Thursday, November 9, 2023

Εφηβικά 9 - "Ο Θεός Πέθανε" - ακαριαία

Τον θεό και μαζί του την ορθόδοξη εκκλησία, τον επίσημο φορέα προσηλυτισμού και κατήχησης στην χώρα που γεννήθηκα, τα απέρριψα χωρίς πολλές σκέψεις και πριν ακόμα διαβάσω τον Μαρξ, τον Καμύ ή τον Νίτσε. Ήταν μια σχετικά απλή διανοητική διαδικασία που ολοκληρώθηκε ανυποψίαστα σε περίοδο λίγων μηνών.

Οι μικρές «αμαρτίες» της παιδικής ηλικίας, οι δικές μου, οι μεγαλύτερες των ενήλικων, οι θηριωδίες ανθρώπων και κρατών μακριά μου, μου φαίνονταν ότι συνέβαιναν και περνούσαν ατιμώρητες από έναν αόρατο θεό, έναν απόμακρο, αδύναμο και ανίκανο παρατηρητή, είτε προσευχόμασταν και ζητούσαμε συγχώρηση για μας ή μεσολάβηση για άλλους, είτε όχι. Έβλεπα πολέμους και καταστροφές, θανάτους, αθώων και «αναμάρτητων», ενόχων και «αμαρτωλών», χωρίς διακρίσεις ανάμεσα σε πίστεις, όλα να βράζουν στα ίδια καζάνια της ιστορίας και της ζωής. Η αδικία, η δυστυχία, η φτώχια, ο θάνατος υπήρχε και φαινόταν όπου και να γυρνούσα το κεφάλι. Λυπόμουν και στενοχωριόμουν, καμιά φορά έκλαιγα. Και κανένας θεός δεν επενέβαινε να διορθώσει τα στραβά αυτού του κόσμου. Ή, μήπως, ο ίδιος ο θεός τα δημιούργησε στραβά «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν»; Όλα αυτά γίνονταν ολοφάνερα, ήταν πραγματικά και αδιαμφισβήτητα για μια παιδική ψυχή, που άκουγε, έβλεπε, ένιωθε και είχε αρχίσει να σκέπτεται.

Άλλωστε, δεν χρειαζόταν πολύ μυαλό για να καταλήξει κάποιος, όσο πνευματικά ανώριμος και αν ήταν, στο συμπέρασμα ότι ακόμα και αν προ-υπήρχε κάτι τις που δημιούργησε τον κόσμο στον οποίο ζούμε σίγουρα αυτό το κάτι τις δεν είχε τις ιδιότητες που η εκκλησία μου του είχε προσάψει: αυτές του παντοδύναμου, του πανάγαθου, του παντογνώστη. Στεκόμουν όντως με δέος μπροστά στο μεγαλείο του σύμπαντος, στη μαγεία και τα ανεξήγητα φαινόμενα της φύσης, στην απερίγραπτη πολυπλοκότητα και δυνατότητες του ανθρώπινου μυαλού και της λειτουργίας του, στο ασύλληπτο της ανθρώπινης συνείδησης και του πως αυτή αναδύεται με μυστήριο τρόπο από τα βάθη του εαυτού. Δεκαετίες ύστερα, στέκομαι με το ίδιο δέος και προβληματισμούς απέναντι σε φαινόμενα που ξεπερνούν κατά πολύ τις γνώσεις μας. Παρόλα όμως τα πολλά ανεξήγητα του κόσμου, οι αντιφάσεις και λογικές πλάνες γύρω από τη θεολογία, την φιλολογία περί ύπαρξης θεού και της δημιουργίας του ανθρώπου, της φύσης και του κόσμου γύρω του, η παράκαμψη ή αποθάρρυνση από την θρησκεία κάθε προσπάθειας για λογική και επιστημονική εξήγηση των φαινομενικά ανεξήγητων, συχνά ο αφορισμός τους, φαίνονταν ολοένα και περισσότερο ασυμβίβαστες με την ανθρώπινη ύπαρξη, την ύπαρξή μου, ακύρωνε τον οποιοδήποτε σκοπό -πάνω σε αυτή την γη.  Γίνονταν τροχοπέδη και έπρεπε να παραμεριστούν στο όνομα, τουλάχιστον, της ατομικής προόδου.  

Σταμάτησα να προσδοκώ την τιμωρία αυτών που βλαστημούσαν, αυτών που αδικούσαν, αυτών που διέπρατταν το προφανές κακό από τον θεό (από όσο χαμηλό ηθικό κατώφλι και να το κρίναμε, σε όποια περίοδο και γεωγραφία του κόσμου να ζούσαμε). Δεν προσδοκούσα πλέον τίποτε περισσότερο από αντίσταση, εξέγερση και τιμωρία από τους ίδιους τους ανθρώπους και τις κοινωνίες τους για κάθε κακό, σε αυτόν τον κόσμο και αυτήν την ζωή. Έπαψα ένα βράδι να προσεύχομαι και να σταυροκοπιέμαι πριν κοιμηθώ, κάτι που συνήθιζα μέχρι τις τελευταίες τάξεις του δημοτικού. Ο φόβος της τιμωρίας από κάποιο ανώτερο ον είχε εκλείψει. Ο θεός και το θείο πνεύμα, που υποτίθεται ότι θα αποκαλύπτονταν πίσω από τις εικόνες και τα κακόγουστα στολίδια και φκιασίδια της ορθόδοξης εκκλησίας και των ναών της, μέσα από ακανόητους βυζαντινισμούς και αλλοπρόσαλλες παραβολές και τροπάρια, χάθηκε πίσω από τον θόρυβο των πολλών λέξεων, περίπλοκων και ασυνάρτητων προτάσεων, σε άχαρες τελετές, απίθανα θαύματα, έγινε ένα μεγάλο παραμύθι. It did not make sense, no more. Από την άλλη άκρη, την περισσότερο και καλύτερα διαφημισμένη, η ηθική και το κάποιο «καλό» από μιαν αόριστη και άστοχη αγάπη και τον ταπεινό συμβιβασμό του χριστιανισμού που διακήρυττε η εκκλησία, βρισκόταν όχι μόνον σε κραυγαλέα αντίφαση με την πραχτική πολλών εκπροσώπων της (ασήμαντο στη σχετικότητα του, καθώς οι παπάδες κουβαλούν όπως όλοι οι θνητοί την «ανθρώπινη φύση», το Dasein του Heidegger), αλλά και σε καθημερινή αντιπαράθεση με την πραγματικότητα και κάθε προσπάθεια λογικής αιτιολόγησής της- τουλάχιστον του κομματιού της πραγματικότητας που με αφορούσε άμεσα και στο οποίο μεγάλωνα. Η χριστιανική αγάπη και ταπεινοσύνη δεν ωφελούσαν σε τίποτε και κανέναν, δεν ήταν καν εφαρμόσιμες στην καθημερινότητα.     

Ο φόβος ενώπιον του θανάτου είναι ίσως ο κύριος λόγος που έφερε ιστορικά και φέρνει τους θνητούς κάτω από την σκεπή κάποιας θρησκείας. Το φάσμα του ερχόταν και παρερχόταν φευγαλέα και επιπόλαια στις εφηβικές μου σκέψεις, αλλά χρονικά βρισκόταν ακόμα πολύ μακριά. Η μετά θάνατον ζωή, ο παράδεισος της ψυχής σε μιαν αιώνια ζωή που θα ακολουθούσε και η θρησκεία υποσχόταν, εφόσον «πίστευα» και παρέμενα αφοσιωμένος χριστιανός, η προετοιμασία για την Δευτέρα Παρουσία που θα μπορούσε να συμβεί ανά πάσα στιγμή, εν ολίγοις, οι κύριες ατραξιόν της θρησκείας, κάθε θρησκείας, αν και για λίγο καιρό ως μικρό παιδί με προβλημάτιζαν, τελικά, παρά την ανησυχία για το κενό που θα ακολουθούσε μιαν πεπερασμένη ζωή, μου φάνηκαν ένα ανόητο στοίχημα με την ζωή που είχα μπροστά μου και μια τροχοπέδη σε βάρος της. Ήταν στην καλύτερη περίπτωση υποθέσεις αδύνατον εκ των πραγμάτων να αποδειχτούν, που είτε τις δεχόταν κάποιος, είτε τις απέρριπτε.  Ενώ το παιδικό μυαλό εξακολουθούσε να αναρωτιέται πως η θρησκεία στην οποία βαπτίστηκα, με την οποία μεγάλωσα και γαλουχήθηκα, η μια από τις χιλιάδες στον κόσμο, πως αυτή η θρησκεία θα μεριμνούσε για ανθρώπους, «αθώους και αναμάρτητους» που έζησαν και πέθαναν πριν την γνωρίσουν, για ανθρώπους άλλων γεωγραφιών και πίστεων, για τα άλλα όντα του πλανήτη. Ευκρινής απάντηση δεν υπήρχε, ούτε φυσικά αποδείξεις. Μήπως, η υπόσχεση για μια μετά θάνατον ζωή και χαρισάμενη, μόνον υπό αυθαίρετα προκαθορισμένες ad hoc προϋποθέσεις, ήταν εν τέλει ένα παλιό μεγάλο κόλπο από μια κλίκα συμφερόντων και είμαστε στον κόσμο μόνοι μας; 

Τα μεσαιωνικά δόγματα, που δεν έπαψαν δάσκαλοι και θεολόγοι και παπάδες να τα λιβανίζουν μέχρι το τέλος του Λυκείου, απορρίφθηκαν πάραυτα από την πρώτη κιόλας τάξη του Γυμνασίου. Τα παραμύθια και οι ιστορίες της Παλιάς και Καινής Διαθήκης, που οι θεολόγοι ανέλυαν ακούραστα για τον όποιον συμβολισμό τους μπας και μπορέσει να τα αφομοιώσει ο κοινός νους, η συνεχής επανάληψη τους, στο μάθημα, στις λειτουργίες, στις γιορτές κατέλαβαν χώρο στη μνήμη που θα μπορούσε να αξιοποιηθεί αλλιώς. Η απόρριψη της θρησκείας και των δογμάτων της, ο σκεπτικισμός απέναντι σε κάθε τι θεολογικό, ήταν από τις πρώτες προσωπικές εξεγέρσεις του πνεύματος. Την κράτησα, κρυμμένο χαρτί, από το σχολικό και οικογενειακό περιβάλλον μέχρι το τέλος του σχολείου. Οι γιαγιάδες μου ακόμα πίστευαν, η εκκλησία ήταν μια παρηγοριά για αυτές, καθώς πλησίαζαν το τέλος της ζωής τους. Δεν τις κατέκρινα, ούτε ήθελα να σπιλώσω την αφοσίωση ή να σβήσω τις ελπίδες τους. Όφειλα, επιπλέον, κάτω από την πίεση των μελλοντικών μετασχολικών φιλοδοξιών, να επιδείξω, ακόμα και σε στείρα μαθήματα όπως τα θρησκευτικά, μια στοιχειώδη συνέπεια, έστω προσποιητή, έστω καταναγκαστική -για το «θεαθήναι», παρότρυνε η Μάνα. Εις βάρος, βέβαια, μιας μικρής και πρόσκαιρης, αν και πάντα επιθυμητής ελευθερίας. Οι βαθμοί και σε κείνο το μάθημα, καθώς σε άλλα με στεγνό, στείρο και άχρηστο περιεχόμενο που διδαχτήκαμε στο σχολείο ήταν ένας συντελεστής· μικρός ίσως, αλλά «θα μετρούσε», όπως μου υπενθύμιζε η διαρκώς αγχωμένη για το μέλλον μου Μάνα. Θα βοηθούσε στο άνοιγμα της πόρτας για ένα «καλύτερο», αν και ακαθόριστο και ομιχλώδες μέλλον. Το απαραίτητο «άγιος ο θεός…» στις πρωινές μαζώξεις του σχολείου -συχνά από μένα, η ορθοστασία σε λειτουργίες, κάθε Κυριακή στην αρχή, στις μεγάλες γιορτές της Ορθοδοξίας αργότερα, η αποστήθιση από βιβλία θρησκευτικών ανόητων και ακατανόητων κειμένων, συνεχίστηκε. Προσωρινά συμβιβάστηκα. Η προσωπική εξέγερση απέναντι στα θεία θα περίμενε μέσα μου να εκδηλωθεί μετά το τέλος του σχολείου, στις μικρές επαναστάσεις των νιάτων, στην ολοκληρωτική άρνηση κάθε «θείου» και την πεισματική αθεΐα της ωριμότητας. 

No comments:

Post a Comment