Wednesday, January 10, 2024

Εφηβικά 20 - Η Τελευταία Συνάντηση

 Ένα πρωϊνό, λίγες μέρες πριν την έναρξη της πρώτης χρονιάς στο Πολυτεχνείο και με το τραύμα της αποτυχίας στην Ολυμπιάδα να έχει επουλωθεί, με κάλεσε στο διαμέρισμα του, σε μιαν πολυκατοικία της Παλαιών Πατρών Γερμανού για έναν σωκρατικό διάλογο περί μαθηματικών. Από τη δυστροπία του χαρακτήρα, τον κατά τη γνώμη πολλών δικαιολογημένο από μιαν αδιαμφισβήτητα υψηλή νοημοσύνη εγωϊσμό και εγωκεντρισμό, την σχεδόν πλήρη απορρόφησή της ύπαρξής του από τα μαθηματικά, και λιγότερο από το ανάστημα του, θεωρούσα δύσκολο ο Καζαντζής να σχηματίζει και διατηρεί σχέσεις με το αντίθετο φύλο (Ποιος; Εγώ, με τα αναξιόπιστα και ύποπτα κριτήρια ενός ανώριμου και άπειρου εφήβου!) Στο σαλόνι που με υποδέχτηκε σύντομα ξεπρόβαλλε η σύζυγός του που δεν ήξερα ότι είχε, μια ελκυστική μελαχρινή γυναίκα, με γυαλιά και  σοφιστικέ φυσιογνωμία, καθηγήτρια πιθανότατα υπέθεσα, που, όπως αναμενόταν, τον ξεπερνούσε κατά πολύ στο μπόι. Με οδήγησε σε ένα υπνοδωμάτιο όπου στο βρεφικό κρεβάτι, κειτόταν, μερικών μηνών ηλικίας, να μας κοιτάζει με ορθάνοιχτα τα τεράστια γαλανοπράσινα του μάτια, ο γιος του Νέστωρας. «Ήδη ξέρει να προσθέσει μονοψήφιους αριθμούς... Μπορεί να μην μιλάει ακόμα, αλλά μου δείχνει το αποτέλεσμα με τα δάχτυλά του!» αστειεύτηκε ο κ. Καζαντζής. Καταλήξαμε στο study του, ένα μεγάλο δωμάτιο που οι τρεις από τους τέσσερις τοίχους του, γύρω-γύρω και μέχρι το ταβάνι, ήταν καλυμμένοι με ράφια βιβλιοθήκης γεμάτοι βιβλία κυρίως μαθηματικών -στις εκατοντάδες και χιλιάδες. Το βαρύ, ξύλινο γραφείο, επιβλητικότερο από αυτό του φροντιστηρίου, ήταν τοποθετημένο στη μέση του χώρου και πλαισιωνόταν από  δύο bergère πολυθρόνες. Τη μια την άδειασε βιαστικά και άγαρμπα από μια στοίβα περιοδικών και συγγραμμάτων για να καθίσω. Δεν θυμάμαι επακριβώς τη συνομιλία μας εκείνο το πρωί. Θυμάμαι ότι περιστράφηκε γύρω από επώνυμους καθηγητές πανεπιστημίου που είχαν αναλάβει, παρά την επιστημονική μετριότητα μέχρι και «ασχετοσύνη» τους, την διδασκαλία, υπεράνω ελέγχου και κριτικής, του πολύ-αγαπημένου αντικειμένου του, καθώς και τις τρέχουσες μαθηματικές του ενασχολήσεις: το βιβλίο μαθηματικών που έγραφε, κάτι αποδείξεις θεωρημάτων που σκαρφιζόταν και τον απασχολούσαν, το πως έπρεπε να διδάσκονται τα Μαθηματικά.

Στην πόρτα εκείνου του διαμερίσματος αποχαιρέτησα τον Καζαντζή. Μαζί με αυτόν και τα Μαθηματικά ως σκοπό ύπαρξης ή αυτοσκοπό, έχοντας πρώτα πάρει μαζί μου ένα μεγάλο κομμάτι τους ως χρήσιμο εργαλείο στη δουλειά και την επιστήμη που αποφάσισα να ακολουθήσω. Χρόνια μετά από εκείνα τα «διεστραμμένα» μαθηματικά προβλήματα του Καζαντζή, των διαγωνισμών της Μαθηματικής Εταιρείας και Ολυμπιάδας, δυσκολεύομαι να κατανοήσω την εκφώνησή και τα ζητούμενά τους, πόσο μάλλον να παιδευτώ και σκαρφιστώ κάποια προσέγγιση και λύση όπως έκανα ως ενθουσιώδης μαθητής. Την προσπάθεια να αποδείξω το θεώρημα του Fermat την είχα ήδη εγκαταλείψει. Απόκτησα σταδιακά καλύτερη επίγνωση των δυνατοτήτων μου. Θεώρησα το επεισόδιο των παιδαριωδών φιλοδοξιών στα μαθηματικά λήξαν.  

Ήταν η τελευταία φορά που είδα και άκουσα από τον Καζαντζή. Η ξεχωριστή κι αλησμόνητη από όσους τον γνώρισαν προσωπικότητα του δασκάλου μου έδειξε τα όρια που θα μπορούσε να κατακτήσει με κόπο και επιμονή ο ανθρώπινος νους και σκέψη. Ένα μεγάλο μέρος της μαθηματικής γνώσης στα βάθη και πλάτη της οποίας περιπλανήθηκα, εξαιτίας και μόνον από την επιβλητική παρουσία του στα μαθητικά μου χρόνια, με βοήθησαν σε πολλές περιστάσεις: στις σπουδές, στην δουλειά και, τελικά, στην ζωή. Για τις ατέλειωτες ώρες που αφιέρωσα να παιδεύω το μυαλό μου σε μαθηματικές αποδείξεις φαινομενικά στείρων προβλημάτων δεν μετάνιωσα. Όφειλα να ήμουν, και ήμουν ευγνώμων. Το βάζο Murano που έστειλα μετά από την τελευταία συνάντησή μας, κόστους αμελητέου σχετικά με τα δίδακτρα από τα οποία μας είχε απαλλάξει, και η σεμνή, αξιοπρεπής αφιέρωση με το οποίο το συνόδευσα ήταν μια απειροελάχιστη ανταπόκριση σε αυτά που έμαθα και κατάλαβα και ένιωσα τις λίγες ώρες διδαχής μαθηματικών κοντά του.

Ο κατ’ εξοχήν εμπνευστής δάσκαλος της εφηβείας και των νιάτων μου, πέθανε σχετικά νέος όταν είχα πλέον εγκατασταθεί μόνιμα στην ξενιτιά. «Δεν είχε καλή υγεία από νέος, έπαιρνε φάρμακα», αποφάνθηκε ο Πατέρας. Και κάπνιζε σαν φουγάρο. Από ό,τι φαίνεται ο Νέστωρ δεν συνέχισε τον μαθηματικό θρύλο του πατέρα του. Αντίθετα, η δικιά μας, η οικογενειακή παράδοση, που με περηφάνια ξεκίνησε ο Πατέρας στον ίδιο και παρεμφερή επιστημονικό χώρο, από την οποία έγκαιρα απέκλινα, την συνέχισε σε πολύ ψηλότερα επίπεδα ο Αδερφός, με πιο ουσιαστικές διακρίσεις, περισσότερους επαίνους και βραβεία. Οι ομάδες του σε Βαλκανιάδες και Ολυμπιάδες μας έβγαζαν πάντα ασπροπρόσωπους, σε αντίθεση με τη δικιά μας το 1981.



No comments:

Post a Comment