Αυτό που διέθετα πλεονασματικά από πολύ μικρό παιδί, και κάτι που πίστευαν κι έλεγαν όλοι όσοι με γνώρισαν, ήταν η ντροπαλοσύνη που τύλιγε την συμπεριφορά μου σχεδόν παντού και πάντα. Φαινόταν στο γύρισμα του κεφαλιού όταν με ρωτούσαν, νήπιο ακόμα, το όνομά μου· στο δισταγμό, αργότερα αμηχανία, να χαιρετήσω και αποχαιρετήσω· στο ότι δεν σήκωνα το χέρι στην τάξη σε ερωτήσεις δασκάλων, ενώ ήξερα την απάντηση· στο στρίψιμο ή σκύψιμο του κεφαλιού για να αποφύγω το βλέμμα του δασκάλου ή κάποιου όμορφου κοριτσιού· στα αισθήματα ανασφάλειας και νευρικότητας, καμιά φορά πανικού, που με κυρίευαν κάθε φορά που έπρεπε να ανοίξω το στόμα μου να εκφραστώ μπροστά σε κόσμο· στον φόβο μην πω ή κάνω λάθος· στη δυσκολία να ανοιχτώ σε παιδιά που δεν είχα γνωρίσει και εξοικειωθεί και να χτίσω γέφυρες επικοινωνίας ή και καινούργιες φιλίες· στο σχεδόν παραλυτικό «κομπλάρισμα» στις λίγες επαφές με κορίτσια· στο ζάρωμα και τη σιωπή σε κοινωνικές εκδηλώσεις, ακόμα και ανάμεσα συνομήλικους και γνωστούς· στη γενική έλλειψη ψυχραιμίας όταν ένιωθα ότι γινόμουν το κέντρο της προσοχής άλλων και πολλά μάτια με παρατηρούσαν. Όλα αυτά ήταν σε γενικές γραμμές τα συναισθήματα, οι αντανακλαστικές και υποσυνείδητες αντιδράσεις σε καταστάσεις που καθημερινά έφερνε η ζωή μπροστά μου στη διάρκεια της εφηβείας και για πολύ καιρό μετά από αυτήν.
Η ανησυχία, η νευρικότητα κι ο φόβος απέναντι σε τέτοιες καταστάσεις,
και συνέβαιναν συχνά, δεν είναι για κανέναν ευχάριστα συναισθήματα. Πολλές
φορές αναβαθμίζονται και καταντούν βάσανα και καταναγκασμός της ψυχής. Δεν
καταπολεμούνται εύκολα με την δύναμη της λογικής και μόνον. Και στις περισσότερες
των περιπτώσεων που τέτοια αισθήματα έρχονταν στην επιφάνεια, σε γεγονότα που
με ξεμπρόστιαζαν σε ένα ανθρώπινο ακροατήριο, δεν δίνονταν καν ο χρόνος και οι ευκαιρίες
για αντανάκλαση, για λελογισμένη επιβολή ψυχραιμίας, για την εξάσκηση μια
λογικής προσέγγισης, έστω κάποιας πρόχειρης προετοιμασίας. Όταν υπήρχε ο χρόνος,
η προετοιμασία του τι θα πω, που και πως θα σταθώ, πως θα αντιμετωπίσω το ένα ή
το άλλο πιθανό ενδεχόμενο ήταν εντατική και βασανιστική, σε βαθμό, όμως, που η τελική
στάση και συμπεριφορά μου να γινόταν μηχανική, ρομποτική, ώστε το ακροατήριο να
την εκλάμβανε ως αφύσικη και νευρική. Και μάλλον προβληματική αν επρόκειτο για
συνέντευξη ή παρουσία σε κάποια αίτηση για δουλειά. Με τέτοια αισθήματα να με
ζώνουν, αν και αμβλύνονταν με τα χρόνια, την εμπειρία, την επανάληψη, αναγκάστηκα
ζήσω μεγάλο μέρος της ζωής: με την γενικότερη ψυχολογία της ντροπής, των εγνοιών,
του άγχους και της νευρικότητας ενώπιον καταστάσεων με ανθρώπους. Σπάνια και με
δυσκολία κατάφερνα να τα καταπνίγω ολοσχερώς.
Η εσωστρέφεια από την μεριά της δεν είναι κάποιο παροδικό
αίσθημα ή συναίσθημα που γεννιέται ως αντίδραση σε καταστάσεις και γεγονότα σαν
τα παραπάνω. Η εσωστρέφεια είναι, δυστυχώς ή ευτυχώς, ένα χαρακτηριστικό της
προσωπικότητας, ένα αναπόσπαστο και σχετικά ανελαστικό κομμάτι του χαρακτήρα. Στα
χρόνια του σχολείου δεν είχα επίγνωση αυτής της εσωστρέφειας που θα κουβαλούσα
για το υπόλοιπο της ζωής μου, πόσο μάλλον του πόσο ακραίας μορφής ήταν, ήγουν σε
ποιο μέρος ενός ευρέως φάσματος εσωστρεφών ανήκα. Μόνον μια συγκεχυμένη
αντίληψη της έννοιας είχα, ίσως ούτε καν αυτήν. Πρώτη φορά «διαγνώστηκα» ως
εσωστρεφής από τον Κώστα, έναν ψυχολόγο, γείτονα και για λίγο καιρό φίλο στην
πόλη της Αμερικής που σπουδάζαμε. Συνέβη σε μια από τις μαζώξεις με κρασί και
κεφτεδάκια και τραγούδια του Καζαντζίδη, που είχε διοργανώσει στο διαμέρισμά με
την γυναίκα του, την Τασούλα, για να γνωριστεί καλύτερα με μένα και την σύντροφό
μου τότε. Στη μακρινή ξενιτιά ασκούνται ισχυρές δυνάμεις συνάφειας που έλκουνε
τα μέλη κάθε ράτσας το ένα προς το άλλο ανεξάρτητα χαρακτήρα. Δεν είχαμε
γνωριστεί προσωπικά πριν εκείνη την μάζωξη, αλλά δεν χρειάστηκε πολύ ο Κώστας για
να καταλήξει στην διάγνωση του εκείνη, παρατηρώντας με κουρνιασμένο σε μια
γωνιά του σαλονιού, από αμίλητο έως μονολεκτικό, πάντα μετρημένο με τις λέξεις,
συνεσταλμένο στους τρόπους, με ένα ποτήρι κρασί μόνιμα στο χέρι ή στο στόμα, να
προσπαθεί να καταπολεμήσει την σιγή, την ντροπή και την αμηχανία του. Ήταν
απόλυτος και κατηγορηματικός ο Κώστας: «Είσαι προφανώς εσωστρεφής χαρακτήρας!» Ο
χαρακτηρισμός που μου απέδωσε δεν με ενόχλησε, όσο το αλησμόνητο «κρύος» με το
οποίο με είχε χαρακτηρίσει με ειρωνικό ύφος ο Β στο απαύγασμα της εφηβείας, ή
το «ντροπαλός» που άκουγα συχνά-πυκνά ως παιδί σε συζητήσεις μεγάλων που με
αφορούσαν. Αντίθετα, φανέρωσε μια ακριβέστερη συνειδητοποίηση του εαυτού, οδήγησε
στην θετική παραδοχή του «είμαι αυτός που είμαι», και πρέπει να ζήσω και να
προσαρμοστώ στις απαιτήσεις της ζωής με αυτήν την προσωπικότητα και χαρακτήρα,
με αυτήν την «αδυναμία» τους, χωρίς να μπορώ να κάνω και πολλά πράγματα για να
τα αλλάξω. Δυστυχώς, ο χαρακτήρας του ανθρώπου, στον πυρήνα της προσωπικότητας
του, δύσκολα αλλάζει από την στιγμή που κάποιος ενηλικιώνεται, σε βαθμό
αντιστρόφως ανάλογο με την αυτογνωσία που αποκτά.
Πέρασαν πολλά χρόνια από εκείνη την αρχική διάγνωση του
Γιώργου, πριν πέσει στα χέρια μου το βιβλίο της Susan Cain, Quiet: The Power of Introverts in a World That Can’t Stop Talking. To διάβασα,
ώριμος τριαντάρης πλέον, σε ένα λεωφορείο του Reading, πηγαινοερχόμενος στην δουλειά.
Μέσα από το βιβλίο είδα στον καθρέφτη τον εαυτό μου. Αυτόν που απέφευγε και
δυσκολευόταν στις ψιλοκουβέντες με μη οικείους. Αυτόν που κάθε κοινωνική
εκδήλωση με κόσμο, στο σπίτι, οργανωμένη από την σύντροφο μου παρά τις
αντιστάσεις και την γρίνια εκ μέρους μου ή στην δουλειά παρά την θέλησή μου, γινόταν
ένα ψηλό βουνό να σκαρφαλώσει και σκαρφιζόταν κάθε δικαιολογία για να αποφύγει.
Αυτόν που τα βράδια πριν από κάθε παρουσίαση μπροστά σε κόσμο έχανε τον ύπνο
του, ενώ ώρες και λεπτά πριν η νευρικότητα γινόταν ανυπόφορη. Αυτόν που η
δυσκολία στην επικοινωνία με ανθρώπους μετριαζόταν και ξεπερνιόταν, μόνο με αρκετή,
εκ των προτέρων και κατά την διάρκεια, κατανάλωση αλκοόλ, μερικές φορές με
δυσάρεστες συνέπειες. Αυτόν που όταν το μάτι του έπαιρνε κάποιον γνωστό στο
λεωφορείο, το τραίνο ή το πεζοδρόμιο κρυβόταν από την θέα του, γυρνούσε κεφάλι,
άλλαζε κατεύθυνση ή πεζοδρόμιο, ώστε να αποφύγει κάποια αυθόρμητη ψιλοκουβέντα
μαζί του. (Ο αυθορμητισμός δύσκολα συνυπάρχει με την εσωστρέφεια, οι
εσωστρεφείς, έμαθα, αποφεύγουν impromptu ψιλοκουβέντες όπως ο διάβολος το λιβάνι.) Αυτόν που τον
κυρίευε ένας μικρό-πανικός όταν κουδούνιζε το τηλέφωνο απροσδόκητα («Ποιος να
είναι τώρα; Τι θέλει να πούμε;») Αυτόν, που κάθε φορά που αναγκαζόταν να
συναναστραφεί με ανθρώπους και ανταπεξέλθει κοινωνικά, στο τέλος εξαντλούταν
ψυχικά και σωματικά. Ήταν στις πιο γενικές γραμμές και η σχετικά υπερβολική υπερευαισθησία
σε εξωτερικά ερεθίσματα, επιστημονικά εξηγήσιμη από την δομή του εγκεφάλου των
απανταχού εσωστρεφών.
Γαλήνη και ηρεμία έβρισκα παρέα με τον εαυτό μου, στις
ατέρμονες συζητήσεις μαζί του, στις σκέψεις μου και τις αντανακλάσεις μέσα μου
προσώπων, ακουσμάτων, φαινομένων. Στους μοναχικούς περιπάτους, στα μοναχικά
ποτά στις παμπ, σε ένα δωμάτιο δίπλα στο λαμπατέρ να διαβάζω. Όχι περιέργως,
έβρισκα μικρές χαρές στον μουντό, μελαγχολικό καιρό, ακόμα μεγαλύτερες στο
ψιλοβρόχι. Στο τέλος του διαβάσματος του βιβλίου της Susan Cain ένιωσα
μιαν ανακούφιση, σχεδόν μια χαρά: από μια μεγάλη ανακάλυψη για τον εαυτό μου, για
αυτό που ήμουν και είμαι, και ήταν αδύνατο να αλλάξω. Στα μάτια των περισσότερων
γνωριμιών ήμουν αυτό που στην Αγγλία αποκαλούν, συμπαθητικά, «κοινωνικά αδέξιο»,
στην Ελλάδα, μάλλον περιφρονητικά, «ακοινώνητο». Ήμουν σε τελική ανάλυση ένας
κλειστός άνθρωπος, κλεισμένος στον εαυτό του, μονόχνωτος. Μου είναι γνωστά
πλέον όλα αυτά, τα έχω ακούσει πολλές φορές από πολλούς, και τα έχω εμπεδώσει. Τέτοιοι
επιθετικοί προσδιορισμοί δεν ενοχλούν πλέον. Απεναντίας, καμιά φορά τους
αναφέρω ως σύσταση, προοίμιο σε απόπειρες επικοινωνίες και γνωριμίας.
Ήμουν λοιπόν
εσωστρεφής και μάλιστα «βεβαρημένος», με ακραίας μορφής εσωστρέφεια. Τα σημάδια
της που πήρε δευτερόλεπτα στον Γιώργο στην πρώτη μας γνωριμία να διαγνώσει
υπήρχαν από νωρίς, από τα παιδικά χρόνια και την εφηβεία. Ήταν το πάρτι του Άκη
των παιδικών μου χρόνων που μέχρι κρυολόγημα προσπάθησα να προκαλέσω τεχνητά,
με εξόδους ιδρωμένος στο κρύο της βεράντας, για να το αποφύγω. Ήταν στην
απομόνωση, ακούσια είτε εκούσια, από τις μεγάλες παρέες του σχολείου. Ήταν στις
ώρες μόνος στα γήπεδα του μπάσκετ του κάμπινγκ, μόνος στην ποδηλατάδα στους
δρόμους. Μόνος στους δρόμους της Θεσσαλονίκης ή στα σινεμά της. Μόνος στους
τέσσερις τοίχους του μικρού δωματίου, να διαβάζω, να παίζω σκάκι με τον εαυτό
μου, να φαντασιώνομαι και να αυνανίζομαι, όταν άλλοι χαριεντίζονταν στις
καφετέριες ή χόρευαν σε ντισκοτέκ.
Όπως γίνεται εύκολα αντιληπτό, η ζωή ενός εσωστρεφούς συνεπαγόταν αρκετή μιζέρια στην εφηβεία, ανησυχία και συχνές αγωνίες στα χρόνια της ενηλικίωσης και ωρίμανσης με την κατάδυση στην κοινωνία και τον κόσμο της εργασίας. Και ιδιαίτερα όταν αυτή η εσωστρέφεια επιβαρύνεται από μια επίσης έμφυτη ντροπαλοσύνη και συστολή και δειλία. Χωρίς αυτά τα ανασταλτικά χαρακτηριστικά ή, έστω, εκδηλωμένα σε μικρότερο βαθμό, η ζωή προφανώς θα ακολουθούσε πολύ διαφορετικά μονοπάτια -επαγγελματικά και συναισθηματικά. Διότι είναι οι κοινωνικές σχέσεις και η επικοινωνία με ανθρώπους, που σε μεγάλο βαθμό προσδιορίζουν την ύπαρξη και τον τρόπο ζωής μας, έως και αυτό που, στον δυτικό κόσμο που ζούμε, μια υπεράνω μας «κοινή γνώμη» χαρακτηρίζει καταπιεστικά ως «επιτυχία». Φαντάζομαι ότι λίγο εσωστρεφείς βρέθηκαν ψηλά στις πυραμίδες εταιριών, της πολιτικής ζωής, κατέλαβαν πόστα που στον κοινό νου της Δύσης μαρτυρούν «επιτυχία» -πέρα από τον πλούτο και την οικονομική ευμάρεια. Η εσωστρέφεια επηρεάζει σημαντικά αυτές ακριβώς τις κοινωνικές σχέσεις που σε μεγάλο βαθμό μας τοποθετούν, κατατάσσουν και κατευθύνουν.
Από την άλλη μεριά, παρηγορούν οι θετικές παρενέργειες της: Στην ποσότητα της γνώσης που αποκόμισα βυθισμένος στα βιβλία και την ατομική μελέτη. Στην πληθώρα των ιδεών και σκέψεων που γεννιούνται και επεξεργάζονται στις πολλές ώρες συνδιάλεξης με τον εαυτό μου, καμιά φορά και στο βάθος αυτών των σκέψεων, της σκέψης γενικότερα. Στην αδιάκοπη και εξαντλητική επεξεργασία, ζύμωση γνώσεων, αισθήσεων, αναμνήσεων και εμπειριών στο μυαλό. Στην μεθοδικότητα και την ποιότητα της πράξης στην δουλειά. Στην αναλυτικότητα και βαρύτητα του λόγου τις λιγοστές φορές που εκφράστηκε, στην ακρίβεια και πυκνότητα του όταν χρειάστηκε γράψω ή να μιλήσω. Στην απορριπτική περιφρόνηση που έδειξα για την ελαφρότητα του λόγου άλλων ή στην φλυαρία. (Αυτή με κούραζε απελπιστικά, αν και σπάνια έβρισκα το θάρρος να διακόψω φλύαρους ανθρώπους, τους άκουγα, ενώ το μυαλό μου ταξίδευα μακριά.) Κυρίως όμως στο ψηλό επίπεδο αυτοσυνείδησης και αυτογνωσίας που με την εσωστρέφεια κατακτιέται.
Με παρηγόρησε και κάτι άλλο... Από τον ελάχιστο βαθμό που έγινε μέχρι σήμερα δυνατή η χαρτογράφηση και περιγραφή των λειτουργιών του ανθρώπινου μυαλού φαίνεται ότι η εσωστρέφεια έχει κυρίως γενετικές καταβολές. Βιβλία και δημοσιεύσεις στο θέμα μιλάνε για διαφορές στη δομή του εγκέφαλου μεταξύ εσωστρεφών και εξωστρεφών ατόμων, μιλάνε για διαφορετικές αντιδράσεις του νου στις βιοχημικές ουσίες που εκκρίνονται ή τις ηλεκτροχημικές αντιδράσεις που λαμβάνουν χώρα κατά την κίνηση μέσα στον κόσμο και την επίδραση με το κοινωνικό περιβάλλον, για διαφορές στις αναλογίες και ποσότητες αυτών των ουσιών που κυκλοφορούν στο σώμα μας. Η στοιχειοθέτηση μιας επιστημονικής εξήγησης της συμπεριφοράς του ανθρώπου σε σχέση με το περιβάλλον του από αποκλειστικά βιολογική σκοπιά είναι εξαιρετικά περίπλοκη, ώστε για έναν μη ειδικό σαν και μένα δεν αξίζει τον κόπο να εντρυφήσει. Μερικές επιφανειακές διαγνώσεις αρκούν και περισσεύουν. Άλλωστε, για το άτομο οι συνέπειες και το αποτέλεσμα της συμπεριφοράς είναι αυτά που μετράνε, ο βαθμός που αυτή η κοινωνική συμπεριφορά επηρεάζει τη ζωή του. Με αυτές, λοιπόν, τις στοιχειώδεις επιστημονικές γνώσεις, έπαψα τελευταία να κατηγορώ τους γονιούς, το άμεσο οικογενειακό και σχολικό περιβάλλον, για τα προβλήματα και εμπόδια που έθετε κάθε φορά η εσωστρέφεια μου στην επικοινωνία με ανθρώπους. Με διαφορετική ανατροφή, με διαφορετική ανάπτυξη, με άλλη μόρφωση και εφόδια, ίσως τελικά να μην άλλαζε δραματικά η προσωπικότητα και η συμπεριφορές που πήγασαν από αυτήν.
Στα εφηβικά μου χρόνια, επίγνωση της εσωστρέφειάς μου δεν είχα. Ήξερα ότι ήμουν σε μεγάλο βαθμό ντροπαλός. Γονείς και συγγενείς, μεταξύ σοβαρού και αστείου, κρυφά από μένα ή και φανερά, με αποκαλούσαν «ακοινώνητο» και «μονόχνωτο», επεσήμαναν ότι «είχα δυσκολία επικοινωνίας με ανθρώπους». Μετά από ένα σημείο τέτοια σχόλια και κρίσεις έπαψαν να με ενοχλούν και τα προσπερνούσα με χαμόγελα ή απλά τη σιωπή μου, κρατώντας όμως νοητικές σημειώσεις. Δεν έπαψε, ειδικά εκείνα τα εφηβικά και τα νεανικά χρόνια, να είναι μια ταλαιπωρία, ένα βάσανο, ένα ανυπέρβλητα εμπόδια στην ικανοποίηση επιθυμιών και φιλοδοξιών. Τώρα στο φθινόπωρο της ζωής, τώρα που όπως θα λέγαμε ό,τι ήταν να γίνει στη ζωή λίγο-πολύ έγινε, και ό,τι αξιοσημείωτο ήταν να επιτευχθεί επετεύχθη, νιώθω μια συμφιλίωση με τον εαυτό μου, μια ολοκλήρωση, ένα closure. Με γνωρίζω καλύτερα.
No comments:
Post a Comment