Με την Α ξανασμίξαμε το φθινόπωρο στη Σαλονίκη. Δεν προκάλεσε την λαχτάρα και τα σκιρτήματα των πρώτων μηνών της χρονιάς που περάσαμε ο ένας στην αγκαλιά του άλλου, αλλά η προσδοκία και έλξη μιας γνώριμης ερωτικής φωλιάς, η εξοικείωση και συνήθεια ήταν κίνητρα αρκετά. Μετά την κορύφωση του έρωτα στη ζέστη και τον ιδρώτα του κρητικού καλοκαιριού, ο έρωτας και η αγάπη είτε θα παρέμενε στάσιμη σε κάποιο οροπέδιο συμβιβασμού και γλυκιάς ηρεμίας, χωρίς πάθη και παροξυσμούς, είτε θα όδευε προς την παρακμή που η επανάληψη φέρνει· ίσως, κάποια αναγέννηση μέσα από μιαν άλλη σχέση. Το τελευταίο θα ήταν η πιθανότερη κατάληξη με γνώμονα την κουλτούρα και νοοτροπία με την οποία εμποτίζονται, και το περιβάλλον στο οποίο κινούνται δυο φοιτητές. Είμαστε και οι δύο νέοι και το μέλλον διαγραφόταν μπροστά μας χωρίς τέλος στον ορίζοντα και με πλήρη άγνοια για το πέρασμα του χρόνου. Τον χρόνο που κυλούσε τον αντιμετώπιζα με τέτοιο βαθμό αφέλειας, περιφρόνησης και αλαζονείας, που ισχυριζόμουν ότι όταν θα έκλεινα τα σαράντα μου χρόνια θα αυτοκτονούσα. Δεν θα τον τσιγκουνευόμασταν, λοιπόν, στο κυνήγι του ερωτικού πάθους και της γεύσης του στις διάφορες εκδοχές. Και είναι το πάθος, το σαρκικό περισσότερο, το αισθηματικό λιγότερο, που γίνεται συνήθως η πυξίδα που προσανατολίζει πνεύματα, την θέληση τους και κανονίζει την συμπεριφορά τους εκείνους τους καιρούς των νιάτων.
Ο επίλογος του έρωτα με την Α δεν άργησε να
έρθει, με μάλλον τυπικό τρόπο. Η σχέση και επαφή, η σαρκική και ανθρώπινη, είχε
ενισχύσει την αυτοπεποίθηση μου παρά την απελπιστικά ανύπαρκτη πρώην αισθηματική
ιστορία και εμπειρίες, τα οποία βέβαια είχα εντέχνως χαλκεύσει για λόγους
εντυπωσιασμού πλάθοντας διάφορους μύθους για το παρελθόν μου. Ήμουν πλέον στα
μάτια μου, μπροστά στον καθρέφτη –κάθε καθρέφτη και κάθε βιτρίνα, εμφανίσιμος,
γοητευτικός, αρρενωπός, με τη libido
ανεβασμένη σε πρωτόγνωρα ύψη. Σήμερα, βλέποντας τον εαυτό μου
εκείνης της περιόδου από κάποια χρονική απόσταση και το πρίσμα της περασμένης
ηλικίας, ίσως και να είχα ξεπεράσει λίγα λελογισμένα όρια, ίσως και να είχα
γίνει υπεροπτικός. Και η υπεροψία στο νέο άντρα, που κατά κάποιο ένιωθε ότι κάλπαζε
στην αισθηματική του ζωή, που «καβάλησε το καλάμι» όπως λένε, φέρνει αδιαφορία,
μέχρι και περιφρόνηση, για την σύντροφο, που ενδεχόμενα να τον αγαπούσε ειλικρινά
και αθώα και χωρίς ανιδιοτέλεια. Το εγώ διογκώθηκε, έφερε στην επιφάνεια έναν
υποβόσκοντα ναρκισσισμό. Πειρασμοί για διεξόδους και περαιτέρω αυτοεπιβεβαίωση γύρω
μου υπήρχαν πολλοί: στην οργάνωση, στο έτος, στου διαδρόμους και το κυλικείο του
Πολυτεχνείου, σε μαζώξεις και συγκεντρώσεις, σε πάρτι, εν ολίγοις, στις πολύπλευρες
κοινωνικές εκδηλώσεις από τις οποίες βρίθει η φοιτητική ζωή του «ενταγμένου»,
όπου η δίψα για έρωτα διαχέεται και υπερβαίνει τα πάντα, σπουδές και κομματικά
καθήκοντα, για να μην αναφέρω την παλιά καλή οικογένεια. Άρχισα, λοιπόν, να
θεωρώ τον εαυτό μου εμφανισιακά ανώτερο, «καλύτερο» της Α. Έτσι, έχοντας
υπερτιμήσει δυνατότητες και χαρίσματά και ανάλογα υποτιμήσει και αγνοήσει τις πολλές
εκτυφλωτικές αδυναμίες μου, ένιωσα ότι δικαιούμουν (και ότι θα μου ήταν εφικτό)
να κατακτήσω ένα αισθητικά και αισθησιακά ανώτερο ον από την Α, να γευτώ πιο γλυκούς
καρπούς από το δέντρο του έρωτα. Καθώς με τη δίψα και τη φλόγα δύο παρθένων στον
έρωτα είχαμε εξερευνήσει και δοκιμάσει, από σαρκική άποψη, σχεδόν όλες τις
γεύσεις από τους ερωτικούς τσελεμεντέδες, μοιραία επήλθε η ρουτίνα και επανάληψη
στην ερωτική πράξη, η οποία, σε τέτοιες ηλικίες, κυριαρχεί κατά τις ώρες
συνύπαρξής, ανάμεσα σε φαγητό και μπύρες. Επήλθε ο κορεσμός. Την σειρά του διαδέχτηκε
μια ψυχοσωματική κούραση, η απομάκρυνση, μέχρι, ολοένα και συχνότερες, ώρες και
μέρες πλήρους αποξένωσης. Στις τελευταίες καταστάσεις συνετέλεσαν και οι
απότομες και επίμονες αλλαγές διάθεσης, που ενεργοποιούνταν από ασήμαντες
αφορμές και κυρίευαν την ψυχή μου από το εφηβικά ακόμα χρόνια: πρωινά και βράδια
γενικής δυσαρέσκειας και μελαγχολίας, όταν κατέβαζα στόρια, δηλαδή «μούτρα»
απέναντι στον κόσμο χωρίς εμφανή αφορμή. Οι αιτίες χάνονταν κάπου βαθιά μέσα
μου σκοτεινές και απρόσιτες, στην βιοχημεία του νου, αδιάφανες στον έξω κόσμο. Αργότερα,
το αυτοδιάγνωσα ως μια ήπια μορφή διπολικής διαταραχής, αλλά τότε, εγώ ο
φανατικός μαρξιστής, ήμουν επιλήσμων και περιφρονητικός προς τέτοιου είδους
ψυχολογικές εκτροπές, αν όχι και διαταραχές.
Το ρήγμα στην σχέση μου με την Α δεν άργησε να
εμφανιστεί λίγο περισσότερο από έναν χρόνο μετά τη γνωριμία μας και το πρώτο φιλί.
Η Δ ήταν συμφοιτήτρια και συντρόφισσα. Κατά γενική ομολογία η πλέον χαριτωμένη θηλυκή
παρουσία σε ένα έτος που δεν υπήρχαν και πολλές τέτοιες παρουσίες, αλλά και
πέρα από τα όρια του. Διέθετε μεγάλα, αστραφτερά γαλανά μάτια, που ανεξάρτητα
του γενικότερου πλαισίου, του περιβάλλοντος και της συζήτησης, κοιτούσαν τον
συνομιλητή μελιστάλακτα και ερωτοτροπικά. Γινόταν αναγνωρίσιμη από απόσταση χάρι στα σγουρά, ξανθόχρυσα μαλλιά,
που φούντωναν πάνω σε ένα σχετικά μικροκαμωμένο κορμί, που δυστυχώς όμως στερείτο
τις καμπύλες και την χάρη των κινήσεων, δηλαδή τα κέντρα όπου διαχρονικώς εστιάζονται
τα βλέμματα αντρών κάθε ηλικίας. Η γοητεία των ματιών της στην παρέα της Δ,
ενισχυόταν από το νάζι και την γοητευτικά θηλυπρεπή διακύμανση της φωνής της,
ενώ τα impromptu αγγίγματα και τα αγκαζέ, η κλίση του κεφαλιού στον ώμο, έκαμαν τη
φαντασία του οποιουδήποτε γινόταν αντικείμενο τέτοιων χειρονομιών και ζαχαρένιων
εκφράσεων, πολλές φορές αλατισμένων με υπονοούμενα, να φτερουγίζει, και τον
ίδιο να αναρωτιέται, υποταγμένος όντας στη γοητεία και το φλερτάρισμά της: μήπως
και η ίδια η Δ να έχει γοητευθεί από κείνον και επιθυμεί την αγάπη και έρωτά
του; Βέβαια, στις περισσότερες των περιπτώσεων, αν το αντικείμενο στο οποία
ασκούνταν αυθόρμητα τα θέλγητρα και η γοητεία της Δ, επιχειρούσε απερίσκεπτα κάποιο
αποφασιστικό βήμα, χωρίς να έχει ζυγίσει προσεκτικά την κατάσταση και εκτιμήσει
τον διαχυτικό χαρακτήρα και ψυχολογία της Δ πίσω από αυτά, και ανταπέδιδε με βιαστικό
και άγαρμπο τρόπο φιλοφρονήσεις, θα κατέληγε τουλάχιστον απογοητευμένος· ίσως και
αντικείμενο ψυχρολουσίας, με τις οποιεσδήποτε φαντασιώσεις πάραυτα ακυρωμένες. Αλλά
για τους πολλούς άντρες με τους οποίους συναναστρεφόταν, η φλόγα της ελπίδας για
μιαν ερωτική σχέση με τη Δ παρέμενε αναμμένη, και καμιά χρειάζονταν πολλές
ματαιωμένες προσπάθειες για να σβηστεί ολοσχερώς.
Η Δ είχε δημιουργήσει σχέσεις με διάφορους στα
πρώτα χρόνια του Πολυτεχνείου, συμπεριλαμβανομένου ανάμεσα στου πρώτους και του
Λ. «Ουδέν ει κρυπτόν υπό τον ήλιον» που φωτίζει αδιάκριτα το υφάδι της
φοιτητικής ζωής. Παρόλα αυτά, όχι χωρίς κάποια λογική βάση, η Δ είχε
δημιουργήσει τη λαθεμένη εντύπωση μιας μη ιδιαίτερα εκλεκτικής στις σχέσεις της,
της «εύκολης», που με λίγη προσπάθεια, λίγο περισσότερη επιμονή, κάτι τις
διαφορετικό και πρωτότυπο και έξυπνο στην προσέγγιση, θα ενέδιδε –«θα έπεφτε»
όπως λέγαμε. Πολλοί είχαν σκεφτεί, αν και πολύ λιγότεροι είχαν ανοικτά
επισημάνει σε συζητήσεις (όχι τόσο από κάποιους ηθικούς φραγμούς και
ακεραιότητα, όσο από μιαν ζήλια που ανυπομονούσε να εκδηλωθεί έστω και πλαγίως)
ότι οι περισσότεροι άντρες με τους οποίους μπλεκόταν σε ερωτικές σχέσεις η Δ υστερούσαν
συγκριτικά στην εμφάνιση και από την ίδια ή δεν ήταν εμφανισιακά συμβατικοί -στο
βαθμό που είναι δυνατή, εκ πρώτης όψεως, μια αντικειμενική αποτίμηση της συμβατότητας
ανάμεσα σε ανθρώπους του αντίθετου φύλου. Και μάλιστα υστερούσαν από πολλούς συντρόφους
και συμφοιτητές του στενότερου κύκλου, οι οποίοι φανερά ή κρυφά ποθούσαν τη
συντροφιά της. Συγκατάλεγα και τον εαυτό μου στην τελευταία κατηγορία, παρά τις
εγγενείς αδυναμίες και τα ελαττώματα μου των οποίων είχα γνώση. Ως παράδειγμα: η
Δ, αν και μικροκαμωμένη, είχε θέσει το ύψος του ερωτικού της συντρόφου ως ένα από
τα κύρια κριτήρια στην επιλογή συντρόφου, ενώ επίσης, για κάποιο άγνωστο λόγο, έτρεφε
προτίμηση σε άντρες μιας σχετικά μεγαλύτερης ηλικίας και με μούσι. Ήμουν
βέβαιος ότι θα της ασκούσαν έλξη και οι έξυπνοι και νοήμονες ανάμεσά μας, αλλά μαργαριτάρια
νοημοσύνης και γενικότερης κουλτούρας και συγκρότησης, θα μπορούσαν να βρεθούν
σε φιλικές, πλατωνικές συντροφιές χωρίς το επιπρόσθετο σεξουαλικό περιεχόμενο.
Το κρεβάτι δύο ερωτευμένων νέων δεν είναι ο καταλληλότερος χώρος για συζητήσεις
περί λογοτεχνίας, πολιτικής, της φιλοσοφίας της επανάστασης, ενώ για νέους
άντρες η οποιαδήποτε επίδειξη γνώσεων, ευφυΐας, κουλτούρας, επιπρόσθετα της συμπαθητικής
φάτσας και ενός καλού σουλουπιού, γίνεται απλά ένα ακόμα εργαλείο στην ερωτική
κατάκτηση.
Στους σαγηνευτικούς τρόπους της Δ υπέκυψα κι
εγώ· έπεσα, κατά κάποιο τρόπο, θύμα των παροιμιωδών ορμών της ηλικίας και τις
ανάγκες τους οργάνου που τις εκδηλώνει. Η αρχή του τρίτου έτους της Σχολής μας,
όπως και τα καθήκοντα της οργάνωσης, μας έφεραν αρκετές ώρες μαζί. Μελετούσαμε
παρέα και τη βοηθούσα με προβλήματα είτε στο διαμέρισμά της, είτε στο σπίτι
μας, όπου, όπως ήταν φυσικό, κέρδισε, με την χάρη και τους τρόπους, εύκολα τη
συμπάθεια του Πατέρα. Αναλάβαμε και δουλέψαμε από κοινού «θέματα» και εργασίες,
όπως πολλές φορές βγαίναμε παρέα σε εξορμήσεις της οργάνωσης -κάτι που κρυφά
επεδίωκα, αντί για κάποιον άγριο άρρενα συντρόφους. Μου μιλούσε για τις
πρόσφατες σχέσεις της: με έναν μυστακοφόρο, μηχανόβιο σύντροφο, αργότερα με ένα
μουσάτο επιστημονικό συνεργάτη. Μου περιέγραφε, χωρίς ενδοιασμούς και με
απόλυτη φυσικότητα, σεξουαλικές «αταξίες» πίσω από την κλειδωμένη πόρτα του
γραφείο του στη Σχολή. Σε ένα λεωφορείο του ΟΑΣΘ, επιστρέφοντας από κάποια κομματική
εκδήλωση στο κέντρο της Πόλης, με το χέρι της αυθόρμητα ακουμπισμένο στο πόδι
μου, μου είπε με τη διαχυτικότητα που τη διέκρινε, ότι συμφώνησε με μια φίλη
ότι έχω ένα από τα «ωραιότερα πρόσωπα» που είχαν δει. Η σχέση της με τον
συνεργάτη βρισκόταν στη δύση της, ενώ η σχέση μου με την Α άρχισε και αυτή στα
μάτια μου να βουλιάζει μέσα από ρουτίνα, την επανάληψη και τη βαριεστημάρα. Μετά
από κείνο το περιστατικό και λόγια στο λεωφορείο, οι κρυφές ελπίδες για μια
σχέση με τη Δ αναζωπυρώθηκαν. Μέσα από λέξεις και χειρονομίες, τα σημάδια που
διάβαζα και οι αφελείς παρεκτάσεις που η φαντασία μου σχημάτιζε, μέσα από ένα
ζωηρό σκεφτικό, τέτοιες ελπίδες αποκτούσαν βάση, γινόταν προσδοκίες. Τι μπορούσε
να γίνει; Τι έμελλε να συμβεί;
Σε ένα από τα διαλείμματα στα μαθήματα του
Πανεπιστημίου ένα Σάββατο αποφάσισα παρορμητικά ένα ταξίδι στην Καβάλα, τον
τόπο καταγωγής της, όπου θα βρισκόταν και θα περνούσε λίγες μέρες στο πατρικό
της. Με την ίδια να αγνοεί τις προθέσεις μου, χωρίς προειδοποίηση, αφού πέρασα το
απόγευμα να βολοδέρνω στις καφετέριες της παραλίας και, αργότερα, να χαζεύω περαστικούς
και αυτοκίνητα από τη βεράντα του καταθλιπτικού δωματίου ενός ξενοδοχείου πάνω
από τον κεντρικό δρόμο της πόλης, το επόμενο πρωινό βρήκα το θάρρος και πήρα
τηλέφωνο στο πατρικό της. Την πρόφαση της επίσκεψης στην Καβάλα την είχα καλοσκεφτεί,
το ψέμα που θα έλεγα το είχα συγκροτήσει στις λεπτομέρειές του προς αποφυγή
οποιωνδήποτε υποψιών για τους λόγους της ξαφνικής παρουσίας μου στα μέρη της: είχα
επισκεφτεί έναν ανύπαρκτο «ξάδερφο» στη γειτονική Δράμα, και στο δρόμο της
επιστροφής θεώρησα λογικό να επισκεφτώ για λίγη ώρα, για «έναν καφέ», την καλή φίλη
και συντρόφισσα στην πατρίδα της. Μου φάνηκε ότι χάρηκε ειλικρινά που με άκουσε
και είχα κάνει τον κόπο να την επισκεφτώ παρακάμπτοντας την επιστροφή μου στη
Θεσσαλονίκη. Το εξέφρασε με τη χαρακτηριστική διαμόρφωση έκπληξης και χαράς
στην φωνή της, και μου είπε πόσο «ωραία» νιώθει κάποιος όταν απροσδόκητα
συναντά κάποιον αγαπημένο φίλο. Απέρριψε χωρίς δεύτερη κουβέντα την ιδέα να βρισκόμασταν
σε κάποια καφετέρια (σε μια από αυτές που είχα βολιδοσκοπήσει από το
προηγούμενο βράδι) και με προσκάλεσε για «τον καφέ» που έλεγα, στο πατρικό της.
Με περίμενε με τους γονείς και την αδερφή της
στη μεγάλη βεράντα μια παλιάς, αρχοντικής μονοκατοικίας τους στην πάνω πόλη. Μου
προφέρθηκαν καφές και κουλουράκια, ενώ Δ έπλεκε το εγκώμιο μου: για το δυνατό
μυαλό που κουβαλούσα, για τις επιδόσεις μου στη Σχολή, για τη βοήθεια που της
παρείχα σε μαθήματα κι εξετάσεις. Ο πατέρας της, λιγομίλητος από τη φύση του,
άκουγε την Δ με ένα χαμόγελο, που μάλλον υποδήλωνε καλές εντυπώσεις. Η μάνα της
με ρώτησε τα συνηθισμένα, για την οικογένεια και την καταγωγή μου. Είπε και
άλλες κουβέντες περί ανέμων και υδάτων κοιτάζοντας με επίμονα στα μάτια. Οιοσδήποτε
που θα επόπτευε τη συμπεριφορά της εκείνο το κυριακάτικο πρωϊνό θα σχημάτιζε
την εντύπωση ότι της είχα γίνει πολύ συμπαθής. Αυτό το επαλήθευσε η Δ όταν επέστρεψε
στη Θεσσαλονίκη, Ένα από τα πρώτα πράγματα που μου ανέφερε ήταν τα λόγια της
μητέρας της μετά την επίσκεψη μου: «Εξαιρετικό
παιδί, ο Λ! Γιατί δεν τα φτιάχνετε μόνιμα;» Το είπε σαν κάτι αστείο ή φανταστικό·
τέτοιες αυθόρμητες μητρικές συμβουλές για σχέσεις, στην εποχή που ζούσαμε, δεν λαμβάνονταν
σοβαρά υπόψιν. Ωστόσο, τέτοια λόγια και σημάδια, παρά την ασυνάφεια και την
τυχαιότητα τους, έπνεαν ούριο άνεμο στα πανιά του καραβιού των ερωτικών
σκιρτημάτων και της ελπίδας. Τα αστέρια μου φαινόταν σαν να ευθυγραμμίζονταν.
Θα ήταν Φλεβάρης προς το τέλος κάποιας από τις
πολλές εξεταστικές, μετά από μια κοινή μελέτη με την Δ, όταν αποφασίσαμε να
βγούμε έξω για ένα ποτό –για πρώτη φορά οι δυο μας. Η σχέση της με τον
«συνεργάτη» είχε λήξει, ενώ η δική μου με την Α, όπως στεκόταν στα πήλινα
ποδάρια ενός νεανικού ενθουσιασμό και της ερωτικής απειρίας, παρέπαιε, έπνεε τα
λοίσθια. Καταλήξαμε στο υπόγειο του κουλτουριάρικου Ale House, στη ζεστή του ατμόσφαιρα και την τζαζ μουσική υπόκρουση. Η πρόταση ήταν
της Δ και την είχε θέσει με το γνωστό Καβαλιώτικό της τρόπο: «Πάμε, καλέ, για
ένα ποτό στο «Αλέ Χάους» (sic) να κουβεντιάσουμε…;» Τα προβλήματα με τις σχέσεις μας, τα «βάσανά»
μας και, ποιος ξέρει σκέφτηκα, να βρούμε παρηγοριά σε μια πιο ολοκληρωμένη
συντροφιά και σύμπραξη.
Αρχίσαμε να κουβεντιάζουμε για τις δυο
τελευταίες ερωτικές της συναναστροφές, για το τέλος της σχέσης με τον
«συνεργάτη» και πόσο αυτό την πλήγωσε. Από τη μεριά μου, άρχισα να
θεωρητικολογώ και να αναπτύσσω φιλάρεσκα μεταφυσικές απόψεις για τον έρωτα, την
επανάσταση, κτλ. για να καταλήξω, με τη φωνή χαραγμένη από τη συγκίνηση, σχεδόν
βουρκωμένος, περισσότερο όμως από την επήρεια του αλκοόλ, σε μιαν ανάλυση της
κατάληξης της σχέσης μου με την Α, με την «Α…ούλα» όπως πολλοί, και ανάμεσά τους
η Δ, την αποκαλούσαν. Τα Metaxa
διαδέχονταν το ένα το άλλο. Το μυαλό θολώνει, όπως λένε, σε τέτοιες
περιπτώσεις, ενώ η μνήμη μετά από ένα σημείο αδυνατεί να καταχωρίσει κουβέντες,
αντιδράσεις, την body language του συνομιλητή, είτε τις καταχωρεί επιλεκτικά
και παραμορφωμένες. Στην δήλωση μου ότι η ιστορία με την Α είχε τερματιστεί, η
οποία δήλωση έγινε έχοντας θεωρήσει υπό τις συνθήκες ευνοϊκές τις προοπτικές
μιας σχέσης με την Δ, δεν θυμάμαι την αντίδραση
της. Μόνον η αμυδρή θύμηση της παλάμης της πάνω στον καρπό μου στο τραπέζι και εγώ
να την κοιτάω στα μάτια βουρκωμένος, ξέμεινε, να επανέρχεται στην επιφάνεια ξεθωριασμένη.
Αν αυτό το χάδι στο χέρι πάνω στο τραπέζι, σημάδι για πολλούς ενός ερωτικού
ξεκινήματος, πράγματι συνέβη και η σκηνή δεν ήταν αποκύημα της φαντασίας εξαιτίας
κάποιων λανθανουσών επιθυμιών είναι αδύνατο να επαληθευθεί. Τα μεγάλα, γαλανά
μάτια της, όμως, μου φάνηκαν να έσταζαν περισσότερο μέλι από ό,τι συνήθως. Ήμουν
πλέον πιωμένος και πήραμε το δρόμο, περασμένα μεσάνυχτα, για το σπίτι της στην
Ιπποδρομίου, δέκα βήματα παραπέρα.
Με προσκάλεσε για καφέ που θα βοηθούσε να
ξεμεθύσω, αλλά το προφανές των προθέσεων της και τα πραγματικά κίνητρα της
πρόσκλησης πάνω στο διαμέρισμα, μόνοι, μου ήταν αδύνατο να διακρίνω μέσα από
την μέθη μου. Συχνά οι μεθυσμένοι λανθασμένα θεωρούν ότι οι συνοδοί τους
βρίσκονται στην ίδια κατάσταση, ενώ οι τελευταίοι απλά τους υπομένουν, χάριν
φιλίας και για να τους βοηθήσουν και, ίσως, προστατέψουν από δυσάρεστες
συνέπειες. Κρατήσαμε χέρια για λίγο στη σύντομη διαδρομή, πιθανότατα παρά τη
θέληση της, αλλά και πάλι δεν θυμάμαι αν αντέδρασε και τραβήχτηκε. Ό,τι και να
συνέβη, οι αυταπάτες συντηρήθηκαν. Στο διαμέρισμα της μου έκανε καφέ, ξαπλώσαμε
εγκάρσια στο μονό κρεβάτι του καθιστικού και συνεχίσαμε μιαν κουβέντα,
συγκεχυμένη πλέον από το ποτό και την ψυχική εξάντληση, ίσως και ασυνάρτητη. Σε
κάποια στιγμή γύρισα και την φίλησα στο στόμα. Δέχτηκε το φιλί παθητικά, αλλά
ήταν ένα αδύναμο, επιφανειακό το φιλί εκείνο. Αυτό το θυμάμαι. Τουλάχιστον
ένιωσα το όμορφο σχήμα των χειλιών της. Έβαλα το χέρι μου κάτω από την μπλούζα
της και άγγιξα το κάτω μέρος της γυμνής της πλάτης. Θα ζήτησα κάτι παράλογο, θα
έκανα κάποια άγαρμπη κίνηση. (Ποτέ δεν ήμουν μάστορας με κουβέντες και χειρονομίες
που θα «έριχναν» κορίτσια, βεβαρημένος όντας από συστολές που μόνο το αλκοόλ μπορούσε
να ξεπεράσει, και οι εμπειρίες μου στον τομέα ήταν αμελητέες.) Η απάντηση που έλαβα
ξεκίνησε κάπως έτσι: «Δεν μπορώ να επενδύσω τα όνειρά μου...», αλλά τη συνέχεια
δεν θυμάμαι verbatim: «Με σένα...», «σ’ ένα μέλλον με σένα...», «σε μια σχέση μαζί...»; Πάντως,
το μήνυμα που η Δ ήθελε να μεταφέρει και η απόρριψη μου έγιναν, παρά και μέσα από
την ζάλη μου, κατανοητά. Το ήθος, η ακεραιότητα, η «καλή μου ανατροφή» βγήκαν
στην επιφάνεια μέσα από τη μέθη μου, μαζεύτηκα και πάλι στο καβούκι των
συστολών, και αποχώρησα παραπατώντας για το πατρικό μου. Δεν ένιωσα
συναισθηματικά συντετριμμένος ή απορριμμένος ή ντροπιασμένος, αλλά το
καταλάγιασμα των συμπτωμάτων της μέθης στην καταπραϋντική ψύχρα της του Φλεβάρη,
συνετέλεσα σε μια σχετική εσωτερική γαλήνη. Ό,τι έγινε, έγινε. Μου πέρασε και η
κυνική σκέψη ότι υπήρχε ακόμα και η Α, λίγο παραπάνω στην γειτονιά της Δ, ένα
αποκούμπι στο ενδεχόμενο της ερωτικής μοναξιάς.
Τις επόμενες μέρες στη Σχολή, τα συναπαντήματα
με την Δ παρουσία άλλων γύρω μας χαρακτηρίζονταν από σιωπή, αδεξιότητα και
αμηχανία σε κινήσεις και τρόπους. Τα βλέμματα μας αποφεύγαν να διασταυρωθούν
και οι λίγες κλεφτές ματιές προς τη μεριά της μάταια προσπαθούσαν να
ψυχολογήσουν τη διάθεση και να διαπεράσουν το εσωτερικό της κόσμο. Το επεισόδιο
και πολλές από τις λεπτομέρειες εκείνης της βραδιάς άρχισαν χάνονται ως θολές
εικόνες στη μνήμη, αδυνατισμένες εντυπώσεις, παραμορφωμένες από την μέθη,
ξεθωριασμένες από τον χρόνο. Αυτός έχει μια τάση να εξομαλύνει
συναισθηματισμούς, παροξυσμούς και ανωμαλίες. Μέσα από την Οργάνωση, το επιστημονικό
«θέμα» που δουλεύαμε από κοινού, ένας δίαυλος επικοινωνίας με ουδέτερους
διαλόγους τελικά αποκαταστάθηκε. Όπως και κάποια φιλία, η προηγούμενη φιλία, απαλλαγμένη
από ερωτικά υπονοούμενα και παρεξηγήσεις, στο βαθμό που κάτι τέτοιο είναι
δυνατό ανάμεσα σε δύο νέους ανθρώπους του αντίθετου φίλου. Καμιά αναφορά στο
περιστατικό δεν ξανάγινε. Θα έδινα πολλά για να το συζητούσαμε, για να εξηγούσα
την συμπεριφορά και τον χαρακτήρα πίσω από αυτήν! Σε κάποια τυχαία αποστροφή
του λόγου, σε μια από τις συναντήσεις μας μου είπε και την παροιμιώδη δήλωση γυναικών
προς άντρες του κύκλου τους, από τους οποίους θέλουν να διαλύσουν κάθε ιδέα
σύναψης σχέσης: «Σε εκτιμώ και θέλω να σε βλέπω ως καλό μου φίλο». Αυτό αυτόματα
ακύρωσε οποιαδήποτε θεωρητική ελπίδα για το διαφορετικό που είχα εξ αρχής
επιθυμήσει, ή μάλλον ονειρευθεί.
Η βραδιά με την Δ στο Ale House, ίσως και πολλές λεπτομέρειες για το τι ακολούθησε, έφτασαν κατά
κάποιο τρόπο στ’ αυτιά της Α. Με εξέθεσε στα μάτια της ως ανειλικρινή και ψεύτη,
μέχρι και κυνικό υποκριτή (και ήμουν!), σε αντιδιαστολή με τον ευθύ και
ειλικρινή, των αγνών προσδοκιών και προθέσεων χαρακτήρα της Α (και ήταν!) Ένα
βράδι περαστικός από το διαμέρισμά της, με τον μοχθηρό σκοπό να εξυπηρετήσω τις
βιολογικές μου ορμές με υποδέχτηκε με εκνευρισμό και κλάματα, και τελικά μου
ζήτησε να φύγω. Οποιεσδήποτε προφάσεις και δικαιολογίες που το μυαλό μου
σκαρφίστηκε αποδείχτηκαν ανώφελες. Έφυγα «ανικανοποίητος». Ήταν το οριστικό
τέλος της πρώτης κανονικής σχέσης. Ανακάλυψα αργότερα ότι ο αντίζηλος, και γενικά
ζηλιάρης, σύντροφος Ν, της ψιθύρισε διάφορα περί του επεισοδίου με τη Δ από όσα
έφτασαν στο αυτί του, άλλα πραγματικά, ίσως και μερικά φανταστικά. Το ότι έβαλε
το χέρι με την αντιζηλία του στην οριστική διάλυση της σχέσης με την Α μου το
επιβεβαίωσε η ίδια αργότερα: ο σύντροφος Ν προσπάθησε να την κορτάρει αμέσως
αφότου το περιστατικό με την Δ έγινε γνωστό στην παρέα.
Η Α δεν άργησε να βρει σύντροφο. Όπως θα
άρμοζε και ήταν φυσικό μέσα από τον ευρύ κύκλο τον φοιτητών της περίοπτης
σχολής της. Ωστόσο, όντας η πρώτη της αγάπη, δεν είχα εξοστρακιστεί καθολικά από
τη ζωή της. Οι ερωτικές στιγμές μαζί ήταν ακόμα νωπές, και οι αναμνήσεις τους
ωραίες. Εξακολουθούσα να την επισκέπτομαι στο διαμέρισμα της Αγαπηνού, για
ερωτικές χάρες κυρίως, που και ή ίδια όμως φαινόταν αρχικά να επιζητούσε. Ο
καινούργιος φίλος της, ο Σ, με το άνοστο και θηλυπρεπές υποκοριστικό, όσο
συμπαθητική φυσιογνωμία και αν είχε, όσο καλοπροαίρετος, καλοσυνάτος και πιστός
προς την Α να ήταν, όσα μελλοντικά όνειρα θα μπορούσαν να χτιστούν από κοινού
πάνω σε μια καριέρα στην ίδια επιστήμη, υστερούσε σε ορισμένα βιολογικά μεγέθη,
αρκετά ώστε η Α να κάνει δυσμενείς εις βάρος του συγκρίσεις. Σε μια από τις
απογευματινές μου επισκέψεις, στην αρχή της εκείνης της ιστορίας με το Σ, μου
διηγήθηκε τη σεξουαλική της απογοήτευσή με κλάματα. Ο αντρικός εγωϊσμός
κορδώθηκε και η ψυχή χαμογέλασε, όπως θα συνέβαινε και στον κάθε άντρα στην
θέση μου. Δεν εξέφρασα άποψη, το πρόβλημα αφορούσε την Α και το Σ. Ήμουν
μάλιστα συγκαταβατικός και παρηγορητικός, αλλά εκείνο το απόγευμα απέσπασα τη
«χάρη» στην οποία στόχευε η επίσκεψη.
Έκτοτε η πορεία μας στη ζωή απόκλινε. Όμως έρχονταν
πάντα στιγμές, πολλές φορές μετά από διαλείμματα ετών, όπου θα ξαναβρισκόμαστε σε
διάφορα σημεία του κόσμου. Αδιάλειπτα και αναπόφευκτα κάθε συναπάντημα κατέληγε
στον ίδιο μεθυσμένο έρωτα των νιάτων μας που διακαώς προσδοκούσαμε να
ξαναζήσουμε, το γύρισμα του ρολογιού σε κείνα τα χρόνια που η ψυχή λαχταρά παρά
το αδύνατο του εγχειρήματος. Ήταν όμως ο κάθε όψιμος έρωτας με την Α προϋπόθεση
και κατάληξη κάθε συνάντησης μαζί της, σαν κάτι γραφτό και προδιαγραμμένο, σαν μια
σιωπηρή συμφωνία γραμμένη εκείνα τα χρόνια. Σαν να τα κορμιά μας να είχαν
γεννηθεί για τον άλλον, σαν να είχαμε υποχρέωση απέναντι στους εαυτούς μας να
διαφυλάττουμε και απολαμβάναμε κάτι μοναδικό και απερίγραπτο με λέξεις που
μόνον ανάμεσά μας υφίστατο, ερμητικά κρυμμένο από τον υπόλοιπο κόσμο. «Χημεία»
το λένε ακόμα.
Τα Χανιά τα επισκέφτηκα ξανά το επόμενο
καλοκαίρι, αυτή τη φορά με φίλους, για να γυρίσουμε την Κρήτη με αυτοκίνητο. Η σχέση
της Α με τον Σ είχε πλέον στεριώσει μετά από τα αρχικά σκαμπανεβάσματα και τις δυσκολίες προσαρμογής
που μου έλεγε. Είναι πολλές φορές δύσκολο κάποιος να απαλλαγεί από τα ξόρκια
της πρώτης ερωτικής σχέσης. Ένα απόγεμα, από τα λίγα που περάσαμε με την παρέα στα
Χανιά, μετά το μεσημεριανό μπάνιο στην Αγία Μαρίνα, ξεγλιστρήσαμε από το
μεσημεριανό γεύμα και τις μπύρες της παραλιακής ταβέρνας, χωρίς πολλοί να μας
πάρουν είδηση –έτσι τουλάχιστον νομίσαμε. Για να καταφύγουμε βιαστικά στο
δροσερό δωμάτιο του ξενοδοχείου με έναν και μοναδικό σκοπό: να απολαύσουμε τη
συντροφιά του άλλου πίσω από την κλειδωμένη πόρτα και τα ασφαλισμένα παντζούρια.
Το δωμάτιο το μοιραζόμουν με το σύντροφο Ν, τον όψιμο αντίζηλό μου για τις
χάρες της Α, αλλά και ανταγωνιστή σε διάφορες άλλες ενασχολήσεις που έφεραν τις
σκέψεις ή τα σώματά μας αντιμέτωπα, όπως τεχνικά προβλήματα της σχολής, το
σκάκι, τα χαρτιά, το μπάσκετ. Του Ν, καθώς ήταν εξαιρετικά ξύπνιος και
εύστροφος, δεν του ξέφευγε τίποτε και, φυσικά, αντιλήφθηκε την ολιγόωρη δραπέτευση
με την Α εκείνο απόγευμα και σε τι σκόπευε. Εκνευρισμένος του από τη ζήλια του
απορριμμένου και στερημένου συνυποψήφιου, και με πρόσχημα τη διατάραξη του
προγράμματος τη εκδρομής, κατέληξε σε ένα παραλήρημα εκνευρισμού και θυμού στο
πίσω μέρος του αυτοκινήτου το επόμενο πρωϊνό της αναχώρησής μας για την
ανατολική Κρήτη. Το ανέχτηκα σιωπηλός, μάλλον ντροπιασμένος, παρά την συμπάθεια
που έλαβα από τα άλλα μέλη της παρέας. Κατάφερε και δηλητηρίασε τη σχέση μας καθόλη
τη διάρκεια της εκδρομής, παραλίγο και την ίδια την εκδρομή. Η ικανοποίηση, όμως,
από την λαθραία συνεύρεση με την Α στο δωμάτιο του ξενοδοχείου απέκρουσε εύκολα
μέσα μου την οργή του Ν.
No comments:
Post a Comment