Thursday, November 9, 2023

Εφηβικά 8 - Καταπίεση Σεξουαλική

Το σεξουαλικό ένστικτο ενυπάρχει και εκδηλώνεται, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, σε όλους μας. Οι σεξουαλικές ορμές, κρυμμένες βαθιά μέσα μας μέχρι το τέλος της παιδικής ηλικίας, ξεπηδούν απρόσμενα και έρχονται στη φόρα, για να φουντώσουν στην εφηβεία. Πολλοί λένε ότι κορυφώνονται στο τέλος της. Είναι μια αναπόφευκτη, προδιαγραμμένη βιολογική διαδικασία που προσβλέπει όχι μόνον στην φυσική και ζωτική αναγκαιότητα της αναπαραγωγής, αλλά και στην ικανοποίηση των αισθήσεων που προσφέρει η ερωτική πράξη, και μας ωθεί σαν μια αόρατη δύναμη προς το αντίθετο φύλο. Ισχύει για όλους. Το τι ηλεκτροχημικές διεργασίες συμβαίνουν στον εγκέφαλο από την θέα ενός γυναικείου κορμιού, ενός όμορφου προσώπου, ενός σαγηνευτικού χαμόγελου, ενός επίμονου και διαπεραστικού βλέμματος, μας διεγείρουν και καμιά φορά βάζουν φωτιά τα σωθικά μας, δεν μας ενδιαφέρει. Ούτε χρειάζεται να μας ενδιαφέρει. Απλώς συμβαίνει και μας αναστατώνει.   

Το αν και πως και πότε αυτές οι ορμές και ερωτικοί πόθοι βρίσκουν διέξοδο, σε τι βαθμό η ικανοποίηση των αισθήσεων διαμέσου της συναναστροφής με το άλλο φύλο βρίσκει ανταπόκριση ή ματαιώνεται, καθορίζει το βαθμό της σεξουαλικής ελευθερίας ή καταπίεσης. Και το μέγεθος αυτής της καταπίεσης ή ελευθερίας στην εφηβική ηλικία καθορίζει με την σειρά του σε μεγάλο βαθμό την σεξουαλική και, ίσως το σημαντικότερο, τη συναισθηματική ωρίμανση. Συνιστά, με άλλα λόγια, ένα μεγάλο σκαλί στην ολοκλήρωση του ανθρώπου. Περιττό να σημειωθεί ότι στα χρόνια της εφηβείας, εξαιτίας της εξάρτησης από την οικογένεια, των διάφορων κοινωνικών προκαταλήψεων, του κοινωνικού πλαισίου που μέσα του μεγαλώνουμε, των εκ των πραγμάτων περιορισμένων επαφών και συναναστροφών με μέλη του άλλου φύλου, ακόμα και κάτω από το βάρος της ίδιας της προσωπικότητας όπως θα έχει αρχίσει να διαμορφώνεται  ασκείται λίγο-πολύ σε όλους μια μορφή σεξουαλικής καταπίεσης. Στην περίπτωση μου, και αρκετών άλλων στο σχολείο, αυτή η σεξουαλική καταπίεση απέκτησε συγκριτικά μεγάλες διαστάσεις.

Ήταν τα έξι χρόνια σε γυμνάσιο και λύκειο αρρένων, έξι χρόνια υπερβολικής αφοσίωσης στη μελέτη κάτω από μιαν συχνά αφόρητη («για το καλό μου πάντα!») πίεση του οικογενειακού περιβάλλοντος, έξι χρόνια περιορισμένων «εξόδων» ψυχαγωγίας και διασκέδασης, ήταν και ο εσωστρεφής και συνεσταλμένος χαρακτήρας, ήταν όλα αυτά που ανήγαγαν τις συναναστροφές με κορίτσια σχεδόν στο μηδέν. Παρόλα αυτά, εκείνο που με απασχολούσε τις σκέψεις και έτρωγε το μυαλό και την ψυχή τις ατέλειωτες, μοναχικές ώρες στους τέσσερις τοίχους του δωματίου ανάμεσα στο διάβασμα, το σχολείο και το φροντιστήριο και τις λίγες στείρες εξόδους με τον Δρ. προς άγραν θήλεων δεν ήταν τόσο η έλλειψη γενικά φίλων ή της επικοινωνίας με αυτούς, όσο τα όνειρα και οι φαντασιώσεις σχέσεων με κορίτσια: άλλα υπαρκτά, που συναντούσα και έβλεπα στη γειτονιά και τους δρόμους της πόλης, και συχνά παρακολουθούσα με φρούδες ελπίδες γνωριμίας, άλλα φαντασιακά, προεκτάσεις της φαντασίας από εικόνες σε αφίσες, περιοδικό, την τηλεόραση και το σινεμά.

Ο διακαής πόθος έπρεπε να σβηστεί, έστω και προσωρινά. Η διέγερση από τέτοια ερεθίσματα έπρεπε να βρει διέξοδο πάση θυσία. Άρχισα να αυνανίζομαι (ή να «τον παίζω» ή να «τραβάω/βαράω μαλακία», όπως μου υπενθύμιζαν μάλλον ήδη μυημένοι στην ίδια συνήθεια συνομήλικοι), να αυτό-ικανοποιούμαι τέλος πάντων, πριν ακόμα κι από την επίσημη έναρξη της εφηβείας, κάπου στον εντέκατο ή δωδέκατο χρόνο της ζωής μου. Αρχικά με ένα αυτοσχέδιο αιδοίο -ένα χωνί από χαρτόνι με κάποια πλαστική επένδυση, αργότερα με το χέρι μου, όταν γρήγορα κατάλαβα ότι και αυτό το χέρι θα μπορούσε να κάνει αποτελεσματική δουλειά. Η αίσθηση της πρώτης φοράς ήταν ανεπανάληπτη και αξέχαστη, όπως ο καθένας μας θα παραδεχόταν. Οι επόμενες από απλά «ικανοποιητικές» μέχρι ωραίες, με διακυμάνσεις στην απόλαυση, κάτι περισσότερο από ανακούφιση, και, αργότερα, μια συνήθεια με ευχάριστη κατάληξη, που αν μη τι άλλο έσβηνε την φωτιά μέσα. Η διέγερση μέσα από εικόνες που το μυαλό σχηματίζει, είτε ex nihilo, είτε συρράπτει με σκόρπια αποκόμματα από εδώ κι εκεί, κατάλοιπα της μνήμης από τα διάφορα κορίτσια που έβλεπα στο δρόμο και τις μια ή δυο όμορφες δασκάλες, και που η φαντασία υπερεκτείνει σε πιο ολοκληρωμένες μορφές άρχισε να αδυνατίζει. Κατέφυγα σε glossy περιοδικά που αρχικά ανερυθρίαστα κλέβαμε με τον Δρ. από περίπτερα, μέχρι που παραλίγο να μας τσακώσουν και αργότερα, ξεπερνώντας μεγάλους δισταγμούς και ντροπές, τα αγόραζα κρυμμένος από το βλέμμα του περιπτερά πίσω από ράφια ή τέντες, έχοντας πρώτα σιγουρευτεί ότι κανείς δεν βρισκόταν στην περίμετρο του περιπτέρου.   

Το τέλος της αισθησιακής απόλαυσης από τον αυνανισμό σχεδόν πάντα συνοδευόταν, ακόμα και στην ενηλικίωση, από αδιευκρίνιστες ενοχές για την πράξη που μόνο μια φροϋδική ψυχανάλυση θα μπορούσε να εξηγήσει και αυτή ίσως όχι επαρκώς. Το κύριο αίσθημα που επικρατούσε μέσα μου, στο επίκεντρο των ενοχών, ήταν ότι ο αυνανισμός αποχαύνωνε, άμβλυνε τις πνευματικές λειτουργίες, με μετέτρεπε εν ολίγοις σε χαζό. Αυτό το επαλήθευε μετά στην πράξη μια θολούρα στο μυαλό, κάποια μειωμένη απόδοση στην επίλυση γρίφων και μαθηματικών προβλημάτων. Και με τέτοιες ανησυχίες ή ενοχές να στριφογυρίζουν στο μυαλό μου έβρισκα για ώρες δύσκολο να αποκοιμηθώ. Ο πειρασμός της απόλαυσης, η ανάγκη ικανοποίησης ανυπέρβλητων βιολογικών ορμών, όμως, με ωθούσαν στην επανάληψη μιας τακτικής που κάθε φορά έφερνε την πρόσκαιρη, επιθυμητή ηδονή. Έγινε μια τακτική συνήθεια, αποκρυμμένη προσεκτικά από την οικογένεια σε ένα κλειδωμένο δωμάτιο ή μπάνιο ή και κάτω από τα σεντόνια, μυστικό ερμητικά κλεισμένο μέσα μου. Σίγουρα η οικογένεια γνώριζε και καταλάβαινε. Θα έμενε, όπως και για πολλούς σαν και μένα, το κοινό μυστικό της εφηβείας αυτό που «ο κόσμος το ‘χει τούμπανο…» 

Τα σπυριά της ακμής που εμφανίζονταν συχνά και πυκνά στο πρόσωπο μου, χάριν στις ορμονικές αλλαγές, το τυραννικό περιβάλλον των συμμαθητών το απέδιδε αποκλειστικά στην «παρατεταμένη αγαμία» και τον αυνανισμό ως αντίδοτό της. Μια τέτοια θεωρία δύσκολα βρίσκονταν λόγοι να αμφισβητηθεί. Τα έβλεπα τα σπυριά και στον Δρ. και άλλους που βρίσκονταν στην ίδια μοίρα με μένα. Έγιναν αντικείμενο καθημερινών πειραγμάτων, που επιδείνωναν την εσωτερική καταπίεση και αναταραχή και θα συνέτρεξαν στην ανάπτυξη διάφορων συμπλεγμάτων, που κουβαλάει κάποιος στο υπόλοιπο της ζωής. Υπέθετα, λοιπόν, ότι είχαν κάποια βάση εκείνες οι θεωρίες περί αγαμίας και σπυριών στο πρόσωπο και για χρόνια κατέβαλα μεγάλη προσπάθεια μπροστά στον καθρέφτη: να τα ψάξω, να τα ζουλίσω εν τη γενέσει τους πριν γίνουν ορατά στους άλλους, να τα σπάσω, να απελευθερώσω το σιχαμερό σμήγμα, να τα εξαφανίσω, αυτά και, για πολύ καιρό μετά, τα σημάδια που άφηναν στο πρόσωπό και αμαύρωναν την όψη μου. Αυτό το πείραγμα των σπυριών και το επίμονο ξεφλούδισμα των καύκαλων τους γέννησε μια ακόμα συνήθεια, έναν ψυχικό καταναγκασμό, που κουβάλησα στα προχωρημένα χρόνια της νεότητας. «Πάρε τα χέρια από το πρόσωπο σου!», άκουγα την Μάνα να μου λέει, μέχρι που αφού επέστρεψα από φαντάρος και έφυγα από το σπίτι, όταν οι αμαρτίες της εφηβείας είχαν ξεχαστεί και τα σημάδια της σβήσει από το πρόσωπό μου. 

Κάπου στα δεκατρία μου χρόνια έκανα ένα μικρό άλμα στην αυτό-ικανοποίηση. Σε ένα διάλειμμα το αυτί μου έπιασε κάτι διηγήσεις ενός Κούρογλου, του τελευταίου των τελευταίων μαθητών, ένα αλάνι με την πλήρη σημασία της λέξης, που μετά από ένα ή δύο χρόνια στο Γυμνάσιο το εγκατέλειψε. Μιλούσε, με ένα βλέμμα περιφρόνησης ή ανωτερότητας προς τους γύρω, για τις εμπειρίες από τα πόρνο-φιλμ που παρακολουθούσε τα σαββατόβραδα, στις μέρες δόξες των πόρνο-σινεμά της Θεσσαλονίκης και παγκοσμίως.  Έπρεπε να τα δοκιμάσω. Ο πειρασμός ενός «ζωντανού» σε μια κινηματογραφική οθόνη σεξ ήταν μεγάλος, όσο μεγάλη και η δειλία μου, όσο ψηλά τα εμπόδια: οι «ακατάλληλες για κάτω των 18 ετών ταινίες», ο φόβος επέμβασης της αστυνομίας, ο φόβος κάποιος γνωστός περαστικός να με πετύχει κατά την είσοδο ή έξοδο από εκείνα τα βρώμικα μέρη.

Ήταν ένα μουντό απόγευμα Σαββάτου που, με την ψυχή το στόμα, λαχανιασμένος από τα νεύρα,  και πεταλουδίτσες στο στομάχι, πήρα το δρόμο για το Ιπποκράτειο, την Παπαναστασίου και το Σινέ «Άρια», ένα από τα πολλά σινεμά της στήλης «Β’ Προβολής» στη «Μακεδονία» της Κυριακής που, όπως πάντα, πρόσφεραν διπλό πρόγραμμα: μια “B-Movie”, συνήθως από τα δημοφιλή στις αμόρφωτες μάζες είδη (καράτε, τρόμου, κτλ.) και, βέβαια, στο δεύτερο μέρος του προγράμματος μια ταινία πορνό. Στριφογύρισα απέναντι ή στο δρομάκι παράπλευρα της εισόδου, στάθηκα στην γωνία με την Παπαναστασίου με την πλάτη στα διερχόμενα αυτοκίνητα συλλογιζόμενος, διάφορες σκέψεις να παλεύουν μέσα μου, σε μια στιγμή πήρα το δρόμο για το σπίτι, πριν επιστρέψω ξανά στην είσοδο του σινεμά, όπου, μαζεύοντας κάθε σταγόνα θάρρους, μπήκα αποφασισμένος στο σκοτεινό χολ. Το βλοσυρό, αξύριστο αφεντικό-εισπράκτορας, πίσω από το γκισέ με επεξεργάστηκε για λίγα δευτερόλεπτα, με ένα περιφρονητικό και «ψαρωτικό» ύφος, από την κορυφή μέχρι εκεί που μπορούσε να δει πίσω από πρεβάζι του γκισέ, πριν με ρωτήσει: «Πόσω’ χρονώ’ είσαι, ρε;» Σκέφτηκα ότι θα ήταν γελοίο να έλεγα «18». Η ηλικία αυτή ήταν ρητά και αδιάψευστα γραμμένη στο ταμπλό της εισόδου, όπως και στις λίστες προβολών των τοπικών εφημερίδων. Τρεμάμενος ψέλλισα «13», το αμέσως κατώτερο ηλικιακό όριο στην ταξινόμηση καταλληλότητας ταινιών. Δεν είχα ακόμα κλείσει τα 13. «Πενήντα δραχμές.» Το χρήμα ουδείς εμίσησε. Του τις έδωσα. Δεν μου έκοψε εισιτήριο, αλλά με μια κίνηση του χεριού έδειξε τα σκαλοπάτια στα δεξιά. Από τη βάση μιας μαρμάρινης σκάλας που οδηγούσε στην κυρίως αίθουσα, στην πλατεία, και πιο πάνω στη γαλαρία, στο μπαλκόνι, με παρέλαβε ένας τύπος ατημέλητος, αξύριστος, με μπερδεμένα λιγδιασμένα γκρίζα μαλλιά, μέτωπο ζαρωμένο -όχι από βαθιά σκέψη- με βαθιές οριζόντιες ρυτίδες, ένα πρόσωπο γενικά αποβλακωμένο. Φορούσε ένα σακάκι που κρεμόταν σαν τσουβάλι και την μια τσέπη του γεμάτη κέρματα. Το ύφος του ήταν αυστηρό, ήξερε ότι ήμουν έρμαιό του. Έχοντας παρακάμψει την πόρτα της κυρίως αίθουσας, με οδήγησε με τον φακό του στην κορυφή της σκάλας, στην γαλαρία, και φώτισε μια σειρά από άδεια καθίσματα. Άπλωσε το χέρι χωρίς να πει τίποτε. Κατάλαβα ότι περίμενε πουρμπουάρ. Άδειασα την τσέπη μου από τα κέρματα που είχα και του τα έδωσα. Δεν ήταν πολλά. Φώτισε με τον φακό την παλάμη του, τα μέτρησε με το μάτι του, του φάνηκαν λίγα, είπε κάτι σαν «Άλλα δεν έχεις;», του απάντησα «Όχι, σου ‘δωσα ό,τι είχα». Μουρμούρησε μια ασυναρτησία και με άφησε να απολαύσω την δράση στην οθόνη. Παιζόταν ακόμα μια ταινία «καράτε». Το soft-porn φιλμ που ακολούθησε, με κάποια ανόητη και ρηχή πλοκή, με απογοήτευσε, αλλά έγινε η απαρχή μιας αδιάκοπης αναζήτησης ολοένα και περισσότερων διεγερτικών κινηματογραφικών εμπειριών τα σαββατιάτικά απογεύματα.  

Το θέαμα του κινηματογραφημένου σεξ πρόσφερε επιπλέον διαστάσεις στην διέγερση και το τελικό αποκορύφωμά της. Δεν χωρούσε κάτι τέτοιο αμφιβολία κάτω από τις συνθήκες. Δεν άργησαν, λοιπόν, οι επισκέψεις σε σινεμά για τέτοιου είδους διεγέρσεις να γίνουν ένας εθιστικός πειρασμός. Την παρθενική επίσκεψη στο «Άρια» ακολούθησαν άλλες, τακτικές, συχνές, σχεδόν εβδομαδιαίες. Στο ίδιο σινεμά, εναλλάξ με το παραδίπλα, το «Όσκαρ» (τι θα σκέπτονταν και τι γνώμη θα σχημάτιζαν το αφεντικό και ο ταξιθέτης, τι ίσως θα μου έλεγαν, αν με έβλεπαν κάθε βδομάδα στο σινεμά τους;)· αργότερα στο «Δίον» στην Κάτω Τούμπα, πιο μακριά στο «Σινεέπ», στο «Θεανώ» της Κωνσταντινουπόλεως, μέχρι το «Ίλιον» στον Βαρδάρη, το «Αλέκα» πιο πέρα στην Λαγκαδά. Προς αναζήτηση ολοένα και πιο έντονων οπτικοακουστικών ερεθισμάτων: από τα soft-porn του πρώτου καιρού, στα soft-porn με ολιγόλεπτες hard-core «τσόντες», συχνά μετά από ηχηρές απαιτήσεις του φιλοθεάμονος κοινού, αργότερα, έχοντας πλέον ξεπεραστεί με ευθείς ή πλαγίους τρόπους τα οποιαδήποτε νομικά εμπόδια που έθετε η ελληνική πολιτεία, ανενδοίαστες hard-core ταινίες.

Τα πορνοσινεμά ήταν χώροι βρώμικοι. Τα πατώματα κολλούσαν, είτε από σωματικά υγρά, είτε χυμένα αναψυκτικά, τα καθίσματα ήταν λιγδιασμένα, συχνά βρεγμένα από το φρέσκο σπέρμα, οι τουαλέτες για διάφορους λόγους αποκρουστικές και μη επισκέψιμες. Οι θεατές ήταν άντρες, φαίνονται μεσήλικές μέχρι και «πορνόγεροι» στα μάτια μου, όλοι τους μοναχικοί κοινοί θνητοί, μαύρα κεφάλια διεσπαρμένα στην σκοτεινή αίθουσα, μυαλά αποχαυνωμένα από το θέαμα και τον αυνανισμό, ψυχές κλεισμένες στην ιδιαιτερότητά τους σεξουαλικά στερημένοι σε αναζήτηση κάποιου ρίγους ικανοποίησης. Τουλάχιστον είχα το ελαφρυντικό της ηλικίας και βρισκόμουν στο στάδιο της ανακάλυψης των μυστικών του σεξουαλικού πάθους! Σπάνια, ζαρωμένοι σε κάποιες απόμακρες θέσεις, κρυμμένο από το σκοτάδι της αίθουσας, κάποιο ζευγαράκι -ακίνητο και αποσβολωμένο, χωρίς την ελάχιστη εκδήλωση ερωτοτροπιών. Πιο συχνά από την ασυνήθιστη γυναικεία παρουσία, τύποι «ανώμαλοι», ομοφυλόφιλοι, «πούστηδες» όπως τους λέγαμε, που από τις σειρές των άδειων καθισμάτων έρχονταν να κάτσουν στο κάθισμα παραδίπλα και, μετά από λίγες λοξές ματιές προς το μέρος μου, στο διπλανό και σε επαφή τους βραχίονες μας. Πως έβρισκε το θάρρος και θράσος; Τι ακριβώς ήθελε; Η παρουσία κάποιου δίπλα μου σε τέτοια μέρη με αναστάτωνε γιατί ήταν πασιφανές το τι κατά βάθος επεδίωκε και προσδοκούσε από μένα. Συνήθως αναγκαζόμουν να αλλάξω θέση σε άλλη σειρά μακριά, μερικές φορές χαλούσε το απόγευμα μου.

 Έτσι, οι κουτσές και στραβές, ίσως με μια έννοια «ανώμαλες» σεξουαλικές διέξοδοι, ελλείψει ορθόδοξων, είχαν καταστήσει την ύπαρξη μου σε αυτόν τον τομέα λούμπεν, ανάμεσα σε ένα λούμπεν ακροατήριο, με λίγες εξαιρέσεις ανάμεσά του-σαν τον φυσιογνώστη του Λυκείου που εθεάθη από συμμαθητές σε ένα τέτοιο σινεμά. Το πορνό-θέαμα έγινε συνήθεια, ένας «ανώμαλος» εθισμός, όπως θα μπορούσε να πει κάποιος ψυχολόγος. Μια συνήθεια που την κουβάλησα στην ενηλικίωση, παρά, στο μεταξύ, την κανονικοποίηση της ερωτικής μου ζωής, παρά την πληθώρα περισσότερο ορθόδοξων και φυσιολογικών εμπειριών, παρά την ύπαρξη σεξουαλικής συντροφιάς. Συνεχίστηκε στην εποχή του VHS, του DVD, του internet streaming. Το αν αυτό το θέαμα βελτίωσε ή όχι την ερωτική ζωή, αν ενίσχυσε ή όχι την αισθησιακή απόλαυση, αν φούντωσε ή καταλάγιασε τα κάθε φορά πάθη, ή πως θα ήταν το σεξ χωρίς το μέχρι κορεσμού πορνό-θέαμα είναι δύσκολο να απαντηθεί. Για κείνα τα μουντά χρόνια της εφηβείας ήταν η μοναδική και βέλτιστη, δεδομένης της προσωπικότητας και των συνθηκών, διέξοδος.

No comments:

Post a Comment