Ο μεγάλος σεισμός του 1978 συντάραξε απρόσμενα τη ραστώνη πολλών Σαλονικιών και οι εντυπώσεις από κείνο το καλοκαιρινό βράδι και τις ημέρες αναστάτωσης που ακολούθησαν έμειναν ανεξίτηλες στη μνήμη όλων όσων τις έζησαν. Ο φόβος, που άγγιξε και ξεπέρασε για πολλούς τα όρια του πανικού, από την μη μηδενική πιθανότητα θανάτου κάτω από τα συντρίμμια κάποιας αδοκίμαστης ή γερασμένης πολυκατοικίας είναι λογικές αντιδράσεις ανθρώπινων όντων, ανεξάρτητα των αποθεμάτων έμφυτου ή επίκτητου θάρρους που διαθέτουν. Το ένστικτο αυτοσυντήρησης και επιβίωσης είναι σαφώς ισχυρότερο από το σεξουαλικό ένστικτο, διότι το τελευταίο προϋποθέτει ζωή και ύπαρξη. (Ti κοινοτοπία που ακούγεται κάτι τέτοιο!)
Ήταν αργά το βράδι της 20ης Ιουνίου, γύρω στις 11μμ. Οι
τυπικές κι εύκολες εξετάσεις εισαγωγής για το Λύκειο είχαν τελειώσει και
ανησυχίες για τα αποτελέσματά τους δεν υφίσταντο. Τα σχολεία είχαν κλείσει για
το καλοκαίρι. Σύντομα θα επιστρέφαμε στο κάμπινγκ της Σκοτίνας για τις
καλοκαιρινές διακοπές, τις τελευταίες πριν ξεκινήσει ο μαραθώνιος της
προετοιμασίας για τις Πανελλήνιες. Μέρες σχετικής ανεμελιάς και ξεκούρασης,
λοιπόν. Το πολυσυζητημένο παγκόσμιο κύπελλο της μακρινής Αργεντινής βρισκόταν σε
πλήρη εξέλιξη και, με τον Πατέρα, καθισμένοι στις δυο άκρες του παλιού μας
πράσινου, art deco
καναπέ παρακολουθούσαμε στην ΕΡΤ «κονσερβαρισμένο», αλλά με αμείωτο ενδιαφέρον ένα
από τα ματς της προηγούμενης μέρας.
Το τράνταγμα ήταν αναπάντεχο, έντονο, τρομακτικό -από αυτά
που μέσα σε δευτερόλεπτα διπλασιάζουν τους χτύπους της καρδιάς. Ο θόρυβος που
το συνόδευσε μια φοβερή, αδιευκρίνιστη βοή από τα θεμέλια της πολυκατοικίας και
παρακάτω, από τα έγκατα της γης. Κράτησε αρκετά δευτερόλεπτα, περίπου δέκα
έμαθα αργότερα, αλλά στη διάρκειά τέτοιων έντονων φαινομένων, η ανησυχία κι ο
φόβος παραμορφώνουν ανάλογα με την ένταση τους την διάσταση του χρόνου: τον
διαστέλλουν. Η πρώτη αντανακλαστική κίνηση του Πατέρα ήταν να σβήσει την
τηλεόραση και να προτάξει στήθος και χέρια μπροστά στο ράφι της βιβλιοθήκης, όπου
ήταν τοποθετημένη, για να αποσοβήσει την ενδεχόμενη συντριβή της στο πάτωμα. Αναρωτιόμουν,
με αίσθηση θαυμασμού για το κουράγιο και το θάρρος του: δεν φοβόταν και δεν προνοούσε
για την προσωπική του ασφάλεια του ή θεωρούσε την συσκευή πιο πολύτιμη από την σωματική
ακεραιότητα και την ζωή του; Η δική μου αντίδραση, μάλλον αφελής, αλλά
αντανακλαστική, ήταν να πάω να σταθώ κάτω από το κατώφλι της πόρτας του
καθιστικού, με τους βραχίονες σε έκταση, τις παλάμες στα κατακόρυφα δοκάρια. Κάπου,
μέσα από την φιλολογία γύρω από την προσεισμική δραστηριότητα, είχα ακούσει ή
διαβάσει ότι τα κουφώματα προσφέρουν μιαν ελάχιστη προστασία σε τέτοια
ενδεχόμενα· όπως και η προφύλαξη κάτω από κάποιο τραπέζι, αλλά το κοντινότερο
βρισκόταν στην κουζίνα. Η εταζέρα που χώριζε το χολ από την σαλοτραπεζαρία μας,
με βάζα και διακοσμητικά, πηγαινοερχόταν μπροστά μου στους ρυθμούς των
δονήσεων. Ένα ή δυο βάζα έπεσαν στο πάτωμα και έσπασαν παρά την προσπάθεια της
Μάνας να τα συγκρατήσει. Μετά ακολούθησε μια απόκοσμη, απόλυτη σιωπή.
Ένας έντονος φόβος ότι ανά πάσα στιγμή η παλιά μας
πολυκατοικία θα καταρρεύσει και καταπλακώσει πριν καν προλάβουμε να
δραπετεύσουμε από τους τόνους μπετόν που μας περιέκλειαν κυριάρχησε μέσα μου, αφού
το σοκ του ταρακουνήματος είχε παρέλθει και η λογική άρχισε να επικρατεί και
πάλι επί του ενστίκτου. Και ο ίδιος φόβος που με κατάλαβε, όταν με την ψυχή κοντά
στο στόμα κατεβαίναμε προσεκτικά τα σκαλιά της πολυκατοικίας, μετριάστηκε από το
χαμηλό φως της ελπίδας ότι σε λίγα λεπτά θα είμαστε κάπου ισόγεια, κάπου μακριά
ασφαλείς. Η γειτονιά μας ήταν ζωσμένη από πολυκατοικίες, σοβατισμένα θηρία από μπετόν,
και η το πλησιέστερο ασφαλές έδαφος βρισκόταν στην αλάνα στην άλλη όχθη του
ρέματος, που ως παιδιά παίζαμε μπάλα. Υπήρχαν κι άλλες οικογένειες εκεί. Όλοι
γνωριζόμασταν και σχολιάζαμε το πρωτοφανές γεγονός. Πολλοί γείτονες κατευθύνθηκαν
προς άλλες ανοιχτωσιές της πόλης, σε χώρους ακόμα ακάλυπτους από πολυκατοικίες και
γιαπιά, και οι προνομιούχοι στα πάρκα της παραλίας.
Ο Πατέρας έφερε το αυτοκίνητο και το πάρκαρε δίπλα στην γέρικη, καμπουριασμένη ιτιά του ρέματος. Ο ίδιος ανέβηκε με τον Αδερφό μου στο σπίτι για να κοιμηθεί, χωρίς ενδοιασμούς, με το αφοριστικό χαμόγελο αυτού που έχει πλήρη επίγνωση του ρίσκου και των συνεπειών από τέτοια φυσικά φαινόμενα. Την Φυσική, τη Στατική, τη Μηχανική, την Αντοχή των Υλικών, κτλ. τα ήξερε καλύτερα από κάθε κοινό θνητό γύρω του. Θαύμασα και πάλι το θάρρος και την γενναιότητά του. Από την άλλη μεριά, τον ύπνο του, νυχτερινό ή απογευματινό, ποτέ δεν θα τον διαπραγματευόταν και ελάχιστα γεγονότα θα του τον στερούσαν. Εγώ και η Μάνα θα προσπαθούσαμε να κοιμηθούμε, στρυμωγμένοι, στο αυτοκίνητο. Δεν ήταν εύκολο στο στενόχωρο FIAT του Πατέρα. Τις μικρές ώρες μέχρι το χάραμα του ήλιου, το σώμα πιασμένο από το στρίμωγμα και το ζάρωμα, μαζέψαμε το ένα σεντόνι που φέραμε μαζί μας, και ανεβήκαμε κι εμείς, στην ζεστασιά και άνεση των κρεβατιών μας. Μια μετασεισμική δόνηση το πρωί με ξύπνησε τρομαγμένο, αλλά ο ύπνος ήταν ακαταμάχητα γλυκός για να με σηκώσει από το μαλακό στρώμα. Το μυαλό μου μισοκοιμισμένο περίμενε στον ύπνο και όνειρά του την επόμενη δόνηση.
Την άλλη μέρα μάθαμε ότι μια πολυκατοικία στην οδό Ιπποδρομίου κατέρρευσε και ότι σκοτώθηκαν πολλοί από τους ενοίκους της, πλακωμένοι από τα συντρίμμια των οκτώ ορόφων της. Ο καθηγητής Παπαζάχος έγινε το celebrity των ημερών, δίχασε όμως τον λαό της Θεσσαλονίκης. Μια μεγάλη μάζα κοσμάκη, συνισταμένη συνήθως από τα ευρέα αμόρφωτα ή ημιμαθή στρώματα της πόλης, τον κατηγορούσε, και απορούσε με τον «βλάκα» ή «μαλάκα», που, παρά την προσεισμική δραστηριότητα, έβγαινε στην τηλεόραση και τον τύπο και καθησύχαζε τον κόσμο ότι δεν επίκειται μεγάλος σεισμός. Έλεγε όμως «πιθανόν» ή «με βεβαιότητα»; Δεν θυμάμαι... Πως να κατηγορηθεί ένας επιστήμονας, όταν σε τέτοιες περιπτώσεις κάθε πιθανολογία στερείται πρακτικής σημασίας εκ των υστέρων, συχνά είναι ακατανόητη ή και ανόητη, ενώ ακόμα και η νύξη από μιαν υποτίθεται σεισμολογική αυθεντία για πιθανότητα μεγάλου σεισμού θα είχε σοβαρές επιπτώσεις -ψυχολογικές και πολιτικές. Οι υπόλοιποι, οι πλέον πειθαρχημένοι στα κελεύσματα της επιστήμης, όπως οι ασθενείς που προσδοκούν μια θεραπεία ή, έστω, μιαν εμπεριστατωμένη γνωμάτευση από γιατρούς, κρέμονταν καθημερινά από το χείλη του καθηγητή Παπαζάχου και των άλλων σεισμολόγων: ως προς το τί θα ακολουθήσει, ως προς το τι μας περιμένει στην μετά το μεγάλο σεισμό εποχή. Ένας ειδικός ανάμεσά τους είπε, και μου έκανε τότε εντύπωση, ότι μέσα στα επόμενα τριάντα χρόνια θα συνέβαινε στη Θεσσαλονίκη σεισμός της ίδιας ή και μεγαλύτερης έντασης. Από που προέκυψε αυτή η αξιοσημείωτη στατιστική εκτίμηση ή γνωμάτευση δεν αναρωτήθηκαν πολλοί. Η ζωή για λίγους μπορεί να άλλαξε, για τους πολλούς συνεχίστηκε όπως πριν. Το τραυματικό βράδι του σεισμού μετά από καιρό ξεχάστηκε. Το καλοκαίρι του 1978, όμως, η πόλη ερήμωσε σε άνευ προηγουμένου βαθμό από τους περισσότερους κατοίκους της που κατέφυγαν στα πατρικά χωριά τους και, οι πλέον εύποροι, σε θέρετρα διακοπών.
Η επιστήμη στα χρόνια που ακολούθησαν θα σήκωνε τα χέρια, θα παραδινόταν στην τυχαιότητα της συχνότητας και της έντασης τέτοιων φυσικών φαινομένων και θα αφοσιωνόταν σε ύστερες μετά-αναλύσεις. Κάπως έπρεπε να επιδειχθεί και λάμψει η επιστημονικότητα των καθηγητών και ειδημόνων κάθε φορά που η Φύση μας βάζει τρικλοποδιά. Oi πρόσκαιρες ελπίδες από ευρεσιτεχνίες δήθεν αξιόπιστης πρόβλεψης σεισμών, όπως το BAN, που βρέθηκαν για χρόνια στο προσκήνιο της επιστημονικής επικαιρότητας, σε κανάλια και εφημερίδες, εξανεμίστηκαν και οι τεχνικές ξεχάστηκαν ως ανεφάρμοστες ή μη εφαρμόσιμες ή αναξιόπιστες. Τον μεγάλο σεισμό που θα συνέβαινε μέσα σε μια τριακονταετία, κατά την αλησμόνητη γνώμη του ειδικού εκείνων των ημερών η Θεσσαλονίκη, μέχρις στιγμής, 45 χρόνια μετά, τον γλίτωσε.
Την Α΄ Λυκείου θα την βγάζαμε στο κτίριο του Ευκλείδη και
αυτό πολλούς μας χαροποίησε. Το κτίριο του γέρικου, ιστορικού μας Γυμνασίου
κρίθηκε ακατάλληλο να μας στεγάσει. Η δικιά μας «μοντέρνα» πολυκατοικία στάθηκε
όρθια, αλώβητη. Ευσυνείδητος ο εργολάβος της· τον παινέψαμε στην οικογένεια και
την πολυκατοικία. Λίγες μέρες μετά τον σεισμό ένας μηχανικός κόλλησε ένα
κίτρινο αυτοκόλλητο στην εξώπορτα. Μικρές οι ζημιές, τριχοειδείς ρωγμές στους
σοβάδες, τίποτε δηλαδή. Ο σκελετός από σκυρόδεμα άντεξε. Δύο χρόνια μετά αφήσαμε
το διαμέρισμα του δευτέρου ορόφου, αφήσαμε την παλιά μας πολυκατοικία να
γεράσει κι άλλο, για μια πιο μοντέρνα κατασκευή, από τον πλέον έμπιστο εργολάβο
και οικογενειακό φίλο. Η παλιά, 55 χρόνια μετά το χτίσιμο της, 45 χρόνια μετά
τον μεγάλο σεισμό, στέκεται ακόμα θλιμμένη και ξεθωριασμένη στο στενό της
Δεληγιώργη. Φιλοξενεί στους ανήλιους ορόφους της ακόμα ανθρώπινες ψυχές, που οι
περισσότερες δεν έζησαν ή δεν θυμούνται το σεισμό. Η μοιραία πολυκατοικία της
Ιπποδρομίου ήταν ίσως η μοναδική σε όλη την Θεσσαλονίκη που, αφού κατέρρευσε
όχι από κάποια μπουλντόζα κατεδάφισης, αλλά από τον σεισμό, κάποια άλλη,
καινούργια, χτίστηκε στο οικόπεδο της με ένα μνημείο για τους νεκρούς της. Η μακροζωία
των τσιμεντένιων κατασκευών της αντιπαροχής δεν παύει να εκπλήσσει. Η γραμμή του ορίζοντα της πόλης δεν φαίνεται να αλλάζει στον αιώνα τον άπαντα.

No comments:
Post a Comment