Κάτι που μου έκανε εξίσου σημαντική εντύπωση από το διάβασμα των δύο «φιλοσοφικών» βιβλίων του Camus και που, μετά από κείνη την παρθενική επαφή με τη φιλοσοφία, με ώθησε σε άλλες, ανεξερεύνητες κατευθύνσεις, ήταν ο αριθμός των αναφορών σε προγενέστερους συγγραφείς ή ιστορικές προσωπικότητες και το πλήθος των παραπομπών και αποσπασμάτων από τα λόγια, τα έργα και τις ημέρες τους, που βρήκα διάσπαρτα σε κείνα τα βιβλία. Oι ιδέες και η φιλοσοφία του Camus, όπως και κάθε αξιόλογη φιλοσοφική αναζήτηση και επιστημονική έρευνα, δεν δημιουργούνται ex nihilo δια κάποιας επιφοιτήσεως του πνεύματος, αλλά στηρίζονται σε σκέψεις, ιδέες και πράξη ζωής δεκάδων προγενέστερων ποιητών, πεζογράφων, φιλοσόφων, ιστορικών μορφών, δημιουργών τέχνης και ιστορίας, επιστημόνων. Και όλη αυτή η γνώση ζυμώνεται με προσωπικές εμπειρίες και σύγχρονα γεγονότα, για να επεξεργαστεί και αναπτυχθεί, με επιμονή και πνευματικό πόνο, από ένα προικισμένο μυαλό. Ο Camus ήταν πολυδιαβασμένος, καλοδιαβασμένος, ενήμερος, μορφωμένος. Το διάβασμα και η αποκόμιση γνώσης, η αποκρυστάλλωση τους σε παιδεία και μόρφωση αποτελούν αναγκαίες συνθήκες για οποιαδήποτε πνευματική δημιουργία. Αν ήθελα να σεργιανήσω στα ίδια μονοπάτια και να δημιουργήσω, έπρεπε να μελετήσω με την ίδια ένταση και συγκρίσιμο πλάτος και βάθος. Η δημιουργία οποιασδήποτε μορφής ακόμη και ως αυτοσκοπός, σε μια πεπερασμένη ζωή χωρίς αντίκρισμα στην αιωνιότητα, όπως έμαθα από τον Camus, είναι ικανός λόγος ύπαρξης.
Από τις αναφορές του Camus κατάρτισα μια λίστα -με αλφαβητική
ταξινόμηση- μεγάλων μορφών της παγκόσμιας φιλοσοφίας, καθώς και της ελληνικής
και ξένης λογοτεχνίας, και με συχνές επισκέψεις και σεργιάνια στα βιβλιοπωλεία της
πόλης άρχισα να γεμίζω τα ράφια της βιβλιοθήκης του Πατέρα, όπου έβλεπα
κραυγαλέα κενά στην εκάστοτε βιβλιογραφία: Althusser, Βάρναλης, Dante, Καβάφης, Kafka, Lenin, Λειβαδίτης, Mandell, Marx, Nietzsche, Ρίτσος, Sartre, Σεφέρης, κ.o.κ. Kαι επειδή, αφενός, μια οικογενειακή
βιβλιοθήκη, με δεδομένο το εύρος της παγκόσμιας πνευματικής κληρονομιάς, μοιραία
παρουσιάζει τεράστια τέτοια κενά, και, αφετέρου, το μικρό χαρτζιλίκι που
εισέπραττα περιόριζε την δυνατότητα αγοράς βιβλίων από αυτό, έριχνα κλήρο ή
επέλεγα, συχνά προκατειλημμένος από εποχιακές τάσεις ή φήμες ή από διαβάσματα
εφημερίδων και περιοδικών, και συμπλήρωνα από εκείνη την λίστα τη βιβλιοθήκη
μας με τα κύρια έργα του ενός μετά τον άλλον συγγραφέα, φιλόσοφο, ποιητή ή
λογοτέχνη. Παρόλο που μετά το τέλος του βραχνά των εξετάσεων και του σχολείου
και πριν το μουδιασμένο και παρατεταμένο ξεκίνημα της φοιτητικής ζωής ο
ελεύθερος χρόνος έρρεε άφθονος, ο ρυθμός ανάγνωσης των βιβλίων υστερούσε σημαντικά
του ρυθμού προμήθειας και στοιβάγματός τους στα ράφια -όσο διακαής αναγνώστης
και να είχα γίνει. Επιβράδυνα τις αγορές και άρχισα να θέτω προτεραιότητες στη
μελέτη, με άξονες το κύρος και την επιρροή κάθε συγγραφέα, όπως αυτοί οι άξονες
γινόταν υποκειμενικά αντιληπτοί. Ως ανέκαθεν επιμελής, ως φοιτητής όπως και
μέχρι τότε ως μαθητής, αφιέρωνα περισσότερο από τον ελάχιστα αναγκαίο χρόνο
στην μελέτη του επιστημονικού αντικειμένου, ενώ η προσωπική και κοινωνική ζωή
(το εξαντλητικό κυνήγι του έρωτα, αλλά και οι καταστολές από την αρρώστια της
φοιτητικής ζωής που στην καθομιλουμένη αποκαλούμε «κωλοβάρεμα»), η εντατική πολιτική
ενασχόληση μέσα από την Οργάνωση και το Κόμμα, με δυο λέξεις η «επαναστατική
πρακτική» (ή γυμναστική, για πολλούς), όλες αυτές οι πτυχές της νεανικής ζωής θα
ανάλωναν σημαντικό χρόνο και ενέργεια, εις βάρος, δυστυχώς, φιλοσοφικών και
λογοτεχνικών διαβασμάτων.
Δεν χρειαζόμουν, όμως. πολλά εξωτερικά ερεθίσματα (και τότε,
στην πολιτική ζωή της Ελλάδας τέτοια υπήρχαν εν αφθονία) για να βρεθώ
αντιμέτωπος με το έργο ενός ακόμα γίγαντα της φιλοσοφικής σκέψης, του Karl Marx. Αυτός έμελλε να
επηρεάσει περισσότερο από κάθε άλλον και την δική μου σκέψη, τον πολιτικό
διάλογο, την αντίληψη και ανάλυση της κίνησης της ανθρώπινης κοινωνίας γύρω μου,
εν τέλει αυτά που λέμε ιδεολογία ή κοσμοθεωρία· κατά την διάρκεια των νιάτων
και αργότερα της ωριμότητας και των χρόνων της εργασίας, όταν οι κάθε λογής σχέσεις
με την κοινωνία εντείνονται και κορυφώνονται. Το όνομά του Marx αναφερόταν
συχνά στα έργα του Camus,
αλλά και του Sartre που επιφανειακά είχα τότε αγγίξει, από τον πρώτο με εμφατική
κριτική, αν όχι και απορριπτική διάθεση, παρά τις ταπεινές του καταβολές σε σχέση
με τον δεύτερο. Αλλά ο Camus
χαρακτηριζόταν από πολλούς ως «αντί-φιλόσοφος».
Βέβαια, πληθώρα αναφορών στο μαρξισμό και τον Marx και
τον «κομμουνισμό» του, συναντούσα καθημερινά, όπου και να γύριζα και διάβαζα
και έβλεπα και άκουγα. Σε εφημερίδες, περιοδικά, πολιτικά έντυπα, ομιλίες,
σινεμά και τηλεόραση. Η επιρροή του ήταν εμφανής και διάχυτη επί σχεδόν παντός
επιστητού: πολιτικού, κοινωνικού, οικονομικού, φιλοσοφικού. Ο κόσμος γύρω μου, διαπίστωνα,
ήταν στο θεμέλιό του ματεριαλιστικός, το χρήμα και η ανταλλαγή αγαθών με το
χρήμα στο επίκεντρο του. Πριν από κάθε τι χρειάζεται να τρώμε, να ντυνόμαστε,
να έχουμε μια στέγη πάνω από το κεφάλι μας, ζεστό νερό να πλενόμαστε, να κινούμαστε
ως κοινωνικά και πολιτικά όντα στο χώρο και τον χρόνο, να διασκεδάζουμε και
ψυχαγωγούμαστε -στον τόπο και την εποχή που έστω προσωρινά μας εγκατάστησε η
μοίρα, η ιστορική συγκυρία. Και για να αποκτούμε και καταναλώνουμε, αυτά και
την πληθώρα των αγαθών που η τεχνολογική ανάπτυξη κάνει διαρκώς προσιτά στις
μάζες και βελτιώνουν την ποιότητα ζωής τους, αναγκαζόμαστε να εργαστούμε και να
βγάλουμε χρήματα, από την αμοιβή για την εργασία μας. Η κατανάλωση για επιβίωση
και την απόλαυση της μοναδικής ζωής, η μεγέθυνση της ελευθερίας μας, προϋπόθετε
παραγωγή και κατανάλωση, σε αντιστοιχία με το επίπεδο οικονομικής και
πολιτιστικής ανάπτυξης της κοινωνίας. Η παραγωγή προϋπόθετε την εργασία των
εργαζομένων. Και ανάμεσα μας υπάρχουν οι σχετικά φτωχοί, που ένα μεγάλο μέρος
της ζωής τους εργάζονται αμειβόμενοι δυσανάλογα λίγο με τους κόπους τους, όπως
και πλούσιοι σε γενική αργία, που επί το πλείστον καταναλώνουν.
To
χρωστούσα, λοιπόν, στον εαυτό μου πολύ περισσότερο από τις ανάγκες της πολιτικής
δράσης μου ως φοιτητής και της καριέρας μου στην τεχνολογία, και ποιος ξέρει σε
τι άλλο αργότερα, να γνωριστώ και εξοικειωθώ με τα έργα του Marx και του
Engels, να τα μελετήσω, και να εμβαθύνω στις σκέψεις και ιδέες που κληροδότησαν.
Το όφειλα ως είδος χρέους στον εαυτό μου, στο δρόμο για την αυτογνωσία και πνευματική
ολοκλήρωση. Έτσι, με το χαρτζιλίκι από γονιούς και συγγενείς, πήγα και αγόρασα
από το τότε βιβλιοπωλείο της Σύγχρονης Εποχής, μια από τις ακμάζουσες τότε επιχειρήσεις
του ΚΚΕ, όλους τους τόμους του Κεφαλαίου, μαζί με το σύνολο των
συγγραμμάτων του Marx
και Engels. Αργότερα, στην
συλλογή αυτή προσάρτησα τα Άπαντα του Lenin, που οι σκληρόδετοι τόμοι του κατέλαβαν παραπάνω από ένα ολόκληρο
ράφι. Αυτό προκάλεσε την θυμωμένη αντίδραση και των δύο γονιών, το άγχος στην
Μάνα μην τυχόν τα πάρει το μάτι κάποιου επισκέπτη στην Μάνα κάθε φορά που
άνοιγε το σπίτι της σε φίλους ή γείτονες. Με εξόργισε, αν και δεν με εξέπληξε,
χρόνια μετά, αφού είχα πήρα πλέον τον δρόμο της ξενιτιάς, το ότι ο Πατέρας ένα
βράδυ φόρτωσε τα Άπαντα του Lenin και τα πέταξε σε έναν κάδο του Δήμου για πολτοποίηση.
Αν το Κομμουνιστικό Μανιφέστο ενέτεινε τον επαναστατικό παλμό των πρώτων φοιτητικών χρόνων, με τις
πρώτες κιόλας αράδες του Α΄ τόμου του Κεφαλαίου άρχισαν να ανοίγουν τα
μάτια μου· να κατανοώ μέσα από δεκάδες στριφνές και δυσνόητες σελίδες πως
πραγματικά γυρίζει ο τροχός της καπιταλιστικής οικονομίας και κοινωνίας στην
οποία είχα γεννηθεί, θα μεγάλωνα και ωρίμαζα. Έμαθα ότι η ανθρώπινη εργασία,
και μόνον αυτή, δημιουργεί αξία και κατ’ επέκταση υπεραξία, και κατ’ αναλογία το
καπιταλιστικό κέρδος που καρπώνονται οι κάτοχοι των μέσων παραγωγής. Έμαθα ότι
τα μεροκάματα και οι μισθοί των εργαζομένων συνιστούν ένα μόνο μικρό κομμάτι
της αξίας που η εργασία τους παράγει. Έμαθα ότι η συγκεντροποίηση και συσσώρευση
πλούτου στα χέρια λίγων, εν τέλει η ταξική διαστρωμάτωση της κοινωνίας, οι οικονομικές
ανισότητες και τα αποτελέσματά τους στην κοινωνική νοοτροπία και κοινωνικές και
ατομικές συμπεριφορές, είναι αποτέλεσμα της εκμετάλλευσης αυτής της εργασίας,
των παραγωγικών σχέσεων στην καρδιά του συστήματος. Άρχισα να βλέπω με διαυγέστερο
μυαλό διαμάχες και συγκρούσεις στα μήκη και πλάτη της ανθρωπότητας, τα βαθύτερα
αίτιά τους, πως σχηματίσθηκαν οι σχέσεις εξάρτησης μεταξύ εθνών, τι σήμαινε και
πως εκδηλωνόταν η αποικιοκρατία και αργότερα η νεοαποικιοκρατία και ο
ιμπεριαλισμός. Αντιλήφθηκα ως ιστορικές νομοτέλειες, την εξάπλωση και εμβάθυνση
της εξειδίκευσης και του καταμερισμού στην εργασία, την μονοτονική ή με άλματα αύξηση
της παραγωγικότητας μέσα από τεχνολογικές ανακαλύψεις ή επαναστάσεις, τη
συνεργασία και την οργάνωση της εργασίας, ως όρους επιβίωσης και ίσως διαιώνισης
ενός οικονομικού συστήματος που το raison d' être ήταν η
δημιουργία και μεγιστοποίηση του κέρδους, τούτην διαμέσου της παραγωγικότητας
και εντατικοποίησης της εργασίας, των τεχνολογικών καινοτομιών, του ανταγωνισμού.
Οι ραγδαίες αυξομειώσεις οικονομικών μεγεθών, οι κρίσεις και υφέσεις, οι
πολιτικές και κοινωνικές αναταραχές, η επίδραση που ασκούσαν όλα αυτά στην
ανθρώπινη φύση και τις διαπροσωπικές σχέσεις αποκάλυπταν τις εγγενείς και
αθεράπευτές αντιθέσεις του καπιταλισμού. Βίωνα, και θα βιώνω μέχρι το τέλος, μια
ραγδαία και νομοτελειακή παγκοσμιοποίηση, που μοιραία θα εξαπλώνει και εντείνει
αυτές τις αντιθέσεις. Το σημαντικότερο που αποκόμισα; Ό,τι έχει αξία σήμερα, είτε αξία χρήσης, είτε
ανταλλακτική αξία, είτε αισθητική και πνευματική αξία, κάθε αγαθό πνευματικό ή
υλικό, είναι αποτέλεσμα της ανθρώπινης εργασίας, πνευματικής ή χειρωνακτικής, συλλογικής
ή ατομικής, και μόνον αυτής.
Την βιβλιογραφία των Marx και Engels την εξάντλησα. Μερικά
συγγράμματα και βιβλία τους τα διάβασα δις και τρις. Από τους ίδιους, δυο-τρεις
έγκυρους προγενέστερούς τους, όπως οι Smith και Ricardo,
και μερικούς οικονομολόγους της αντιπέρα του μαρξισμού όχθης, παραπόταμοι στον αστείρευτο
ποταμό της ανάλυσης των καπιταλιστικών οικονομιών και κοινωνιών, έμαθα ό,τι
χρειαζόταν να μάθω για το σύστημα στο οποίο εντάχθηκα ως εργαζόμενος και υπηρέτησα,
προσφέροντας κάθε φορά κυρίως την πνευματική, λιγότερο την χειρωνακτική εργασιακή
μου δύναμη. Και ό,τι έμαθα, το εμπέδωσα και επαλήθευσα μέσα από δεκαετίες
εργασίας στις καπιταλιστικές επιχειρήσεις που με απασχόλησαν. Είχε τελικά δίκιο
σε πολλά ο Marx! Οι
καπιταλιστικές κοινωνίες, και οι οικονομίες τους στον πυρήνα, εξακολουθούν να
κινούνται και συμπεριφέρονται όπως λίγο-πολύ τις ανέλυσε.
Για το αν σε κάποια φάση της ανθρώπινης ιστορίας ο
καπιταλισμός εξαντληθεί, ξεπεραστεί, μετασχηματιστεί σε κάτι τις άλλο, ή
επιβιώσει στον αιώνα τον άπαντα, ή παρακμάσει μέχρι να προλάβει την πτώση του το
τέλος ενός εξαντλημένου από την κατάχρηση πλανήτη και του ανθρώπινου πολιτισμού,
τέτοιου είδους ερωτήματα θεώρησα άτοπο να με απασχολούν μετά από ένα σημεία στη
μικρή και πεπερασμένη διάρκεια μιας μοναδικής και ανεπανάληπτης ύπαρξης. Συμβιβάστηκα
με την ιδέα και παραδέχτηκα ότι ενόσω εμβάθυνα στην μαρξιστική κριτική του καπιταλισμού,
στην ανάλυση των μηχανισμών του, και των οικονομικών δυνάμεων που ενισχύει,
αναπτύσσει και απελευθερώνει, τόσο απομακρυνόμουν από το αρχικό όραμα, στην
ουσία του ανθρωπιστικό: ενός δικαιότερου και ειρηνικότερου κόσμου και την ρομαντική
προσδοκία μιας σοσιαλιστικής επανάστασης που θα τον έφερνε. Το όραμα (ή όνειρο)
της κοινωνικής επανάστασης μπορεί να χάθηκε. Ίσως να ήταν μια από τις πολλές
νεανικές αφέλειες, μπορεί να ισχυριστεί κάποιος. Αλλά η κριτική στο σύστημα οφείλει
να ανανεώνεται διαρκώς, η αμφισβήτησή του να παραμένει ζωντανή. Διαφορετικά
γινόμαστε υποσυνείδητα αδιαμαρτύρητα θύματα του συστήματος και αυτού καθαυτού
του κόσμου ή, στην καλύτερη περίπτωση, άβουλοι, φθαρτοί και αναλώσιμοι κομπάρσοι
του.
Στο άλμπουμ της κόρης του Marx, της Jenny, σε ένα χαρτί από
ένα οικογενειακό παιχνίδι ερωταπαντήσεων, βρέθηκε το αγαπημένο γνωμικό του:
Nihil humani a me alienum puto. Ως ανθρώπινα όντα, μας αγγίζει κάθε τι
ανθρώπινο. Ακριβώς από κάτω βρισκόταν το motto του Marx: De omnibus dubitandum. Έγινε και
το δικό μου motto στη ζωή. Oπως
κατάλαβα είχε υιοθετηθεί και από τον Πατέρα πολύ πριν από μένα.
No comments:
Post a Comment