Ήταν αργά απόγεμα μιας Πέμπτης, πρώτες μέρες του Δεκέμβρη του έτους 1982, του δεύτερου έτους των σπουδών μας. Βράδιαζε, και η καταχνιά απλωνόταν στη Θεσσαλονίκη από νωρίς. Στο κυλικείο η ώρα της αιχμής είχε παρέλθει κι ο φοιτητόκοσμος που το ξεχείλιζε καθημερινά άρχιζε να αραιώνει. Παρακολούθησα ένα από τα μαθήματα, το τελευταίο στο ωρολόγιο πρόγραμμα της μέρας με άλλους λίγους ταλαίπωρους, σχετικά συνεπείς, συναδέρφους. Δεν είχα πολλά καλύτερα να κάνω· είτε θα ανέβαινα στην Ένωση για καμιά παρτίδα σκάκι παρά, είτε θα γυρνούσα από νωρίς στο σπίτι. Η απέραντη ανία ενισχυόταν όσο πλησίαζε ένα ακόμη αδιάφορο Σαββατοκύριακο με ανύπαρκτες έως ελάχιστες προοπτικές, πέρα από το σκάκι στην λέσχη, λίγο διάβασμα στη διάρκεια της μέρας, ίσως καμιά τσόντα -αν το βράδι με έβρισκε πλήρως βαρεμένο και πνιγμένο στην μοναξιά των τεσσάρων τοίχων. Το φως το κυλικείου έλαμπε σαν φάρος στο βάθος του κεντρικού διαδρόμου της Σχολής, που ήταν έρημος και μισοσκότεινος, καθώς τα διάφορα στρώματα από αφίσες παρατάξεων και τα χάρτινα πανό, κρεμασμένα στα τζάμια των παραθύρων του, μπλόκαραν το αναιμικό φως από τους στύλους του προαύλιου.
Στο κυλικείο, ανάμεσα στου λιγοστούς θαμώνες που
είχαν απομείνει, σε έναν πάγκο στη γωνιά μπροστά από την άδεια από τυρόπιττες
βιτρίνα του κυλικείου καθόταν ο Λ. Με έναν φραπέ-με-γάλα-γλυκό στο πλαστικό
ποτήρι, τo πακέτο Sante με την φλογερή
ξανθιά που είχε μπροστά του, και τον αναπτήρα Bic τοποθετημένο πάνω στο πακέτο. Με το σώμα του
γυρισμένο προς το κέντρο του κυλικείου, το τσιγάρο στο αριστερό χέρι και τον
αγκώνα του στον πάγκο, το ένα πόδι πάνω στο άλλο, μιλούσε με κάποιον γνωστό του
απέναντι. Σπάνια ο Λ εμφανιζόταν στο Κυλικείο τέτοια ώρα. Συνήθως ξυπνούσε μεσημεριανές
ώρες, και από το διαμέρισμα που νοίκιαζε με τον αδερφό και άλλους δυο
συντοπίτες του πίσω από το Καυταντζόγλειο, κατηφόριζε, νυσταγμένος και τα μάτια
πρησμένα, για το καφεδάκι, τον πρώτο καφέ της μέρας του, καμιά φορά συνοδεία με
την εκάστοτε γκόμενα με την οποία πέρασε τη νύχτα. Για να πει καμιά μαλακία, ένα-δυο
καλαμπούρια, να πειράξει δυο-τρεις συντρόφους ή συμφοιτητές -κατά προτίμηση
θηλυκού γένους, μετά να πάει στη Λέσχη για το μεσημεριανό φαγητό, και έπειτα
ό,τι ήθελε προκύψει: καμιά πρέφα ή μπουρλότο σε κάποιο καφενείο στο Σιντριβάνι
ή το Ναβαρίνο, έναν δεύτερο καφέ αργότερα, ένα ποτάκι ακόμα πιο αργά, μετά το
βραδινό γεύμα, για λόγους οικονομίας επίσης στη Λέσχη. Καμιά φορά, όταν τις
πρώτες μέρες του μήνα τα οικονομικά το επέτρεπαν, θα κατηφόριζε σε ένα
φοιτητικό μαγειρείο με πέντε-έξι τραπέζια σε ένα στενό πίσω από το Λευκό Πύργο
ή στην καλύτερη περίπτωση στο κάπως αξιοπρεπέστερο και ακριβότερο «Ζάππειο» στην
Πρίγκηπος Νικολάου, που το σύχναζαν οι περισσότεροι εύποροι -σαν τον Β και Α.
Αλλά στο Κυλικείο τέτοια βραδινή ώρα, μετά το τέλος παραδόσεων που ουδέποτε
παρακολουθούσε, όταν η πραγματική ζωή στη Θεσσαλονίκη ξεκινούσε μιαν αργόσυρτη
και μακρόσυρτη λιτανεία προς την βαθιά νύχτα, τον Λ πρώτη φορά τον έβλεπα.
Μόλις με είδε να κατεβαίνω τα σκαλιά, σήκωσε
ψηλά το δεξί του χέρι να μου τραβήξει την προσοχή. «Που είσαι, ρε μαλάκα;» Ο Λ
δεν με αποκαλούσε ποτέ σύντροφο, αλλά «μαλάκα», στις πιο αθώες των περιστάσεων,
και «ρε παιδί μου» όταν ήθελε να πει κάτι σοβαρό ή να επιχειρηματολογήσει και
να δώσει έμφαση στην άποψη του. Πήρα ένα κουτάκι ΑΜΣΤΕΛ από το κυλικείο και
έκατσα δίπλα τους, όσο θα τέλειωνε τον καφέ του και ένα ακόμα τσιγάρο. Μετά από
λίγα λεπτά, ο συνομιλητής του έφυγε. Το να «Πάμε να επισκεφτούμε μια
συμπαθητική κοπέλα στην Καμάρα!», που μου απεύθυνε, αφού έσβησε το τσιγάρο του
και σηκώθηκε, ήταν ένα προστακτικό ερώτημα. «Γιατί όχι», σκέφτηκα. Στην
κατεύθυνση της Ένωσης ή της στάσης του αστικού θα περπατούσαμε, αλλά και το ότι
επρόκειτο για «κοπέλα» τι το κακό μπορούσε να προμηνύει.
Πήραμε το δρόμο μας κατά μήκος της Εγνατίας
προς το Σιντριβάνι και την Καμάρα. Να περπατώ δίπλα στο Λ, και γενικά ψηλούς
ανθρώπους σαν το Λ, δεν ένιωθα πολύ άνετα, όντας -μάλλον κληρονομικά-
«βεβαρημένος» με μέτριο ανάστημα και κουβαλώντας σχετικά κόμπλεξ εμφυτευμένα
από το περιβάλλον και, άθελα, την οικογένειά μου -μεταξύ σοβαρών και αστείων
σχολίων. Έτσι, όταν ο Λ ήθελε να μου πει κάτι στον θόρυβο της κίνησης της
λεωφόρου έστριβε και έσκυβε προς το μέρος μου το κεφάλι, ενώ εγώ ατένιζα το
πεζοδρόμιο μπροστά μας. Η συζήτηση μας, πάντως, ένα γενικό κουτσομπολιό για
συντρόφισσες και συμφοιτήτριες κυλούσε ομαλά, χάριν του ευχάριστου ύφους και χιούμορ
που διέθετε, και χάριν επίσης της χαλαρωτικής μπύρας που είχα πιει στο κυλικείο.
Σε μια φάση γύρισε και μου είπε: «Να σε ρωτήσω κάτι, ρε μαλάκα;... Την Π την
πήδηξες;» με σχετική έμφαση στο δεύτερο σκέλος, στην ουσία της ερώτησης. «Όχι,
ρε μαλάκα! Δεν γίνονται τέτοια πράγματα...» του απάντησα. Εν τοιαύτη
περιπτώσει, δεν μπορούσα παρά να είμαι ειλικρινής. «Καλά, παρθένα, την άφησες,
ρε;» συνέχισε. «Να δεις ότι ούτε αυτός ο φλούφλης, ο αρραβωνιαστικός που τρέχει
από πίσω της, δεν την έχει γαμήσει...» Και άρχισε να γελάει το σπάνιο γέλιο του,
από εκείνα τα μεταδοτικά και ρυθμικά που είχε ο Λ .
Πριν την Παναγία Δεξιά διασχίσαμε την Εγνατία,
ανάμεσα σε ταξί και τα λεωφορεία που ανεβοκατέβαιναν την λεωφόρο, και στρίψαμε
στο δρομάκι της Αγαπηνού. Στην εσοχή της γκρίζας, πολυώροφης, παλιάς οικοδομής,
που στεκόταν θεόρατη πίσω από την ασήμαντη, βυθισμένη κάτω από το ύψος του
πεζοδρομίου αρχαία εκκλησία της Υπαπαντής, ο Λ χτύπησε το θυροτηλέφωνο κάποιου διαμερίσματος
από τα πάνω πατώματα. Του απάντησε μια απαλή, γλυκύτατη, μακρόσυρτη, φωνή, με
χανιώτική προφορά, το θηλυκό είδωλο της προφοράς και φωνής του Λ: «Ναιαιαια;
Ποιός είναι;». «Ο φούφουτος...», απάντησε απότομα ο Λ. Στο στενό ασανσέρ που
μας ανέβαζε αργά στον τέταρτο όροφο, αμίλητους, ο Λ κοιτούσε ήρεμος και σκυφτός
στο πάτωμα και τα χέρια στην τσέπη, ενώ εγώ με το κεφάλι τεντωμένο προς την
οροφή έριχνα κλεφτές ματιές προς τον καθρέφτη πίσω μας. Κάτω από το μπλε σπορ μπουφάν
φορούσα ένα πολυφορεμένο άθλιο πουκάμισο, με καρουδάκια καφέ αποχρώσεων, και τα
μανίκια, όπως πάντα, διπλωμένα πάνω από τους αγκώνες, ώστε να μη χρειάζεται να
τα μαζεύω κάθε φορά που θα έβγαζα το μπουφάν. Πίστευα ότι τα σηκωμένα μανίκια
πρόβαλλαν το σχετικά φαρδύ στήθος και ώμους μου, και κατ’ επέκταση μιαν
αρρενωπότητα. Το μαλλί μου ήταν κατάμαυρο, πυκνό και φουντωμένο, ατημέλητο
-όπως σχεδόν κάθε μέρα. Η impromptu «επίσκεψη σε
κοπέλα» με είχε βρει μάλλον απροετοίμαστο.
Στην πόρτα του τέταρτου ορόφου, που άνοιξε να
μας υποδεχτεί, η κορμοστασιά του Λ επισκίασε το σώμα της Α. Αρκετά κοντύτερη
μου σκέφτηκα, κάτι που απάλυνε ένα σημαντικό μέρος από τις ανησυχίες μου. Δεν
μπόρεσα να αποκτήσω καλύτερη εικόνα του παρουσιαστικού της, πριν περάσουμε από
το μικρό χολ πίσω από την εξώπορτα στο σαλονάκι, που μια κλειστή πόρτα με τζαμαρία
το χώριζε από το υπνοδωμάτιο της Α. «Να σου συστήσω το ομορφότερο και εξυπνότερο
παιδί του έτους... που είναι πρώτος στα μαθήματα και πρώτος στους αγώνες. Αλλά πολύ
μαλάκας, παρόλα αυτά.» Και κοιτάζοντας προς εμένα πρόσθεσε: «Καλά δεν τα λέω,
ρε μαλάκα;» Δεν είπα τίποτε με δεδομένο το έλλειμμα ευστροφίας, ετοιμολογίας
και ευφυολογίας, που με διέκρινε, απλώς χαμογέλασα: ένα χαμόγελο λύνει
προβλήματα και σε κουβαλάει μακριά σε τέτοιες περιστάσεις. «Και από εδώ η Α…ούλα
μας! Την φέραμε από τα Χανιά, μπας και βρει και γνωρίσει κανένα ευπαρουσίαστο κοπέλι...».
«Λ...άκι, κάτσε φρόνιμα, ρε!», απάντησε η Α με την αξιαγάπητη φωνή.
Ένα μάλλον ακριβό, πρόσφατα φορεμένο άρωμα μου
διαπέρασε τη μύτη. Έγειρε το κεφάλι της πίσω από το σώμα του Λ για να με δει
στα μάτια και μου χαμογέλασε με οικειότητα. Το βλέμμα της μαρτυρούσε ότι με
είχε ξαναδεί, μάλλον προσέξει, ίσως στο φεστιβάλ. Το πρόσωπο της, όμως, δεν μου
θύμιζε τίποτε από εκείνες τις άκαρπες από ερωτοτροπίες με συντρόφισσες βραδιές.
Στην κίνηση μας προς το σαλονάκι, της έσφιξα το χέρι. Δυνατά, καθώς πίστευα από
μικρός, χάριν σε πατρικές νουθεσίες, ότι μια δυνατή χειραψία, επιδεικνύει αρρενωπό
σφρίγος, αποφασιστικότητα, αυτοπεποίθηση, και τα λοιπά, και δημιουργεί καλές
πρώτες εντυπώσεις σε ορισμένες περιπτώσεις πρώτων γνωριμιών. Ιδιαίτερα εν
προκειμένω, καθώς, όπως άκουγα από παλιούς ότι οι γυναίκες στην συντροφιά του
άντρα προσβλέπουν κυρίως στην προστασία και την ασφάλεια. Ένιωσα ένα μικρό
χεράκι να περικλείεται από το δικό μου, αλλά από την κίνηση, το ύψος του Λ κυριαρχούσε
στο μικρό χώρο και τη γενικότερη έλλειψη αυτοσυγκέντρωσης, δεν κατάφερα να
προσέξω ούτε το κορμί, ούτε την φυσιογνωμία και τα χαρακτηριστικά της Α στις
λεπτομέρειές τους.
Το σαλονάκι ήταν λιτά επιπλωμένο, αν και όχι
φτωχικά. Όπως θα περίμενε κανείς από ένα διαμέρισμα κοντά στο πανεπιστήμιο, νοικιασμένο
από μικροαστική οικογένεια της επαρχίας για τις σπουδές της κόρης ή του γιου: μια
πολυθρόνα με ξύλινα μπράτσα από τη δεκαετία του ’60, ένας καναπές, μια καρέκλα
μπροστά στην μπαλκονόπορτα, ένα μικρό τραπεζάκι του καφέ. Ο Λ απλώθηκε στον
καναπέ, με άνεση σαν στο σπίτι του, την άνεση ενός συντοπίτη και παλιόφιλου, έβαλε
το ένα πόδι πάνω στο άλλο και άναψε ένα από τα Sante του. Εγώ έκατσα χωρίς σκέψη στη μοναδική
πολυθρόνα του. Η Α πέρασε από μπροστά μου, και τα λίγα δευτερόλεπτα πριν καθίσει
στην καρέκλα απέναντι μου μου δόθηκε αρκετός χρόνος για να την κόψω από πίσω,
και να σχηματίσω μια πρώτη εντύπωση. Έδινα πάντα μεγαλύτερη προσοχή και σημασία
στο πίσω μέρος του γυναικείου κορμιού και τα πόδια σε σχέση με το μπροστινό. Και,
σαφώς, δεν ήμουν μοναδικός σε τέτοιου είδους προτεραιότητες και προτιμήσεις,
που μάλλον πηγάζουν από βαθιά κτηνώδη ένστικτα. Η Α είχε καμπυλωτή μέση και σχετικά
καλές αναλογίες για το σχετικά κοντό της ανάστημα. Το σώμα της έκλινε προς αυτό
που λέμε γεματούτσικο, αλλά είχε το σφρίγος των δεκαεννιά χρόνων. Το κορμί της όμως
δεν είχε τίποτε εξαιρετικό και αξιοθαύμαστο, που θα τραβούσε αυθόρμητα την
προσοχή περαστικών και αγνώστων, που θα «γυρνούσε κεφάλια» όπως λέμε στα
πεζοδρόμια όπως λέμε, ή, πόσο μάλλον, θα προκαλούσε σχόλια και ψιθύρους σε
αντρικά πηγαδάκια.
Φορούσε μια ροζ κασμιρφανέλα, πάνω από μια απλή
καφεδιά φούστα. Ανεκτός συνδυασμός χρωμάτων, αλλά ομολογουμένως όχι του γούστου
μου. Μια χρυσή αλυσίδα με ένα μικρού
μεγέθους, απροσδιόριστου σχήματος τιρκουάζ μενταγιόν κρεμόταν από έναν εξαιρετικό,
κύκνειο λαιμό. Διαπίστωσα για πρώτη φορά τότε ότι σε μια γυναίκα το σχήμα και
το μέγεθος του λαιμού συσχετίζεται, έστω και χαλαρά, με τη χροιά και γλυκύτητα της
φωνής της. Και κάτι που επισκίαζε τη γενικά μέτρια εξωτερική εμφάνιση της Α
ήταν η τρυφερή, μελιστάλαχτη φωνή, που στην ομιλία της την διαμόρφωνε και εμπλούτιζε
με πληθώρα χαριτωμένων τόνων και εντάσεων.
Είχε πρόσωπο στρογγυλό με πλατιά μάγουλα,
στρογγυλά και αυτά, μικρό στόμα και μύτη, έξυπνα καστανόμαυρα μάτια που
χαμογελούσαν και άστραφταν με το υπόλοιπο του προσώπου, ή συνοφρυώνονταν, μαζί
με το στρογγύλεμα των χειλιών, σε σοβαρές στιγμές ή ως αντίδραση στα πειράγματα
του Λ. Τα φρύδια ήταν λεπτά, γεωμετρικά καμπυλωτά, σαν χαραγμένα με μαύρο
μολύβι και περιποιημένα επιμελώς με τσιμπιδάκια -που όμως δεν ήταν. Ίδιο χρώμα
με τα πλούσια καστανόμαυρα μαλλιά, κομψά κομμένα στο ύψος του λαιμού. Είχε ένα
δέρμα μεσογειακό, που το μαύρισμα από τον καλοκαιρινό ήλιο της Κρήτης, δεν είχε
ακόμα ολότελα υποχωρήσει, με μικρές, διάσπαρτες ελίτσες. Κάποιος θα είχε πει
της Α ότι στο πρόσωπο έμοιαζε ελαφρώς αυτό της Sharon Stone, κάτι που όχι άμεσα αλλά με κάποιο τρόπο αυτάρεσκα υπονοούσε σε
μελλοντικές ευκαιριακές συζητήσεις για την ηθοποιό και, ιδιαίτερα, περί του Basic Instinct, αργότερα έκανε θραύση ανάμεσα σε διψασμένους
για σεξ ή ερωτοτροπούντες νέους, με ζωηρές φαντασιώσεις. Η αλήθεια ήταν ότι στο
σχήμα προσώπου της Α, στα ζυγωματικά ιδιαίτερα, εκ πρώτης όψεως κάποιος διαπίστωνε
ομοιότητες με αυτό της ηθοποιού και μοιραζόταν μερικά στοιχεία γοητείας της.
Αλλά το να λεγόταν ότι το προσέγγιζε αισθητά σε ομορφιά και γοητεία θα μας μετατόπιζε
στο πεδίο της κολακείας και υπερβολής.
Μετά από δυο-τρεις ματιές φευγαλέες στο
πρόσωπο της, χωρίς η ίδια να το παρατηρήσει, ένιωσα την ένταση των χτύπων της
καρδιάς μου, που δονούσαν το στήθος μου κατά την είσοδό μας στο διαμέρισμα, να
εξασθενίζουν. Μιαν αυτοπεποίθηση άρχισε να ξεπροβάλλει μέσα από τα τέλματα της
εγγενούς συστολής μου. Η κοπέλα, αν και κάθε άλλο παρά πανέμορφη, διέθετε
γλυκύτητα και ζέση στους τρόπους της, και αβίαστα δημιουργούσε μιαν άμεση
οικειότητα. Ήταν στα μέτρα μου! Τουλάχιστον! Αν σκεφτόμουν και πάλι με γνώμονα τον
εγωκεντρισμό ή ναρκισσισμό μου και χρησιμοποιούσα ως αποκλειστικό κριτήριο την εξωτερική
εμφάνιση, θα έθετα τον εαυτό μου λίγα σκαλιά παραπάνω. Αλλά αυτό ήταν βέβαια
μια υποκειμενική εκτίμηση. Και, άλλωστε, τα τεκμηριωμένα ελαττώματα στην
προσωπικότητά μου, θα μείωναν αισθητά την δύναμη της έλξης από οποιαδήποτε
φυσική ομορφιά, και, ίσως, στις περισσότερες των περιπτώσεων να έγερναν την
πλάστιγγα που ζυγίζει την συμβατότητα και το ταίριασμα δυο ανθρώπων εις βάρος
μου. Χώθηκα ήρεμος και χαμογελαστός πλέον, πιο βαθιά στη μοναδική πολυθρόνα.
«Δεν θα μας προσφέρει τίποτε το μωρό μου;» πετάχτηκε
σε λίγο ο Λ. «Έχεις φέρει καμιά καλή τσικουδιά, ρε;» συνέχισε σε πιο σοβαρό
ύφος. Η Α είχε και τσικουδιά και μπύρα και μαρτίνι. «Μια μπυρούλα για μένα, σε
παρακαλώ, Α…» ζήτησα πολιτισμένα, συνάδων με την ανατροφή και το ήθος μου. Στο
δρόμο της για την κουζίνα με την άκρη του δείκτη της μου άγγιξε ανεπαίσθητα το
μπράτσο. Η μικρή διάρκεια της επίσκεψης, όσο πήρε τον Λ να πιεί δυο ποτηράκια
τσικουδιάς και να καπνίσει άλλα τόσα Sante, η Α να τελειώσει τον καφέ που είχε ετοιμάσει
για την ίδια πριν καταφτάσουμε, επίσης με τσιγάρα αλλά από μια πιο ελαφριά
μάρκα, κι εγώ την μπύρα μου, πέρασε κυρίως με τα δύο Χανιωτάκια να συνομιλούν για
διάφορους «…άκηδες», για το Σ, τον συνάδερφο της Α, κοινό φίλο, και συγκάτοικο
του Λ, γενικά τους συντοπίτες από τη μικρή κοινωνία των Χανίων που βρέθηκαν να
σπουδάζουν, οι περισσότεροι μάλλον άθελά τους στην Σαλονίκη. Αναφέρθηκαν με γούστο και σε μια Α-Κ, στενή
φίλης της Α, μια καλλονή από την εύπορη αστική οικογένεια των Μ, που θα ανέβαινε
σύντομα στη Θεσσαλονίκη και το Πολυτεχνείο της, η οποία όμως έμαθα εκείνο το
βράδι ότι είχε «καπαρωθεί» το τελευταίο καλοκαίρι ως «γκόμενα» από τον
αρχισυνδικαλιστή μας στην οργάνωση -προς απογοήτευση φυσικά του υπόλοιπου
αρσενικού πληθυσμού, σε κόμμα και πανεπιστήμιο. Ελάχιστα συμμετείχα σε κείνη
την κουβέντα, αλλά απολάμβανα την γλυκιά και μελωδική φωνή της Α, την όμορφη
κρητική διάλεκτο των δυο Χανιωτών και το κουτσομπολιό τους. Πιο πολύ κοιτούσα
προς το μέρος της και την επεξεργαζόμουν, με μέγιστη διακριτικότητα (ούτως ώστε
να μη δώσω την εντύπωση του ερωτικά στερημένου ή του άγαρμπου σε φλερτ) τις
λεπτομέρειες του προσώπου της, απολαμβάνοντας περισσότερο τη γλυκύτητα του
λόγου και την εξυπνάδα των σχολίων της. Όποτε γελούσε, ξεφυσούσε από το στόμα
της μικρά κύματα καπνού στους ρυθμούς του γέλιου της. Ο Λ σπάνια χαμογελούσε,
πόσο μάλλον γελούσε. Στις παύσεις της
κουβέντας ή όταν φαινομενικά αδιάφορα άκουγε την Α, σήκωνε το πρόσωπο προς το
ταβάνι και με τα χείλια του σχημάτιζε άψογες θηλιές από τον καπνό που εξέπνεε.
Από τη μεριά της η Α μου έριχνε σύντομες,
συχνές, χαμογελαστές ματιές. Είχα οδηγηθεί στα εξής συμπεράσματα: πρώτον, με
είχε ξαναδεί κάπου στο πρόσφατο παρελθόν και μάλλον κέντρισα κάποιαν από την
προσοχή και ενδιαφέρον της· δεύτερον, η όλη, δήθεν[LI1] impromptu επίσκεψη ήταν προσυνεννοημένη, ίσως μετά από επιθυμία της ίδια της Α· τρίτον
και σημαντικότερο, η Α με έβρισκε ελκυστικό. Πέρασε φευγαλέα από το μυαλό μου
ότι μπορεί και να με είχε «ερωτευτεί εκ πρώτης όψεως», αλλά το ίδιο αίσθημα μάλλον
δεν μπορούσα να ισχυριστώ για μένα. Ούτε είχα τις εμπειρίες για να γνωρίζω
καλά-καλά τις διαχωρίζει το «έρωτα εκ πρώτης όψεως» από άλλους έρωτες. Μέσα από
τέτοιες σκόρπιες σκέψεις και υποθέσεις άρχιζα να φαντασιώνομαι ένα ερωτικό
μέλλον με την Α δίπλα μου, στην αγκαλιά μου, την πρώτη ερωτική μου σχέση. Ίσως,
το αδιευκρίνιστο και πρωτόγνωρο συναίσθημα που ένιωσα τότε και ξεκινούσε από το
στομάχι και σωθικά μου, και ανεβοκατέβαζε του παλμούς της καρδιάς μου, να ήταν
το πρώτο άνθισμα ενός έρωτα. Αλλά που να ήξερα; Το είχα νιώσει και σε
περιπτώσεις που μόνον εκ παραδρομής ή επιφανειακή ή διεστραμμένη σχέση είχαν με
το σεξ και τον έρωτα, αν είχαν καν κάποια σχέση. Κάτι όμως συνέβαινε, αυτό ήταν
βέβαιο. Και ήταν ευχάριστο.
Πριν φύγουμε από το διαμέρισμα κατευθύνθηκα
προς την μπαλκονόπορτα και τράβηξα την κουρτίνα. Από κάτω βυθισμένη κάτω από το
πεζοδρόμιο η εκκλησία της Υπαπαντής, και τα κεραμίδια της στο ύψος των
περαστικών της Εγνατίας. Η Παναγία Δεξιά απέναντι και η πλατεϊτσα της, όπου μαθητές
από φροντιστήρια και φοιτητές από το πανεπιστήμιο πηγαινοέρχονταν, διέσχιζαν με
βιασύνη τη Εγνατία, ανάμεσα σε ορδές από μπλε ταξί και λεωφορεία. Μερικοί
κατηφορίζουν ευδιάθετοι για κάποιο στέκι της πλατείας Ναβαρίνου ή ανηφόριζαν
προς κάποιο μπαρ της Μελενίκου. Τα φώτα από την Εκκλησία, την Καμάρα, τους
στύλους κατά μήκος του δρόμου, τα παράθυρα των πολυκατοικιών αγωνιζόταν να
διαπεράσει την αχλή και να φωτίσει κάθε γωνία της πλατείας. Κάτω από την Καμάρα
του Γαλερίου μερικές όρθιες σκιές περίμεναν το ραντεβού τους. Ένα ζευγάρι,
καθισμένο σε ένα από τα παγκάκια της πλατείας αγκαλιασμένο στο κρύο και την
υγρασία και την ομίχλη του Δεκεμβριάτικου βραδινού, φιλιόταν για λεπτά της ώρας,
αδιάφορο για τον κόσμο που περνούσε. Από καιρό άκουγα πόσο ερωτική πόλη ήταν η
Θεσσαλονίκη. Κι ο ερωτισμός της άρχισε να μου γίνεται περισσότερο αισθητός πίσω
από το παράθυρο της Α, πάνω από την κίνηση και τα θολά φώτα της πλατείας,
στην καταχνιά.
Μετά από λίγο αποχωρήσαμε. Όπως και στον ερχομό δεν τόλμησα να την αποχαιρετήσω με φιλί, σαν αυτό που της έδωσε ανενδοίαστα ο Λ. Δεν ήταν καιρός για κάτι τέτοιο, ίσως και όχι πρέπον. Ήμουν άπειρος και σεμνός και ντροπαλός. Είπα ένα ξερό «καληνύχτα», ωστόσο με το εύκολο και ζεστό και παρατεταμένο χαμόγελο που με διακρίνει, ένα «θα τα πούμε ξανά σύντομα» και αποχωρήσαμε. Θα τα ξαναλέγαμε όντως σύντομα. Μας είχε καλέσει στο μικρό πάρτι για τη γιορτή της σε λίγες μέρες. Θα ακολουθούσε και το πάρτι του Λ στην δική του γιορτή μια βδομάδα μετά, στο διαμέρισμα σε ένα παλιό διώροφο που νοίκιαζε πίσω από το Καυταντζόγλειο. Στη στάση του «10» για τη Χαριλάου έδωσα το χέρι μου στο Λ, που μου έκλεισε με νόημα το μάτι. «Καλή κοπέλα, η δικιά σου...» Το βράδυ άργησε να με πάρει ο ύπνος. Ο νους μου κυριεύτηκε από φαντασιακές παρεμβολές και υπερβολές, προεκτάσεις στο μέλλον και όνειρα για αυτό με την Α. Αρμένιζα στη θάλασσα της ελπίδας και της λαχτάρας πάνω στον ευχάριστο και αμέριμνο κούνημα του κυματισμού τους. Όταν θα έβγαινα στην στεριά, μια απέραντη πεδιάδα, μια terra incognita ανοιγόταν συναρπαστική μπροστά μου.
No comments:
Post a Comment