Και μπροστά στον θίασο των καθηγητών, των πρωταγωνιστών και κομπάρσων ανάμεσά τους που ανεβοκατέβαιναν την έδρα, κάθονταν το ακροατήριο τους σε διακριτά στρώματα: η μαθητική αριστοκρατία των «αριστούχων», η γενικά πειθαρχημένη και επιμελής, συνήθως αδιάφορη μάζα των μεσαίων, των μέτριων, των «αρκετά καλών» και «καλών» και μερικών «πολύ καλών», ένα μικρό στρώμα ανεπίδεκτων και πτωχών τω πνεύματι, και μια λούμπεν γαλαρία απείθαρχων και ταραχοποιών. Φιλίες, ιδιαίτερα ανάμεσα στα μέλη της δεύτερης κατηγορίας, του μεσαίου στρώματος της τάξης, υπήρχαν και στέριωναν -σε πάρτι, σε ντίσκο και καφετέριες, σε ομάδες αθλοπαιδιών, σε ραντεβουδάκια γύρω από γυμνάσια θηλέων ή σε τσάρκες σε σκοτεινά μέρη της Θεσσαλονίκης. Η πρώτη κατηγορία των όντως ή δυνάμει αριστούχων, που συνήθως καθοδηγούνταν από «φωτισμένους» γονείς, γινόταν, όσο πλησίαζαν οι εισαγωγικές για το πανεπιστήμιο, ολοένα και πιο στεγανή από την υπόλοιπη τάξη και σχολείο. Σε αυτήν την κατηγορία ανήκα κι εγώ· από την πρώτη, μέχρι την τελευταία μέρα του σχολείου.
Με τον παιδικό φίλο μου, τον Κωστάκη, καταλήξαμε σε
διαφορετικά γυμνάσια και χαθήκαμε. Με την είσοδο στο Γυμνάσιο τα παιχνίδια της
γειτονιάς που μας συνέπαιρναν στα παιδικά μας χρόνια είχαν τελειώσει οριστικά
και αμετάκλητα. Έμειναν οι σποραδικές επισκέψεις στο γήπεδο του Άρη και,
αργότερα όταν ο Άρης μεσουράνησε στο μπάσκετ, στο «Palais de Sport», που και αυτές με τον
καιρό αραίωσαν, μέχρις ότου η στενότερη φιλία των παιδικών μου χρόνων έσβησε. Με
άλλα παιδιά από το δημοτικό σχολείο, σαν τον διπλανό στο θρανίο μου Ζ. ή τον
Δημ. που με καλούσαν συχνά σπίτι τους και ευχαριστιόμουν στην παρέα τους, βρεθήκαμε
στο ίδιο γυμνάσιο, με μερικούς στις ίδιες τάξεις. Αλλά κι αυτές οι
περιστασιακές και χαλαρές φιλίες σταδιακά εξασθένισαν. Έφταιγε η ταμπέλα του
«σπασίκλα» που εκ των πραγμάτων μου απονεμήθηκε, έφταιγε η καταναγκαστική και
υπερβολική αφοσίωση -κάτω από έντονη γονική πίεση- στις σπουδές, η εστίαση σε
απώτερα ακαδημαϊκά ιδανικά, κι ένα αδιευκρίνιστα ευτυχές μέλλον. Απομακρύνθηκα
από ανθρώπους που είτε δεν ενδιαφέρονταν τόσο για το δικό τους μέλλον, είτε το
είχαν εξασφαλισμένο, είτε, το πιο πιθανό, απλά κατάφερναν να ισορροπήσουν τη
μελέτη και τις σπουδές με εξωσχολικές δραστηριότητες και μια κοινωνική ζωή.
Ο Ηλ., που στα χρόνια του Λυκείου μοιραζόμασταν το ίδιο μπροστινό
θρανίο, δεν έγινε ποτέ πραγματικός φίλος. Με σεβόταν ως ξύπνιο και μελετηρό,
τον βοηθούσα σε διαγωνίσματα και άλλα σχολικά ερωτήματα, ακόμα και με αδικαιολόγητες
απουσίες ως απουσιολόγος, καμιά φορά παίζαμε μπάσκετ στο τέλος του σχολείου ή
στο Ποσειδώνιο τα Σαββατοκύριακα. Σπανιότερα με καλούσε να συμμετάσχω σε αγώνες
ποδοσφαίρου με την ομάδα του ή κάποια ομάδα σε πάρκα και αλάνες, αργότερα στο
Παπάφειο και το γήπεδο του Μεγάλου Αλεξάνδρου -ίσως γιατί εκτιμούσε κάποιο
μικρό ταλέντο που έδειχνα στην μπάλα, ίσως γιατί έπρεπε να συμπληρώσουν μιαν ενδεκάδα.
Αλλά ο Ηλ. ήταν διαφορετικής πάστας παιδί. Είχε έναν ευρύ κύκλο ενδιαφερόντων:
σπορ με τους πλέον αθλητικούς τύπους του σχολείου -ο ίδιος με αθλητικό σώμα και
κορμοστασιά, πάρτι, ντισκοτέκ, κορίτσια… κυρίως κορίτσια. Επιπλέον,
συναναστρεφόταν με τους δυο-τρεις bullies της τάξης, που οι σχετικά πρώιμες
επιτυχίες που είχαν (πάλι με κορίτσια!) τους επέτρεπαν σε κάθε ευκαιρία να
κάνουν κάζο στον «σπασίκλα»: δεν τον είχαν δει ποτέ παρέα με κορίτσια και τον
πείραζαν για τα εμφανή σημάδια ορμονικών αλλαγών και αυνανισμού στο πρόσωπό του
–τα «καυλόσπυρα», που εμφατικά λέγανε .
Το αντικείμενο του πόθου και πρωταγωνίστρια των πρώτων
φαντασιώσεων μου στην τελευταία τάξη του Δημοτικού, η Κική, χάθηκε σε κάποιο
Γυμνάσιο Θηλέων που την υποδέχτηκε. Το όμορφο συνομήλικο κορίτσι της Γαμβέτα,
της πολυκατοικίας παραδίπλα μας, που πετύχαινα συχνά στον δρόμο μου από το
Γυμνάσιο, αλλά ποτέ δεν βρήκα το θάρρος να πειράξω και να μιλήσω, έγινε το νέο
πάθος της φαντασίας μου, ο νέος εφηβικός πόθος μου. Είχε ένα ωραίο όνομα: Βίκυ.
Χωρίς θάρρος και την χάρη του λέγειν, κατέφυγα σε ανόητες ενέργειες, που
απίθανο να είχαν κάποιο αποτέλεσμα να γνωριστούμε και να κάνουμε παρέα. Βρήκα
το επίθετό της στο θυροτηλέφωνο της πολυκατοικίας της, το τηλέφωνο της από τον
κατάλογο και έπαιρνα τηλέφωνα· δειλός, ανώνυμος, αμίλητος, κρατώντας ακόμα και
την ανάσα μου, έβαζα κομμάτια μουσικής από το κασετόφωνο δίπλα μου: τραγούδια
των Beatles, αλλά και των
Rolling Stones και Deep Purple
(που νόμιζα, ο άσχετος, ότι ήταν το Beatles , μέχρι που ο Ηλ. με το γνώριμο υπεροπτικό και
περιπαιχτικό ύφος του σχετικού γνώστη διόρθωσε την ασχετοσύνη μου στην μοντέρνα
ξένη μουσική). Η Βίκυ τα άκουγε για λίγο και μετά έκλεινε το τηλέφωνό της. Μια
φορά μου μίλησε: «Μου βάζεις ωραία τραγούδια… Γιατί δεν μου μιλάς; Πως σε
λένε;» Την ντροπή μου δεν κατάφερα ακόμη και τότε να ξεπεράσω! Δεν βρήκα τα
λόγια ή και αν τα έβρισκα θα πρόδιδα το τεράστιο έλλειμμα αυτοπεποίθησης. Θα
υπήρχε και άλλη φορά, μια ακόμα ευκαιρία, σκεφτόμουν παρηγορητικά. Ή θα
αναγνώριζε το αμίλητο παιδί που της έβαζε τραγούδια στο βλέμμα μου όταν συναντούσε
το δικό της τις φορές που οι διαδρομές μας διασταυρώνονταν στην Γαμβέτα. Δεν
υπήρξαν άλλες ευκαιρίες. Η Βίκυ παρέμεινε ένας από τους πολλούς, μακρινούς ανεκπλήρωτους
εφηβικούς πόθους που τελικά βρήκε μιαν άδοξη ματαίωση.
Τα σαββατοκύριακα έγιναν μοναχικά, ώρες κλεισμένος στο
δωμάτιο και τον εαυτό μου. Οι παρέες των ενήλικων για εφήβους είναι κουραστικές
και ανεπιθύμητες. Στα οικογενειακά γεύματα του νονού και της νονάς τα μεσημέρια
της Κυριακής καθόμουν αμίλητος και μουτρωμένος. Άλλοι συμμαθητές μαζεύονταν σε
στέκια, καφετέριες, ακόμα και σε σπίτια όταν οι γονείς έλειπαν, πολλοί σε
κάποια ντισκοτέκ όπως η Figaro ή η Palladium,
ονόματα που έπιανε το αυτί σε συζητήσεις στα διαλείμματα, ή σε κάποιο σύλλογο
για σπορ. Κι όσο περνούσαν τα χρόνια, όσο η δίψα για παρέα και διεξόδους
μεγάλωνε και το σώμα κέρδιζε μερικά εκατοστά ποθητού ύψους, τόσο, δυστυχώς, μεγάλωνε
και το βάρος από την δουλειά για το σχολείο και τις τελικές εξετάσεις, τόσο
μειωνόταν ο χρόνος έξω από το σχολείο, το φροντιστήριο και το σπίτι. Μόνον στον
τελευταίο χρόνο του σχολείου, όταν η αγριάδα και ασχήμια της εφηβείας είχε υποχωρήσει,
η ατημελησία είχε δώσει τη θέση της στο ενδιαφέρον για την εμφάνιση, την
«κοκέτα» που έλεγε η γιαγιά, όταν το αγόρι με το άσχημο χνούδι πάνω από τα χείλος,
τα σπυριά, την άγαρμπη φωνή, μετατρεπόταν σε καλοφτιαγμένο και εμφανίσιμο νέο,
προσκαλέστηκα (επιτέλους!) στο ένα και μοναδικό πάρτι στη διάρκεια των έξι
χρόνων του σχολείου: στο πάρτι γενεθλίων των δίδυμων αδερφών Καραβ. που ο
στρουμπουλότερος των δύο, ο Βασίλης, ο πάντα χαμογελαστός και καλοπροαίρετος, συχνά
με αποκαλούσε «ωραίο άνδρα». Για την πρόσκληση, πρέπει να μεσολάβησε κι ο
παλιός φίλος από το Δημοτικό, ο Ζ., ίσως και ο χοντρός Καρ. που συχνά με περιτριγύριζε
και καλούσε στο φτωχό διαμέρισμά της οικογένειας του για να τον βοηθήσω στα
γράμματα· είχαν και οι δασκάλες μανάδες μας κάποια σχέση γνωριμίας. Σε εκείνο
το αξέχαστο, παρθενικό πάρτι-σταθμό της εφηβείας, χόρεψα για πρώτη φορά στη ζωή
μου, δεκαεπτά χρονών παιδί, στους ήχους κάποιου μπλουζ με ένα κορίτσι. Το λίγο
διαθέσιμο αλκοόλ, για το οποίο ο Ζ. είχε μεριμνήσει, ανακατεμένο με κόκα-κόλα,
είχε καταπραΰνει τα νεύρα μου, χαλαρώσει τις συστολές μου. Στο τέλος του χορού
και του πάρτι ένιωσα μιαν ανακούφιση, ίσως και λίγη ευτυχία για την ασήμαντη
κατάκτηση: την ικανοποίηση που νιώθει κανείς όταν ανεβαίνει ένα σκαλί στην
ενηλικίωση. Υπήρχαν όντως κι άλλα πράγματα στην ζωή ενός εφήβου, πρωτόγνωρα για
μένα εκείνη την βραδιά, πέρα από τα γράμματα και την αφοσίωση στο «χτίσιμο»
ενός αφηρημένου μέλλοντος. Ήταν όμως σε κείνο
το πάρτι που ανακάλυψα στο αλκοόλ ένα γιατρικό για την ντροπή και
α-κοινωνικότητα μου.
Ήταν μια αναλαμπή χωρίς προηγούμενο και επόμενο στα χρόνια
του σχολείου. Το αποκούμπι στα μελαγχολικά σαββατόβραδα ανάπαυλας από την
μελέτη, προς αναζήτηση κάποιου φλερτ, κάποιου χαριτωμένου κοριτσιού να μιλήσω,
να αγγίξω, ακόμα και να φιλήσω, στις σπάνιες εξόδους στα πάρκα και τις
καφετέριες, έγινε ο άσπονδος συμμαθητής από το Δημοτικό σχολείο, ο διπλανός του
θρανίου και ο προσωπικός bully μου της 4ης Δημοτικού, ο αντίζηλος για την καρδιά
της Κικής, αυτός που χαστούκισα συγχυσμένος στο τέλος μιας μέρας του σχολείου
και χειροκροτήθηκα από τους αυτόπτες μάρτυρες: ο γενικά αντιπαθής από πολλούς
στην τάξη, ο Γιάννης ο Δραγ. Ίσως, να έγινα κι εγώ, ως ωραιότερος κι
εξυπνότερος από τους δύο, και το δικό του αποκούμπι σε χρονιές στερημένες από
χτυποκάρδια. Δεν είχαμε τίποτε κοινό με τον Δραγ., πέρα από τους κρυφούς
διακαείς πόθους της εφηβείας. Ήταν ψηλότερος στο ανάστημα από μένα, ογκωδέστερος,
αλλά με αγύμναστο κορμί και στενούς ώμους. Ένα μικρό σωσίβιο γύρω από την
κοιλιά του είχε ήδη αρχίσει να διαγράφεται. Είχε σγουρά ακατάστατα μαλλιά και ευκίνητα
καστανά μάτια, που πιο πολύ μαρτυρούσαν κουτοπονηριά και καπατσοσύνη παρά
εξυπνάδα. Δεξιά κι αριστερά της μεγάλης και γαμψής μύτης υπήρχαν δυο αυλάκια
σαν αυτά που σχηματίζονται από εκφράσεις αηδίας και απέχθειας ή αντίδραση σε
κάτι ξινό. Ο αθλητισμός και το σπορ, με εξαίρεση ίσως τα ράλι αυτοκινήτων, δεν
τον ενδιάφεραν. Ούτε και μένα ενδιέφεραν τα αυτοκίνητα και οι μηχανές και οι
προδιαγραφές τους για τα οποία συζητούσαν με τις ώρες με τον πραγματικά κολλητό
του, τον Ζελ. Με την συμπλήρωση της νόμιμης ηλικίας και οι δυο τους έσπευσαν να
βγάλουν δίπλωμα οδήγησης, και να σπινάρουν μεταμεσονύκτια στις ασφάλτους της
πόλης τα οικογενειακά αυτοκίνητα των πατεράδων του, ονειρευόμενοι Ferrari, Porsche, κτλ.
Ίνδαλμα του ήταν ο αυστηρός πατέρας του, εισαγωγέας και
έμπορος υφασμάτων. Είχε, κατά τον Γιάννη, βγάλει το «πανεπιστήμιο της ζωής» κι
έστησε το εμπορικό του μαγαζί, με ράφια από τόπια και μεγάλα τραπέζια για μετρήματα
και κοψίματα, σε ένα πατάρι της Βαλαωρίτου. Το δούλευε μόνος με την βοήθεια των
γιων του και στεκόταν όρθιος στην πιάτσα των εμπόρων και της αγοράς παρά τις διακυμάνσεις
και τις υφέσεις της. Τον Γιάννη, τον πρωτότοκό του γιο, τον εκπαίδευε και προόριζε
ως αδιαμφισβήτητο κληρονόμο και διάδοχο στην εμπορία υφασμάτων. Αλλά, όπως πάντα
έλεγε, ένα πτυχίο να έπαιρνε το παιδί καλό θα ήταν, διότι όπως λέει ο λαός -και
το επαναλάμβανε ο Γιάννης: «Μάθε τέχνη κι ασ’ τηνε…» Τελικά, με ένα ξινισμένο
πρόσωπο και βλέμμα που γενικά έδειχνε μειωμένη αντίληψη και δυσκολία κατανόησης,
ερχόταν μαζί μου στο φροντιστήριο που ο Πατέρας είχε επιλέξει, ξεφυσώντας και
μουρμουρίζοντας στη διάρκεια των παραδόσεων. Δεν του «έκαναν» πολλοί από τους καθηγητές
και την διδασκαλία τους. Δεν καταλάβαινε πολλά και απέδωσε την αποτυχία στην
πρώτη χρονιά των εξετάσεων στο φροντιστήριο στο οποίο με ακολούθησε ελπίζοντας
σε θαύματα. Άλλαξε φροντιστήριο χωρίς απτά αποτελέσματα, απέτυχε στις
εισαγωγικές του πανεπιστήμιου, πήγε φαντάρος και τελικά ακολούθησε την από
νωρίς προδιαγραμμένη καριέρα στο εμπόριο υφασμάτων.
Αν εγώ είχα μιαν σχετική ομορφιά και αρκετό μυαλό, αυτός
είχε το θάρρος και το θράσος με τα κορίτσια, μιαν ευχέρεια στο να ξεστομίζει
εξυπνάδες -εξαιτίας μιας πάνω από τον μέσο όρο αίσθησης του χιούμορ. Έτσι, τον
ακολουθούσα σε βραδινές τσάρκες μετά το σχολείο και τα σαββατόβραδα, στην
παραλία, στις καφετέριες της Βασιλίσσης Όλγας, ακόμα και σε μπουρδελότσαρκες
στον Βαρδάρη. Η ανικανοποίητη λαχτάρα για κορίτσια και τον έρωτά τους, αυτή η ενστικτώδης
βιολογική έλξη που το άλλο φύλο ασκεί από τα παιδικά χρόνια μέχρι τα γεράματα, μας
έφερε μαζί εκείνα τα χρόνια των ασήκωτων ορμών, μας έσπρωχνε σε τέτοια μέρη,
μας οδήγησε σε πράξεις που ακόμα η θύμησή τους σηκώνει τρίχες.
Τον πρώτο καιρό, στο τέλος του απογευματινού σχολείου τους
χειμώνες που βράδιαζε νωρίς, κοντοστεκόμαστε στο περίπτερο της Βασιλίσσης Όλγας
μπροστά από την στοά του Ράδιο Σίτυ για να χαζέψουμε, ακόμα και να ξεφυλλίσουμε
όσο διακριτικά γινόταν, τα πορνοπεριοδικά, που ο γερό-περιπτεράς είχε
κρεμασμένα με μανταλάκια από τη μια πλευρά του περιπτέρου. Περνούσαμε απαρατήρητοι
-έτσι νομίζαμε· ο περιπτεράς ήταν αθέατος πίσω από την πραγματεία του ή
απασχολημένος με πελάτες. Δεν αργήσαμε να βρούμε το θάρρος και να
συνεργαστούμε, ο ένας με το νου του στον περιπτερά και τους περαστικούς
διαβάτες, ο άλλος με την επιδεξιότητα και ψυχραιμία πορτοφολάδων, να ξεκρεμάσει
και κλέψει τα πιο τολμηρά από εκείνα τα περιοδικά. Δυο φορές καταφέραμε και
απολαύσαμε εικόνες γυμνών θελκτικών γυναικείων κορμιών που στερούμασταν στις
γυαλιστερές σελίδες τους. Την τρίτη φορά, ενώ είχα καταφέρει να ξεγλιστρήσω το κρεμασμένο
περιοδικό από το μανταλάκι του, και ψύχραιμοι είχαμε αρχίσει να απομακρυνόμαστε
με το περιοδικό διπλωμένο παραμάσχαλα, είδαμε όχι τον γνώριμο γερο-περιπτερά αλλά
έναν νέο άντρα να βγαίνει μέσα από το περίπτερο με άγριες διαθέσεις και να
τρέχει απειλητικά προς το μέρος μας. Πέταξα το περιοδικό πίσω μου, το βάλαμε
πανικόβλητοι στα πόδια, ο Δραγ. κατά μήκος της Βασιλίσσης Όλγας, εγώ προς τη
μεριά της στοάς και την Παρασκευοπούλου. Το σκοτάδι του χειμωνιάτικου δειλινού και
τα πόδια μας γλίτωσαν και εκείνη η απόπειρα κλοπής πορνοπεριοδικού θα ήταν η
τελευταία. Το πάθημα, όπως και άλλα εκείνης της περιόδου, είχε γίνει μάθημα. Κάτι
τέτοια επεισόδια διδάσκουν αρκετά χρήσιμα μαθήματα ζωής.
Σε μιαν άλλη βόλτα στο δρόμο για το Λούνα Παρκ της
Σαλαμίνας, με τον Δραγ., τον Ζ. και δυο-τρεις άλλους, ξεπέρασα ξανά από ένα
ανεξέλεγκτο σεξουαλικό ένστικτο ηθικές νόρμες και φραγμούς· πιο πολύ για να
δείξω στην παρέα, πίσω από την ασφάλεια της ανωνυμίας που παρέχει μιαν αγέλη
από νεαρούς, όπως γενικά και κάθε όχλος, ότι δεν «κωλώνω» με κορίτσια, ότι
ήμουν «έτοιμος» άντρας. Και μιας κοπέλας, που ερχόταν προς το μέρος μας από την
άλλη κατεύθυνση, ζούληξα το στήθος -αισχρά και ανενδοίαστα, κάτω από
επιφωνήματα έκπληξης και τα χαχανητά των μελών της παρέας μου, όχι όμως και τις
επιδοκιμασίες που περίμενα, γιατί είχα ξεπεράσει ακόμα και τους πιο χαλαρούς
κανόνες συμπεριφοράς. Ποιος θα περίμενε κάτι τέτοιο από μένα; Ήμουν και φάνηκα
στην ομήγυρη τόσο «πεινασμένος»; Η κοπέλα με έβρισε, με χτύπησε με το τσαντάκι
της και απομακρύνθηκε, εγώ χαζογέλασα. Μέσα μου το αίσθημα ότι «κάτι έκανα» ή
«κάτι έδειξα» στην ομήγυρη ή ακόμα κάτι μικρό κατάκτησα στην πορεία της
ενηλικίωσης γρήγορα διαδέχτηκε από το ασήκωτο βάρος της ντροπής ενός σεξουαλικά
στερημένου που ξεπέρασε κάθε ενός θρασύδειλου, δήθεν μάγκα. Ένα μικρό κομμάτι εκείνης
της ντροπής ακόμα κουβαλάω, ενώ οι άλλοι παρευρισκόμενοι, όπως εύχομαι και η
κοπέλα, θύμα σοβαρής σεξουαλικής παρενόχλησης εκ μέρους μου, το έχουν ξεχάσει.
Υπήρχαν και πιο ευχάριστες αναμνήσεις από τις τσάρκες με τον
Δραγ. Όπως ένα βράδι σε κάποιο παγκάκι της παραλίας, που το θάρρος του και η
κουβεντούλα που άρχισε αυθόρμητα με δυο κορίτσια που καθίσαμε δίπλα τους σχεδόν
απέδωσε καρπούς. Μια από τις κοπέλες μου έκανε, στου λόγου μου που καθόμουν
αμίλητος κι άκουγα αδιάφορος το «καμάκι» του Δραγ., ένα quasi κομπλιμέντο
: «Εσύ έχεις ωραία μάτια, αλλά μικρά...» Στο ραντεβού που συμφώνησε ο Δραγ. για
το επόμενο βράδι στο ίδιο παγκάκι τα κορίτσια δεν εμφανίστηκαν. Πέρασα μερικές
ακόμα φορές μόνος από εκείνο το σημείο με την ελπίδα μιας δεύτερης συνάντησης και
το κομπλιμέντο του κοριτσιού κολλημένο στο νου μου. Μάταια.
Στην Λεπτοκαρυά ένα καλοκαίρι, το μοναδικό διακοπών με τον
Γιάννη, καλεσμένοι στο εξοχικό του Ζελ. μετά από λίγες μέρες κακομοιριάς σε μια
σκηνούλα στη Σκοτίνα, το «καμάκι» του Δραγ. αποδείχτηκε και πάλι ατελέσφορο, αν
και διασκεδαστικό. Καθισμένοι στο σταθμό στην πλατφόρμα του σιδηροδρομικού
σταθμού με σύστησε σε μιαν παρέα κοριτσιών ως «Άγγλο» τουρίστα, που ήθελε
βοήθεια για να προσανατολιστεί και να βρει κάπου να μείνει το βράδι. Οι
συστάσεις μου επέτρεψαν να ανοίξω μια σπάνια συζήτηση (στα Αγγλικά με εφόδια τα
χρόνια στο φροντιστήριο της Φλέμινγκ, οπλισμένος με το ‘Lower του Michigan’) με την πλέον αθώα
και γοητευτική από τα κορίτσια της παρέας. Ήταν, ως κακοσχεδιασμένο αστείο,
εξαρχής προδιαγραμμένο θα οδηγούσε σε αδιέξοδο. Αλλά γελάσαμε, και ικανοποιήθηκα
που ξεπέρασα, με πιο αξιοπρεπή τρόπο αυτήν την φορά, τα εμπόδια από τις συστολές
μου.
Μετά από τόσο χρόνια στέρησης σεξουαλικών επαφών ο Δραγ. τελικά προσελκύστηκε από τα κόκκινα φώτα του Βαρδάρη και των Λαδάδικων, πιθανόν και με παρότρυνση του πατέρα του. Δυο ή τρεις φορές με έσυρε μαζί του σε κείνα τα μέρη, με τα σπίτια τα βρώμικα και κόκκινα και μαγικά, σκιές σκυμμένων φαντάρων και αγροτών, που το πέρασμα μπροστά από τις ανοιχτές πόρτες με το φωτάκι δυνάμωναν τους χτύπους της καρδιάς από κάποια προσδοκία. Ο Δραγ. είχε ξεπεράσει εύκολα κάθε δισταγμό ή μπορεί και να μην είχε δισταγμούς και αναστολές. Απέκτησε με τον καιρό πείρα και το «κολλάει» των επισκέψεων στα μπουρδέλα της πόλης. Εγώ, από την μεριά μου, το κατώφλι εκείνων των σπιτιών που η σκέψη των όσων θα μπορούσαν να συμβούν μέσα τους με τραβούσε, όσο και αναστάτωνε, δεν βρήκα το θάρρος να διαβώ. Έτσι, η εφηβική μου ηλικία θα είχε μια άδοξη, στείρα κατάληξη σε έναν από τους πιο κρίσιμους τομείς της.
No comments:
Post a Comment