη στα
μάτια μου τουλάχιστον, αλλά ο μαρξισμός είναι κατά κάποιο τρόπο ένα εξωστρεφές
ιδεολογικό σύστημα: αφορά τις σχέσεις των ανθρώπων στη διάρκεια του χρήσιμου
και παραγωγικού μέρους της ζωής τους. Η ατομική ύπαρξη, οι αντανακλάσεις της
συνείδησης, ο θάνατος δεν διαπραγματεύονται. Ο άνθρωπος, το πνεύμα του,
εξακολουθεί να θέτει ερωτήματα στον εαυτό του και να αναζητά απαντήσεις, ώστε
να αξιοποιήσει και την τελευταία ικμάδα αυτού του πνεύματος ενόσω ζει. Στροφή,
λοιπόν, αυτού του πνεύματος, της δραστηριότητας και των ανησυχιών του, προς τις
θεωρίες του όντος και της ύπαρξης, μια τελευταία βουτιά στον κόσμο των
αισθήσεων και συναισθημάτων, μέσα από την τέχνη κάθε μορφής, επιστροφή στην
αισθητική της φύσης. Κατά κάποιο τρόπο ο ασυμβίβαστος επαναστάτης, κομμουνιστής
της νεότητας, ο αναλυτικός μαρξιστής της ωριμότητας μεταμορφώνεται σε ένα είδος
υπαρξιστή, χωρίς να χρειαστεί να πουλήσει τον εαυτό του στον διάολο της εξουσίας,
No comments:
Post a Comment