Monday, June 3, 2024

20 - Α 4-Ever: Στην Αθήνα

Δεν πέρασε πολύ καιρός μέχρι τη μέρα που θα ξαναβρισκόμασταν. Είχα, με ανείπωτη στεναχώρια και θλίψη και μια ασήκωτη πέτρα στην καρδιά να κουβαλάω, αφήσει την J και τα παιδιά και το σπιτικό που μοιραζόμασταν μέχρι την Πρωτοχρονιά στο Reading για το ανεξερεύνητο και σκοτεινό μονοπάτι μιας, όπως μεγαλόστομα οι γονείς αποκαλούσαν, «ακαδημαϊκής» καριέρας σε μιαν επαρχιακή πόλη, και ενός τρόπου ζωής ξένος προς την πρότερη ζωή που είχα συνηθίσει: στα Γιάννενα, μια πόλη που πέρα από μιαν πρόσφατη επίσκεψη γνωριμίας δεν την είχα επισκεφτεί από νήπιο στο δρόμο μας για τους συγγενείς του παππού στην Άρτα και διακοπές στην Λευκάδα. Όχι μόνο τα Γιάννενα, αλλά και το σύνολο της ελληνικής επαρχίας και, ιδιαίτερα, της καθημερινής ζωής σε αυτήν για έναν εργαζόμενο και πλέον, υποτίθεται, οικογενειάρχη, που μεγάλωσε και σπούδασε και δούλεψε σε μεγάλες πόλεις, ήταν για μένα terra incognita. Tο μονοπάτι της ζωής αυτό αποδείχτηκε όχι μόνο σκοτεινό, μέσα σε ένα δάσος με λιγοστά φωτεινά ξέφωτα για να την προσανατολίσουν, αλλά σε κάθε γωνιά του παραμόνευαν τα φαντάσματα της απελπισίας και του θυμού, απέναντι στον εαυτό μου κυρίως, αλλά και τους γονιούς, τους λίγους συναδέλφους εκεί, και γενικά κάθε άνθρωπο που πίστευα ότι με παρακίνησε ή και χειραγώγησε προς αυτόν το δρόμο.

 Οι δυο συναντήσεις με την Α σε εκείνη την απελπισμένη περίοδο, την τρίτη «ελληνική» εποχή μετά το μεγάλωμα στις γειτονιές της Θεσσαλονίκης, τις σπουδές που ακολούθησαν και τη στρατιωτική θητεία, φώτισαν αμυδρά την μιζέρια της καθημερινής ύπαρξης· καταλάγιασαν κάπως μίση, οργές, ενοχές, όλα αυτά που σε στιγμές μοναχικής περισυλλογής με καταλάμβαναν. Η μοναξιά για λίγες ώρες και μέρες ξεχάστηκε. Το πρώτο ραντεβού μας βρήκε στην τερατούπολη πρωτεύουσα, την Αθήνα, την πόλη που όσο ως παιδί με συνάρπαζε, άλλο τόσο ως νέο με απωθούσε. Κατέβηκα με το τραίνο από τη Θεσσαλονίκη. Τα κουτάκια της μπύρας μου μου έφτιαξαν τη διάθεση και ενίσχυσαν τους πόθους και τη λαχτάρα να δω την παλιά και πρώτη μου φίλη. Η ζωή αποκτούσε μια γλυκιά γεύση ξανά, έστω και πρόσκαιρα. Το ταξίδι με το τραίνο, στην νοσταλγική σχεδόν απαράλλακτη από τα χρόνια της θητείας διαδρομή (Πλατύ, Κατερίνη, Λάρισα, Παλαιοφάρσαλος, Λιανοκλάδι,...), κύλισε ευχάριστα σε ένα πέλαγος εντυπώσεων και αναμνήσεων από ευχάριστες περιπέτειες του παρελθόντος. Ρέμβασα με αυτές, φτιάχνοντας σχέδια για το Σαββατόβραδο στην Αθήνα.

Από το σταθμό Λαρίσης πήρα το δρόμο για την Ομόνοια με έναν μικρό σάκο με μια αλλαξιά στα χέρια. Ο ήλιος βαρούσε ντάλα από πάνω, μέσα από το ανοίγματα του περίφημου αττικού ουρανού ανάμεσα στις πολυκατοικίες· έκαμε το φθινοπωρινό μεσημέρι στο λιοπύρι να μοιάζει αυγουστιάτικο. Τα πεζοδρόμια της παλιάς Αθήνας δεν είχαν καταληφθεί από τραπεζάκια εστιατορίων και καφετεριών και ήταν ακόμα ευκολοδιάβατα για τους περαστικούς και, ενώ η σκιά των πολυκατοικιών, κάτω από τα μπαλκόνια και τα υπόστεγα έφερνε λίγη δροσιά που έκανε τη ζέστη υποφερτή. Τους είχα περπατήσει και άλλες φορές τους δρόμους που οδηγούσαν από το σταθμό Λαρίσης στην Ομόνοια· την πρώτη ήμουν ακόμα μαθητής. Εκείνο το μπαρ που πρόσφερε κονσομασιόν στην Λιοσίων βρισκόταν ακόμα εκεί – στη θέση του, ένα σκοτεινό μαγαζί πίσω από φουμέ τζάμια και μια κοινή πόρτα μόνιμα ανοιχτή στο σκοτεινό του εσωτερικό, αθέατο από το ηλιόλουστο μεσημέρι έξω. Το τελευταίο καλοκαίρι του σχολείου είχα κάνει μια μοναχική εξόρμηση στην Αθήνα, παρθένος ακόμα, προς αναζήτηση πληρωτέου, «παράνομου» έρωτα υπό την ανωνυμία που μεγάλες, μακρινές πόλεις προσφέρουν. Έμεινα ένα βράδι σε ένα φτηνό ξενοδοχείο της περιοχής του σταθμού Λαρίσης, από αυτά που ο μουρτζούφλης ξενοδόχος δεν σηκώνει καν τα μάτια να δει τους πελάτες του, ειδικά όταν πρόκειται για άγουρους μοναχικούς νέους, και που χωρίς κουβέντα παίρνει την ταυτότητα πριν σου δώσει το κλειδί του δωματίου κρεμασμένο από ένα μπρούτζινο βαρίδιο με τον αριθμό του δωματίου χαραγμένο πάνω του. Το δωμάτιο ήταν μικρό με ένα απλό κρεβάτι στη μέση, μια παλιά, γερμένη δρύινη ντουλάπα, και ένα υποτυπώδες τραπεζάκι κολλημένο στον τοίχο κάτω από έναν τετράγωνο καθρέφτη χωρίς πλαίσια. Ήταν και τότε, στην μοναδική εφηβική επίσκεψη μου στην Αθήνα, το σαββατιάτικο απομεσήμερο καυτό από τον αττικό ήλιο. Άφησα τον σάκο μου για να περιπλανηθώ στους ξαναμμένους δρόμους του κέντρου, έρημους από διαβάτες. Οι περισσότεροι έπαιρναν τον απογεματινό τους υπνάκο πίσω από κλειστά παντζούρια, μέχρι το πρώτο κύμα της δροσιάς πριν από τη δύση να τους αγγίξει. Ανεπάγγελτοι νεότεροι Αθηναίοι ή μετανάστες έπιναν τον φραπέ  τους στη δροσιά ενός ισογείου ή κάτω από τα δέντρα κάποιου «ακάλυπτου» ή σε κάποια μακρινή παραλία. Μια κοπέλα με τα μαλλιά βαμμένα με οξυζενέ, έντονο κόκκινο κραγιόν στα χείλια, σε ένα στενό, αμάνικο κίτρινο φόρεμα, μάλλον σεμνό, που ο ποδόγυρος του, αξιοπρεπώς για τα δεδομένα του μαγαζιού και επαγγέλματος που ασκούσε, έφτανε λίγο πάνω από το γόνατα, στεκόταν με τον ώμο ακουμπισμένο στο κούφωμα της πόρτας. Παρά τα οξυζενέ μαλλιά, παρά τα στερεότυπα που φτιάξαμε για τις γυναίκες που εργάζονται σε τέτοια μπαρ, δεν έδειχνε έκφυλη. Με είδε νέο, μάλλον αθώο, σίγουρα «άβγαλτο», και μου έγνεψε δελεαστικά με το δείχτη του χεριού της να πάω κατά το μέρος της. Ήμουν από τους ελάχιστους διαβάτες τέτοια μεσημεριάτικη ώρα που άσκοπα στριφογύριζαν γύρω από την πλατεία Βάθης. «Μπορώ να σου μιλήσω, αγάπη μου;» μου είπε με ένα χαμόγελο, λίγο προκλητικό, λίγο ναζιάρικο, και ξεκόλλησε τον ώμο της από το κούφωμα. Κοντοστάθηκα. Επέμεινε: «Να σου πω λίγο κάτι;...» Ίσως από ντροπή, ίσως από το φούντωμα κάποιας κρυμμένης ελπίδας μέσα μου -ότι θα μπορούσα, τέλος πάντων, σε κάποια μυστική γωνιά του μαγαζιού να αποβάλλω το στίγμα της παρθενιάς· έστω κι αν αυτό θα γινόταν από κάποια ώριμη και έμπειρη, ίσως ελευθερίων ηθών, αλλά ευπαρουσίαστη γυναίκα, την ακολούθησα σιωπηλός μέσα στο μαγαζί. Αναψοκοκκινισμένος, η συνήθης παρενέργεια συστολών και ντροπής, με το πρόσωπο και τα χέρια υγραμένα από τη ζέστη και την αμηχανία, άκουγα τους παλμούς της καρδιάς να αντηχούν στους κροτάφους μου. Πήρε τα μάτια μου αρκετά δευτερόλεπτα για να προσαρμοστούν και να αρχίζω διακρίνω μέσα στο σκοτάδι του μακρόστενου μαγαζιού, από το άπληστο φως του ήλιου στο δρόμο έξω. Στα αριστερά βρισκόταν ο πάγκος του μπαρ με διάφορα ποτά στα ράφια πίσω του. Ο μπάρμαν, ένας σχετικά σωματώδης άντρα, που θα ήταν ο μαγαζάτορας και αφεντικό (και ενδεχόμενα προαγωγός κοριτσιών) με την πλάτη γυρισμένη γυάλιζε ποτήρια και τακτοποιούσε μποτίλιες. Δεν έδωσε σημασία στην είσοδό μου πίσω από την κοπέλα, ίσως από επαγγελματική διακριτικότητα, ώστε μην αναστατώσει τον απρόσμενο νεαρό και έναν διστακτικό πελάτη σαν και μένα και χαλάσει μια μικρή δουλειά.

Καθίσαμε με την κοπέλα σε ένα πάγκο με ένα κόκκινο πέτσινο κάλυμμα στο βάθος του μαγαζιού. «Να σου φέρω, αγάπη μου, μια πορτοκαλάδα;» Δεν αρνήθηκα. Ούτε θα μπορούσα πλέον. Αφού είχα μπει σε έναν χορό, θα έπρεπε να τον χορέψω, έστω και με άγαρμπες κινήσεις, στους ρυθμούς, που μια άγνωστη σε μένα χορογραφία ζητούσε. Επέστρεψε από το μπαρ με την πορτοκαλάδα κι ένα ποτό για την ίδια κάτι που έμοιαζε με βότκα ή κάποιο διάφανο αλκοολικό ποτό, που όμως πιθανότατα ήταν σόδα με παγάκια, κι έκατσε δίπλα μου. Η πορτοκολάδα ήταν χλιαρή, και γλυκιά σαν σερμπέτι: πηκτός χυμός αραιωμένος με νερό από τη βρύση, σκέφτηκα· δεν πινόταν εύκολα. Στην ψιλοκουβέντα που ακολούθησε η κοπέλα με ρώτησε τα τετριμμένα («Από που είσαι;», «Τι σε φέρνει στην Αθήνα;») Εγώ, ο αενάως λιγομίλητος και ντροπαλός, απαντούσα με μέγιστη οικονομία λέξεων. Ο λόγος της ήταν αξιοπρεπής και η φωνή της λεπτή και ευγενική, όχι από εκείνες τις βραχνιασμένες, βαριές από το τσιγάρο φωνές, που συνήθως προσδίδουμε σε γυναίκες της πιάτσας. Μιλούσε κοιτάζοντας με λάγνα στα μάτια και αγγίζοντας, που και που, με τον δείκτη τρυφερά κάτω από τον αγκώνα ή τον μηρό μου, ενώ εγώ έριχνα κλεφτές ματιές στο ντεκολτέ της. Ο μπάρμαν παρέμενε διακριτικός αδιαφορώντας για την παρουσία και την κουβέντα μας.  Με τους αγκώνες του στο μπαρ, και το πηγούνι ανάμεσα στις δυο παλάμες, ελλείψει πελατείας και δουλειάς, κοιτούσε στο φωτεινό και έρημο πεζοδρόμιο μπροστά από το μαγαζί σαν να μη συνέβαινε τίποτε στο εσωτερικό του. Η κοπέλα πρότεινε ξανά και έφερε, χωρίς να περιμένει την απάντησή μου, και ένα δεύτερο γύρω από ποτά. Τα λόγια αραίωσαν, ενώ εγώ άρχισα να ανησυχώ για το κόστος των ποτών και αν τελικά θα είχα αρκετά λεφτά να το πληρώσω. Τελικά, μάζεψα αρκετά θάρρος και ανακοίνωσα ότι ήθελα να φύγω, ότι έπρεπε να φύγω! Η «ζημιά» γραμμένη από το αφεντικό, σε ένα χαρτί από μπακαλοτέφτερο ήταν μερικά κατοστάρικα, κοντά στο χιλιάρικο, αξιοσέβαστο ποσό για έναν μαθητή εκείνης της εποχής, αλλά, όσο αλμυρή η τιμή και να μου φαινόταν, δεν είχα άλλη επιλογή από το να την πληρώσω από το πενιχρό ποσό που κουβαλούσα πάνω μου. Κατά την αναχώρηση η κοπέλα μου χαμογέλασε με κλειστά τα χείλη της, συγκαταβατικά. Καταλάβαινε κατά βάθος τις ανησυχίες μου, όπως, κι εγώ είχα σιωπηρά καταλάβει, ότι έπρεπε να δημιουργούσε «κατανάλωση» για το αφεντικό της, για να βγάλει το ψωμί της σε μια δουλειά που μου φαινόταν καταπιεστική, ίσως και κατά βάθος καταναγκαστική. Πριν φύγω, στο χαρτάκι του λογαριασμού, μου έγραψε ένα τηλέφωνο να το έπαιρνα αργά, μετά τη βάρδια της, να «βρεθούμε». Είχε ίσως καταλάβει τι πραγματικά με είχε ωθήσει εκεί μέσα, παρά τους δισταγμούς, τις ανησυχίες, τις συστολές. Και δεν ήταν λίγη κουβέντα με μια πορτοκαλάδα.

Δεν πήρα τηλέφωνο το βράδι όπως μου είχε προτείνει με ένα κλείσιμο του ματιού. Υπερίσχυσε και τότε η δειλία, αλλά φανταζόμουν ότι ούτε τα λεφτά θα μου έφταναν. Το βράδυ περιορίστηκα σε μια ζώνη δράσης όπου ένιωθα άνετα, δηλαδή παρέα με τον εαυτό μου. Την άλλη μέρα, μετά από ώρες περιπλάνησης στους κεντρικούς δρόμους της Αθήνας τα πόδια κουράστηκαν. Κατέφυγα σε ένα πορνοσινεμά χωρίς πια το φόβο να με δει κανείς συγγενής, συμμαθητής, γνωστός συμπολίτης. Και με αυτό και μια πίτα με σουβλάκι και ένα κουτί μπύρα έκλεισε μια ακόμα άδοξα ατελέσφορη, πάντα μοναχική περιπέτεια της εφηβείας. Από το περιστατικό στο μπαρ της Πλατείας Βάθης που η άφιξη στην Αθήνα και η διαδρομή προς την Ομόνοια που θυμήθηκα, είχαν περάσει σχεδόν τριάντα χρόνια. Τώρα θα ξαναέβλεπα και θα κοιμόμουν για πολλοστή φορά με τη γυναίκα με την οποία είχαμε μαζί χάσει την παρθενιά μας -με αβίαστο τρόπο. Ώριμος πλέον, με επαρκή αυτοπεποίθηση και λίγο mojo, και κάποια στοιχειώδη αυτογνωσία, κι έχοντας πλήρη επίγνωση ενός από τους κύριους λόγους που με έφερνε στις ίδιες γειτονιές της Αθήνας. Μετά από το κόμπιασμα του μυαλού μου στα αμελητέα γεγονότα χρόνων μακρινών, που η ανάμνηση τους ήρθε τυχαία στην επιφάνεια, επανεστίασα στο παρόν και στο υπόλοιπο της μέρας μπροστά μου. Υποσχόταν ότι θα ήταν συναρπαστικό, στη σιγουριά μιας γνώριμης αγκαλιάς.  

Συναντηθήκαμε με την A σε ένα εστιατόριο πίσω από την Ομόνοια, στυλ ρετρό, με μικρά στρογγυλά τραπέζια από λευκό μάρμαρο πάνω σε μαύρα καμπυλωτά, ατσάλινα πόδια. Φάγαμε τους μέτριους μεζέδες του και ήπιαμε κρασί. Η Α έκανε τα καθιερωμένα τσιγάρα της. Εγώ, όπως συνήθιζα, γκρίνιασα για την απαίσια συνήθεια που αδυνατούσε να περιορίσει και κόψει. Ήταν κακό για την υγεία, αλλά και (τι κρίμα!) χαλούσε ανεπανόρθωτα την γλυκιά της φωνή, ένα χαρακτηριστικό που από μόνο του ήταν αρκετό για κάποιον να την ερωτευτεί. Ακούμπησε την παλάμη στο χέρι μου σα να ζητούσε κατανόηση και συμπάθιο, έγειρε ελαφριά το κεφάλι όπως συνήθιζε και χαμογέλασε με το γλυκό γνώριμο τρόπο της και με αφόπλισε από τη γρίνια. Ο πόθος μου κατέλαβε τα σωθικά.   

Αφήσαμε τα πράγματα στο ξενοδοχείο “Economy” –ένα άχαρο κτίριο, που πριν αναμορφωθεί σε ξενοδοχείο, θα πιθανότατα στέγαζε δικηγορικά και τέτοιας λογής γραφεία ή κάποια δημόσια υπηρεσία, και βολοδείραμε για γύρω από την Ομόνοια, το Σύνταγμα, το Ζάππειο, πέρα δώθε στην Σταδίου και την Πανεπιστημίου, την Ιπποκράτους και την Σόλωνος. Η Α ένιωθε την ανάγκη να με ξεναγήσει στα κρυμμένα αξιοθέατα της πόλης, ως ανταπόδοση στα κακοσχεδιασμένο εγχειρήματα  μου πριν χρόνια να την ξεναγήσω κι εγώ κατά τις επισκέψεις της στο Birmingham και το Λονδίνο. Ανακάλυψα, μέσα από την ασχήμια του δάσους των πολυκατοικιών, τα νεοκλασικά που είχε σχεδιάσει ο Ziller, τα οποία, υπό το φως των προβολέων από τις γωνιές των περιμέτρων τους αποκτούσαν μια μεγαλοπρέπεια που, τηρουμένων των αναλογιών, θα μπορούσε να συγκριθεί με μερικά από τα λιγότερο επιβλητικά κτίρια του Λονδίνο. Σκέφτηκα, από την άλλη μεριά, το ανώφελο τέτοιων συγκρίσεων. Τα δε είχαν χτιστεί στο μεγαλείο και την χλιδή τους από τον πλούτο που η αυτοκρατορία υφάρπαξε από φτωχότερα έθνη-αποικίες. Τα μεν χτίστηκαν διαμέσου της χρόνια υπερχρέωσης της ελληνικού έθνους απέναντι στον πλούσιο Βορρά και Δύση.   

Η νύχτα είναι νεαρή όπως πάντα στην Αθήνα και την Ελλάδα. Μας βρήκε αργά σε ένα jazz-club των περιχώρων, που η A είχε συχνάσει στο παρελθόν με τον «τύπο» για τον οποίο με είχε εγκαταλείψει σύξυλο φαντάρο στην τελευταία απογοητευτική επίσκεψη μου στα Χανιά. Καθισμένοι πίσω από ένα στενό πάγκο, στο αδιαχώρητο του μαγαζιού, καταναλώσαμε διάφορα Jack Daniels στο μισοσκόταδο από τα χαμηλωμένα φώτα, μέσα στο ντουμάνι από καπνούς τσιγάρων, κάτω από τους ήχους της μπάντας, που παρά την ελλιπή μουσική παιδεία την κρίναμε επαρκή και το ρεπερτόριο της ικανοποιητικό. H επίδραση του αλκοόλ άρχισε να εντείνεται και, όταν το κατώφλι μεταξύ ευφορίας και μέθης ξεπερνιέται, η αίσθηση του περιβάλλοντος παραμορφώνεται, η αντίληψη του χώρου μεταμορφώνεται σε έναν στρόβιλο συγκεχυμένων παραστάσεων και ακουσμάτων, ενώ η αντικειμενικά μετρήσιμη χρονική περίοδος ανάμεσα στιγμές διακριτών γεγονότων μηδενίζεται. Ο χρόνος γίνεται ασυνεχής. Τα μεσάνυχτα είχαν παρέλθει προ πολλού. Τρεκλίζοντας, ψελλίζοντας μόνο από εξαιρετική τύχη βρήκαμε ένα ταξί σε ένα από τα συνοικιακά δρομάκια κοντά στο club. O ταξιτζής μετά από μια δαιδαλώδη πορεία που μου φάνηκε ότι διάρκεσε ώρες, με τη μουσική και βαβούρα του κλαμπ να αντηχεί στα αυτιά, μου, μας άφησε σε μια γωνιά της κυκλικής διασταύρωσης της Ομόνοιας, που έβριθε από κόσμο και ταξί.

Παρά την κούραση και τη μέθη, παρά τα κουρασμένα πόδια και το ζαλισμένο μυαλό, παρά τα παραπάνω από σαράντα και βάλε χρόνια ζωής που κα οι δυο κουβαλούσαμε, αγαπηθήκαμε με ένταση, χωρίς ενδοιασμούς, χωρίς φραγμούς, στο μισοσκότεινο δωμάτιο. Ένταση στην απλότητα και την πράξη. Σαν όλη η συνάντηση να είχε σχεδιαστεί γύρω από αυτές τις στιγμές και κύριο σκοπό ένα ακόμα ερωτικό αποκορύφωμα με μιαν οικεία συντροφιά. Το χρειαζόμασταν και οι δυο. Έπαιζε στο μυαλό μας από καιρό πριν, όπως θα άρμοζε στην ιστορία της σχέσης μας. Ό,τι ακολούθησε εκείνη την κατάληξη μοιραία ξεχάστηκε. Θα ξανασυναντιόμασταν.

No comments:

Post a Comment