Friday, November 24, 2023

Εφηβικά 11 - Όνειρα και Πρώιμες Φιλοδοξίες

Τα νιάτα χάρη στο σφρίγος τους, σωματικό και πνευματικό, παράτολμοι καταδύτες σε έναν ανεξερεύνητο κόσμο, καλλιεργούν όνειρα. Ονειροπολούν, με κυριότερο εργαλείο τη φαντασία τους, παρά και πέρα από τις λιγοστές εμπειρίες που μάζεψαν στο σύντομο παρελθόν της ζωής τους. Προβάλλουν το μέλλον στο νου από αναρίθμητες διαφορετικές σκοπιές, το επεκτείνουν σε μυριάδες δυνατές προεκτάσεις, ζυγίζουν απειράριθμες δυνατότητες και προοπτικές. Άλλες απορρίπτουν για να τις αντικαταστήσουν από άλλες, σε μερικές δίνουν την πρωτοκαθεδρία, έστω και προσωρινή. Με λίγα λόγια, χτίζουν ένα φανταστικό μέλλον στο νου τους που χάνεται στους ορίζοντες του χρόνου, μαζί με τα εργαλεία και τα μονοπάτια που θα ακολουθήσουν για την κατάκτησή του. Κι αυτό ενόσω αποκτούν ποικιλόμορφες και ποικιλόχρωμες εμπειρίες, ερχόμενοι σε καθημερινή επαφή με ανθρώπους και πράγματα: απλώς με το να κινούνται μέσα στον κόσμο γύρω τους, να νοιάζονται και να αισθάνονται. Οι κινήσεις και οι έγνοιες, οι επιθυμίες και τα αισθήματα είναι θεμελιώδη συστατικά της ανθρώπινης ύπαρξης.

Φυσικά οι επιθυμίες και τα όνειρα για το μέλλον, που ξαπλώνεται ατέλειωτο σε έναν αχανή και ανεξάντλητο κόσμο μπροστά τους, αλλάζουν με το χρόνο, πολλές φορές με την κάθε μέρα και ώρα που περνάει. Οι προτεραιότητες αναβαθμίζονται ή υποβαθμίζονται ανάλογα με τις περιστάσεις, συχνά ακυρώνονται ή αναθεωρούνται. Η ζωή σε κάποιο σταυροδρόμι τελικά κατευθύνεται και μπαίνει σε ένα αυλάκι, παγιώνεται κατά κάποιο τρόπο, και μετά εισρέει στο ποταμό της ζωής. Και το παρόν, που αυτός τον οποίο αποκαλούμε ώριμο άνθρωπο βιώνει, μπορεί (κι αυτό είναι το πιθανότερο ενδεχόμενο) να βρίσκεται σε μερική ή πλήρη αναντιστοιχία με τα όνειρα που έκανε ως παιδί, έφηβος και νέος. Ακόμα και η μερική πραγμάτωση των ονείρων της νεανικής ηλικίας δεν εξαρτάται μόνον από τη φαντασία και του συνειρμούς εκείνων των καιρών, εκείνη την γενικά άεργη πνευματική ισχύ που, ωστόσο, ανάβει φωτιές στην ψυχή και ζωηρεύει στις κουβέντες με τους συνομήλικους για τα σχέδια του παρόντος και του μέλλοντος· ούτε μόνον από τα αποθέματα  θέλησης που διαθέτει και κατευθύνει προς τον έναν ή τον άλλο στόχο ο καθένας, αλλά μυριάδες άλλους παράγοντες, που είτε πηγάζουν άμεσα από τον ατομικό χαρακτήρα, είτε υπό την επίδραση γεγονότων που συνέβησαν μέχρι και την άλλη άκρη του πλανήτη και σημάδευσαν και επηρέασαν τη ζωή στην πορεία της –αυτήν καθαυτή την ύπαρξη. Άλλωστε, τα όνειρα της φαντασίας είναι προβολή στο νου ενός εξωτερικού υλικού κόσμου, των μορφών και μοντέλων του που η νόηση έχει δημιουργήσει και επεξεργάζεται και παρεκτείνει. Και τα πλάθει μέσα από τις σκέψεις και τη γνώση και τις νεόφερτες ιδέες, που καθοδόν σχηματίζει και καβαλάει στους καταχωρητές της μνήμης.

 Έτσι κι εγώ, ο άγουρος έφηβος, ονειροπολούσα σε καιρούς που ο κόσμος ανοιγόταν μπροστά μου με φαινομενικά ατέρμονες ορίζοντες: o κόσμος των ανθρώπων και της φύσης στην απειρότητα και το μεγαλείο του. Ήμουν περιτρυγισμένος από πολλά βιβλία, εκατοντάδες βιβλία, διεσπαρμένα στις βιβλιοθήκες και ντουλάπια των τριών δωματίων του διαμερίσματος της παρόδου της Δεληγιώργη, το μυαλό μου ανοιχτό και, παρά τις εκάστοτε προσποιήσεις για το αντίθετο (συνήθως εξαιτίας κάποιου έμφυτου εγωϊσμού), φιλόξενο σε φευγαλέα καθημερινά ερεθίσματα και επιδράσεις από την οικογένεια, τους φίλους, το σχολείο και τους δασκάλους του, τις εφημερίδες και την τηλεόραση, και πάντα τα βιβλία. Σε αυτά τα ερεθίσματα ακόμα κι αν αντιστεκόμουν ή με διαπερνούσαν ανεπαίσθητα, με την σκέψη σκόπιμα ή άθελα εστιασμένη αλλού, πάντα έβρισκαν το δρόμο του στο υποσυνείδητο: εικόνες από το σινεμά και την τηλεόραση, και, μαζί, το πλήθος από τις ελεύθερες ώρες που μου χάριζαν τα παιδικά και εφηβικά ζεστά καλοκαιρινά απογέματα, κουρασμένα και γλυκά και σιωπηλά, με τους ανθρώπους γύρω μου βυθισμένους στη μεσογειακή σιέστα, εγώ στο δωμάτιο, μόνος με τον εαυτό μου, το όργια της σκέψης και της φαντασίας και, βέβαια, τους σωρούς από βιβλία at arms length.

 Ήμουν υγιής και σχετικά καλοταϊσμένος και καλοαναθρεμμένος από την Μάνα και την γιαγιά, με σωματικές δυνατότητες αρκετές για να αγωνίζομαι και συναγωνίζομαι με επάρκεια σε παιδικά και νεανικά παιχνίδια που στήναμε σε αυλές, αλάνες, δρόμους, στους ακάλυπτους, στο σχολείο και τα λιγοστά γήπεδα που διέθετε τότε η πόλη, αν και όχι ικανές, όπως διαπίστωσα αργότερα, να με εκτοξεύσουν από μόνες τους σε τροχιά αθλητή. Είχα μια νοημοσύνη πάνω από το μέσο όρο, με όποιο τρόπο κι αυτή θα μπορούσε να μετρηθεί, κατά τη γενική ομολογία πίσω από την πλάτη μου ή ενώπιον μου συγγενών και δασκάλων και οικογενειακών φίλων· όχι όμως και κάποια αξιοσημείωτη ευστροφία και σπιρτάδα στη σκέψη που θα γυρνούσε με σηκωμένα φρύδια και χαμόγελα επαίνων ή θαυμασμού κεφάλια ανηλίκων από κάποιο ευφυολόγημα μου. (Εξακολουθώ να πιστεύω ότι η ευφυία ή, μάλλον, η ικανότητα εις βάθος αναλυτικής σκέψης από τη μια, και η ευστροφία από την άλλην, είναι αμοιβαίως αποκλειόμενα χαρίσματα.) Μπορεί να μην παρουσίαζα κάποιαν εμφανή, εξαιρετική κλίση σ’ ένα τομέα γνώσης ή αντικείμενο ανθρώπινης δραστηριότητας ή, αν υπήρχε λανθάνουσα αυτή η κλίση, δεν θα είχε αναγνωριστεί έγκαιρα από τους μέντορές μου (τους γονείς κυρίως, διότι το ελληνικό δημόσιο σχολείο ασκούσε ανέκαθεν εξισωτικές προς τα κάτω και ισοπεδωτικές τάσεις)· ούτε κάποιο προφανές, συγκεκριμένο ταλέντο που θα μπορούσε να καλλιεργηθεί στο έπακρο και να ανθίσει. Ιδιοφυής, με μια λέξη, δεν ήμουν. Αλλά από σχόλια γονιών και φίλων στις συζητήσεις που αφορούσαν στο μεγάλωμα των παιδιών τους και έπιαναν τα αυτιά μου, μια λέξη χαρακτήριζε το δυναμικό μου: «θετικός». Από όσα είχα καταλάβει τότε, εκείνος ο χαρακτηρισμός με τοποθετούσε σε διαφορετική, κάπως χαμηλότερη κλίμακα από την κλάση των «κοφτερών μυαλών», αυτών με εξαιρετική ευφυία, που κατά την ομολογία των γονιών και οικογενειακών φίλων χαρακτήριζε τον Αδερφό, ωστόσο στεκόμουν πάνω από το μέσο όρο πνευματικών δυνατοτήτων συνομήλικών μου. Εν ολίγοις, σωματικά και πνευματικά, ήμουν αυτό που οι Αγγλοσάξονες θα έλεγαν, ίσως, all rounder.   

Έθρεψα, λοιπόν, από νωρίς στη ζωή κάποιες φιλοδοξίες, γύρω και μέσα από ονειροπολήσεις και διάφορους συνειρμούς και νοητικές αναλύσεις και προεκτάσεις, κι έθετα βραχυπρόθεσμους και, στο βαθμό που ήταν δυνατό, μακροπρόθεσμους στόχους, ούτως ώστε, σε κάποιο σημείο της ύπαρξης μου, να τους πραγματώσω. Τέτοιες φιλοδοξίες φούντωναν ή ακυρώνονταν ανάλογα με τις περιστάσεις, τα εμπόδια, τον προσωπικό ζήλο και τις επιμέρους επιτυχίες και αποτυχίες, επιτεύγματα ή ματαιώσεις ή ακυρώσεις έξωθεν κατά μήκος του δρόμου. Αυστηρό χρονοδιάγραμμα φυσικά τότε, για την πραγμάτωση τους δεν τίθετο γιατί ο θάνατος δεν ήταν καν ορατός, και η ύπαρξη πάνω στον κόσμο περί της οποίας η επιτυχία γινόταν λόγος, μου φαινόταν αργόσυρτη και ατέλειωτη.

Λογικά, κατά τα πρώτα παιδικά χρόνια, όπου η άμιλλα στο παιχνίδι, στο ποδόσφαιρο, στο μπάσκετ, στο στίβο, κι αλλού, ήταν μέρος της καθημερινής ρουτίνας, οι φημισμένοι αθλητές που βλέπαμε στα γήπεδα και την τηλεόραση, τα πορτραίτα ποδοσφαιριστών στα χαρτάκια που ανταλλάσσαμε, όπου όλοι κοιτούσαν την κάμερα συνοφρυωμένοι με τη σκληράδα και αποφασιστικότητα τυπωμένες στα πρόσωπά τους και τα χέρια διπλωμένα σε ένα συνήθως δασύτριχο και μυώδες στήθος, ενέπνεαν τα πρώτα όνειρα και φιλοδοξίες: κάτω από βλέμματα χιλιάδων θεατών επικεντρωμένα πάνω μου να παρακολουθούν την κάθε κίνηση, την κάθε εκδήλωση επιδεξιότητας, την προσδοκία του γκολ ή του καλαθιού, που θα έδινε το έναυσμα για ξέσπασμα σε επιδοκιμασίες και ζητωκραυγές. Είχαμε παιδιά μια μικρή μόνον εικόνα του τι συνέβαινε σε άλλες σφαίρες της ζωής, και τις συζητήσεις των μεγαλύτερων περί οικονομικών, κυρίως επαγγελματικών και πολιτικών, ενίοτε καλλιτεχνικών και επιστημονικών θεμάτων, τις βρίσκαμε ανιαρές και μας άφηναν αδιάφορους. Μπορεί σωματικά μα μην είχα κάποια ξεχωριστή αθλητική διάπλαση (ήμουν ένας αδύνατος, κοκκαλιάρης έφηβος με διακριτούς και μετρήσιμους θωρακικούς σπονδύλους και ανάστημα ελαφρώς κάτω του μετρίου), αλλά οι ψιλο-έπαινοι κι επιδοκιμασίες από τον περίγυρο των συνομήλικων με έκαναν να πιστέψω σε κάποιες ικανότητες και ταλέντο. Είχα καλή αίσθηση της μπάλας, ενόραση στην πάσα μου, μπορούσα να προσποιηθώ και να ντριμπλάρω, «έβλεπα» το γήπεδο και του συμπαίκτες γύρω μου, είχα αντίληψη των κινήσεων των ομάδων· είχα αποκτήσει καλή τεχνική και «χέρι» από απόσταση στο μπάσκετ. Και το σώμα αργά ή γρήγορα θα μέστωνε. Σύντομα όμως τέτοιες φιλοδοξίες ακυρώθηκαν από την πραγματικότητα. Αφενός, γιατί μόνος άρχισα να καταλαβαίνω ότι χωρίς να αφιερώσω ένα δυσανάλογα μεγάλο κομμάτι του όποιου ελεύθερου χρόνου επέτρεπε η μελέτη σε κάποιο σπορ της αρεσκείας μου, χωρίς τη σχεδόν ολοκληρωτική αφοσίωση σε καθημερινή άθληση και προπόνηση, αλλά ακόμα και με αυτές τις προϋποθέσεις, δύσκολα θα ξεπερνούσα το επίπεδο κάποιου ερασιτεχνικού, ψυχαγωγικού ματς στην αλάνα, στο πάρκο, στην αυλή του σχολείου ή στο Ποσειδώνιο μια Κυριακή, ή στη διάρκεια των διακοπών. Αφετέρου, γιατί οι γονείς έγκαιρα αποθάρρυναν, και μάλιστα μπλόκαραν κατηγορηματικό και κάθετα, κάθε πρωτοβουλία και απόπειρα να αφιερωθώ με ζήλο σε κάποιο σπορ καθώς θα αποσπούσε την προσοχή από την εκπαίδευση μου σε ένα κλάδο της επιστήμης.

Αδύνατο να ξεχαστεί ο μονόλογος, η σχεδόν κατσάδα, του Πατέρα, υπό το δασκαλίστικο σιγοντάρισμα της Μάνας (που το θεωρούσα ύπουλο και αντιφατικό ως προς την αγάπη της και με εξόργιζε όσο και οι φωνές του Πατέρα), όταν έμαθαν ότι δειλά σκοπεύαμε, με τον Κωστάκη, να ξεκινήσουμε προπονήσεις μια και παραπάνω φορές τη βδομάδα, ενώ ήδη είχαμε εν αγνοία τους επίσημα εγγραφεί στο τμήμα μπάσκετ της ΧΑΝΘ. Οι συχνές επισκέψεις μας στο Παλαί-ντε-Σπορ για να παρακολουθήσουμε τον Άρη του Παπαγεωργίου, του Ιωαννίδη και του Αλεξανδρή τότε, και μετέπειτα του Γκάλη και του Γιαννάκη, τα Σαββατόβραδα, πριν από τα ποδοσφαιρικά κυριακάτικα απογεύματα στο Χαριλάου, μας ώθησαν να δοκιμάσουμε την τύχη μας στο παρκέ του μπάσκετ. Οι πόρτες κάποιας καριέρας στο ποδόσφαιρο ήταν ήδη κλειδαμπαρωμένες. Τον Παπαοικονόμου, το ποδοσφαιρικό αστέρι του Δημοτικού μας σχολείου, που είχε ένα απόγεμα παινέψει τις δεξιότητες μου στην μπάλλα, τον θαυμάζαμε και ζηλεύαμε στα ματς τσικό και αργότερα εφήβων του Άρη που συχνά προηγούνταν του μεγάλου παιχνιδιού των αντρών. Έτσι ή αλλιώς, το ποδόσφαιρο, πάρα την έλξη που ασκούσε ως θέαμα στον Πατέρα και μένα και στον παππού όσο ζούσε, αντιμετωπιζόταν υποσυνείδητα ως σπορ των άξεστων και αμόρφωτων, χωρίς πολύ μυαλό ανθρώπων, κοινωνικών στρωμάτων κατώτερων ή απόξενων του δικού μας. Το μπάσκετ από την μεριά του φάνηκε, στα ονειροπόλα και πλανεμένα μας μυαλά μια κάπως πιο προσιτή και ευγενική διέξοδος. Θεωρείτο περισσότερο «πολιτισμένο» και «καθαρό» σπορ από το ποδόσφαιρο και τα αλάνια που το παίζανε βλασφημώντας. Ο χοντρός κόουτς της ΧΑΝΘ μας δέχτηκε μάλλον απρόθυμα, καθώς η σωματική μας διάπλαση, εκ πρώτης όψεως τουλάχιστον, δεν θα μας πήγαινε και πολύ μακριά στο συγκεκριμένο άθλημα, ακόμα και μέσα στην ερασιτεχνική και χαμηλών προδιαγραφών ομάδα της ΧΑΝΘ. Πως θρέψαμε τότε τέτοιες αυταπάτες είναι απορίας άξιο. Στην πρώτη μας γνωριμία με το γκρουπ, ο κόουτς μας έβαλε να προπονηθούμε με το δεύτερο και ίσως τρίτο γκρουπ του συλλόγου και μετά από δύο-τρία λεπτά οδηγιών και σύντομων παρατηρήσεων επικέντρωσε την προσοχή του στην πρώτη ομάδα. Ο Κωστάκης, μετά από εκείνη την πρώτη προπόνηση δεν επέστρεψε. Εγώ έκανα ακόμα μια προπόνηση σε κείνο το κλειστό γυμναστήριο, που αντηχούσε θελκτικά από τα αναπηδήματα της μπάλας στο παρκέ του, τον διεγερτικό ήχο της μπάλας που διατρυπά το καλάθι με το δίκτυ, τις φωνές των παιχτών. Σκόραρα ένα και μοναδικό καλάθι στο φιλικό ματς μετά την προθέρμανση και τις ρουτίνες, και το εγκατέλειψα, πεπεισμένος για την αφέλεια και ανωριμότητα που εμπεριείχε το όλο εγχείρημα.

Οι γονείς και η θέληση τους, καμιά φορά καταναγκαστική, έγιναν οι κύριοι συντελεστές που με επέβαλαν να περιορίσω τέτοιους είδους δραστηριότητες και να ακυρώσω τις όποιες παρελκόμενες φιλοδοξίες, να σβήσω από το μυαλό μου τα σχετικά όνειρα. Έτσι, οι αθλητικές ενασχολήσεις και διέξοδοι, τα παιχνίδια σταδιακά πέρασαν de facto στο περιθώριο, δηλαδή σε χαμηλού προφίλ περιβάλλοντα και τις αθλοπαιδιές από όπου είχαν ξεκινήσει ως παιδί. Άρχισα να στρέφομαι, με την ενθάρρυνση, αν όχι και το σκούντημα των γονιών, σε πνευματικές δραστηριότητες, συμπληρωματικές των απαιτήσεων του σχολείου και των ανελέητων αλλεπάλληλων εξετάσεων, που θα αποτελούσαν για τα επόμενα χρόνια, στεγνές και ξύλινες, επί το πλείστον, μη-δημιουργικές και στείρες ως ήταν, τον πυρήνα της μαθητικής και εφηβικής ζωής. Σε αυτήν την κατεύθυνση, το οικογενειακό περιβάλλον, ο Πατέρας κατά κύριο λόγο, με περισσότερο ανοιχτόμυαλη προσέγγιση, και η Μάνα, με μια δασκαλίστικη, μάλλον μίζερη και συχνά εκνευριστική σχολαστικότητά, θα μου παρείχαν ο,τιδήποτε θα βελτιστοποιούσε την απόδοσή μου σε εκείνες τις εξετάσεις, που για την άτυχη μαθητική γενιά μου συνέβαιναν σε ετήσια βάση. Είχα βέβαια το δωμάτιό για την ιδιαιτερότητά και την ησυχία μου, όποτε την απαιτούσα ή τη χρειαζόμουν, και τον Αδερφό γενικά εξοστρακισμένο, ανεξάρτητα από τον αν τελικά αυτήν την ιδιαιτερότητα την αξιοποιούσα για χάρη των εξετάσεων και των βαθμών ή για κάτι άλλο εν κρυπτώ. Μου εμπιστεύθηκαν κλειδί στην πόρτα του δωματίου, που αδιάλειπτα το χρησιμοποιούσα, από τη μια μεριά για να εμποδίζω ενοχλητικές παρεισφρήσεις από τον μικρό Αδερφό, με την πρόφαση ότι θα εξέτρεπαν την δήθεν προσοχή και αφοσίωση στη μελέτη, αλλά επίσης θα αποθάρρυναν αδιάκριτους ελέγχους για το «τι να κάνει αυτό το παιδί» κι τυχαίες επιθεωρήσεις πίσω από ερμητικά κλειστές πόρτες και μπαλκονόπορτες. Όσο μεγάλωνα έκρυβα ολοένα και περισσότερα πράγματα και ασχολίες σε κείνο το δωματιάκι και στο μυαλό μου. Έγινα κατ’ εξοχήν κρυψίνους, περισσότερο κάτω από τον φόβο των αντιδράσεων των γονιών σε μη εγκεκριμένες αυτενέργειες και πρωτοβουλίες.

Το δρύινο γραφειάκι του μικρού δωματίου της Εκάβης αντικαταστάθηκε με τη μετακόμισή μας στη Χαριλάου από ένα μεγαλύτερο, σχεδόν διευθυντικών προδιαγραφών γραφείο από ξύλο καρυδιάς αγορασμένο από το SATO, και ένα παχύ κρύσταλλο ειδικής παραγγελίας για την επιφάνεια εργασίας του. Είχαμε την μεγάλη γέρικη βιβλιοθήκη του μαραγκού Τραϊτση θεόρατη στον έναν τοίχο, που σύντομα όμως ξεχείλισε, και τα βιβλία, μετρημένα σε χιλιάδες πλέον, απλώθηκαν σε σειρές από ράφια που έφταναν μέχρι το ταβάνι του απέναντι τοίχου, στο μικρό δωμάτιο και τις βιβλιοθήκες που προστέθηκαν στην  κρεβατοκάμαρα των γονιών. Και φυσικά κάθε λογής βιβλία, λογοτεχνικά, πολιτικά, φιλοσοφικά και ιστορικά, που ο Πατέρας έφερνε από τον βιβλιοπώλη δεύτερο «μπατζανάκη» του σε εβδομαδιαία βάση παρά την γρίνια της Μάνας, ή που θα ζητούσα ως επιστημονικά βοηθήματα και θα αγόραζα από το Μόλχο, τον Προμηθέα, τη Σύγχρονη Εποχή, τον Ανίκουλα, και τα άλλα «πανεπιστημιακά» βιβλιοπωλεία της Καμάρας και της Μελενίκου.

Η μόρφωση και εισαγωγή στο Πανεπιστήμιο έγιναν über alles. Προϋποθέσεις ζωής αδιαπραγμάτευτες, που θα έπλαθαν εφεξής τις όποιες φιλοδοξίες και το μέλλον. Τα υπόλοιπα όνειρα των εφηβικών χρόνων μπήκαν στο συρτάρι. Λάμβανε χώρα μια προσγείωση στην πραγματικότητα του κόσμου.

No comments:

Post a Comment