Tuesday, January 9, 2024

Εφηβικά 18 - Το Βραβείο

Ο Καζαντζής, που είχε αφιερώσει ολάκερη την επαγγελματική ζωή του στα Μαθηματικά, με ένταση, μεράκι, μονοσήμαντο ζήλο, με ενέπνευσε περισσότερο με την αιχμή της σκέψης και την κόψη ξυραφιού του μυαλού του, και λιγότερο με το εύρος της μαθηματικής γνώσης που κουβαλούσε. Το τελευταίο δεν ήμουν σε θέση να το συλλάβω. Ατομικά, μόνο περιστασιακά με ενθάρρυνε: θέτοντας προβλήματα, που πριν ακόμα προλάβω να κατανοήσω το ζητούμενο, όντας γενικά βραδύστροφος, τα επέλυε ο ίδιος– με το τσιγάρο μόνιμα στο αριστερό χέρι. Τα επέλυε σε δευτερόλεπτα με την εξαιρετική καλλιγραφία που τον διέκρινε, είτε γράφοντας με ένα επίχρυσο Parker πάνω σε μια λευκή κόλλα που έστρωνε στο επιβλητικό mahogany γραφείο του, είτε στον μαυροπίνακα σε μια άδεια αίθουσα. Προσπάθησα να του μοιάσω. Δεκάδες, εκατοντάδες προβλήματα πέρασαν από μπροστά μου, που η επίλυσή τους, μετά από πνευματική ταλαιπωρία, δεν θα εξυπηρετούσε κανέναν απολύτως πρακτικό σκοπό -τουλάχιστον στην ζωή παραπέρα: αλιευμένα από τα βιβλία του Καζαντζή, τις Συναρτήσεις, την πολύτομη Άλγεβρα, τη Θεωρία Αριθμών, τα Πολυώνυμα, και τα λοιπά, τα οποία γέμισαν ένα ολόκληρο ράφι της βιβλιοθήκης μας. (Πιστεύω το εκτιμούσε δεόντως, ίσως κολακευόταν, όταν έβλεπε το αστέρι-μαθητή του με ένα ακόμα από τα βιβλία του, καλοδιαβασμένο και εξουθενωμένο από την χρήση. Συχνά έσπευδε να με προκαταλάβει για τα λάθη που σίγουρα θα έβρισκα μέσα του -και ήταν πολλά: «τα έχω υπόψιν μου· θα διορθωθούν στην επόμενη έκδοση!», έλεγε.) Με αξιοθαύμαστη επιμονή και ζήλο και επίπεδα συγκέντρωσης, οργάνωση στη μελέτη και σύστημα, το περιεχόμενο εκείνων των βιβλίων κατάφερνα και το δάμαζα. Το μυαλό μου δούλευε σε βάθος ανάλογο των γνώσεων που είχα αποκομίσει, αν όχι με γρήγορες στροφές. Για το ακόμα ομιχλώδες «κάτι τις» που φιλοδοξούσα να γίνω αυτό έφτανε και περίσσευε. 

Η έμπνευση από τον Καζαντζή οδήγησε σε μικρές επιτυχίες στο τέλος του σχολείου και της εφηβείας -στα μαθηματικά, βέβαια. Φαίνονται πλέον ασήμαντες κουκίδες από την χρονική απόσταση δεκαετιών, αλλά τότε με φούσκωσαν και στερέωσαν, έστω προσωρινά, μιαν από ανέκαθεν εύθραυστη αυτοπεποίθηση. Με οδήγησαν στο μέχρι και να πιστέψω στις κάποιες δυνατότητες που διέθετα. Η εμβάθυνση στα μαθηματικά, χάριν στον Καζαντζή, από ανθρώπους που στερούνται μεγαλοφυΐας, αν μη τι άλλο φτιάχνει εργατικούς και επίμονους χαρακτήρες, ανυποχώρητους μπροστά σε κάθε είδους προβλήματα που απαιτούν υπομονετική και εξαντλητική αναλυτική επεξεργασία πριν την αποκάλυψη της τελικής λύσης.

Το βραβείο της Ελληνικής Μαθηματικής Εταιρίας, που μου απονεμήθηκε στην προτελευταία τάξη του Λυκείου, μου έδωσε τέτοια φτερά και αυτοπεποίθηση. Ήταν αναπάντεχο, ίσως να έβαλε και ο Καζαντζή το χέρι του μέσα από την Εταιρία της οποίας ήταν ενεργό μέλος και παράγοντας, όπως κατά βάθος υποπτεύθηκα τότε. Με γέμισε, όμως, παρά τις αμφιβολίες για το κατά πόσο πραγματικά το άξιζα, με κείνο το οικείο και εγωκεντρικό αίσθημα περηφάνιας, που λίγο-πολύ εμφανίζεται στον καθένα μας σε στιγμές της ζωής, για κάποιο ταλέντο και αξία που έστω συμβολικά θα αναγνωριζόταν πέρα από τα στενά, και πολλές φορές θλιβερά όρια του σχολείου ή τα εξίσου ασφυκτικά της οικογένειας.

Το σχολείο φυσικά παρέμεινε αδιάφορο και ψυχρό στα νέα εκείνου του βραβείου. Για τους περισσότερους ανάμεσα στους καθηγητές δεν σήμαινε τίποτε. Ούτε είχαν κάποια συμμετοχή στην μικρή πανελλήνια επιτυχία του μαθητή του σχολείου τους. Το επάγγελμα του καθηγητή και η παρουσία στο Λύκειο δεν ήταν τίποτε περισσότερο παρά μιαν απασχόληση για τον «άρτον τον επιούσιον» ή, με μια λέξη, «δημοσιοπαλληλίκι». Δεν προσδοκούσα κάποια συγχαρητήρια αναγνώριση μπροστά στην συνέλευση του σχολείου, ούτε, λόγω του μετριόφρονος και σεμνού χαρακτήρα, την επιθυμούσα. Παρόλα αυτά, στο ύφος του κ. Ν., του κάπως αξιοπρεπούς καθηγητή Μαθηματικών των τελευταίων χρόνων του Λυκείου, διέκρινα συχνά χαμόγελα επιδοκιμασίας, ίσως και κάποιου μικρού θαυμασμού για κείνο το επίτευγμα. Αλλά, ο κ. Ν., που επιβαλλόταν στην απείθαρχη τάξη του περισσότερο με τον όγκο του σώματός παρά κάποιο χάρισμα στη διδασκαλία του, ήταν ο πλέον σχετικός ανάμεσα σε κάθε καρυδιάς καρύδια καθηγητών, και με εκτιμούσε. Το διαπίστωνα στα μάτια του με τα οποία αναζητούσε στην παρουσία μου τη λύτρωση από το βάσανο του δασκάλου ο οποίος βρίσκεται ενώπιον μιας γενικής έλλειψης ανταπόκρισης από την τάξη του, σιωπής και αδιαφορίας. Αλλά οι υπονοούμενοι έπαινοι του κ. Ν που διαισθάνθηκα τότε ίσως ήταν κυρίως ανταμοιβή για την καταναγκαστική στήριξη που πρόσφερα στο μάθημα του.  

Η φαντασία μου, από την δική της μεριά, ακόμη άγουρη και νεανική, αλλά ζωηρή, έπλεκε όνειρα ευρύτερης αναγνώρισης, προσέβλεπε σε ψηλότερες κορυφές: στα μαθηματικά και την επιστήμη –να θεμελιώσω τη δική μου θεωρία, να αποδοθεί το όνομα μου έστω σε ένα θεώρημα συνοδευόμενο από την αυστηρή και «κομψή» απόδειξη του, έστω στην επίλυση ενός άλυτου μέχρι τότε θεωρητικού προβλήματος που βασάνιζε, όχι την ανθρωπότητα, αλλά τους κύκλους της βαριάς από κύρος μαθηματικής διανόησης. Από που όμως να άρχιζα ο αφελής; Ο κόσμος της επιστήμης και των μαθηματικών φαινόταν θεόρατος, και όντως ήταν τέτοιος στην πολυποίκιλη θεματικότητά του, ενώ εγώ είχα μόλις πάρει μια θολή εικόνα μέσα από τα ασήμαντα παραθυράκια που μου ανοίχτηκαν από λιγοστά βιβλία εδώ κι εκεί, κατά κανόνα σχολικά και φροντιστηριακά, από τη βιβλιοθήκη του Πατέρα, και ό,τι ενδιαφέρον «βοήθημα» έπαιρνε το μάτι στα επιστημονικά, κυρίως πανεπιστημιακά, βιβλιοπωλεία της Θεσαλονίκης. Με τα λίγα μαθηματικά εργαλεία που είχα αποκτήσει και εμπεδώσει καταπιάστηκα κουτσά-στραβά, αλλά με έντονη πνευματική προσπάθεια και ματαιοπονία, όπως κάποια πρότερα απογέματα που καταπιανόμουν με θεωρίες μοντέρνας Φυσικής, να αποδείξω το περίφημο θεώρημα του Fermat που βασάνιζε τα μυαλά μεγάλων μαθηματικών για δεκαετίες. Χωρίς αποτέλεσμα φυσικά κι εδώ, όπως και με την σωματιδιακή Φυσική πριν καιρό, παρά τις δεκάδες προσεγγίσεις και σελίδες σημειώσεων που γέμισαν το πάτωμα του δωματίου μου. Ποιος νόμιζα ότι είχα γίνει μετά από ένα βραβείο;  

Κανένας ντόρος, καμία ανακοίνωση περί του βραβείου της Μαθηματικής Εταιρίας στο σχολείο δεν έγινε, ευτυχώς για έναν σεμνό και ντροπαλό χαρακτήρα που έτρεμε μπροστά σε κόσμο. Οι έπαινοι, τα χαμόγελα, τα φιλικά χτυπήματα στην πλάτη προήλθαν κύρια από το οικογενειακό περιβάλλον και τον ίδιο τον Καζαντζή, που φαινόταν ότι καμάρωνε περισσότερο και από κοντινούς συγγενείς, ως ο πλέον σχετικός και αρμόδιος και πιθανότατα θεωρώντας τον εαυτό του τον ιθύνοντα νου πίσω από την επιτυχία -άνευ προηγουμένου για μαθητή του φροντιστηρίου του. Τα φτερά που το βραβείο μου άνοιξε δεν θα αργούσαν, τουλάχιστον μερικώς να ψαλιδιστούν, και να προσγειωθώ σε πιο ρεαλιστικά επίπεδα αυτογνωσίας και αυτο-εκτίμησης, σε επίπεδα πιο λελογισμένα και χαμηλά. Οι φαντασιώσεις που ένας νέος ίσως δικαιολογημένα καλλιεργεί για τον εαυτό του στο απαύγασμα επιτυχιών, εγωκεντρικές σκέψεις περί κάποιας ξεχωριστής προσωπικότητας, ίσως ταλέντου και διάνοιας, σύντομα θα ξεπερνιούνταν. Ο ναρκισσισμός που ακολούθησε αυτήν και ανάλογες επιτυχίες εξαντλείτο εφεξής σε πρόσκαιρες αντανακλάσεις του εαυτού με τη συνείδηση, στους τέσσερις τοίχους του δωματίου, χωρίς πολύ αντήχηση έξω από αυτούς. Αλλά το «εγώ» κάπως θωρακίστηκε για τον στίβο της ζωής.   

Οκτώ από εμάς τους βραβευμένους της Εταιρίας, τα οκτώ «μαθηματικά ταλέντα» που διακρίθηκαν στο διαγωνισμό της προηγούμενης χρονιάς θα εκπροσωπούσαν τη χώρα μας στην ετήσια Διεθνή Μαθηματική Ολυμπιάδα, που εκείνον τον Ιούλη του 1981, μετά το ευπρόσδεκτο οριστικό τέλος των γυμνασιακών σπουδών κι ενόψει του Πανεπιστημίου και της εκστατικής προσδοκίας της φοιτητικής ζωής (ή την έναρξη της «ακαδημαϊκής» ζωής, όπως το έθεταν οι γονείς μου), στη Washington DC. Για μένα τον μοναχικό και μονόχνωτο, με ανύπαρκτη κοινωνική ζωή και παρέα, ειδικά κοριτσίστικη, χωρίς την εμπειρία του φιλιού και του έρωτα, συχνά αντικείμενο κακόγουστων αστείων από τους δυο-τρεις bullies της τάξης, που είχαν εντοπίσει και περιέπαιζαν την «παρθενιά» μου και τα εξανθήματα στο πρόσωπο, που δεν θα μπορούσα να έχουν άλλη αιτία παρά ώρες εντατικού αυνανισμού στο δωμάτιο ή σε κάποιο βρώμικο πορνό-σινεμά, η προσδοκία του μεγάλου ταξιδιού στην Αμερική και της φοιτητικής ζωής που θα το ακολουθούσε με πλημμύριζαν με ενθουσιασμό και προσδοκίες για το μέλλον. Βρισκόμουν σε μιαν κατάσταση πρωτόγνωρης έκστασης πολύ πιο πέρα και πάνω από τη ρουτίνα του σχολείου, που σύντομα θα το άφηνα πίσω μου ως ένα άχαρο και γκρίζο κομμάτι της ζωής μου μέχρι τότε. Αντλούσα μια μικρή ικανοποίηση από τις σκέψεις ότι πολλοί από εκείνους που περιέπαιζαν την απομόνωση και σεξουαλική μοναξιά μου, ίσως ένιωθαν κάποιον ελάχιστο φθόνο, τώρα που οι αλυσίδες του σχολείου θα αποτινάζονταν για όλους μας, καθώς θα ατένιζαν το μέλλον με διαφορετικές προδιαγραφές και λιγότερο ελκυστικές προοπτικές από τις δικές μου.

Η φτωχή εκείνη χώρα, η πατρίδα, που κρατούσε ακόμα μια μικρή αν και διαρκώς φθίνουσα θέση στην καρδιά μου, καθώς οι σποραδικές, μικρές διακρίσεις Ελλήνων αθλητών και ομάδων εξακολουθούσαν να με συγκινούν, εκείνη η χώρα με το στέρημά της θα πλήρωνε τα εισιτήρια της Ολυμπιακής Αεροπορίας για τη Νέα Υόρκη. Οι προσδοκίες των ελάχιστων που στοιχειωδώς αντιλαμβανόταν περί τίνος επρόκειτο ήταν χαμηλές και η δημοσιότητα γύρω από τη συμμετοχή μας ανύπαρκτη: ο διαγωνισμός και η συμμετοχή στην Ολυμπιάδα ήταν μια μικρή εσωτερική υπόθεση που δεν ξεπερνούσε τα όριο του σχεδόν οικογενειακού κύκλου της Μαθηματικής Εταιρίας, των δασκάλων και μερικών hobbyist και dilettante των Μαθηματικών, με κάποιο κατάλοιπο μεράκι για το αντικείμενό τους. Το σχολείο, όσο ακόμα δεν είχε ακόμα τυπικά τελειώσει, κρατούσε τις αποστάσεις του απέναντι στην συμμετοχή ενός μαθητή του σε έναν άσημο πάντως διεθνή στίβο, αδιάφορο και ψυχρό απέναντι σε κάθε λογής ατομικές διακρίσεις -όσο μικρές ή μεγάλες και να ήταν. Οι λόγοι ήταν διάφοροι και εξηγήσιμοι. Υπήρχαν οι βαθύτερες αιτίες στην δομή του εκπαιδευτικού συστήματος, στην χρόνια αδυναμία του να εμπνεύσει και πλάσει ικανούς ή και ταλαντούχους μαθητές ή έστω να αναγνωρίσει τις κλίσεις τους· σε μορφές γενικά μέτριων δασκάλων που έβλεπαν το ακροατήριο τους για όσο το δυνατό λιγότερο από τα 45’ της τάξης, ως μια ομοιογενή και άμορφη μάζα, στην οποία απευθυνόταν με την διεκπεραιωτική νοοτροπία του δημοσίου υπαλλήλου. Με τον ίδιο μονότονο σκοπό, την ίδια μονοσήμαντη κατεύθυνση, την ίδια αποποίηση ευθύνης για το φτωχό αποτέλεσμα, χωρίς λογοδοσία ή αξιολογήσεις, είχαν αναλάβει, στην προκαθορισμένη χρονική περίοδο του σχολικού έτους, την εξάντληση μιας επίσης προκαθορισμένης διδακτέας ύλης που γραφειοκρατικά επέβαλλε το υπουργείο. Οι δάσκαλοι εκείνοι, με ελάχιστες εξαιρέσεις, θα μπορούσαν κάλλιστα και ίσως να προτιμούσαν να διδάσκουν σε μισοάδειες αίθουσες. Τέτοια αδιαφορία όμως ήταν αμοιβαία. Τα φροντιστήρια και τα ιδιαίτερα, η παραπαιδεία που λέγαμε, είχαν αναλάβει (με τη λογοδοσία που αυτή τη φορά θα απαιτούσαν οι γονείς που πλήρωναν δίδακτρα) την αφομοίωση αυτής της ύλης με κάθε τρόπο, μηχανικό, οργανικό, τεχνικό, και με την ανάλογη ένταση, και την εμφύτευσή της, έστω και για την περίοδο των εξετάσεων, στα μυαλά των μαθητών. Η μόρφωση των νέων και το Μετά ενδιέφερε ελάχιστους. 

No comments:

Post a Comment