Στο Λύκειο, κι όσο μεγαλώναμε σε ατίθασους και οξύθυμους, «ασήκωτους» και βλοσυρούς έφηβους, με ορμές, εκνευρισμούς, θυμούς, πείσματα και μουλαρώματα και τα άλλα παρελκόμενα των ορμονικών αλλαγών της ηλικίας, το καστ του θιάσου των καθηγητών άλλαζε. Τη φιλολογική μας μόρφωση ανέλαβε ένας αυστηρός γκριζομάλλης πόντιος, ο κ. Τεκ. που καυστικά χωρατά περί των πολιτικών και αθλητικών τεκταινόμενων της χώρας προκαλούσε αρκετό γέλιο στην τάξη για να καταπραΰνει τα πνεύματα και επιβάλει ησυχία στην τάξη. Με μια φυσιογνωμία που δεν γελούσε με τα δικά του αστεία, όπως οι πλέον πετυχημένοι κωμωδοί της πίστας, η ένταση της φωνής και οι συχνά απρόβλεπτες θυμωμένες αντιδράσεις του στις λίγες παρεκτροπές της τάξης, είχαν σπείρει μια μικρή δόση φόβου, ακόμα και στις ψυχές των πλέων άτακτων ανάμεσά μας.
O κ. Τεκ. συνδέθηκε με ένα επεισόδιο που κορύφωσε μέσα μου τα συναισθήματα του φόβου και
της ντροπής στα χρόνια του Λυκείου. Ένα χειμωνιάτικο
απόγευμα πριν την σχόλασμα, έγραψα με έναν μαρκαδόρο στο θρανίο κάτι υβριστικές
φράσεις με στόχο (ποιον άλλον;) τον Ηλ. και αφορμή δεν ξέρω ποια, αλλά αφορμή που από μια άποψη
θα δικαιολογούσε τέτοιο υβρεολόγιο· σε μια περίοδο που το bullying έδινε
και έπαιρνε στις αίθουσες και το προαύλιο, και γινόμουν συχνά ο στόχος προσβλητικών
αστείων και σχολίων, από τον Ηλ. και κυρίως την παρέα του. Το άλλο πρωί ο κ. Τεκ., μπροστά σε μια
τάξη που είχε παγώσει και βυθιστεί σε μιαν απόλυτη σιωπή από το συννεφιασμένο
πρόσωπο και ασυνήθιστα οργισμένο ύφος του, διάβασε από ένα χαρτάκι που κρατούσε
τις βωμολοχίες, που η καθαρίστρια αντίκρισε το προηγούμενο βράδι και του τις είχε
δείξει πριν τις σβήσει από το θρανίο. «Θέλω να ξέρω ποιος έγραψε αυτά τα αίσχη»,
ρώτησε την παγωμένη τάξη. Απαίτησε ο φταίχτης (που ήμουν εγώ!) να σηκωθεί και
να παραδεχτεί ευθαρσώς μπροστά σε όλους το πταίσμα του –«αν ήταν άντρας». Αν
όχι, καθώς είχε βάσιμες υποψίες για το ποιος το διέπραξε, θα ακολουθούσε μια κατ’
ιδίαν συζήτηση και οι συνέπειες θα ήταν πολύ χειρότερες. Η καρδιά μου χτυπούσε
δυνατά, ασταμάτητα. Είχα κοκκινίσει, παγώσει, και τα πέντε λεπτά αναμονής που ο
κ. Τεκ. περίμενε τον υπαίτιο να σηκωθεί και ομολογήσει το σφάλμα του μου φάνηκαν ώρες.
Σε εκείνα τα λεπτά βρέθηκα δυο-τρεις φορές στο μεταίχμιο να δείξω θάρρος και αυτό
που λέμε φιλότιμο και να παραδεχτώ την ενοχή μου. Το μυαλό μου, όμως, ζύγισε τις
διάφορες πιθανές εκβάσεις του επεισοδίου και τις σχετικές συνέπειες. Η ποινή θα
μετριαζόταν, αν ομολογούσα μπροστά στην τάξη; Μήπως ο κ. Τεκ. μπλόφαρε ως προς
τις υποψίες που είχε; Μήπως, λόγω πρότερης κοσμίας διαγωγής και αριστείας στα
γράμματα, ήμουν υπεράνω υποψίας; Γιατί έριχνε κάθε τόσο άγριες ματιές προς το
μέρος μου; Πόσο βαριά θα ήταν η τιμωρία ούτως ή άλλως; Σε ποιον βαθμό θα εμπλέκονταν
οι γονείς; Τι σάλος θα γινόταν και τι ρεζίλι θα γινόμουν! Είχα καλό όνομα ως
αριστούχος μαθητής σε όλο το σχολείο και μια τέτοια αποκάλυψη θα το μαγάριζε
ανεπανόρθωτα... Τι θα ακολουθούσε στο σπίτι; Τελικά, δεν βρήκα τα κότσια, ούτε
είχα ως νέος και πολλά είναι αλήθεια για να τα βρω. Ο κ. Τεκ., μετά από μια ακόμα
απειλή για τις συνέπειες που θα είχε αυτή η πράξη για τον ένοχο, που «σίγουρα
θα ανακαλυφθεί και τιμωρηθεί παραδειγματικά», συνέχισε σκυθρωπός και βαρεμένος με
το συνήθως κενό περιεχομένου μάθημα του. Το επεισόδιο τελικά ξεχάστηκε,
τουλάχιστον από τα αδιάφορα μέρη. Συνέχισε να με βαραίνει προσωπικά υπό την
σκιά του ενδεχόμενου ο κ. Τεκ. να ήξερε ότι ήμουν εγώ αυτός που έγραψε τα βρώμικα λόγια στο θρανίο, αλλά
πιθανώς είχα γλιτώσει κάτι χειρότερο: μιαν αποβολή, έναν διασυρμό μπροστά σε
ολάκερο το σχολείο, οι επιπτώσεις στο σπίτι, μέχρι και o εκτροχιασμός
των σπουδών μου. Το ηθικό αυτό βάρος κάπως
ελάφρυνε όταν έπεσε σύρμα ότι ο κ. Τεκ., παράνομα και διακριτικά, έκανε ιδιαίτερα σε μαθητές του
δικού μου και άλλων Λυκείων.
Τον κ. Τεκ.,
προς ανακούφιση πολλών, αντικατέστησε στην τελευταία τάξη του Λυκείου η κ. Μπαρ., μια μικρή το δέμας,
με γλυκό πρόσωπο και ήπιους τρόπους, φιλόλογος. Φαινομενικά εύκολος στόχος για
τους ταραξίες και τζαναμπέτηδες της τάξης. Κατάφερνε όμως και διατηρούσε τάξη
και πειθαρχία, πέρα από την αναπόφευκτη μουρμούρα στα πίσω θρανία κατά τις ώρες
πλήρους βαριεστημάρας και κούρασης, όπως προκαλούσε μια στοιχειώδη συμμετοχή
στα σημαντικά αντικείμενα κορμού των Ελληνικών που δίδασκε. Ίσως λόγω πείρας, ίσως
λόγω κουλτούρας, μόρφωσης και καλλιέργειας (που την έλλειψη τους άλλοι υποκαθιστούσαν
με αγριότητες), ίσως απλά επειδή ο προϊστάμενος άντρας της με γνωστό στην πόλη
όνομα δούλευε στο ίδιο σχολείο, ίσως γιατί, σε τελική ανάλυση, μετά από χρόνια
σε τέτοια δύσκολα περιβάλλοντα δεν «μασούσε», όπως λένε, κατάφερνε και
επιβαλλόταν σε μια τάξη από βαρβάτους πλέον νεαρούς. Άλλωστε, πλησίαζαν οι κρίσιμες
μέρες των Πανελληνίων και τα κεφάλια αυτών που ήθελαν να μπουν στο Πανεπιστήμιο,
«να πιαστούν από μια σχολή» (και εκπροσωπούσαν ένα μεγάλο ποσοστό της τάξης) αναγκαστικά
έσκυβαν στα γράμματα. Τα δίφραγκα για πολλούς τέλειωναν.
Είχα από την αρχή καταλάβει, καθώς πολιτικοποιούμουν, ότι με
την κ. Μπαρ. μοιραζόμαστε κοινές προοδευτικές αντιλήψεις και πίστευα ότι με εκτιμούσε, ως
αναδυόμενο αριστούχο στα περισσότερα αντικείμενα, αλλά και τις καλογραμμένες εκθέσεις
που περιείχαν αξιοσημείωτα λογοτεχνικά στοιχεία, συνήθως δανεισμένα από τα
βιβλία που διάβαζα. Κι όμως, κατάφερα προς το τέλος της χρονιάς να την
απογοητεύσω, ίσως μάλιστα και εξοργίσω. Στις εργασίες που μας ανάθεσε ανέλαβα
να αναλύσω το έργο ενός από τους λογοτέχνες που είχα διαβάσει και εξαντλήσει
στον ελεύθερο εξωσχολικό μου χρόνο: το έργο του Δημήτρη Χατζή. Αφιέρωσα χρόνο
και κόπο στην κριτική μου ανάλυση, έγραψα και καθαρόγραψα σελίδες, σελίδες
πολλές, που θα διάβαζα μπροστά σε ένα ακροατήριο, το οποίο την μοντέρνα
νεοελληνική και εξωσχολική λογοτεχνία εκτός των βιβλίων του ΟΕΔΒ, είχε από
καθόλου έως ελάχιστα διαβάσει και για αυτήν ο Δημήτρης Χατζής ήταν πιθανότατα ένα
άγνωστο τίποτε. Αν και το διάβασμα της εργασίας μου ξεκίνησε καλά και σε μια σχετική
ησυχία, παρατράβηξε σε χρόνο και οι ψίθυροι και η μουρμούρα σταδιακά εντείνονταν
καθώς η τάξη άρχιζε να χάνει το ελάχιστο αρχικό ενδιαφέρον και να βαριέται, ενώ
ο Ηλ., από το
πρώτο θρανίο που μοιραζόμαστε ακριβώς κάτω από την έδρα, από όπου καθιστός εκφωνούσα
την ομιλία μου, μου αποσπούσε την προσοχή με πειρακτικά σχόλια και μορφασμούς. Ως
αποτέλεσμα περισσότερο μιας νευρικότητας παρά των αστείων του Ηλ., άρχισα να
χαμογελάω ενώ διάβαζα και σε στιγμές μετά βίας κατάφερνα να συγκρατήσω το γέλιο
μου που το έπνιγα σε λυγμούς. Προσπέρασα αρκετές παραγράφους για να επιταχύνω
και ολοκληρώσω την διάλεξη, που εξελισσόταν πλέον σε φιάσκο στον απόηχο μιας
έντονης βαβούρας, αν όχι γενικού μπάχαλου. Η κ. Μπαρ., εμφανώς εκνευρισμένη, από το πίσω
μέρος της αίθουσας που στεκόταν, μόλις τέλειωσα την ανάγνωση βάδισε προς την
έδρα για να με επιπλήξει με ασυνήθιστα
άγριο ύφος για την γενική έλλειψη σεβασμού και αξιοπρέπειας κατά την παρουσίαση
της εργασίας μου. Ένιωσα γελοιοποιημένος και μπροστά της και μπροστά στην τάξη,
που ξαφνικά ησύχασε. Αργότερα στην σχολική χρονιά θα εξέφραζε την απογοήτευσή
της στον Πατέρα σε μια από τις αραιές επισκέψεις του στο Λύκειο, παρά τα
κομπλιμέντα για τις ικανότητές μου στη λογοτεχνική γραφή. Τουλάχιστον, κάπως
εξιλεώθηκα απέναντι στην κ. Μπαρ. προς τις τελευταίες μέρες του Λυκείου, όταν επέλεξε μιαν
από τις εκθέσεις μου να διαβαστεί μπροστά στην τάξη. Το αξιόλογο δοκίμιο μου
για το έργο του Δημήτρη Χατζή ξεχάστηκε σε κάποιο μπαούλο και χάθηκε. Το
περιστατικό όμως μιας ατυχέστατης ανάγνωσης στην τάξη τραυμάτισε την
αυτοπεποίθησή μου: με μια πληγή που η κάθε θύμησή του εμπόδιζε να επουλωθεί για
πολλά χρόνια μετά. Με επιβαρυμένη την αυτοπεποίθηση και σιγουριά, και την συνδρομή
από άλλες επίκτητες και γενετικές καταβολές, καταλαμβανόμουν από μια δυσανάλογη
και πολλές φορές αδικαιολόγητη από τις εκάστοτε περιστάσεις νευρικότητα, μέχρι
και πανικό, κάθε φορά που αναγκαζόμουν να βγω να μιλήσω μπροστά σε κόσμο.
Από την μεριά του, ο κ. Νοτ., ο μαθηματικός μας στο Λύκειο, επιβαλλόταν
αποκλειστικά με το βάρος και την τεράστια κοιλιά του, δηλαδή το ογκώδες παρουσιαστικό
του, και μιαν ανάλογα βαριά και βαθιά φωνή. Φαινόταν κατά βάθος καλόκαρδος
άνθρωπος, αν και δεν διέθετε την λεπτότητα και καλλιέργεια της φιλολόγου και
ήταν μέτριος δάσκαλος. Με συμπαθούσε και εκτιμούσε κι αυτός, ιδιαίτερα μετά από
κάτι επιτυχίες που είχα στα μαθηματικά με την Ελληνική Μαθηματική Εταιρία, και συχνά
έψαχνε στήριγμα σε μένα όταν τα μαθηματικά ερωτήματα και προβλήματα που έθετε δεν
έβρισκαν ανταπόκριση σε μιαν βουβή και απρόθυμη τάξη. Παρέμενα κι εγώ συνήθως αδρανής
σε τέτοιες ερωτήσεις, ως μετριόφρων και συνεσταλμένος, αλλά και για να ξεθωριάσω
κάπως τον τίτλο του «σπασίκλα» ή του «γλύφτη» που εύκολα η πλέμπα της τάξης
απένειμε σε καλούς μαθητές. Όμως, ο κ. Νοτ. αναπόφευκτα απευθυνόταν σε μένα καθώς ήταν
βέβαιος ότι γνώριζα την απάντηση. Ήμουν και εύκολος στόχος στο πρώτο θρανίο που
καθόμουν. Η μοναδική φορά που θυμάμαι την καλή και ήρεμη ψυχή του κ. Νοτ. να ταράζεται και τον
ίδιο να θυμώνει συνέβη όταν η μόνιμη μουρμούρα της τάξης διακόπηκε από μια
δυνατή πορδή από τα βάθη της τάξης, που αναπόφευκτα προκάλεσε χαχανητά στην
ολομέλεια. Ο κ. Νοτ. κατέβηκε από την έδρα, κατευθύνθηκε με αργά, βαριά βήματα προς τα πίσω θρανία
της αίθουσας, κοντά στην πηγή της πορδής, και με οργισμένη φωνή, είπε: «Είπαμε
να μιλάτε μεταξύ σας, είπαμε ακόμα και να γελάτε με τα αστεία σας, αλλά όχι και
να κλάνετε κιόλας!» Τα χαχανητά πολλών καταπνίγηκαν σε λυγμούς.
Το μάθημα των θρησκευτικών, η επανάληψη των ίδιων κενών μεσαιωνικών
δοξασιών και η ανία και αδιαφορία που μας προκαλούσαν, μας κυνηγούσε βασανιστικά
μέχρι την τελευταία χρονιά, παρόλο που πολλοί από μας είχαν πλέον, ξεκινώντας από
διαφορετικές αφετηρίες, απορρίψει την ύπαρξη του συγκεκριμένου θεού που μας
διακήρυτταν ή και κάθε θεού. Οι συζητήσεις με τον «αναρχικό» στις αντιλήψεις,
αλλά, κατά τα άλλα, ευφυέστατο, επιμελή και άριστο συμμαθητή, γιο μανάβη Ζαχ., που καθόταν στο δεύτερο
θρανίο πίσω μας με τον Ζ. κινούνταν πλέον στα πεδία της φιλοσοφίας του Καμύ και του Μαρξ. Τον κ. Αθαν. των χρόνων του
Γυμνασίου διαδέχτηκε ο ηπιότερος στους τρόπους και ο λιγότερο πολιτικοποιημένος
και δογματικός χαρακτήρας του κ. Παρ. Γείτονας στην Χαριλάου την τελευταία χρονιά του Λυκείου και
στα φοιτητικό χρόνια που ακολούθησαν, τον απαντούσα συχνά στον δρόμο ή στην πυλωτή
της πολυκατοικίας του να ξεσκονίζει ή και να πλένει το Hyundai του. Την
σχέση παπάδων και θεολόγων με υλικά αγαθά όπως το αυτοκίνητο, πολλές φορές στενότερη
από αυτή των «κοσμικών» δυσκολευόμουν να
κατανοήσω· την θεωρούσα υποκριτική. Ήταν όμως άνθρωποι και αυτοί του κόσμου μας
και για πολλούς ανάμεσά τους η «θεολογία» ο μόνος τρόπος για να εξασφαλίσουν
τον «άρτον τον επιούσιον» και τις ευκολίες και πειρασμούς που προσέφερε η
πρόοδος της καπιταλιστικής κοινωνίας. Τον χαιρετούσα πάντα με σεβασμό, παρά τις
όποιες αρνητικές σκέψεις και προκαταλήψεις. Αργότερα με συγχάρηκε για την
είσοδο στο Πανεπιστήμιο και ρωτούσε με ενδιαφέρον για την πρόοδο μου. Στη
θύμηση μου έμεινε για τον χαμηλότερο βαθμό που πήρα ποτέ σε σχολικό διαγώνισμα:
6 (έξι) – με άριστα το 20. Ο τελικός βαθμός στο μάθημά του ήταν ελάχιστα
αξιοπρεπέστερος: 13 – μεγάλη παρέκκλιση από τα στάνταρντ αριστείας που είχα συνηθίσει
την οικογένεια. Για τον Πατέρα δεν σήμαινε τίποτε, το προσπέρασε ως αστείο, η
Μάνα που διατηρούσε και σχέσεις καλής γειτονιάς αναστατώθηκε, στενοχωρήθηκε. Για
μένα ήταν ίσως και τίτλος τιμής, ένα μικρό δείγμα εξέγερσης. Ο κ. Παρ. όμως υπήρξε τότε
ακριβοδίκαιος και μάλλον επιεικής. Η αμέλεια για μαθήματα περιθωριακά,
ιδιαίτερα τα θρησκευτικά, με οδήγησε στο να παραμελήσω την ακολουθία της διδασκαλίας
της ύλης που αναγκαζόταν να μας διδάξει. Ενόψει του προβλέψιμου διαγωνίσματος προς
το τέλος του εξάμηνου μελέτησα (ή, καλύτερα, «πασάλειψα», όπως θα έλεγε η Μάνα)
το περιεχόμενο 1-2 κεφαλαίων πριν από το τρέχον στο οποίο εξεταστήκαμε· λόγω
αδιαφορίας, με άλλα λόγια, είχα μείνει 1-2 μαθήματα πίσω. Στα θεολογικά
ερωτήματα του διαγωνίσματος αυτοσχεδίασα τις απαντήσεις με έναν κοπανιστό αέρα
και άρπα-κόλλα από έξι χρόνους θρησκευτικών. Ένας θεολόγος της πείρας του κ. Παρπαρά εύκολα
διέκρινε την αφελή παράκαμψη από το ζητούμενα του διαγωνίσματος, μπορεί να το
εξέλαβε και ως χλευασμό προς τα θεία και τον ίδιο.
Το πάνθεο των καθηγητών που πέρασαν μπροστά μας και ανέβηκαν
την έδρα πάνω από το πρώτο θρανίο στο οποίο είχα καθηλωθεί τα τελευταία χρόνια το
συμπλήρωναν: Ο συμπαθητικός Χημικός του Λυκείου, κ. Ελευθ., που κέρδισε την
τάξη με το χαμόγελο και την ευγένεια του. Ένας φυσιογνώστης Καρα…κάτι, άσχετος
και άξεστος, με επαρχιώτικη προφορά και βλάχικα ξανθωπά χαρακτηριστικά, που το
ελάχιστο κύρος που θα μπορούσε να
εμπνεύσει εξατμίστηκε, όταν στην τάξη και το σχολείο διαδόθηκε ότι εθεάθη να
παρακολουθεί τσόντα σε ένα από τα πορνοσινεμά της πόλης. Ήταν ο μόνος που στα
χαχανητά μου, που τα προκάλεσαν μουρμούρες και αστεία του Ηλ. και του Ζ. από πίσω μου, με απέβαλε
από την τάξη.
Ουραγός στην καθηγητική κλίμακα, αν υπήρχε κάποια αξιολόγηση,
θα ήταν ένας άτυχος και άμοιρος, νεαρός ψυχολόγος, υποψήφιος διδάκτορας, προσωρινός
δάσκαλος ενός ασήμαντου μαθήματος ψυχολογίας, που κανένας ούτε καταλάβαινε,
ούτε είχε όρεξη να μελετήσει. Φορούσε γυαλιά, το πρόσωπο του ήταν γεμάτο σπυριά
ακμής («καυλόσπυρα» κατά τον Ηλ. και τους άλλους bullies της τάξης, που δεν έχαναν
ευκαιρία γύρω από τέτοια θέματα να δείξουν ότι οι ίδιοι είχαν ξεπεράσει το
στάδιο του αυνανισμού) και η φωνή του χαμηλών και λεπτών τόνων, με μια λέξη κακομοίρικη.
Μοιραία έγινε εύκολος στόχος της γαλαρίας. Όταν άγρια θηρία των σχολείων μυρίζουν
αδυναμία κοντά τους, ορμάνε και κατασπαράσσουν το θήραμά τους. Στην αίθουσα,
στην διάρκεια της παρουσίας του, πετιόνταν χαρτάκια, μολύβια και άλλα
αντικείμενα, μέχρι και προφυλακτικά. Η τάξη οργίαζε από χαχανητά, κραυγές,
επιφωνήματα, βρισιές. Πολλοί μπαινόβγαιναν χωρίς άδεια, αμέριμνοι, δήθεν για
κατούρημα πιο πιθανόν για τσιγάρο ή κοπάνα. Σε μιαν παρατήρηση που ο ψυχολόγος έκανε
σε πιο έντονη φωνή από αυτήν που μας είχε συνηθίσει στον Ηλ., αυτός σηκώθηκε, παραμέρισε
βίαια την καρέκλα μου, στάθηκε μπροστά στον ψυχολόγο με τις γροθιές σφιγμένες
και υψωμένες και αναφώνησε: «Τσαμπουκά, ρε!». Ο ψυχολόγος ταραγμένος και τρομαγμένος
διέκοψε το μάθημα και αποχώρησε από την αίθουσα, με την απειλή ότι θα αναφέρει το
περιστατικό στον διευθυντή: «Στ’ αρχίδια μου!» ήταν η απάντηση του Ηλ. Ο εν ενεργεία διευθυντής,
ο κ. Τεκ. εν
προκειμένω, δεν επενέβη, ούτε αυτήν, ούτε τις άλλες φορές που μια άγρια τάξη
ανάγκασε, με την συμπεριφορά της, τον ψυχολόγο μας να διακόψει το μάθημα και,
μερικές φορές με κλάματα, να το εγκαταλείψει στη μέση. Τον λυπόμουν και
συμπεριφερόμουν με σχετικό σεβασμό παρά την επιβλαβή παρουσία του Ηλ. δίπλα μου, παρά
την αδιαφορία για το μάθημα, παρά την κάκιστη ποιότητα της διδασκαλίας. Στα
μάτια μου έψαχνε κάποια συμπαράσταση στο μαρτύριο που κάθε φορά υφίστατο από
μια βάναυση τάξη. Δεν άντεξε πολύ καιρό στο σχολείο μας, ούτε η ψυχολογία στην
οποία κατά τα φαινόμενα εντρυφούσε φαίνεται να τον βοήθησε. Έναν χρόνο μετά, όντας
φοιτητής, τον συνάντησα στην βιβλιοθήκη ανάμεσα σε βιβλία να διαβάζει και κρατάει
σημειώσεις για την διατριβή του. Τον χαιρέτησα, επιχείρησε να ανοίξει μια
συζήτηση, την κράτησα σύντομη με ευγενικό τρόπο. Αργότερα στη διάρκεια του
Πανεπιστημίου τον πέτυχα νυχτερινές ώρες να περπατάει στην παραλία μόνος,
αξιολύπητος, και να σιγομιλάει στον εαυτό του. Ήταν η τραγικότερη φιγούρα των
χρόνων του Λυκείου, ανάμεσα σε καθηγητές και μαθητές.
No comments:
Post a Comment