Thursday, October 5, 2023

Εφηβικά - 4 Δάσκαλοι… (Γυμνάσιο)

 Περάσαν πολλοί καθηγητές από τις έδρες των αιθουσών μας. Επώνυμοι και ανώνυμοι, προσωρινοί και μόνιμοι. Άλλοι επιβλητικοί, με κύρος, άλλοι σούργελα και αντικείμενα περιφρόνησης. Άλλοι ευγενικοί και ήπιοι, με παιδεία, άλλοι άξεστοι αγριάνθρωποι -παρά τα πτυχία. Άλλοι παλιών σχολών, άλλοι νέοι, μοντέρνοι ή μοντερνίζοντες. Μερικοί εμφανώς ακροδεξιοί εθνικιστές, άλλοι αριστεροί, προοδευτικοί, συνδικαλισμένοι -αρχικά κρυφά και ανεκδήλωτα, αργότερα, με το κύμα της δήθεν «Αλλαγής» του ΠΑΣΟΚ που θα σάρωνε τον τόπο, περισσότερο εκδηλωτικοί, εντός ή και εκτός του σχολείου. Τόσο διαφορετικοί όσο και τα μόρια της μάζας της οποίας η διδασκαλία και εκπαίδευση σε μελλοντικούς πολίτες, άτομα της κοινωνίας, τους ανατέθηκε. Το κοινό χαρακτηριστικό στους χώρους του δημόσιου σχολείου που τους συνέδεε ήταν το λίγο ή το καθόλου μεράκι και η γενική έλλειψη ζήλου για το λειτούργημά τους, η διεκπεραιωτικότητα στα καθήκοντά. η απόσταση από το μαθητευόμενο ακροατήριο, το ποίμνιο και κοινό τους. Ο πολιτικός ψευδο-προοδευτισμός ελάχιστα συσχετίζεται με την ευσυνειδησία, ενώ ο ακροδεξιός εθνικισμός σημαίνει σκοταδισμό και οπισθοδρόμηση. Από τέτοιες τάσεις χρόνια ασθενούσε το καθηγητηλίκι και το ελληνικό δημόσιο.

Τα πρώτα χρόνια του Γυμνασίου απαιτούσαν πειθαρχία η οποία, εν πολλοίς, σχετικά εύκολα επιβαλλόταν, κυρίως λόγω του άγουρου της ηλικίας και ανωριμότητας των μαθητών. Η κ. Σαρ. η «αστή» από τα ρετιρέ της Βασιλίσσης Όλγας, η καλλιεργημένη φιλόλογος (οι περισσότεροι φιλόλογοι μου φαίνονταν καλλιεργημένοι και ίσως λόγω αντικειμένου όντως ήταν), με ζωηρά μάτια πίσω από κάτι χοντρά γυαλιά μυωπίας, το περιποιημένο, βαμμένο καστανόξανθο μαλλί και τα κομψά ανοιχτόχρωμα ταγεράκια, ήταν η πρώτη που μπήκε στην τάξη μας των πρωτοετών με τον αέρα πολλών χρόνων εμπειρίας στη δουλειά και την ζωή. Επιβλήθηκε περισσότερο με την σχετική κουλτούρα και το μορφωτικό της επίπεδο, αλλά και μιαν μεγαλοπρεπή χάρη που ανέδυε. Ο Πατέρας επισκεπτόταν το σχολείο αδιάλειπτα κατά τις σχολικές βραδιές γονέων και συναντούσε και συζητούσε με τον εκάστοτε φιλόλογο και μαθηματικό για την «πρόοδό» μου, καθώς θεωρούσε τα μαθήματά τους ακρογωνιαίους λίθους τουλάχιστον της γυμνασιακής παιδείας. (Μερικές φορές ίσως να έλεγε και κανα δυο κουβέντες με τον συνάδελφο φυσικό ή χημικό – με τούτους όμως πιο πολύ για να συστηθεί ως συνάδερφος και να κάμει επίδειξη γνώσεων και ανωτερότητας. Τους φυσιογνώστες τους περιφρονούσε και αγνοούσε ως σκράπες, απόφοιτους υποδεέστερων σχολών.) Πάντως, είχε εκτιμήσει την κ. Σαρ. για την ευγένεια και ευπροσηγορία της: «Εξαιρετική φιλόλογο έχεις!», μου έλεγε. Μου έμεινε το: «Πιστεύω τω φίλω. Πιστόν φίλον εν κινδύνοις γιγνώσκεις» από εκείνη την πρώτη χρονιά του Γυμνασίου με την πρώτη μου φιλόλογο. Όχι πολλά άλλα. Κι ας ήταν «εξαιρετική» φιλόλογος, κι ας αγαπούσα από παιδί το λογοτεχνικό διάβασμα.

Αντίθετα, ο φιλόλογός της Β’ τάξης δημιούργησε σ’ έναν αρνητικά προδιατεθειμένο Πατέρα άσχημη εντύπωση, ασχημότατη. Ο κ. Αλεξ. ήταν φιλολογάκος παλιάς κοπής και σχολής. Είχε ψώνιο, όπως πολλοί φιλόλογοι (και όχι μόνον) στην Ελλάδα του τότε και μέχρι και σήμερα, με τα Αρχαία Ελληνικά, μια από τις ψώρες του έθνους και του Υπουργείου Παιδείας (και Θρησκευμάτων). Το πάθος του αυτό το διοχέτευσε στη συγγραφή και έκδοση ενός εγχειρίδιου με τις κλίσεις ανώμαλων ρημάτων της αρχαίας ελληνικής. Ήταν φαίνεται το opus της φιλολογικής του καριέρας, η συνεισφορά του στην σύγχρονη συνέχεια του αρχαιοελληνικού πολιτισμού. Το διαφήμιζε διακριτικά στην τάξη και «ενθάρρυνε» να το εφοδιαστούμε ως «βοήθημα» στις εξετάσεις του σχολείου. Το αγόρασα κι εγώ από το τοπικό βιβλιοπωλείο που μάλλον αποκλειστικά το προωθούσε. Μετά από μια ανέκδοτη στιχομυθία, η πρώτη γνωριμία του Πατέρα με τον κ. Αλεξεξελίχθηκε σε μιαν έντονη λογομαχία -περί της σημασίας ή και του τρόπου διδασκαλίας των αρχαίων ελληνικών, θα υπέθετε κάποιος. Η φωνή του Πατέρα από το ενδότερα του κτιρίου αντήχησε μέχρι το προαύλιο όπου τον περίμενα ανήσυχος και, βέβαια, θα συνέλαβε τον σαστισμένο φιλόλογο, ασυνήθιστο σε τέτοιες αντιδράσεις από γονιούς με μέτρια μόρφωση και συμπλέγματα  κατωτερότητας, εξαπίνης. Έκτοτε, στη διάρκεια της σχολικής χρονιάς, κάθε αναφορά στα Αρχαία Ελληνικά και τον κ. Αλεξ. προκαλούσε τα σαρκαστικά σχόλια του Πατέρα, με λογοπαίγνια και αναγραμματισμούς των χρόνων και κλίσεων του ρήματος «έχω» στα αρχαία: το αρχικό σ- του σ-έχω που μετατράπηκε μεταγενέστερα σε δασεία, τα «έσχον» και «έσχηκα» του αόριστου και παρακειμένου, κ.ο.κ.

Η κ. Κωνστ., η μαθηματικός των πρώτων χρόνων, ήταν μια κοντή και γεματούλα γυναίκα, με απεριποίητα μαύρα μαλλιά, έντονο άγριο βλέμμα (και ίσως ανάλογη προσωπικότητα), μια αγέλαστη φυσιογνωμία και άχρωμη και βαριεστημένη φωνή, σαν η διδασκαλία να της φαινόταν αγγαρεία και το ακροατήριο γενικά ανεπίδεκτο -τυπικά χαρακτηριστικά αρκετών δασκάλων των μαθηματικών. (Εξάλλου, χρωματιστές φωνές ή κάποια ρητορική δεινότητα ελάχιστα βοηθούν στη μεταδοτικότητα των μαθηματικών.) Παρέδιδε με το αριστερό της χέρι μέσα από πέτο του βαριού και μακριού παλτού που φορούσε, σαν τον Ναπολέοντα Βοναπάρτη, και το δεξί μόνιμα να κρατάει μια κιμωλία. Από τους πρώτους και αυτή που μπήκαν στην τάξη, προκάλεσε ένα μικρό δέος, που πιο πολύ πήγαζε από το μάθημα που δίδασκε παρά την ίδια: γενικά οι μαθηματικοί κι ο τρόπος που χειρίζονται αριθμούς και σύμβολα στον πίνακα, για πολλούς ακατανόητα και μαγικά, συχνά εγείρουν τον θαυμασμό, ιδιαίτερα σε ένα αμύητο στα μαθηματικά ακροατήριο και ασχέτως του επιπέδου κατανόησης. Μέχρι και δέος σε μερικούς σαν και μένα που γαλουχήθηκαν στην σπουδαιότητά τους ή ως δυνητική καριέρα λίγων «προικισμένων» στο μυαλό.  Κατάφερε η κ. Κωνστ. να «ψαρώσει» και τον Πατέρα στη επαφή τους στη πρώτη βραδιά γονέων με ένα απότομο: «Α! Του Μπ. ο Πατέρας είστε; Χάλια τα πηγαίνει ο γιος σας, χάλια!» Ο Μπ. ήταν ο διπλανός μου στο θρανίο, με παρεμφερές επώνυμο· ένα καλοκάγαθο παιδί, αλλά, ας πούμε, αμβλύ απέναντι στα μαθηματικά και γενικότερα τα μαθήματα. Τον βοηθούσα όσο μπορούσα σε διαγωνίσματα, χωρίς όμως ουσιαστικό αποτέλεσμα, καθώς απλά: «δεν τα έπαιρνε». Με την έκπληξη του Πατέρα ή και την πνευματική συγκρότησή του, η κ. Κωνστ. αντιλήφθηκε έγκαιρα το σφάλμα της, επαίνεσε συγκρατημένα και με το στεγνό της ύφος τις αρχικές επιδόσεις μου, κι επιστρέψαμε σπίτι ικανοποιημένοι από το βάφτισμα του πυρός στον κόσμο των μαθηματικών. Το πρώτο σκαλοπάτι από την αριθμητική του Δημοτικού στην Άλγεβρα του Γυμνασίου το είχα ανέβει εύκολα. Δεν θα ήταν, όμως, παιδαγωγικός ο τρόπος της κ. Κωνστ. αντιμετώπισης γονιών κάποιου που δεν τα κατάφερνε στο μάθημά της.

Ο κ. Αθαν., ο θεολόγος, ο βλοσυρός υποδιευθυντής του Γυμνασίου, ο ασυμβίβαστος συντονιστής αγιασμών, κυριακάτικων εκκλησιασμών, της πρωινής προσευχής, κτλ. επίσης κατάφερνε, χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια, να επιβάλλει την απόλυτη ησυχία και πειθαρχία στο μάθημά του. Δεν ήταν μόνο το αυστηρό «παπαδοπουλικό» μουστάκι, που μόλις κάλυπτε ένα υπεροπτικό μειδίαμα, ή το σκούρο κουστούμι και η γραβάτα που φορούσε. Ούτε ήταν η ευφράδεια με την οποία κήρυττε τις αερολογίες των θρησκευτικών και ανέλυε το ευαγγέλιο και τα τροπάρια. Τα είχαν τέτοιου είδους χαρίσματα οι θεολόγοι, παρά την ανία που κυρίευε όλους μας, θρησκευόμενους ή άθρησκους, σε μαθήματα ουσιαστικά κατήχησης και τις τελετές της ορθοδοξίας, στις οποίες υποχρεωνόμασταν με τον στανιό να στεκόμαστε. Ποιος ξέρει; Ήταν ο φόβος του θεού που λάνθανε ακόμα σε νεαρές ψυχές, ήταν η ορθόδοξη εκκλησία που είχε διεισδύσει για ιστορικούς λόγους βαθιά στις συνειδήσεις σχεδόν κάθε ελληνικής οικογένειας; Όταν σε μιαν απάντηση μου σε ένα από τα ερωτήματα του κ. Αθανασιάδη προς την τάξη, στην οποία απάντηση διέκρινε ψήγματα αμφιβολίας ως προς την ύπαρξη του θεού και των χαρακτηριστικών παντοδυναμίας και άλλων που του αποδίδει η εκκλησία, αφιέρωσε το υπόλοιπο του σαρανταπεντάλεπτου του μαθήματος και ένα μέρος του διαλείμματος για να διαλύσει τέτοιας λογής αιρετικούς σπόρους αμφισβήτησης. Συχνά στα λογύδρια του αναφερόταν και έκανε την σχετική πολεμική στον σατανικό μαρξισμό και τα κομμουνιστικά-ολοκληρωτικά καθεστώτα πίσω από το σιδηρούν παραπέτασμα, τους κύριους φορείς ενός υλιστικού αθεϊσμού, καταστάσεις όμως για τα οποία είχαμε ακόμα μόνο μια νεφελώδη εικόνα. Ήθελε να προπαγανδίσει, να προλάβει και προκαταλάβει ανήσυχες αντιλήψεις. Ή και να αποτρέψει κάποια μελλοντική επανάσταση. Ο ακόμη τότε συνεπής αριστερός Πατέρας πρόκανε, μπροστά σε μένα και την Μάνα, να τον χαρακτηρίσει ως έναν «φασίστα» που κουβαλούσε τις αντικομμουνιστικές ψυχώσεις της μετεμφυλιοπολεμικής εποχής και της χούντας.

Υπήρχαν και άλλοι φορείς με κατάλοιπα χουντικής νοοτροπίας, λιγότεροι πολιτικοποιημένοι από τον κ. Αθαν., αλλά εξίσου προσκολλημένοι σε ακραία εθνικιστικά και ελληνορθόδοξα δόγματα. Όπως ο κ. Τοπ., ο γυμναστής με την προεξέχουσα κοιλιά κάτω από την φόρμα γυμναστικής και συντηρητικό μουστάκι παρόμοιο με του κ. Αθαν. Το κύριο περιεχόμενο των μαθημάτων φυσικής αγωγής που «παρέδιδε», μετά από λίγο τροχάδην και αρκετά λεπτά ανώδυνων για τα κορμιά μας προτάσεων-ανατάσεων-εκτάσεων, απάρτιζε η διδασκαλία του απλού καλαματιανού, του πιο σύνθετου τσάμικου και, αν υπήρχε χρόνος, και άλλων εθνικών χορών, όπως και η βασανιστική προετοιμασία για την συμμετοχή στις μαθητικές παρελάσεις ενόψει εθνικών ή θρησκευτικών γιορτών. Ο τελικός βαθμός στο μάθημα του ήταν συνάρτηση των δεξιοτήτων μας σε εκείνους του ελληνικούς χορούς, αλλά και του ζήλου και παραστήματος που επιδεικνύαμε, ατομικά και ομαδικά, στιν.ς παρελάσεις.

Η νεαρά και όμορφη δις Καγκ. έφερνε δροσιά και χαλάρωση σε μια τάξη που τα νεύρα της τέντωναν ή την υπομονή και αντοχές της εξαντλούσαν οι άλλοι καθηγητές. Μας δίδασκε Γεωγραφία και με το ελαφρύ της μάθημα έφερνε και κάτι τις άλλο. Έφερνε τον πόθο και φούντωνε τις εφηβικές ορμές. Πολλοί από εμάς, άρρενες στη δίνη των πρωτόγνωρων ορμονικών αλλαγών της ηλικίας, αποχαυνώνονταν από το εύσχημο κορμί της και, μοιραία, παρασύρονταν σε φαντασιώσεις και ημερήσιες ονειρώξεις από την θέα ενός ωραίου γυναικείου κορμιού σε ένα στενό ολόσωμο φόρεμα πέραν από μιαν γλυκιά φωνή. Είχαν το αποτέλεσμα τους τέτοιες φαντασιώσεις σε εφηβικά μυαλά: στην πηχτή μάζα σπέρματος πάνω στο κάθισμα του τελευταίου θρανίου που πήρε το μάτι μου ένα απόγευμα μετά το τέλος της τάξης της. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι η δις Καγκέλη κατάφερνε και επέβαλλε ησυχία στην τάξη, πέρα από λίγους ψιθύρους και γελάκια στα θρανία της γαλαρίας με την γλυκύτητα και την σεξουαλικότητα της.

Ο άλλος νεαρός των πρώτων τάξεων του Γυμνασίου, μάλλον «έκτακτος» και προσωρινός, πριν κάποιο μόνιμο διορισμό μέσω επετηρίδας, ήταν ο Χημικός μας. Θρέμμα της γενιάς του Πολυτεχνείου, αντι-συμβατικός και αμφισβητίας, ίσως και αναρχικός ή αντι-εξουσιαστής πριν το πτυχίο, είχε μούσι, φορούσε γυαλάκια στυλ John Lennon και ερχόταν στο μάθημα με ένα χακί χιτώνιο. Δεν θυμάμαι πολλά από την Χημεία που ίσως να επιχείρησε να διδάξει τις λίγες ώρες που του ανατέθηκαν, αλλά  θυμάμαι να ανοίγει τις παραδόσεις του με κάποιο πικάντικο ανέκδοτο και να τα κλείνει με συζητήσεις για την ροκ μουσική, τους Pink Floyd και άλλους καλλιτέχνες του είδους. Έφυγε από την τάξη και το Γυμνάσιο σε ανύποπτο χρόνο. Καμιά έκπληξη. Φαντάζομαι πόσο δύσκολο θα ήταν για έναν άνθρωπο σαν κι αυτόν να συνεργαστεί και συνυπάρξει στους ίδιους χώρος με τύπους όπως ο κ. Αθαν. ή ο κ. Τοπ. ή ο κ. Αλεξ. Αλλά είχε, καθόλου περιέργως, δημιουργήσει αντιπάθειες ανάμεσα και στο πιο «αντιδραστικό» ή «συντηρητικό», από οικογενειακές καταβολές και προκαταλήψεις, κομμάτι των συμμαθητών μου. Ο Ηλ. ήταν ο γιος καραβανά-αξιωματικού, με ιδεολογικοπολιτικές πεποιθήσεις τυπικές οικογενειών στρατιωτικών της χούντας και των πρώτων χρόνων της μεταπολίτευσης. Το αλφάβητο έφερε τα επώνυμα μας το ένα μετά κοντά στο άλλο στις αλφαβητικές λίστες που χρησιμοποιούνταν για να μας ταξινομήσουν σε τμήματα και θρανία, και εμάς τους δύο για τη μεγαλύτερη διάρκεια της φοίτησης στο A΄ Γυμνάσιο και Λύκειο Αρρένων, δίπλα-δίπλα στο θρανίο. Ήταν αυτός πρώτος που στην τάξη αντιπαρατέθηκε και στα διαλείμματα χλεύασε τις μουσικές προτιμήσεις στο προοδευτικό ροκ του αμφισβητία Χημικού μας. Ήταν μια εποχή που πολιτικές κλίσεις και είτε ένας κομφορμισμός, είτε μια αμφισβήτηση εκδηλώνονταν στην πλατεία Ναβαρίνου με πολλές φορές με γιαουρτώματα και βίαιες  ανάμεσα στα ατημέλητα «φρικιά» της ροκ και τα καλοντυμένα και περιποιημένα «τσινάρια» της disco, του John Travolta και του Grease. Οι τελευταίοι, και ο Ηλ., ο ωραίος, ο αθλητικός, ο κοινωνικός τύπος με το μπραβάντο και τσαμπουκά γιων αξιωματικών και αστυνομικών Ηλ., είχαν ένα αδιαμφισβήτητο συγκριτικό πλεονέκτημα και τελικά πρόωρες κατακτήσεις ανάμεσα στα κορίτσια των «θηλέων» της πόλης, που πολλοί άλλοι κρυφά ζηλεύαμε.

No comments:

Post a Comment