Tuesday, July 23, 2024

29 - Φοιτητικά: Στροφή Πλεύσης

Λίγοι από την φουρνιά μου είχαν καταλάβει πως πέρασαν τέσσερα και βάλε χρόνια στο πανεπιστήμιο. Κι εγώ μόλις είχα αρχίσει να συνειδητοποιώ ότι η φοιτητική ζωή, που κάποτε την προσδοκούσα ως έναν καιρό κορύφωσης της προσωπικής ευτυχίας και ελευθερίας, έβαινε προς την τελική της ευθεία. Από αισθηματική άποψη βρισκόμουν λίγο-πολύ σε μια κατάσταση μοναξιάς παρόμοια με κείνη του πρώτου έτος, και οι προοπτικές, ακόμα και μέσα από την γούρνα της οργάνωσης, φαίνονταν χλωμές. Πορευόμουν με την παρηγοριά των όσων ερωτικών εμπειριών και αναμνήσεων κατάφερα να μαζέψω τέσσερα χρόνια (δεν ήταν ούτε πολλές, ούτε πλούσιες), τις μερικές στενές φιλίες μέσα από την οργάνωση, τις νύχτες της καψούρας στο «Μπαλκονάκι», και τις άλλες ταβέρνες με ζωντανή μουσική που συχνάζαμε· καψούρες, άλλοτε για τα μακρινά και χαμένα κορίτσια του παρελθόντος, άλλοτε με κάποιο ανέφικτο ή φανταστικό αντικείμενο των αισθημάτων μας. Σε κάθε περίπτωση, το λαϊκό τραγούδι σε συνδυασμό με το πιοτό φούντωναν τις λίγες σκόρπιες αναμνήσεις και τα συναισθήματα που στίχοι και μελωδίες επικαλούνται και ανασύρουν από μέσα μας.

Από την άλλη μεριά, σκέψεις για το άλμα στη ζωή μετά το πτυχίο κυριαρχούσαν στο νου μου: όνειρα επαγγελματικά για το μέλλον με ζητούμενα την απελευθέρωση από τα δεσμά της οικογένειας και την απαλλαγή από το ψυχικό βάρος που ασκούσε και, εν τέλει, την κατάκτηση μιας οικονομικής αυτοδυναμίας, αναγκαία συνθήκη πάντα για την ανεξαρτησία και τη διεύρυνση της προσωπικής ελευθερίας, που όλοι μας κατά βάθος διακαώς επιθυμούμε. Τέτοιες σκέψεις και όνειρα άρχισαν κυριαρχούσαν στην ύπαρξη και τις κινήσεις μου, και άρχισαν να διαμορφώνουν επιλογές, αποφάσεις και ενέργειες εκείνο το τελευταίο έτος. Έτσι, η ερωτική μοναξιά του χειμώνα του 1985 μετά το καλοκαίρι με την Ε, με προσπέρασε χωρίς τις φάσεις της βαθιάς μελαγχολίας των πρώτων χρόνων.

Η «επιστήμη μου», όπως θα έλεγε η Μάνα, αποκτούσε βαθμιαία το προβάδισμα, όπως ίσως θα έπρεπε. Όνειρα για μακρινά ταξίδια, για παραπάνω σπουδές στο εξωτερικό, για κάποια επαγγελματική καταξίωση στο επιστημονικό μου αντικείμενο, πλάθονταν με ζωηρότερα χρώματα καθώς πλησίαζε η ώρα της αποφοίτησης, την οποία δεν είχα κανένα σκοπό να αναβάλλω όσο γλυκιά κι αν φαινόταν η ζωή που θα άφηνα πίσω. Ο Η, με τις εξαιρετικές επιστημονικές γνώσεις, εργατικότητα και ικανότητες, που μοιραζόμαστε το μοναδικό υπολογιστή του εργαστηρίου, ο αντικοινωνικός Ζ με τα αλλεπάλληλα στρογγυλά «10» στις εξετάσεις, και οι δυο τους μόνιμα απόντες από φοιτητικά γλέντια και πάρτι και γενικά αυτό που λέμε «ζωή», γίνονταν πρότυπα που όφειλα να μιμηθώ αν ήθελα να πετύχω. Είχαν ήδη βάλει μπρος, όπως και άλλα, λιγότερα λαμπερά αστέρια του έτους, να σχεδιάζουν με σοβαρότητα το μέλλον τους μετά την αποφοίτηση. Φαντάζονταν ρεαλιστικά και εφικτά εκείνα τα σχέδια. Αν ήταν για τον Η και τον Ζ, γιατί όχι και για μένα; Και άρχισαν να με ενθουσιάζουν και συνεπαίρνουν. Η λαχτάρα της αλλαγής και του καινούργιου πάντα συναρπάζει τα νιάτα. Το μέλλον ανοιγόταν ακόμα άπλετο, οι ορίζοντες πλατιοί.

Όσον αφορά την άλλη όχθη της φοιτητικής μου ζωής, την πολιτική δραστηριότητα: είχα εδώ και μερικούς μήνες στρατολογηθεί και από το κόμμα. Η ένταξη σε αυτό από την οργάνωση προτάθηκε ως ένας τίτλος τιμής που απονέμεται σε δραστήριους, συνεπείς και ιδεολογικά συνειδητοποιημένους νεολαίους, όπως κατά γενική παραδοχή υπήρξα τα δυο προηγούμενα χρόνια. Δέχτηκα με μισή καρδιά «την τιμή που μου γινόταν», χωρίς εμφανείς αντιδράσεις, παρά την πολιτική και υπαρξιακή καμπή στην οποία ήδη βρισκόμουν. Εκ των υστέρων ένιωσα ότι δεν επέδειξα ισχυρή θέληση και κατά κάποιο τρόπο υπέκυψα και πάλι σε πιέσεις από το βαρύ πολιτικό  περιβάλλον γύρω μου και έγινα μέλος, όπως κάποιος από μαθητευόμενος ακούσια αναβαθμίζεται σε κανονικό εργάτη μετά από μια περίοδο πρακτικής εξάσκησης και δοκιμής στη δουλειά. Για πολλούς συντρόφους η ένταξη στο κόμμα ήταν «η τιμή και το καμάρι» τους· όφειλα να το αντιμετωπίσω έτσι, μου είπαν, αν και ούτε τιμή ένιωσα, ούτε καμάρωνα για την επιλογή μου. Είχα ήδη αποθαρρυνθεί από την βασανιστικά μικρή επιρροή του κόμματος στις «πλατιές λαϊκές μάζες»· είχα απογοητευθεί από τη στροφή που έπαιρνε ο «υπαρκτός σοσιαλισμός» προς έναν βάλτο στασιμότητας, ενώ εξακολουθούσε άκριτα να παραμένει το ιδανικό μοντέλο του κόμματος για την κοινωνία του μέλλοντος. Άρχισα, σταδιακά και πλέον συνειδητά και ευθαρσώς να αντιστέκομαι στις πιέσεις της καθοδήγησης (το «τράβηγμα από το μανίκι», που έλεγαν) και να απαγκιστρώνομαι από τα καθήκοντα που ακατάπαυστα ανατίθεντο, ακόμα και να μουλαρώνω με στελέχη-αφεντικά. Εγκατέλειπα τη μια μετά την άλλη τις αυταπάτες περί «επαναστατικού» μετασχηματισμού της κοινωνίας. Δεν είχαν την διάθεση πλέον να υποτάξω σκέψη και πράξη, και εν τέλει ένα σημαντικό κομμάτι της ύπαρξης και του χρόνου μου, σε μιαν υπόθεση με ασήμαντη, από τα μέχρι τότε δεδομένα, πιθανότητα πραγμάτωσης, τουλάχιστον εντός των χρονικών ορίων μιας προσωπικά και κοινωνικά ωφέλιμης ζωής.  Έβλεπα ότι η σοσιαλιστική πραγματικότητα πίσω από το «παραπέτασμα», στην οποία το κόμμα αταλάντευτα και με εκνευριστική προσήλωση προσέβλεπε, απείχε παρασάγγες από κάποιο κοινωνικό παράδεισο, με οποιαδήποτε μέτρα και σταθμά να την έκρινε κάποιος. Ο «υπαρκτός σοσιαλισμός» παρουσιαζόταν τελευταία χλωμός και αδύναμος να ανταγωνιστεί με την αντιπέρα καπιταλιστική όχθη και είχε εισέλθει σε μια φάση παρακμής, αν και όχι ακόμα κατάρρευσης και πλήρους αποσύνθεσης. Η περεστρόικα και η γκλάσνοστ του Γκορμπατσώφ και της ηγεσίας τους ΚΚΣΕ, ένα κόμμα και την ηγεσία του που ανέκαθεν αντιμετωπίζαμε με δέος, σε εκλάμψεις αυτοκριτικής ειλικρίνειας και πραγματισμού απέναντι στην κατάσταση που το σοσιαλιστικό στρατόπεδο βίωνε και που ως τότε το δικό μας ΚΚΕ με κάθε τρόπο εξωράιζε[LI1] , είχαν εξαγγελθεί νωρίς το 1986. Έφεραν αυτό το κόμμα της «κομμουνιστικής ορθοδοξίας» και τα πλέον σκληροπυρηνικά και δογματικότερα των στελεχών του σε μια άνευ προηγουμένου κατάσταση αμηχανίας, αναστάτωσης, ενδοσκόπησης, ως και εσωκομματικού πανικού, και ενώπιον μιας επιτακτικής, αλλά μάταιας όπως φάνηκε, αναθεώρησης μιας ιδεολογικής ψυχής που χανόταν. Ωστόσο, την κατάρρευση που σε λίγα χρόνια θα επερχόταν δεν την περίμεναν ακόμα και οι πλέον απαισιόδοξοι ανάμεσά μας.  

Με την προσοχή λιγότερο αποσπασμένη από τα κομματικά, προσδοκούσα με ανυπομονησία το δικό μου εγγύς μέλλον. Το έπλαθα μακριά από τη γενέτειρά μου, με γνώσεις που στο αντικείμενο μου φαίνονταν απελπιστικά ελάχιστες, αλλά τουλάχιστον ένα «χαρτί» με τη βούλα της αριστείας παραμάσχαλα, σε ένα μονοπάτι περαιτέρω γνώσης και επαγγελματικής καταξίωσης και, το σημαντικότερο, της οικονομικής ανεξαρτησίας, η οποία, ως γνωστόν, βρίσκεται στον πυρήνα μιας ουσιαστικής προσωπικής ελευθερίας. Πολλές από τις επιστημονικές φιλοδοξίες και οράματα καταξίωσης των τελευταίων μαθητικών μου χρόνων ξαναζωντάνεψαν, περιχαρακωμένες αυτήν την φορά από ένα πιο ώριμο και πραγματιστικό πλαίσιο. Δούλεψα με μεράκι τη διπλωματική εργασία μου με τον Δ, έναν νεαρό, πρόσφατα εκλεγμένο λέκτορα, που τελείωνε την στρατιωτική θητεία και στον οποίο ο Καθηγητής Κ ανέθεσε την επίβλεψή μου. Θα ήμουν ο πρώτος φοιτητής που την πτυχιακή δουλειά του θα επέβλεπε ο Δ. Παρόλο που ενδόμυχα, περισσότερο για κάποιαν βοήθεια που δυνητικά θα μπορούσα να αντληθεί από την συνεργασία με μιαν επιστημονική αυθεντία ή πανεπιστημιακή προσωπικότητα εμβέλειας πέρα από τον μικρόκοσμο της σχολής, όπως αυτή του Καθηγητή Κ, αδιαμαρτύρητα προσαρμόστηκα στην πραγματικότητα που πρόσφερε η άμεση και στενή συνεργασία με τον πιο προσβάσιμο Δ. Εντυπωσιάστηκα, είναι αλήθεια, με την ευφυΐα του, γέλασα πολύ με τα ευφυολογήματά του. Το σφίξιμο, η απόσταση, η έλλειψη αμεσότητας που επικρατούσε στις συζητήσεις με τον Καθηγητή Κ, μετατρέπονταν σε οικειότητα στο γραφείο του Δ, όπου οι επιστημονικές συζητήσεις και ανταλλαγές ιδεών, διακόπτονταν από έντονες πολιτικές και ιδεολογικές αντιπαραθέσεις. Στεκόταν στην αντίπερα πολιτική όχθη της εποχής. Μετρημένος, παραδοσιακά συντηρητικός, λόγω οικογενειακών καταβολών, ενώ εγώ ακόμα ένθερμος και περήφανος κομμουνιστής, να υποστηρίζω με ζήλο την μαρξιστική κοσμοθεωρία μου. Μέσα από εκείνη την επιστημονική συνεργασία και συζητήσεις θα γινόμαστε φίλοι. Ο ίδιος, όντας στα πρώτα ακαδημαϊκά βήματα του μετά το δικτατορικό, πάσχιζε για επιστημονική αναγνώριση, ενώ εγώ από την μεριά μου, όπως γράφηκε, έτρεφα φιλοδοξίες για επιστημονική καταξίωση αρχικά εκτός Ελλάδας, πρώτα και κύρια στην Αμερική, για την οποία άρχιζα να βάζω πλώρη.

Περιττό να προσθέσω ότι η έλλειψη γυναικείας παρέας, μετά το κλείσιμο της σχέσης με την Ε, εξακολουθούσε να με απασχολεί στα διαλείμματα μιας εντατικοποιημένης μελέτης. Τα περισσότερα βράδια, στον μεγάλο άδειο χώρο στον τέταρτο όροφο του κτιρίου της σχολής, που είχε βαφτιστεί «εργαστήριο», περνούσαν μοναχικά, αλλά με αρκετή όρεξη και ενθουσιασμό· μπροστά στο ένα μοναδικό IMB/AT PC του τομέα, για τη χρήση του οποίου ανταγωνιζόμουν, πολλές φορές με διαξιφισμούς, με τον κορυφαίο φοιτητή του έτους, τον Η, ο οποίος ήταν εξίσου αν όχι περισσότερο φιλόδοξος. Και φαινόταν προορισμένος να πετύχει, καθώς πέρα από έμφυτη ευφυΐα, την μελέτη του διέκρινε απαράμιλλη εργατικότητα, συγκέντρωση και οργάνωση. Όντας πιστός στην κοπελιά του από το σχολείο, την οποία επισκεπτόταν περιοδικά στην Αθήνα, έχοντας εξαρχής εγκαταλείψει κάθε επαφή με την οργάνωση, δεν είχε τα ερωτικά και κομματικά αλισβερίσια που αποσπούσαν μέχρι το τελευταίο έτος την προσοχή και σπαταλούσαν τον χρόνο μου.

Εκείνα τα βράδια του εργαστηρίου, όμως, προς το τέλος της «δουλειάς» ήταν βαριά· όταν και τα τελευταία φώτα στους διαδρόμους έσβηναν, όταν η μοναξιά του χώρου και της νύχτας με περικύκλωνε· όταν έπρεπε κουρασμένος να πάρω το δρόμο για το πατρικό σπίτι, αντί για κάποια ζεστή αγκαλιά, που όλοι οι νέοι ποθούμε τέτοιες στιγμές. Η μοναξιά βάραινε την ψυχή περισσότερο τα σαββατόβραδα, τα προδιαγραμμένα από πολλούς για έρωτα· τέτοια βράδια, όπως συνήθιζε να λέει ο Α, η «μισή Θεσσαλονίκη γ***ει.»  Σαν τον έρωτα που αντηχούσε πίσω από τον τοίχο του σαλονιού μας, από τους αναστεναγμούς της γειτόνισσας, μια σαββατιάτικη μεταμεσονύκτια ιεροτελεστία από το ώριμο ζευγάρι που επέστρεφε από βραδινή έξοδο. Η παρατεταμένη έλλειψη συντροφιάς, η «παρατεταμένη αγαμία» κατά την φοιτητική αργκό, οδηγεί αναπόφευκτα σε μικρο-διαστροφές, όπως αυτή της ηδονοβλεψίας ή της ωτακουστίας πράξεων τρίτων. Με το άνοιγμα τις πόρτας του ασανσέρ στον όροφό μας η καρδιά ανασκιρτούσε, σαν τον εθισμένο που το αντικείμενο της διαστροφής του βρισκόταν, μετά από μέρες στέρησης, σε απόσταση αναπνοής. Σε λίγα λεπτά θα γονάτιζα με το αυτί στον τοίχο που χώριζε το σαλόνι από την κρεβατοκάμαρά τους. Ήχοι, αναστεναγμοί, ψίθυροι, τριξίματα, που προσδοκούσα με λαχτάρα και γινόταν ακομπανιαμέντο στη μικροχαρά μιας τελικά ένοχης αυτοϊκανοποίησης. Μετά σκοτάδι, και ένας ύπνος που τελικά με έπαιρνε μετά από μια σύντομη πάλη με φροϋδικές ενοχές στο υποσυνείδητο. Σε τελική ανάλυση είναι και αυτό έρωτας με κάποιον που αγαπάμε, όπως είπε ο Woody Allen.

Monday, July 22, 2024

28 - Φοιτητικά: Με τα Φώτα Χαμηλά (Αισθηματικό Ναδίρ)

Παρά την ολοένα και μεγαλύτερη απορρόφηση μου από τα πανεπιστημιακό διάβασμα και την αφοσίωση με συνέπεια και ζήλο για γνώση και επιστημονική εργασία, παρά την σποραδική κατάσβεση ερωτικών ορμών από επισκέψεις σε πορνοσινεμά (όπως στα μακρινά στο παρελθόν χρόνια της εφηβείας), και το σχεδόν βδομαδιάτικο κρυφάκουσμα των ερωτικών περιπτύξεων των γειτόνων, η γυναικεία παρέα μου έλειπε. Η ζωντανή συντροφιά δεν αντικαθίσταται, όσο φτωχή και ανερμάτιστη σε συναισθήματα να είναι. Μοιραία στο νου επέστρεφαν και στριφογύριζαν αναμνήσεις από τις χλωμές σχέσεις του πρόσφατου παρελθόντος.

Μια Παρασκευή του Γενάρη, νωρίς το βράδι, όταν το Πολυτεχνείο, το κυλικείο, οι αίθουσες και τα γραφεία του, είχαν αρχίσει να ερημώνουν από φοιτητές και καθηγητές, πήρα από το χέρι την μοναξιά μου και κατεβήκαμε στην πλατεία Ναβαρίνου. Από ένα μικρομάγαζο αγόρασα ένα «πλακέ» μπουκαλάκι Metaxa, που, άρχισα να το πίνω κρυφά από μάτια περαστικών στο παγκάκι της μικρής πλατείας και τις σκοτεινές γωνιές των δρόμων. Οι πρώτες ζαλάδες ζωήρεψαν την μικρή συλλογή από ερωτικές αναμνήσεις, μεγέθυναν τις μικροχαρές που έτυχε να βρω κάποτε σε αυτές, και μέσα από αυτές τις σκέψεις κατάρτισα ένα απλό σχέδιο απόγνωσης, που από όσα μου έλεγε κατά καιρός ο Α, είχε μικρές ωστόσο μη μηδενικές πιθανότητες επιτυχίας: με τη βοήθεια του αλκοόλ θα μάζευα τα λιγοστά αποθέματα θάρρους που ένας συνεσταλμένος χαρακτήρας διαθέτει, και θα ξαναζέστανα, έστω για ένα βράδυ, έστω για ένα σαββατοκύριακο, παλιές ανεκπλήρωτες και μισοτελειωμένες, φιλίες του παρελθόντος, που εν πολλοίς στη διάρκειά τους, είναι αλήθεια, με άφησαν αδιάφορο.

Πέρασα από την Καμάρα, κοντοστάθηκα απέναντι από την πολυκατοικία της Αγαπηνού. Το δωμάτιο της Α είχε φως, αλλά ήμουν σίγουρος ότι θα ήταν με τον Σ της: τους είχα δει πρόσφατα μαζί αγαπημένους. Ούτε κατά διάνοια, σκέφτηκα! Τηλεφώνησα από ένα περίπτερο την Ε. Έμενε εκεί κοντά. Θα μπορούσα, σκέφτηκα, να την καλέσω για ένα ποτό και μετά με το αυτοκίνητο να καταλήγαμε στα παλιά μας λημέρια, σε κάποια σκοτεινή μεριά του δάσους του Σέιχ Σου. Το απάντησε η απότομη και άξεστη φωνή του κρεοπώλη πατέρα της και κατέβασα το ακουστικό.

Αγόρασα ακόμα ένα Metaxa, έχοντας σχεδόν αποτελειώσει το πρώτο. Η διάθεση μου έφτιαξε, σχεδόν πετούσα. Οι τελευταίοι ηθικοί φραγμοί άρχισαν να καταρρέουν και η λογική, για καλό ή για κακό, να θολώνει. Πήρα το αυτοκίνητο από το πάρκινγκ της σχολής και ανέβηκα, στην πλατεία της της Τριανδρίας, που σε μια γωνιά της έμενε και τελευταία φορά επισκέφτηκα την Γ, εκείνο το τελευταίο μεσημέρι του καφέ, των δισταγμών και της ματαίωσης. Αν ήταν μόνη της, θα την έφερνα στην αγκαλιά μου χωρίς πολλές σκέψεις. «Γ, καλησπέρα, ο Λ είμαι… Να ανέβω;» Με την πάντα μουδιασμένη και κρύα φωνή της μου είπε ξερά: «Ναι, έλα…» Ήμουν ήδη αρκετά πιωμένος ώστε οποιεσδήποτε εκφράσεις, όταν η Γ με υποδέχτηκε στην πόρτα του διαμερίσματος, να είχαν μηδαμινό αντίκτυπο στη διάθεση μου της στιγμής. Μου άνοιξε και μπήκα: «Χάθηκες, βρε παιδί μου;» είπε, ή κάτι τέτοιο που δεν θυμάμαι. Στο καθιστικό βρισκόταν ένα νέος άντρας, μάλλον συμφοιτητής και αυτός, μικρόσωμος και φαλακρός. Κοινός και απλός φίλος ή «ο φίλος της» ή, όπως ευχόμουν, φίλος της συγκατοίκου της που καθόταν στον καναπέ; Την Γ, την χαριτωμένη φοιτητριούλα την άφησα όταν έψαχνε μιαν «πλήρη» σχέση, ίσως και έναν σταθερό δεσμό. Την ήθελε μια τέτοια σχέση, είχα την εντύπωση, και μου είχε δώσει αρκετά αδιάψευστα σημάδια για αυτό. Θα μπορούσαμε να την φτιάχναμε και στεριώναμε μαζί πριν το καλοκαίρι, έστω προσωρινά. Δεν είχε όμως λόγους να περιμένει την πρώτη κίνηση από έναν ανυπόφορα διστακτικό τύπο (ίσως, στο μυαλό της «περίεργο), που λιγοψύχησα να κάνω· ούτε να προσδοκά, βέβαια, στις βδομάδες και μήνες που ακολούθησαν την απομάκρυνσή μας μιαν δεύτερη παρουσία, πιο αντρίκια από την πρώτη. Η αντίληψη μου λειτουργούσε σε ικανό βαθμό, ώστε να αντιληφθώ ότι η Γ και το φαλακρό παιδί, που είχε σηκωθεί από την στιγμή της εισόδου μου στο διαμέρισμα, ετοιμάζονταν να βγουν έξω και ότι η επίσκεψη μου, πέρα από απροειδοποίητη και απρόσμενη, ήταν αδιάκριτη, ίσως και ενοχλητική. Λίγα λεπτα μετά την είσοδο μου στο διαμέρισμα, χωρίς άλλα λόγια από την Γ, και καμιά λέξη από τον φίλο της, με άφησαν μόνο με την συγκάτοικό της και έφυγαν. Περίμενα λίγη ώρα ώστε να απομακρυνθούν από την πολυκατοικία, κι αφού αντάλλαξα μερικές ουδέτερες κουβέντες με την συγκάτοικό της, στην παγερή συμπεριφορά της οποίας διέκρινα δυσφορία από την παρουσία ενός πιωμένου άντρα, δήθεν «πρώην» φίλου της Γ, αποχώρησα χωρίς αισθήματα ντροπής ή προσβολής. Αυτά θα περίμεναν την επόμενη για να έρθουν στην επιφάνεια.

Παρά τα μερικά ακόμα σκαλοπάτια που είχα σκαρφαλώσει στην κλίμακα της μέθης, πήρα το αυτοκίνητο και από την Τριανδρία κατηφόρισα κατά Αγία Τριάδα μεριά όπου έμενε η Μ. Ένας τελευταίος σταθμός πριν την μοναξιά του δωματίου μου, σκέφτηκα, μια τελευταία απελπισμένη προσπάθεια. «Μπορεί εκεί να έχω καλύτερη τύχη.» Η Μ επίσης μου άνοιξε την πόρτα της, φαινομενικά χωρίς δισταγμούς, δηλαδή στο βαθμό που ένα θολωμένο από την μέθη μυαλό μπορεί να κρίνει. Η συναίσθηση των λόγων και πράξεων μου είχε πλέον χαθεί· είχα φτάσει στο σημείο εκείνο, χωρίς να το αντιλαμβάνομαι, όπου διάρθρωνα ασυνάρτητες προτάσεις και τρέκλιζα στα βήματά μου. Όμως κατάφερα και στάθηκα όρθιος και ίσιος μπροστά της. Η Μ, μάλλον συνοφρυωμένη και αμήχανη, με οδήγησε στην κουζινούλα της. Η φίλη της, μετά από μια φευγαλέα ματιά προς το μέρος μου πίσω από την πόρτα του, κρύφτηκε στο καθιστικό. Θυμάμαι την Μ να με ρωτάει με την γνώριμη στραβή ματιά: «Λ, είσαι μεθυσμένος;» Τα τελευταία απομεινάρια αιδούς και κοσμιότητας μέσα μου, που το αλκοόλ δεν είχε ακόμα καταφέρει να σβήσει, κάλεσαν τη συνείδηση μου στη νάρκωσή της. Βρισκόμουν απρόσκλητος σε λάθος τόπο, σε λάθος χρόνο, σε κατάσταση μέθης, χωρίς έλεγχο λόγων και έργων. Αυτό που διέπραττα ξαφνικά μου φάνηκε ανέντιμο, για την Μ (και πριν από αυτήν την Γ), σχεδόν επαίσχυντο: έφερνα αδικαιολόγητη αναστάτωση σε ανθρώπους που δεν μου χρωστούσαν και είχαμε διακόψει εδώ και καιρό και μάλιστα εξαιτίας της δικής μου απάθειας κάθε πάρε-δώσε. Κατά πάσαν πιθανότητα με είχαν ξεχάσει και διαγράψει οριστικά από τις ζωές τους. Χαιρέτισα παραμιλώντας, κατέβηκα τις σκάλες τρεκλίζοντας με την Μ να με παρατηρεί από την κορυφή της, ανέβηκα στο Yugo με απόλυτη άγνοια του περιβάλλοντος χώρου γύρω μου, από την αναισθησία στην οποία βυθίζει το πνεύμα του ανθρώπου η υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ, και οδήγησα ενστικτωδώς σπίτι. Παράλυτο, με το ταβάνι να περιστρέφεται από πάνω, με πήρε ένας ακατάστατος ύπνος στον καναπέ, με διακοπές αναγούλας και εμετού και συχνές επισκέψεις στην τουαλέτα. Η Μάνα πίστεψε ότι αδιαθέτησα: «κάτι το πείραξε, το παιδί…», την άκουσα να λέει στον Πατέρα, αλλά, ευτυχώς, με άφησαν ήσυχο στην μιζέρια του κλειστού δωματίου.

Την άλλη μέρα, μέσα από τον ανυπόφορο πονοκέφαλο του hangover, αναπόλησα τη μια μετά την άλλη τις στιγμές, την αναστάτωση και τα μικροεπεισόδια που προκάλεσα παρείσακτος και εκ του μηδενός το προηγούμενο βράδυ. Η καρδιά ζάρωσε, το μυαλό μετάνιωσε. Τα αρνητικά στοιχεία του χαρακτήρα μου ξεπρόβαλλαν, όταν το φως της μέρας σκόρπισε τα σκοτάδια από την ζάλη της μέθης, και οι ενοχές και η ντροπή από τη συμπεριφορά μου άρχισαν να με κυριεύουν. Το ότι πιθανότατα δεν θα ξανασυναντούσα ποτέ στη ζωή μου καμιά Μ, Ε, ή Γ, το ότι πιθανόν κανείς από τον στενό κύκλο φίλων και συγγενών δεν θα έπαιρνε είδηση εκείνα τα εξευτελιστικά για την προσωπικότητα περιστατικά, συνιστούσα ελαφρυντικούς και παρηγορητικούς παράγοντες που ξεκούρασαν τελικά την συνείδηση μου. Η μέρα κατέληξε στο καλάθι των αχρήστων.

Saturday, July 20, 2024

27 - Φοιτητικά: Με τα Φώτα Χαμηλά (Εφήμερες Σχέσεις - η Ε)

Με το τέλος των εξετάσεων η κνίτικη παρέα μαζεύτηκε στο πάρτι γενεθλίων του Χ, συναδέρφου, νέου συντρόφου και τελευταίου μέλους του στενού κύκλου μας. Δεν ξέρω τι πολιτικές καταβολές ή προσωπικά κίνητρα τον ώθησαν να ενταχθεί στον «αγώνα» προς τη δύση της φοιτητικής μας ζωής. Προλετάριος δεν ήταν, αλλά κάτι σχεδόν ταξικά αντίθετο: η αστική οικογένεια από την οποία προερχόταν κατείχε εργοστάσιο επεξεργασίας μετάλλων στην δυτική πύλη της πόλης· θεωρητικά, λοιπόν, εκμεταλλευόταν την εργατική δύναμη μερικών μεροκαματιάρηδων και, εκ των πραγμάτων, τα οικογενειακά και ατομικά συμφέροντα βρισκόταν σε αντίφαση με αυτά της τάξης που το κόμμα  μας εξέφραζε. Πίστευα, χωρίς να καταφέρω να το επιβεβαιώσω, ότι ήταν η γοητεία της Ντ. και, ίσως, κάποια κρυφή και ανεκδήλωτη έλξη ανάμεσά τους που τον ώθησαν στην στράτευση και στους κόλπους της ιδεολογικά ομογενούς παρέας των νέων κομμουνιστών του έτους. Τέλος πάντων, ήταν γλυκός και πράος, καλοπροαίρετος και μόνιμα χαμογελαστός άνθρωπος ο Χ, με ωραία φυσιογνωμικά χαρακτηριστικά: μια καλοδεχούμενη προσθήκη σε μιαν δογματική παρέα καλοπερασάκηδων.

Στο πάρτι του Χ, στο τέλος της εξεταστικής, κοπίασα πρόθυμα και από τους πρώτους, με κρυφές προσδοκίες από διάφορα κουτσομπολιά που διακινούνταν και μου είχαν κοινοποιηθεί εκ των προτέρων. Εκεί, όπως περίμενα, συστήθηκα με μιαν πόντια φίλη του, την Ε, σπουδάστρια Χημείας, όχι συντρόφισσα, αλλά από το άλλο, το ρεφορμιστικό πολιτικό ποτάμι που είχε παρασύρει τα πλατιά μικροαστικά στρώματα της χώρας. Αυτό όμως δεν είχε σημασία. Μου είπαν ότι με είχε στραβοκοιτάξει σε διάφορες εκδηλώσεις και με «γούσταρε». Η Ε ήταν ικανοποιητικά εμφανίσιμη, αν και μακριά από τον εξιδανικευμένο τύπο που ο καθένας μας κατά καιρούς πλάθει και κρύβει ως εικόνισμα στο μυαλό του. Είχε ένα μελαψό πρόσωπο, κορακίσια σγουρά μαλλιά, μικρό στόμα, αλλά τεράστια πράσινα μάτια. Το κορμί της δεν ήταν κακοφτιαγμένο. Του έλειπαν όμως οι πάντα ευπρόσδεκτες στο μάτι και άγγιγμα θελκτικές καμπύλες, ενώ από το βάδισμα της απουσίαζε κάθε ίχνος θηλυκότητας -το κάτι τις που στρέφει ματιές στην κατεύθυνση των ποδιών και του πίσω μέρους του κορμιού. Δεν θα κολλούσα εκεί στην δεδομένη αισθηματική συγκυρία· και όλα ήταν λίγο-πολύ τακτοποιημένα, με την αρωγή του Χ και στα μυαλά των δυο μας, για ένα ζευγάρωμα με ελάχιστη καλή θέληση και προσπάθεια.  

Η φυσική επαφή και τα φιλιά κατά τη διάρκεια του πάρτι και μετά από αυτό, με την βοήθεια του αλκοόλ και μιαν εξαρχής αυτοπεποίθηση που αποκτήθηκε χάριν της εκ των προτέρων γνώσης της έλξης που ασκούσα στην Ε, συνέβησαν φυσικά και αβίαστα. Το χαμόγελο και τα μάτια της Ε με είχαν προσκαλέσει στην αγκαλιά της και εγώ ανταποκρίθηκα στο κάλεσμα τους. Μετά το πάρτι την οδήγησα στο πατρικό σπίτι της, σε μια παλιά πολυκατοικία της Πατριάρχου Ιωακείμ. Ο πατέρας ήταν ένας κρεοπώλης, μου είπε, άρα, ταπεινής καταγωγής, και καθαρόαιμος πόντιος όπως πρόδιδε το επίθετό της. Η ίδια βρέθηκε να σπουδάζει χημικός στη Θεσσαλονίκη, μάλλον από κάποια σπόντα του συστήματος εισαγωγής. Τέτοια είδους στοιχεία και παράμετροι, αν και φαινομενικά ασήμαντα,  λόγω της ανατροφής μου μέσα σε οικογένεια μικροαστική μεν, αλλά με σχετικά ψηλό μορφωτικό επίπεδο, τα λογάριαζα και με επηρέαζαν. Σε μιαν καλή εμφάνιση, όμως, και, κυρίως, χάριν της επιτακτικής ανάγκης γυναικείας συντροφιάς, τέτοια δεδομένα περνούσαν στο περιθώριο, αμελητέοι παράγοντες σε σκέψεις και αισθήματα. Η Ε δεν διέθετε την εξαιρετική ομορφιά που θα αναστάτωνε την ψυχή ενός άντρα. Το πλέον ελκυστικό χαρακτηριστικό της, τα μεγάλα, στρόγγυλα πράσινα μάτια, κέντριζαν πάντα την προσοχή κάποιου που τα κοίταζε, αλλά στερούνταν λάμψης και σπιρτάδας. Το μελαχρινό της πρόσωπο και τα σγουρά κατάμαυρα μαλλιά δεν αποτελούσαν στοιχεία των στερεότυπων ομορφιάς του τόπου και της εποχής μου, ενώ η λιγοστή τριχοφυΐα στο πίσω μέρους του προσώπου κάτω από του λοβούς των αυτιών, διακριτή στο φως της ημέρας, ήταν από τις λεπτομέρειες, που για κάποιο αδιευκρίνιστο λόγο, ίσως παθολογικά, έβρισκα αποκρουστικές. Όπως αδιάφορα με άφησαν και τα σχετικά μικρά στήθη, κάτω από ένα ελαφρώς κυρτό στέρνο, ενώ ο σε γενικές γραμμές ευάρεστος πισινός δυστυχώς αποτελούσε επέκταση μονοτονικά διευρυμένων γλουτών, χωρίς κάποια ευδιάκριτη θελκτική καμπύλη πίσω από τα κολλητά τζιν που μονίμως φορούσε. Ούτε η μέση της διέθετε κάποιο στοιχειωδώς ελκυστικό ensellure, αυτό το τερπνό συστατικό της θέας καλλίγραμμων γυναικών που κάθονται ευθυτενώς σε καρέκλες χωρίς πλάτη. Εν ολίγοις, το κορμί της, αν και επ’ ουδενί λόγω αποκρουστικό, ήταν αυτό που θα λέγαμε άχαρο και μονοκόμματο, καθώς του έλειπαν τα διακριτικά χαρίσματα που ανέφερα.

Μπορεί και να ένιωσα ένα μικρό ερωτικό ανασκίρτημα το βράδι του πάρτι (το αλκοόλ πάντα παραμορφώνει τέτοιου είδους συναισθήματα), αλλά δεν ήταν ο μεγάλος έρωτας που αναζητούσα και δεν γέμισε την ψυχή. Ζήσαμε τις στιγμές μας σαν ζευγάρι, προσωπικές και ιδιότυπες, αλλά χωρίς πάθος. Τον πρώτο καιρό, με το Yugo, ανεβαίναμε τα βράδια στα σκοτάδια του Σέιχ Σου να κάνουμε έρωτα, στριμωγμένοι στα πίσω κάθισματα του ασφυκτιά μικρού αυτοκινήτου. Περιθώρια για πολλά παιχνίδια ή εκδοχές της πράξης δεν υπήρχαν. Η Ε παρέμενε άβολα ξαπλωμένη, απαθής, συναινετική, ήσυχη, χωρίς αναστεναγμούς να βγαίνουν από τα χείλη της, σα να περίμενε υπομονετικά να τελειώσω. Εγώ από πάνω της, μισοντυμένος, με τις μισές αισθήσεις στραμμένες στο μαύρο πευκόδασος που μας περιτριγύριζε, το βλέμμα να ψάχνει νευρικά σκιές ηδονοβλεψιών ή κακοποιών πίσω από τα θαμπά τζάμια, ολοκλήρωνα όσο πιο γρήγορα μπορούσα. Άβολος, μίζερος, ίσως και καταναγκαστικός έρωτας, αλλά χρωστούσα στον εαυτό μιαν όσο γινόταν πλήρη ερωτική σχέση.

Ένα σαββατοκύριακο του Ιούλη εκδράμαμε στο Πευκοχώρι για να διανυκτερεύσουμε στο μισοτελειωμένο γιαπί του εξοχικού, που ο πατέρας της έκτιζε από χρόνια. Εκεί η ερωτική πράξη έλαβε χώρα πάνω στο sleeping-bag που στρώσαμε στο τσιμεντένιο πάτωμα του ισογείου πίσω από τα ορθάνοιχτα κουφώματα των παραθύρων. Παρά την περισσότερη ελευθερία κινήσεων που χάριζε ο άδειος χώρος, την απαλή δροσιά της καλοκαρινής νύχτας, τη σχετική ασφάλεια από αδιάκριτα βλέμματα, η περίσταση δεν κατάφερε να φουντώσει το πάθος που τουλάχιστον εγώ προσδοκούσα: άλλη μια πράξη ρουτίνας, σκέφτηκα. «Χημεία», όπως λένε, σαν αυτή που είχε η σχέση με την Α, δεν φαινόταν να υπάρχει, και άρχισα να εγκαταλείπω κάθε ελπίδα ότι κάποτε θα υπάρξει. Παρόλα αυτά, με την επιστροφή στην έρημη από φοιτητές και παρέες Θεσσαλονίκη οργανώσαμε ένα ταξίδι διακοπών στις Κυκλάδες. Τουλάχιστον, το καλοκαίρι, πιθανόν το τελευταίο μου ίσως ως φοιτητής, δεν θα κυλούσε μοναχικό, αλλά με κάποια συντροφιά. Άλλωστε, μια μικρή περιοδεία στα νησιά του Αιγαίου, τη Σαντορίνη, την  Ίο, την Πάρο και τη Νάξο, με την παγκόσμια ακτινοβολία και έλξη τους, συνιστά για πολλούς καλοδεχούμενη εμπειρία ζωής, για μερικούς απαραίτητη.

Οι αναμνήσεις από εκείνο το ταξίδι, των χαμηλού επιπέδου ρομαντικών προδιαγραφών, είναι σκόρπιες και θολές. Ίσως να οφειλόταν εν μέρει στην συνοδό μου και την έλλειψη ερωτικού πάθους·  ίσως, εν μέρει, σε διάφορες αγκυλώσεις της προσωπικότητας μου -λόγω κουλτούρας, ανατροφής και τα λοιπά· σήμερα όμως θα το χρέωσα περισσότερο σε μιαν αισθητική ανωριμότητα που δεν θα μου επέτρεπε να εκτιμήσω εις βάθος την ποικιλοχρωμία και θέλγητρα της θαλασσινής φύσης των Κυκλάδων, την τέρψη των αισθήσεων που από μόνη της μπορεί να προσφέρει χωρίς την συστηματική προσφυγή σε αλκοόλ και σεξ.

Ξεκινήσαμε με το πλοίο της γραμμής ένα αυγουστιάτικο βραδινό από τον Πειραιά για τη Σαντορίνη, χωρίς πρόγραμμα, χωρίς εξασφαλισμένη διαμονή. Βρεθήκαμε ανάμεσα στα άγρυπνα πλήθη των νεαρών τουριστών του καταστρώματος, που ξεχύθηκαν από το καράβι στο χάος της άφιξης στο λιμάνι του όρμου, οι περισσότεροι χωρίς να ξέρουν που βρίσκονται και τι γυρεύουν. Ακολουθήσαμε τυφλά το ανθρώπινο ποτάμι: η ενδεδειγμένη τακτική σε τέτοιες περιπτώσεις. Κάτι παλιά λεωφορεία, αγκομαχώντας στην απότομη ανηφοριά, ανέβασαν τα πλήθη των τουριστών στη Θήρα. Στο τέλος της διαδρομής κάποιος, από το τσούρμο πρακτόρων που περικύκλωσε το λεωφορείο, μας πρόσφερε δωμάτιο. Δεχτήκαμε χωρίς αντίρρηση και παζάρια και τον ακολουθήσαμε. Είμαστε κουρασμένοι, χρειαζόμαστε ένα κρεβάτι για να ξαπλώσουμε· η ακριβής τοποθεσία και το κόστος δεν είχε σημασία και ξεχάστηκαν. Την επόμενη μέρα περπατήσαμε τα στενά της Θήρας ανάμεσα στα κάτασπρα σπιτάκια, αιγαιοπελαγίτικα σήματα κατατεθέν, το θαύμα των ελληνικών νησιών που καμαρώνουμε σε τουριστικές αφίσες και μπροσούρες ανά την υφήλιο· βγήκαμε φωτογραφίες· μπήκαμε και βγήκαμε σε γεμάτα κόσμο μπαρ· αφουγκραστήκαμε Αμερικάνους να συζητούν με κοσμηματοπώλες χρυσαφικά απλησίαστων τιμών· καταλήξαμε για φαγητό και άσπρο κρασί, σε ένα ρεστοράν που τα τραπεζάκια του απλωνόταν σε ένα κατηφορικό δρομάκι χαραγμένο στα βράχια κάτω από τη Θήρα, με θέα το σκούρο μπλε της θάλασσας, το σταχτί του Θόλου Ναυτίλου και της Θηρασίας παραπέρα, το εκθαμβωτικό πορτοκαλί του ήλιου που πλησίαζε την δύση του από πίσω τους. Στον Έξω Γιαλό, η ηφαιστειογενής γκρίζα αμμουδιά και τα βότσαλα της, δεν ήταν σαν αυτά που είχαμε συνηθίσει στις χρυσαφένιες παραλίες της Χαλκιδικής: η Σαντορίνη δεν προσφερόταν για το είδος των διακοπών που απαιτούσε η άγουρη νεότητα της καλοπέρασης: αυτών της καυτής κίτρινης άμμου, της παγωμένης μπύρας κάτω από έναν αγύρτη ήλιο, τα ερωτικά πλατσουρίσματα σε κρυστάλλινα, φιλικά νερά. Αργά το απόγεμα της ίδιας μέρας, ατενίσαμε το Αιγαίο πίνοντας καφέ στην κορυφή των βράχων πάνω από το λιμάνι της Οίας, μέχρι αργά το σούρουπο, απολαμβάνοντας ένα ακόμα ένδοξο ηλιοβασίλεμα.

Το επόμενο βράδυ το καράβι της γραμμής μας έφερε στην Ίο. Ήταν αργά, περασμένα μεσάνυχτα, και μόνον απελπισμένοι από αναδουλειές ενοικιαστές δωματίων θα έμπαιναν στον κόπο να κατέβουν στο λιμάνι για να υποδεχτούν και βολέψουν λίγους νεαρούς μεταμεσονύκτιους επισκέπτες στο νησί, κατά κανόνα μπατίρηδες back-packers. Για πολλούς (και για μένα με την Ε ανάμεσα τους), μόνη λύση για νυχτερινό κατάλυμα αποδείχτηκε η ταράτσα του σπιτιού με ανοικτά φώτα στην είσοδο ενός camping πίσω από το λιμάνι, όπου μας τράβηξε η ταμπέλα και οδήγησε το ένστικτο και η ψυχολογία ενός κατάκοπου πλήθους, στην ίδια κατάσταση με εμάς. Το ότι είμαστε ελληνόπουλα και «μιλούσαμε την γλώσσα» δεν βοήθησε στην συγκεκριμένη περίπτωση. O ιδιοκτήτης μας ήταν συνοπτικά κατηγορηματικός: η μόνη λύση που μπορούσε να σκεφτεί και προτείνει για μας, εκείνη την ώρα περασμένα μεσάνυχτα, που δεν θα στοίχιζε πολύ, ένα πενηντάρι το κεφάλι, ήταν η ταράτσα πάνω από την ρεσεψιόν του. Δεν είχαμε άλλη επιλογή, πληρώσαμε το πενηντάρι, και ανεβήκαμε την σιδερένια σκάλα στο πίσω μέρος του οικοδομήματος. Την ταράτσα μοιράζονταν πολλοί ξένοι τουρίστες με sleeping-bags αραδιασμένα κατά μήκους του περιμετρικού τοιχείου. Βρήκαμε ένα κενό ανάμεσα στις σειρές των κοιμώμενων νιάτων για να απλώσουμε τα στρώματα και αναπαύσουμε τα κορμιά μας μέσα σε αυτά, στην μεταξωτή αυγουστιάτικη νύχτα, κάτω από έναν ξάστερο ουρανό με ημισέληνο. Ήταν μια όμορφη και γαλήνια και διαυγής η νύχτα κάτω από τα άστρα… Μέχρι που η γαλήνη της διακόπηκε από τα ερωτικά βογγητά, τα αυξανόμενα σε συχνότητα και ένταση, μιας Αγγλίδας λίγο πιο πέρα από μας, στη σειρά από γνωστούς και άγνωστους που κοιμόνταν αμέριμνοι ή, όπως εγώ δίπλα στην ήσυχη και ακίνητη Ε, προσποιούνταν ότι κοιμούνταν. Ανασήκωσα το κεφάλι και κατάφερα να διακρίνω μέσα από το μισοσκόταδο, κάτω από τον ουρανό με τα άστρα, μέσα στη γενική ηρεμία της ταράτσας από την απάθεια ή το βαθύ ύπνο της κομμούνας που φιλοξενούσε, τις σκιές του ζευγαριού, τον άντρα γονατιστό πίσω από τη γυναίκα, αδιάφοροι απέναντι στο κοιμισμένο περιβάλλον γύρω, να επιδίδονται σε μια πράξη που προφανώς και οι δύο απολάμβαναν. Η Ε είχε δίπλα μου κλειστά τα μάτια σε έναν ανέκφραστο πρόσωπο. Είτε είχε αποκοιμηθεί, είτε και η ίδια αφουγκραζόταν σιωπηλά και άβολα τα διαδραματιζόμενα. Μόνον σεξουαλικά απελευθερωμένοι και φλεγματικοί βορειοευρωπαίοι, σκέφτηκα, θα μπορούσαν να εκφράσουν τις ορμές τους με αυτό τον τρόπο. Η πράξη ολοκληρώθηκε, μετά από μια σύντομη περίοδος παύσης στους αναστεναγμούς κι ένα ‘Yuk!’ - έκφραση αηδίας από τη γυναίκα. Το όλο περιστατικό στην αυγουστιάτικη νυχτερινή ατμόσφαιρα με είχε διεγείρει και αυνανίστηκα διακριτικά μέσα στο sleeping-bag. Η Ε δίπλα μου ήταν απρόσιτη.

To άλλο πρωϊνό καταφέραμε να νοικιάσουμε ένα δωμάτιο προς την άκρη της παραλίας λίγο έξω από τη Χώρα. Η επίσκεψη στο Μυλοπόταμο επιβλήθηκε από τις φήμες για το νησί και τα αξιοθέατα του που είχαν φτάσει στα αυτιά μας. Το μπάνιο στην χρυσαφένια αμμουδερή παραλία ήταν καλό, εφάμιλλο χαλκιδικιώτικων, αλλά η επιστροφή αμαυρώθηκε από ένα τσούρμο hooligans, που πιωμένοι, εκτός εαυτού κι ελέγχου, όρθιοι στο διάδρομο του λεωφορείου της επιστροφής, κραύγαζαν βρισιές και συνθήματα προς κάθε κατεύθυνση, κραδαίνοντας μπουκάλια ρετσίνας, σπέρνοντας φόβο στους λίγους ήρεμους συνεπιβάτες. Για τα τουριστικά κατακάθια που επισκέπτονταν την Ίο είχαμε ακούσει ιστορίες, όπως και για την κακή φήμη με την οποία είχαν σπιλώσει την εικόνα του νησιού. Έγινα άθελα αυτόπτης μάρτυρας μερικών από τα άκρα που μπορεί να προσεγγίσει η ανθρώπινη συμπεριφορά υπό την επήρεια του αλκοόλ και άλλων χημικών ουσιών, ιδιαίτερα ως μέλος αγέλης. Τα πάντα δυνητικά εξηγούνται από χημικές αντιδράσεις, αλλοιώσεις και ηλεκτροχημικές παρενέργειές του στον ανθρώπινο οργανισμό και εγκέφαλο, η αλληλεπίδραση χημικών συνθέσεων με την ύλη που συνιστά κορμί και μυαλό. Είναι ελάχιστοι εκείνοι που δεν καταφεύγουν είτε σε αλκοόλ, είτε στον καφέ και το τσιγάρο, είτε σε άλλες αδοκίμαστες από ουσίες, για να διαμορφώσουν την διάθεσή τους, να μεταλλάξουν έστω και προσωρινά την συνείδηση, τα συναισθήματα, τον ψυχικό τους κόσμο.

Το απόγεμα της ίδιας μέρας, μετά την μεσημεριανή σιέστα, πέρασε πιο ειρηνικά. Ο ήλιος άρχισε να πέφτει, το νησί να δροσίζει, και πήραμε έναν ερημικό χωματόδρομο κατά την άλλη μεριά της Χώρας, που διέσχιζε το γυμνό από βλάστηση, ξερό τοπίο. Μας έβγαλε σε μιαν απόμακρη, μοναχική ακτή με μια μικρή ταινία κίτρινης αμμουδιάς διεσπαρμένης με βράχια, χωρίς άξεστες ανθρώπινες υπάρξεις να την σπιλώνουν, χωρίς τις εκστάσεις και ψυχεδελικές καταστάσεις τέτοιων υπάρξεων, όπως αυτές που είχαμε μαρτυρήσει το μεσημέρι. H αναστολή από τις κακουχίες αποδείχτηκε πρόσκαιρη, σαν το Αιγαίο και οι Κυκλάδες που ονειρευτήκαμε να μην μας ήθελαν στους κόλπους τους, σαν να εχθρεύονταν τους δύο φοιτητές-τουρίστες από τη Θεσσαλονίκη. Τα λουκάνικα στην ταβέρνα της Ίου μου προκάλεσαν τροφική δηλητηρίαση και, σε συνδυασμό με τις πολλές μπύρες που κατανάλωσα μάλλον καταναγκαστικά, ακολουθώντας την πεπατημένη του κάθε νεαρού βορειοευρωπαίου τουρίστα του νησιού, μετέτρεψαν ένα ακόμα αρκετά υποσχόμενο βράδι του ερωτικού Αυγούστου, πάνω σε καθαρά στρώματα αυτήν την φορά, σε έναν ολονύχτιο μαρτύριο.

Την άλλη μέρα τα μαζέψαμε για την Πάρο, όπως υπαγόρευε το αυτοσχέδιο, ή μάλλον γραμμένο στα γόνατα, πρόγραμμα διακοπών. Αλλά ούτε και στην Πάρο η τύχη μας χαμογέλασε. Κατεβήκαμε από το καράβι πλησίαζε το μεσημεράκι, ενώ εγώ ακόμη δεν είχα συνέλθει από την τροφική δηλητηρίαση και αϋπνία της προηγούμενης νύχτας. Περιπλανηθήκαμε με τις ώρες, πέρα-δώθε στα γραφικά δρομάκια της πόλης σαν τις άδικες κατάρες, σέρνοντας τους σάκους μας, προς αναζήτηση καταλύματος. Ρωτήσαμε ντόπιους, τυχαία και απεγνωσμένα, εδώ-και-εκεί στα στενά της πόλης και όπου βλέπαμε ταμπέλες για νοικιαζόμενα· χωρίς αποτέλεσμα. Τα πάντα ήταν «κλεισμένα», το νησί full, παραφουσκωμένο από το τουριστικό κύμα. Αρχίσαμε να αναρωτιόμαστε περί την δυνατότητα να διανυκτερεύαμε σε κάποια άκρη μιας απόμερης αμμουδιάς μέσα στα sleeping-bag μας, αλλά η Πάρος ήταν ένα πολυσύχναστο μέρος και η ακρογιαλιά της εκτεθειμένη, μέχρι τις πρωινές ώρες σε βλέμματα περαστικών και, αν μη τι άλλο, κάτω από την αυστηρή επιτήρηση της αστυνομίας. Η εμπειρία της Λίνδου με έναν αστυφύλακα να με ξυπνάει από το παγκάκι που κοιμόμουν ήταν ακόμα νωπή στη μνήμη. Το αποκλείσαμε. Ή, μάλλον, ήμουν εγώ που το απέκλεισα κατηγορηματικά, καθώς, ενώπιον τέτοιων αποφάσεων, η Ε είχε την τάση να μην εκφέρει γνώμη, παρά να με κοιτάζει με τα τεράστια πράσινα μάτια της και ένα βλέμμα που, όντας κουρασμένος και εκνευρισμένος, μου έδινε την εντύπωση κάτι σχεδόν βλακώδους.

Το ίδιο βράδυ, κατάκοποι, ανεβήκαμε ξανά στο καράβι – για τη Νάξο. Θα ήταν και ο τελευταίος σταθμός στην Αιγαιοπελαγίτικη περιπέτεια μας. Στην πόλη, μακριά σχετικά από τις πιο όμορφες ακρογιαλιές του νησιού, βρήκαμε εύκολα δωμάτιο να μας φιλοξενήσει, αλλά η κούραση, ψυχική και σωματική, εξασθένισε κάθε λαχτάρα για τη μπλε δροσιά της θάλασσα, για τον παθιασμένο ήλιο, που η πάλη μαζί του στο τέλος σε αποκοιμίζει γλυκά σε μια δροσερή σκιά, και φυσικά τον έρωτα, τα τρία απαραίτητα συστατικά κάθε νεανικών διακοπ­ών, όπως τα είχα ονειρευτεί όταν ξεκινούσαμε. Ένιωσα κατά κάποιο τρόπο κορεσμένος, μέχρι μπουχτισμένος, παρόλο που βρισκόμουν, κατά γενική παραδοχή, σε μια από τις πλέον όμορφες και ξεχωριστές και περιζήτητες γωνιές του πλανήτη, κάτω από έναν μόνιμα ασυννέφιαστο, διαυγή ουρανό, τη ζωτική λάμψη του ήλιου, τα παιχνίδια του μαζί μας και με τα κύματα. Δυστυχώς, ήμουν ακόμη πολύ νέος, αισθητικά τραχύς και άξεστος, και δεν διέθετα την ευαισθησία και δεξιότητα να σκαλίσω βαθιά, να ανακαλύψω τις ομορφιές του Αιγαίου κάτω από την τουριστική επιφάνεια, να αγναντέψω τις αποχρώσεις του μπλε του πελάγους και του ουρανού που η φύση του πρόσφερε, να αφουγκραστώ τους ήχους των κυμάτων του, να νιώσω την απαλότητα της αύρας και την αφή των νερών του. Κάποια μικρή φλόγα του έρωτα με την Ε, που το κυκλαδικό όνειρο υποσχόταν να ζωηρεύσει, έσβηνε πριν ακόμα καλά-καλά καταφέρει να μας ζεστάνει.

Ήθελε να καθόμαστε μια μέρα ακόμα στη Νάξο η Ε, αλλά δεν βρήκα τι παραπάνω θα πρόσθετε σε κείνες τις κουτσουρεμένες διακοπές και πως θα μου άλλαζε την διάθεση. Είχα λάβει την απόφαση να επιστρέψουμε στον Πειραιά. Στο καφενείο, στο μουράγιο του λιμανιού της Νάξου, όπου περιμέναμε την προσάραξη του πλοίου της επιστροφής στον Πειραιά, ο αγενής σερβιτόρος ούτε γύρισε να με κοιτάξει όταν έφερνε τους καφέδες, ούτε όταν τον πλήρωνα. Αντίθετα, στέκοντας μπροστά μου, βρήκε μάτια, λόγια και ένα χυδαίο χαμόγελο για να κολακεύσει την Ε για τα μάτια της και ερωτοτροπήσει: «Ωραίες ματάρες έχεις, κοπέλα μου!» Η Ε δέχτηκε το κομπλιμέντο με χαρά (και ποια γυναίκα δεν θα το δεχόταν;) και αμυδρά χαμογέλασε χωρίς να απαντήσει. Από τη μεριά μου, βρέθηκα μετέωρος σε ένα μίγμα θυμού, από αντίδραση σε κάτι που κοινωνικές νόρμες θεωρούσαν περιφρονητικό μέχρι και προσβλητικό, αποστροφής, και τελικά παραίτησης. Άλλωστε, στο πρόσωπο της Ε δεν κατάφερνα να αναγνωρίσω το μέγεθος της ομορφιάς που εξέφρασε με το κομπλιμέντο του ο σερβιτόρος.

Πριν την επιστροφή στην Θεσσαλονίκη μείναμε ένα βράδυ στον Πειραιά σε ένα ξενοδοχείο στο Παλιό Φάληρο, αντί για μια δεύτερη βραδιάς στη Νάξο. Κέρασα ένα τελευταίο γεύμα στο ιταλικό Al Tartufo, για να θυμηθώ κάτι βραδινά νόστιμα γεύματα, στο αδερφό εστιατόριο των Χανίων, όπου απολαμβάναμε με την Α πίτσες και μακαρονάδες. Γεύσεις και μυρωδιές επίσης αποτυπώνονται στην μνήμη. Με τη spaghetti carbonara και πολλές μπύρες (θα περνούσαν πολλά χρόνια έκτοτε για να αντιληφθώ ότι η μπύρα δεν πρέπει να συνοδεύει ζυμαρικά) χάλασα κι εκεί την διάθεσή μου. Παραφουσκωμένος από μπύρες και μακαρονάδες, σε κατάσταση μέθης, έπεσα ημιαναίσθητος στο κρεβάτι. Ήταν τέλος αρμόδιο σε διακοπές, που ούτε τα μάτια της Ε, ούτε οι Κυκλάδες κατάφεραν να χρωματίσουν με τα ζωηρά τους χρώματα. Η σχέση μας έπαιρνε τον αργό κατήφορο της πριν ακόμα καλά-καλά αγγίξει έστω την χαμηλή κορυφή ενός λοφίσκου πάθους και έκστασης.

Σκέφτηκα ότι δεν υπάρχει λόγος να καταβάλει κάποιος προσπάθειες εξωραϊσμού μιας σχέσης, όταν από το ξεκίνημα της δεν τον συναρπάζει, δεν τον συνεπαίρνει, δεν τον σηκώνει έστω για λίγο κάπου ψηλά σε άγνωστα μέχρι υψίπεδα. Η Ε μάλλον αντιμετώπιζε διαφορετικά τα πράγματα. Κατέβαλε μια στερνή προσπάθεια να μας γλιτώσει από την μιζέρια των σκοταδιών του Σέιχ-Σου: ζήτησε τα κλειδιά από το οικογενειακό διαμέρισμα μιας ξαδέρφης όπου, απουσία της, βρήκαμε ερωτικό καταφύγιο για ένα βράδι. Θα ήταν το τελευταίο και πλέον αξιομνημόνευτο εκείνης της περιόδου όπου, πρώτη φορά σε ένα κανονικό κρεβάτι, ξεπεράσαμε κάθε προηγούμενο διάρκειας και πάθους. Από τότε περιμαζεύτηκα στον κυνισμό μου, στην αδιαφορία μου για την Ε, και την απάθεια να με περιτυλίγει. Σε μια παράδοξη στροφή της διάθεσης, στα γενέθλιά της, πήγα σε ένα κοσμηματοπωλείο της Εγνατίας και της αγόρασα ένα ζευγάρι τιρκουάζ σκουλαρίκια: ήθελα να με θυμάται ως γενναιόδωρο και ότι, σε τελική ανάλυση, κάπως, με το ιδιόμορφο τρόπο μου, χωρίς πολλές εξωτερικεύσεις συναισθημάτων, την είχα έστω ανεπαίσθητα αγαπήσει. Το δώρο μου το δέχτηκε σιωπηλά, με τα μεγάλα μάτια της ανοιχτά και γελαστά, αλλά ένα παράξενο χαμόγελο. Ξέραμε και οι δυο λίγο-πολύ ότι είχαμε περάσει ένα σημείο στη σχέση χωρίς επιστροφή. Με παράπονο μου είπε ότι, μετά τις διακοπές μας στις Κυκλάδες, έψαχνε για κάποιο διαμέρισμα, κάποιο δωμάτιο, που θα χρησίμευε ως ερωτική φωλιά, που θα έθετε κάποια θεμέλια μιας πιο ενδόμυχης και στερεάς σχέσης. Δεν έμελλε να συμβεί.

Πέρασε από τότε καιρός, χύθηκε πολύ νερό στο αυλάκι της ζωής όλων μας. Στο γάμο της Ντ., ο Χ, ο διαμεσολαβητής, ο «προξενητής» στο πάρτι του οποίου τα φτιάξαμε με την Ε, μου εκμυστηρεύτηκε μπροστά σε άλλους παλιόφιλους, τη γνώμη της για μένα, επιμύθιο στον επίλογο της σχέσης μας: «ο Λ υπήρξε ο χειρότερος μου εραστής!», του είπε. Δεν με πλήγωσε εκείνο το σχόλιο και δεν ένιωσα την ανάγκη να το απαντήσω και δικαιολογήσω, παρά χαμογέλασα. Θα μπορούσα να έλεγα το ίδιο και για την Ε. “It always takes two to tango” σκέφτηκα.

Friday, July 12, 2024

26 - Φοιτητικά: Με τα Φώτα Χαμηλά (Εφήμερες Σχέσεις - η Γ)

Εκείνη την ανεπαίσθητη επαφή δύο ασύμβατων ανθρώπινων ψυχών, όπως ήταν η σχέση με τη Τζ., παρατημένη έκτοτε στα βάθη της μνήμης μέχρι τη στιγμή αυτής της διήγησης, την ακολούθησε μια άλλη, ανεκπλήρωτη και εξίσου απογοητευτική. Προηγήθηκε ένα γνήσιο σκίρτημα και μια προσωρινή αναπτέρωση ελπίδων, που τα διέλυσε η απόρριψη που πάραυτα επήλθε.   

Το περιβάλλον της οργάνωσης έγινε το σταθερά και ίσως το μόνο, φαινομενικά αστείρευτο -δόξα τω θεώ- πηγάδι για την άντληση λίγου ζωτικού και δροσερού νερού από το πηγάδι του έρωτα. Την χαριτωμένη, λεπτή και μικροκαμωμένη πρωτοετή συντρόφισσα, την Μαργαρίτα των «Μηχανολόγων» είχα δει κανα δυο φορές φευγαλέα να ανεβοκατεβαίνει τις σκάλες του κυλικείου συζητώντας ανέμελα με συντρόφους. Φαινόταν αδέσμευτη και, από τις παρατηρήσεις που έκανα μέχρι κείνη τη μέρα, αφοσιωμένη στις σπουδές της, ενώ, περιέργως, ανταποκρινόταν στα διάφορα καλέσματα της οργάνωσης -τα πρώτα τουλάχιστον. Το απόγευμα της συνέλευσης του «τομέα» στάθηκα, με ένα φραπέ στο χέρι, να την στραβοκοιτάω από μιαν γωνία της ντουμανιασμένης από την καπνίλα των τσιγάρων αίθουσας. Ως έμπειρος σύντροφος, ως κομματικό στέλεχος εν τη γενέσει του, είχα βάλει, μέρες πριν, πλώρη να κεντρίσω την προσοχή της και γοητεύσω με μια από τις σπάνιες «παρεμβάσεις» μου στα «όργανα». Με αυτό στο νου προετοίμασα διεξοδικά μιαν ομιλία για κείνη την συνέλευση που έφερνε όλες τις οργανώσεις βάσης της σχολής, και την Μαργαρίτα, μαζί. Απήγγειλα την ομιλία μου με αυτοπεποίθηση και άνεση (κάτι για τα δεδομένα της προσωπικότητάς μου), όρθιος από το κέντρο μιας κατάμεστης αίθουσας, πάνω από τα κεφάλια των καθιστών συντρόφων, με το βλέμμα μου στραμμένο κυρίως προς το προεδρείο, με λίγες κλεφτές ματιές προς την κατεύθυνση της Μαργαρίτα, που καθόταν μερικές θέσεις μπροστά και δεξιά μου. Το περιεχόμενο της ομιλίας, οι προτάσεις, η «εποικοδομητική», αν και κατά κανόνα ατελέσφορη, κριτική προς την πολιτική και τακτικές του κόμματος, και η συνολική παρουσία μου, άφησαν μάλλον καλές εντυπώσεις ανάμεσα σε στελέχη και παλιές καραβάνες της οργάνωσης, αν κάποιος έκρινε από τις αναφορές σε αυτήν στα μακρήγορα «κλεισίματα» των καθοδηγητών.

Μετά τη σχόλη της συνέλευσης, ανάμεσα σε κάτι αόριστα χαμόγελα προς την μεριά μου από διάφορους και το αναπόφευκτο, πάντα αδιάκριτο και ενοχλητικό, πονηρό κλείσιμο ματιού από τον Β, που είχε το ταλέντο να «διαβάζει» σκέψεις και προθέσεις σε ανάλογα ζητήματα, κατάφερα να ανταλλάξω μερικές ψιλοκουβέντες με την Μαργαρίτα: για το από που κατάγεται (το ήξερα), για το αν την κούρασε η διαδικασία (προφανώς μας είχε όλους κουράσει), για το αν θα μας συνόδευε στο γλέντι που συνηθιζόταν μετά από μαραθώνιες συνελεύσεις, κτλ. Έμαθα ότι έμενε στη γειτονιά μου, πίσω από το γήπεδο του Άρη, κι αυτό με χαροποίησε. Στο γλέντι, όπου με λίγα ποτά ωριμάζουν γνωριμίες δεν ήρθε. Κατάφερα, όμως, τις επόμενες να μάθω το πρόγραμμα των μαθημάτων της, που ως επιμελής πρωτοετίνα υπέθεσα ότι παρακολουθούσε αδιάλειπτα και, ιδιαίτερα τις ώρες του «μηχανολογικού σχεδίου» που απαιτούσε οι φοιτητές να προσκομίζουν τα σχεδιαστικά τους όργανα· και από αυτό το πρόγραμμα τις πιθανές ώρες που θα περίμενε στη στάση της γειτονιάς το λεωφορείο για την Καμάρα. Με λίγη υπομονή κατάφερα και συγχρονίστηκα. Περνώντας, δήθεν τυχαία, την κατάλληλη πρωινή ώρα μπροστά από τη στάση με το Yugo, της ένευσα να ανέβει στο αμάξι.  Δέχτηκε από ευγένεια περισσότερο με ένα μάλλον αδιάφορο χαμόγελο, και την οδήγησα μέχρι την πόρτα του Κυλικείου. Μετά από δύο τέτοιες πρωινές διαδρομές, και διάφορες ουδέτερες, φιλικές ή συντροφικές κουβέντες, χωρίς πολύ ανταπόκριση εκ μέρους της είναι αλήθεια, άρχιζα να σχηματίζω την αίσθηση ότι ελάχιστα την ενδιέφερε η παρέα, πόσο μάλλον την γοήτευε. Παρόλα τα βρήκα το θάρρος (που εκ των υστέρων έκρινα ως θράσος γιατί τα σημάδια δεν ήταν ευνοϊκά) και της τηλεφώνησα με μια πρόσκληση για σινεμά. Αρνήθηκε ευγενικά. Αν οι ενδείξεις μέχρι εκείνο το τηλεφώνημα δεν ήταν ενθαρρυντικές, η άρνηση της στο τηλεφώνημα μου με έπεισαν για την αδιαφορία να συνάψει σχέση σε εκείνη την φάση ή, πιθανόν, για την αφοσίωση σε κάποιον άλλον δεσμό μακριά. Η Μαργαρίτα, λίγες μέρες μετά από εκείνη την ομιλία που αποσκοπούσε στο να την εντυπωσιάσει, θα αποτελούσε άδοξο παρελθόν. Νon-event τελικά, και μικρή η απογοήτευση, ξεχάστηκε γρήγορα· εν πάση περιπτώσει, κρίμα!

Πλησίαζαν οι εκλογές του Ιουνίου του 1985. Από πριν το Πάσχα το κόμμα βρισκόταν σε κινητοποίηση για την επίτευξη εσαεί μαξιμαλιστικών εκλογικών στόχων, που όλοι γνώριζαν κατά βάθος ότι ήταν ανέφικτοι. Το ρεφορμιστικό ΠΑΣΟΚ του Παπανδρέου, όπως οι κομμουνιστές το χαρακτηρίζαμε, είχε προδώσει αρκετές από τις προσδοκίες του κόσμου της αριστεράς. Πολλές από αυτές είχαν καλλιεργηθεί μέσα σε ένα κλίμα δημαγωγίας, κάτω από το λάβαρο της περίφημης «Αλλαγής» που ο Παπανδρέου διατυμπάνιζε από το 1981 και μιας ανεξάντλητης παροχολογίας, ενώ, στο μεταξύ, είχε κάνει θεαματικά πισωγυρίσματα σε κεντρικές πολιτικές υποσχέσεις. Με λίγα λόγια, η «Αλλαγή» που υποσχέθηκε έμεινε καθ’ οδόν από λάστιχο. Έμενε, πιστεύαμε αφελώς, στο ΚΚΕ να κρατήσει σηκωμένο κάποιο «φιλολαϊκό» (ο,τιδήποτε μπορούσε αυτό να σημαίνει σε εκείνη την ιστορική συγκυρία στα πλαίσια του συστήματος) και αντιιμπεριαλιστικό λάβαρο. Τα γραφεία του κόμματος και της νεολαίας στην οδό Εγνατίας βούιζαν από συντρόφους και συντρόφισσες που προετοιμάζονταν για βραδινές εξορμήσεις σε σπίτια, με «υλικό» και κουπόνια για την οικονομική ενίσχυση του εκλογικού αγώνα. Σε μια από εκείνες τις εξορμήσεις, που δεν ξέρω αν αυτό καθαυτό το κομματικό καθήκον με προσέλκυε να δίνω το παρόν ή οι άλλοι ευνόητοι λόγοι, «ζευγαρώθηκα» με τη Γ, μια μέχρι τότε άγνωστη συντρόφισσα της οδοντιατρικής σχολής. Ήταν μικροκαμωμένη, με συμπαθητικό πρόσωπο με εκλεπτυσμένα χαρακτηριστικά, ρόδινα χείλια κάτω από μια «γαλλική» μύτη, ξανθωπά σγουρά μαλλιά που μόλις άγγιζαν τους ώμους της, σχετικά καλοσχηματισμένο σώμα. Τον ελαφρώς χαμηλό πισινό της πίσω από στενά ξεθωριασμένα τζιν τον κουνούσε πέρα-δώθε με ανεμελιά και φυσικότητα και αρκετή, πάντα επιθυμητή, θηλυκότητα. Η φωνή της, όμως, απέπνεε μια ψυχρότητα, εξαιτίας μιας μη ελκυστικής χροιάς, επιβαρυμένης από την ελαφρώς επαρχιώτικη προφορά της: η καταγωγή της ήταν από τα Τρίκαλα.

Βγήκαμε δυο διαδοχικές εξορμήσεις μαζί, για να μοιράσουμε υλικό και μαζέψουμε εισφορές· την δεύτερη φορά σαν να την είχαμε νοητά προσυνεννοηθεί μεταξύ μας. Μετά και από εκείνη την εξόρμηση, έχοντας ξεπεράσει κάπως την αμηχανία δύο άγνωστων συντρόφων και καθώς, τουλάχιστον κατά τα φαινόμενα υπήρχε μια αισθητή αμοιβαία έλξη, καταλήξαμε σε ένα ταβερνάκι σε κάποιο στενό πίσω από τη Μελενίκου (από πρότασή μου), και κατόπιν (από πρόταση της), στο φτωχικό διαμέρισμά της στην Τριανδρία. Ακούσαμε τους Doors που της άρεσαν, ήπιαμε μερικές ακόμα μπύρες, και μάλλον ανεξήγητα για μένα, και ίσως την Γ, την καληνύχτισα, χωρίς κανένα άγγιγμα, χωρίς κανένα φιλί, χωρίς μιαν φυσική επαφή που ίσως προσδοκούσε, και έφυγα από ένα περιβάλλον, που όπως είχε αυθόρμητα την μέρα κείνη συγκροτηθεί, ενθάρρυνε την πλησιέστερη προσέγγιση. Κάπου, κάτι απροσδιόριστο μέσα μου κόλλησε. Ίσως, η ομιλία και η χροιά της φωνής δεν ήταν ζεστές και δελεαστικές, ενώ η ίδια θεωρούσε ότι εγώ, ως άντρας, όφειλα πρώτος να εκδηλώσω θέλησή να προχωρήσω, να κάνω το πρώτο βήμα. Καμιά φοιτήτρια δεν καλεί κάποιον στο διαμέρισμά της, χωρίς ελάχιστη προσδοκία για ένα μίνιμουμ ερωτικών περιπτύξεων, που θα έθετε την βάση για μια πιο ζωντανή συνέχεια. Όφειλα να το γνωρίζω παρά την αμηχανία μου.   

Ξαναβγήκαμε για μια τελευταία εξόρμηση την παραμονή των εκλογών, όταν την προσκάλεσα στο πατρικό σπίτι να παρακολουθήσουμε μαζί τα αποτελέσματα. Καθίσαμε στο σαλόνι μας γύρω από την τηλεόραση, εγώ δίπλα στη Γ, με τον Πατέρα και τη Μάνα παραπέρα. Οι επιδόσεις του Κόμματος για την επιτυχία του οποίου αγωνιστήκαμε κι εγώ και η Γ με αρκετό ζήλο θα αποδεικνύονταν απογοητευτικές. Της προσφέραμε μπύρα και πίτες που είχα από το μεσημέρι προμηθευτεί από το φούρνο. Οι πίτες, συνοδευόμενες από μπύρα (ή «μπυρίτσα»), ήταν το στάνταρντ έδεσμα σε σουαρέ με οικογενειακούς φίλους της Μάνας, και ακολούθησα μιαν χαμηλού ρίσκου πεπατημένη. Πολλά λόγια δεν ανταλλάξαμε εκείνο το βράδι για θέματα διαφορετικά από τις εκλογές. Δεν καταφέραμε, είναι αλήθεια, ούτε εγώ, ούτε φαντάζομαι οι γονείς, να εξοικειωθούμε με τους τρόπους και τη φωνή της Γ, ούτε να ζεσταθούμε από την προσωπικότητα και παρουσία της. Το ίδιο βράδυ, όταν η Γ έφυγε μόνη, ο Πατέρας σχολίασε αρνητικά τα συχνά «γαμώτο», που ένας μελλοντικός, υποτίθεται, δεσμός μου ξεστόμιζε στη διάρκεια της ανακοίνωσης των αποτελεσμάτων -ως έκφραση απογοήτευσης.  

Απτόητος από τα αρνητικά σχόλια του Πατέρα, το απόγεμα της επομένης πέρασα από το διαμέρισμά της για καφέ, με το μυαλό πάντα στις δυνατότητες τις οποίες μια φυσιολογική λανθάνουσα έλξη και ερωτική επιθυμία δυο νέων, μόνων σε ένα φοιτητικό διαμέρισμα, παρουσίαζε. Αλλά ήμουν ψυχολογικά απροετοίμαστος κάτω από τις σκιές που η έμφυτη δειλία και ντροπαλοσύνη φέρνει σε ανάλογες περιστάσεις, και χωρίς τα δεκανίκια του αλκοόλ να στηριχτώ. Η Γ με υποδέχτηκε σε μιαν αραχνούφαντη καλοκαιρινή ρόμπα, χωρίς σουτιέν, με τα ωραία στήθη και το περίγραμμα του άσπρου εσώρουχου της ευδιάκριτα. Τους φραπέδες που ετοίμασε τους ήπιαμε στο δωμάτιο της, αντί για το καθιστικό όπου περάσαμε το πρώτο βράδυ. Εγώ καθισμένος σε μια καρέκλα κολλημένη στον τοίχο δίπλα σε μια μικρή, φτηνή φοιτητική βιβλιοθήκη με λίγα συγγράμματα, η Γ αρχικά ωκλαδόν, και μετά μισο-ξαπλωμένη γερμένη στο δεξί της αγκώνα στο στρώμα πάνω στο πάτωμα που ήταν το κρεβάτι της. Φτωχική η καταγωγή της, σε αντιδιαστολή με ευπορότερες φοιτήτριες που γνώρισα, όπως η Ντ., η Α, η Μ, που κοιμόνταν σε κανονικά ντιβάνια, ενώ φτωχότεροι όπως ο Λ, και τώρα η Γ από τα Τρίκαλα, σε γυμνά στρώματα χωρίς βάση και πλαίσιο. Το γερμένο και μισόγυμνο κορμί της ήταν σαφώς προσκάλεσμα για έρωτα, πρόσκληση και πρόκληση. Πάντα με βάση τις στερεοτυπίες και τους άγραφους κανόνες του κόσμου που ζούσαμε μέχρι τότε, ήταν ο άντρας, δηλαδή εγώ, που θα έπρεπε να μαζέψει κάθε διαθέσιμο απόθεμα χάρης και γοητείας, μαζί φυσικά με αρκετό θάρρος, και να κάνει το πρώτο βήμα. Το πρώτο βήμα, που δεν ήταν τίποτε περισσότερο από το πάω να ξαπλώσω δίπλα της, να την αγγίξω και φιλήσω, θα ήταν εν προκειμένω και το ήμισυ του παντός. Τα υπόλοιπα ακολουθούν ενστικτωδώς. Αλλά και πάλι κάτι κόλλησε… Η έλλειψη θάρρους, η αμηχανία, η ντροπαλοσύνη, δισταγμοί και αμφιταλαντεύσεις, ένα χάος από αρνητικές έγνοιες, υπερνίκησαν την εσωτερική ορμή και την διέγερση που με ωθούσε στη λογική κατεύθυνση. Μπορεί η τελευταία να μην ήταν πανίσχυρη, αλλά υπήρχε. Ίσως, να έπαιζαν στο υποσυνείδητο τα αρνητικά σχόλια του πατέρα. Ίσως, ο τόνος και η χροιά της φωνής της Γ να επιδρούσε ασυνείδητα ανασταλτικά στη σεξουαλική διάθεση. Το αλκοόλ σε τέτοιες περιπτώσεις βοηθάει, καθώς σπρώχνει έγνοιες και συστολές στη μπάντα, αλλά ήταν ακόμα πρωί· ο καφές έφερε το αντίθετο αποτέλεσμα: ενίσχυσε τη νευρικότητα, ενέτεινε τις συγκρούσεις στο μυαλό μου. Με το τέλος του καφέ, και μερικές ουδέτερες, αδιάφορες, «ξενέρωτες» κουβέντες αποχώρησα -όπως το πρώτο βράδι.

Μια ακόμα ευκαιρία χανόταν, μια ακόμα χλωμή σχέση λάμβανε ένα αψυχολόγητα άδοξο τέλος. Σε τελική ανάλυση ίσως ένα τέτοιο τέλος να της άρμοζε. Τι μέλλον θα μπορούσε να υπάρξει, ακόμα και μετά από μερικές πράξεις συνουσίας, όπως η επόμενη σχέση θα μου έδειχνε; Από το διαμέρισμα της Γ στην Τριανδρία πέρασα ακόμα μια φορά, απροειδοποίητα, μεθυσμένος, απελπισμένος για γυναικεία συντροφιά, όπως είχα κάνει και με την Μ: για να πιαστώ από κάτι μισό-αρχινισμένο, μισό- ή κακοψημένο. Στο μικρό καθιστικό πίσω από την εξώπορτα στεκόταν όρθια με έναν άλλον τύπο, φαλακρό, δίπλα της, που δεν άνοιξε καν το στόμα του στην παρουσία μου. Ετοιμάζονταν για έξοδο. Μετά από ένα αδιάφορο καλησπέρισμα, ένα «Τι κάνεις;», η Γ, με φωνή ψυχρότερη από αυτήν που θυμόμουν, είπε: «Δεν σε περίμενα απόψε… Ήθελες τίποτε;», «Όχι, έτσι πέρασα…» Με χαιρέτισε κι έφυγαν, αφήνοντας με μόνον με την συγκάτοικό της να με κοιτάζει με στραβό μάτι και φόβο. Περίμενα να απομακρυνθούν για να φύγω κι εγώ. Το αλκοόλ είχε σκοτώσει και την ντροπή.

Wednesday, July 10, 2024

25 - Φοιτητικά: Με τα Φώτα Χαμηλά (Σχέσεις Εφήμερες -η Τζ)

Μετά τη Μ πέρασε από τη ζωή μου, για λίγες και αυτή την φορά μέρες, μια ακόμα φοιτήτρια-αρχιτεκτόνισσα, που ήταν και συντρόφισσα και συναγωνίστρια. Την έλεγαν Τζ. Γνωριστήκαμε στο πάρτι μιας άλλης φοιτήτριας της αρχιτεκτονικής, της σχολής εντός του πολυτεχνείου με την πλέον αξιοζήλευτη αναλογία θηλέων προς άρρενες. Προσκλήσεις σε τέτοια πάρτι, κοσμικότερα και πιο μοντέρνα, από τα πατροπαράδοτα των Κνιτών που εκφυλίζονταν σε νταλκάδες του Καζαντζίδη και ζεϊμπεκιές, ήταν περιζήτητες ευκαιρίες και εγκληματικό για την καλοπέραση μας να αγνοήσουμε, είτε είμαστε άμεσα, είτε έμμεσα, μέσω τρίτων, σε αυτά. Η Τζ. δεν ήταν ιδιαίτερα ελκυστική. Το μακρύ πηγούνι της κατέβαζε άθελα την ματιά και τραβούσε την προσοχή στο πρόσωπό της. Η κατανάλωση αλκοόλ, όμως, σε συνδυασμό με την πάθηση που ο κόσμος των νιάτων αποκαλεί «παρατεταμένη αγαμία» δημιουργούν την τάση, αφενός να αμβλύνουν τις αισθήσεις, αφετέρου να χαμηλώνουν τα οποιαδήποτε κριτήρια θέτει εκ των προτέρων κάποιος στην επιλογή του ερωτικού του συντρόφου. Χορέψαμε τον απλούστατο και μοναδικό αλλά στενό και ζεστό χορό που μπορώ να χορέψω, αυτόν μόνον με ικανές δόσεις αλκοόλ με απελευθερώνουν: το μπλουζ. Βέβαια, το ξεκίνημα οποιασδήποτε σχέση ξεκινά κάτω από τέτοιες προϋποθέσεις, ή μάλλον χωρίς προϋποθέσεις, γίνεται με λιγότερο από μισή καρδιά. Συχνά, προκύπτει περισσότερο ως αποτέλεσμα κάποιου εσωτερικού καταναγκασμού· και είναι προδιαγραμμένη και καταδικασμένη να διαρκέσει λίγο, πριν πεθάνει και ξεχαστεί γρήγορα.

Περπατήσαμε με τη Τζ. σαν ζευγάρι, λίγες μέρες μετά το πάρτι, σε μιαν από τις διαδηλώσεις στις οποίες πρωτοστατούσε η οργάνωση. Στο περιθώριο της πορείας που η Ντ. είδε μαζί, μου εξέφρασε κατ’ ιδίαν χαμηλόφωνα την απογοήτευση της από το ότι είχα συνάψει μια σχέση με τη Τζ., και μάλιστα λίγο μετά τον τερματισμό της σχέσης με την φίλη της, την Μ, που η ίδια είχε βάλει στα σκαριά· και πόσο η Τζ. δεν την άρεσε, και ότι μου ταίριαζε, εμφανισιακά τουλάχιστον, κάτι πολύ καλύτερο. Ένιωσα προσβεβλημένος, όπως λογικά θα συνέβαινε με τέτοιου είδους αδιάκριτα, από το πουθενά σχόλια, κυρίως γιατί μέσα από την σχέση με την Τζ. παρουσιαζόμουν στον κύκλο των ανθρώπων που με γνώριζαν ως γενικά απελπισμένος από μια μακράς διαρκείας στέρηση γυναικείας συντροφιάς. Αν και γενικά ενοχλούμαι και αντιδρώ με δυσανάλογους θυμούς και πείσματα σε τέτοιες αδικαιολόγητες παρεμβάσεις επί προσωπικών επιλογών, κατά βάθος συμμεριζόμουν τις απόψεις της. Γιατί ήξερα κατά βάθος ότι η Τζ. «δεν ήταν καλή για μένα» και τίποτε περισσότερο από μια ευκαιριακή περιπέτεια. Στην Ντ. δεν απάντησα. Ήμουν όμως αποθαρρημένος και η σχέση θα έπαιρνε την απότομη, λίγο-πολύ προδιαγραμμένη κατηφοριά.

Το ίδιο βράδι μετά από εκείνη την διαδήλωση, θα βρισκόμουν με την Τζ. -για τελευταία φορά- στο δωμάτιό της. Απογοητευμένος, μελαγχολικός, με κατεβασμένα τα μούτρα, άκουσα υπομονετικά την ιστορία της: την απόπειρα βιασμού της σε ένα ασανσέρ όταν ήταν δεκατριών χρονών, τα ψυχολογικά τραύματα που εκείνο το περιστατικό άφησε, τις φοβίες της για την σεξουαλική πράξη αυτή καθαυτή, τις αποτυχημένες απόπειρες για μιαν ολοκληρωμένη σχέση. Ήθελε να ήμουν ο πρώτος, μου εκμυστηρεύτηκε, γιατί το πρόσωπο μου ενέπνεε καλοσύνη και εμπιστοσύνη. Αλλά μερικές με μισή καρδιά προσπάθειες εκείνο το βράδυ δεν κατέληξαν πουθενά. Με είδε απογοητευμένο, έκλαψε. Δεν θα ήμουν τελικά ο πρώτος. Δεν ήξερα καν αν το ήθελα, σίγουρα δεν διέθετα ούτε την υπομονή, ούτε τη δεξιότητα να το επιχειρήσω και να γιατρέψω τέτοιου είδους τραύματα. Μέσα μου σκλήρανα.

Από εκείνο το βραδινό, η ιδιοσυγκρασία και ελαττωματική μου ψυχοσύνθεση που μέχρι σήμερα βρίσκω αποκρουστική και καταδικάζω, με οδήγησε να προσπαθώ να κρύβομαι και να αποφεύγω τη θέα της Τζ. και κάθε συναπάντημα μαζί της, ειδικά σε χώρους και εκδηλώσεις που υπέθετα θα ήταν παρούσα. Η συνάντηση μας όμως ήταν αναπόφευκτη. «Να έχεις το θάρρος της γνώμης και των αποφάσεων σου, Λ!» ήταν οι τελευταίες της κουβέντες, διακριτικές και θαρραλέες, σε μια ακόμα συγκέντρωση της οργάνωσης έξω από το κυλικείο. Ειλικρινείς κουβέντες που ξεγύμνωσαν τον χαρακτήρα μου, αποκάλυψαν μερικές από τις πολλές κραυγαλέες αδυναμίες του. Κούνησα καταφατικά το κεφάλι, χαμογέλασα ένα πικρό χαμόγελο και απομακρύνθηκα σκυμμένος. Η Τζ. με την ευθύτητά της με έκανε να νιώσω ντροπή για την συμπεριφορά μου, να έρθω ξανά αντιμέτωπος με τον χαρακτήρα. Δεν κατάφερα να τον αλλάξω πολύ έκτοτε και δεν ήταν εύκολο, αλλά μετά από τέτοια συμβάντα αντικρίζω αυτό που είμαι με περισσότερη διαύγεια.

24 - Φοιτητικά: Με τα Φώτα Χαμηλά (Σχέσεις Εφήμερες -η Μ)

Μετά το καλοκαίρι του 1984 και την αλησμόνητη εκδρομή με την παρέα στην Κρήτη, για τη λίγη ώρα ενός απογεύματος, όταν άλλοι απολάμβαναν το μπάνιο και το φαγητό τους σε μια παραλία των Χανίων, βρεθήκαμε στα κλεφτά με την Α στο δωμάτιο που νοικιάσαμε και μοιραζόμουν με έναν από τους φίλους. Ο σύντροφος Ν, μέλος και αυτός της εκδράμουσας παρέας, εξοργίστηκε: από το φούντωμα μιας χρόνιας αντιζηλίας και όχι από την διατάραξη του προγράμματος της εκδρομής, όπως δεν θα έπαυε να ισχυρίζεται στην συνέχεια του ταξιδιού, με επιμονή, εκνευρισμό και φωνές. Στις προσβλητικές του εκφράσεις δεν απάντησα. Σε μεγάλο βαθμό τον καταλάβαινα. Όλοι δυνητικά σέρνουμε ένα ψυχικό βάρος από ζήλια και ματαίωση, πικρίες από απορρίψεις, ιδιαίτερα όταν σε μια περίοδο ακμής της σεξουαλικότητας, φίλοι και συνάδερφοι γύρω μας απολάμβαναν ξέγνοιαστες φοιτητικές νυχτιές και ξημερώματα στις αγκαλιές των εκάστοτε συντρόφων τους.

Η δίψα σε εκείνη την περίοδο αισθηματικής ξηρασίας άρχισε, και στην περίπτωση μου, να γίνεται ξανά δυσβάστακτη, παρά και μετά την μικρή όαση που πρόσφερε για λίγες κλεφτές ώρες η Α. Με το τέλος του τρίτου έτους είχε κλείσει πάνω από μισός του ανεπανάληπτου και αξέχαστου καιρού ως φοιτητής, χωρίς να το έχω τότε πολύ συνειδητοποιήσει. Είμασταν ακόμα νέοι και υγιείς και σφριγηλοί, υπήρχε άπλετος καιρός μπροστά μας· το παρόν που ζούσα δεν ήταν, άλλωστε, και για το καλάθι των αχρήστων (έβλεπα χειρότερες καταστάσεις μοναξιάς γύρω μου), ενώ το μέλλον ανοιγόταν διάπλατο με ελκυστικές δυνατότητες, και αυτό με παρηγορούσε. Ή, μάλλον, με έκανε να παραμελώ το πέρασμά του χρόνου. Έλεγα στον εαυτό μου ότι δεν θα αργούσα να συνάψω κάποια σχέση, που θα με ολοκλήρωνε όσο και κείνη με την Α· ήμουν σχετικά εμφανίσιμος, ευγενικός, ευπροσήγορος, με δυο λόγια ένα «καλό παιδί». Τελικά κάποιες τέτοιες «σχέσεις» προέκυψαν και δεν ξέμεινα μέχρι το τέλος του πανεπιστημίου μια μοναχική καλαμιά στον κάμπο, όπως αρκετοί γύρω μου. Βλέποντας, όμως, και αναλύοντας τες από τη χρονική απόσταση του σήμερα, διαπιστώνω πόσο ασθενικές εντυπώσεις άφησαν, πόσο ρηχά συναισθηματικά βάθη άγγιξαν.

Μετά την Α και την τελευταία συνεύρεση μας στα Χανιά, την ακαριαία ματαίωση κάθε ελπίδας με την περιζήτητη Ντ. που προηγήθηκε, το σβήσιμο και του μικρού αλλά λαμπερού άστρου της όμορφης Φ σε έναν νυχτερινό μοναχικό ουρανό από πάνω, το τέταρτο έτος του πανεπιστημίου ξεκίνησε στο ίδιο οικείο μοτίβο μοναξιάς. Χαρακτηρίζω εκείνη την πανεπιστημιακή χρονιά ως τον συναισθηματικό και ερωτικό μεσαίωνα των νιάτων μου. Η φοιτητική και κομματική ζωή, είναι αλήθεια, προσέφερε ευκαιρίες γνωριμιών, αλλά οι λιγοστές σχέσεις σε εκείνο το διάστημα ήταν ευκαιριακές και επιφανειακές, οι εντυπώσεις τους στην ψυχή απλώς έξυσαν την επιφάνειά της ή, όπως θα λέγαμε, «δεν την γέμισαν.»

Ήταν διαμέσου της Ντ. –όσο απίθανο αυτό ακούγεται με δεδομένο το επεισόδιο που είχε μεσολαβήσει μεταξύ μας, σε μια μάλλον ad hoc προμελετημένη μάζωξη στο διαμέρισμα της, ξεχασμένη στις λεπτομέρειές της, συστήθηκα και γνωρίστηκα με μιαν αρχιτεκτόνισσα φίλη της, τη Μ. Ήταν μια συνεσταλμένη κοπέλα η Μ: της έλειπε η διαχυτικότητα της Ντ., η γλυκιά εξυπνάδα της Α, η εφηβική χάρη της Φ, και οι τρόποι της έφερναν συχνά τον συνομιλητή της σε αμηχανία. Πάντως, είχε ένα όμορφο και λαμπερό γκριζοπράσινο βλέμμα, διαπεραστικό όταν κοίταζε κάποιον στα μάτια συνήθως με ελαφρά γερμένο το κεφάλι και ένα ανεπαίσθητο χαμόγελο από καλλίγραμμα χείλη· ένα βλέμμα που όμως συχνά απομακρυνόταν για να αγναντέψει μακριά και βυθιστεί σε ανέκφραστες σκέψεις, και τελικά σκοτεινιάσει όταν ο συνομιλητής επέστρεφε και αυτό στην σιωπή του ή κάθε φορά που έκανε το τσιγάρο της.

Παρά τη συστολή και την ολιγολογία της, που ξεπερνούσε την δική μου, στις λίγες μέρες που κράτησε η σχέση μας, ανάμεσα σε παρατεταμένες περιόδους σιωπής και αμηχανίας, μου άνοιξε πολλές πτυχές της προσωπικής της ζωής. Ο μονάκριβος πατέρας της πέθανε ξαφνικά στο πρόσφατο παρελθόν σχετικά νέος, από μια επιθετική μορφή καρκίνου, παρά τη λελογισμένη και υγιεινή διαβίωση που όπως μου έλεγε ακολουθούσε: δεν κάπνιζε, «έτρωγε θυμαρίσιο μέλι καθημερινά» και τα άλλα ντόπια προϊόντα της γης όπου μεγάλωσε –κοντά στο Μακρόπουλο της Αττικής. Είχε πριν με γνωρίσει μια σχέση με ένα παλικάρι από τον αθηναϊκό νότο, αλλά η εισαγωγή τους στο πανεπιστήμιο τους χώρισε. Η σχέση που φαινόταν ότι έπνεε τα λοίσθια ή, όπως η ίδια ισχυριζόταν, «είχε οριστικά τερματιστεί», μολονότι μια μεγάλη φωτογραφία του ακόμα φιγουράριζε καδραρισμένη στο πάνω ράφι της μικρής βιβλιοθήκης. Μάλλον, της έλειπε συμπέρανα.

Ένα μεσημέρι μετά την γνωριμία μας με κάλεσε για φαγητό, όπου μαζί με τη μπριζόλα ετοίμασε μιαν πράσινη σαλάτα με dressing δικής της έμπνευσης: με μαγιονέζα, κέτσαπ, και ένα-δυο μπαχαρικά. Το ίδιο απόγεμα κάναμε πρώτη φορά έρωτα, ήσυχο, χωρίς τους αναστεναγμούς που είχα συνηθίσει με την Α και πάντα ενεργούσαν αναδραστικά στο λίμπιντο. (Οπτικοακουστικά ερεθίσματα έχουν σημαντικό αντίκτυπο στην ερωτική συμπεριφορά, όπως σωστά επεσήμανε ο Bukowski.) Τη δεύτερη φορά, λίγο πριν «τελειώσει», μου ψιθύρισε ανέμελα στο αυτί ενώ βρισκόταν πάνω μου, ότι όταν «φτάνει σε οργασμό, φωνάζει πολύ». Κάτι που έγινε. Την τρίτη φορά ο έρωτας ήταν ήσυχος και μάλλον αδιάφορος -όσο την πρώτη φορά. Η χημική αντίδραση, όπως λένε, αν είχε κάπως ξεκινήσει, φαινόταν ότι εξαντλούταν σύντομα, χωρίς σημαντική απελευθέρωση ενέργειας.

Λίγες μέρες μετά, με την Ντ. και το Χ, τελευταία στρατολογημένο από την οργάνωσης και πλέον μέλος μιας διευρυμένης Κνίτικης παρέα (παρά την εύπορη καταγωγή του, ως γιος και συνέταιρος-κληρονόμος ενός βιοτέχνη πατέρα), σε ένα φθινοπωρινό διάλειμμα της σχολής, πήγαν οι τρεις τους εκδρομή στη Φλωρεντία· χωρίς ούτε η Μ, ούτε κανείς από το τρίο να μου έχουν διαμηνύσει τίποτε για κείνο το ταξίδι, ενώ θα μπορούσαν να με είχαν προσκαλέσει. Ενοχλήθηκα και πληγώθηκε η εγωϊσμός μου. Θυμωμένος και πεισματάρης χάριν σε ένα σκληρό χαρακτήρα, μετά την επιστροφή τους, αδιαφόρησα και διέκοψα για βδομάδες κάθε επαφή με τη Μ. Η Ντ. κάτι μου είπε για την  «γαϊδουρινή συμπεριφορά» που επέδειξα. Έτσι, το επεισόδιο με τη Μ είχε έναν άδοξο επίλογο, παρόλο που κινήθηκε στις παρυφές αυτού που λέμε έρωτα.

Ένα οριστικό και αμετάκλητο και μάλλον άγαρμπο τέλος θα δινόταν λίγους μήνες αργότερα όταν μόνος, απελπισμένος και πάλι για γυναικεία συντροφιά, έχοντας μεθύσει για να μαζέψω θάρρος και αυτοπεποίθηση, όπως συνήθιζα, χτύπησα το κουδούνι του διαμερίσματός της. Μου άνοιξε στη ρόμπα της. Βρισκόταν μέσα και τα έλεγαν με μια φίλη που έμεινε κλεισμένη στο καθιστικό μετά από μια κλεφτή ματιά προς τη μεριά μου. Δεν χρειάστηκε πολύ η Μ για να μου πει με ένα αγέλαστο, σχεδόν θυμωμένο ύφος στο γνώριμα γερμένο πρόσωπο: «Είσαι μεθυσμένος, Λ;» Έφυγα, όπως ήρθα, μετά από το ποτήρι νερό που μου προσφέρθηκε όρθιος στην κουζίνα.

Thursday, July 4, 2024

23 - Φοιτητικά: Με τα Φώτα Χαμηλά (Η Ξαδέρφη)

 Παρασύρθηκα, όμως, και κάλπασα στον χρόνο με την διήγησή μου. Η Α, στα φοιτητικά χρόνια που μου απέμεναν, απομακρυνόταν από τη ζωή μου με την κάθε μέρα που περνούσε, μέχρις που χάθηκε από το άμεσο περιβάλλον μου· πριν ακόμα αποκτήσω κάποια συναίσθηση της αξίας εκείνων των ημερών μαζί της. Θα ξανασυναντιόμαστε ξανά σε ένα μακρινό, αλλά τότε απρόβλεπτο και γκρίζο μέλλον. Τα φώτα πίσω από τα παντζούρια του διαμερίσματος της Αγαπηνού, κάθε φορά που περνούσα από την Καμάρα απέναντι, έφερναν το γλυκόπικρο συναίσθημα της νοσταλγίας των ερωτικών στιγμών που μοιραστήκαμε πίσω από αυτά. Κάθε ελπίδα για μια δήθεν λαμπρότερη, έστω ένα σκαλί παραπάνω από μια «αγνή» φιλική σχέση με τη Ντ., που η αφέλειά και μια ανόητη συναισθηματική παρόρμηση είχαν καλλιεργήσει συντρίφτηκαν στο επεισόδιο εκείνης της μεθυσμένης νύχτας και μια ντροπή και αποξένωση διαρκείας που ακολούθησε. Η φιλία ξαναχτίστηκε σιγά-σιγά, αλλά ήταν σαν μια στενή γέφυρα ανάμεσα σε δυο απομακρυσμένα χωριά που δύσκολα κάποιος θα κόμπαζε να διαβεί. Έμεινα μόνος, όταν σύντροφοι και οι συνάδερφοι που συναναστρεφόμουν αφιέρωναν τον περισσότερο τους χρόνο στις δικές τους ερωτικές υποθέσεις ή, σπανιότερα, σταθερές σχέσεις. H επιθυμία να εκτονώσω τις σεξουαλικές επιθυμίες μου, σε μια φάση της ζωής κατά την οποία αυτές, από βιολογική άποψη, κορυφώνονταν, ενέτεινε το αίσθημα της μοναξιάς και της απομόνωσης. Και ήταν στιγμές που μεταμορφωνόταν σε απελπισία, παρόμοια με εκείνη της εφηβείας που ένιωθα μέχρι να γνωρίσω την Α και τελικά χάσω την παρθενιά μου.

Αποκούμπι και κύριο κοινωνικό διέξοδο η πανταχού παρούσα Οργάνωση: οι λίγες χαριτωμένες «συντρόφισσες» που λοξοκοίταζα σε μαζώξεις και διαδηλώσεις και η Κνίτικη παρέα, όταν οι πυλώνες της, με τις διασυνδέσεις και μέσω των οποίων θα μπορούσα να συστηθώ σε κάποιαν κοπέλα, δεν ήταν απασχολημένοι με τους δικούς τους έρωτες· ολοένα και λιγότερο η Ένωση Σκακιστών, στο διαμέρισμα της πολυώροφης πολυκατοικίας στη γωνιά της Ιασωνίδου με την Αγίου Δημητρίου, όπου -περιττό να ειπωθεί- οι πιθανότητες συναναστροφών με το άλλο φύλο ήταν μηδαμινές. Για όσους γνωρίζουν τον μονοσήμαντο και μονόχνωτο χαρακτήρα αφοσιωμένων σκακιστών ξέρουν τι εννοώ για την στειρότητα και συναισθηματική παρακμή της παρέας τους.   

Άρχισα, λοιπόν, σε αυτόν τον συγκεκριμένο και σημαντικό τομέα των ερωτικών διεξόδων να απελπίζομαι, καθώς οι μέρες της ξεγνοιασιάς και της σεξουαλικής ακμής στην αποκαλούμενη «ερωτική πόλη» περνούσαν χωρίς προοπτικές και απτές συντροφιές. Η συχνότητα των επισκέψεων σε πορνοσινεμά πήρε ξανά την ανιούσα και μάλιστα με καινούργιες τέτοιας λογής βρωμο-αίθουσες να προστίθενται στη λίστα δυνητικών επιλογών στα πολλά μοναχικά σαββατόβραδα: από το Βαρδάρη και τη Λαγκαδά, μέχρι το Κέντρο και την Τούμπα. Μπορεί μετά από τέτοιες επισκέψεις η φωτιά μέσα μου να έσβηνε προσωρινά, αλλά το πρόβλημα της μοναξιάς και τα παρελκόμενα του, η μελαγχολία, το χαμηλό self-esteem, η εσωστρέφεια και άλλα, μεγεθύνονταν.

Μια αχτίδα φωτός όμως ξαφνικά έλαμψε όταν, σε μια από τις οικογενειακές μαζώξεις στη Μαγνησία, ξαναείδα τη Φ, την κόρη του πρώην χήρου, νυν συζύγου της θείας Λ και εξ ορισμού «θετής» κόρης της, «εξ αγχιστείας» πρώτης μου ξαδέλφης. Την είχα πρωτογνωρίσει, όντας τελειόφοιτος μαθητής το σχολείο, στο πρώτο γεύμα γνωριμίας της οικογένειας με το νέο θείο. Η ομορφιά της ακτινοβολούσε από την απέναντι γωνιά του τραπεζιού που καθίσαμε, και μ’ εντυπωσίασε: τα έξυπνα, παιχνιδιάρικα μαύρα μάτια της, το καμπυλωτό κορμί με γεμάτα, τέλεια σχηματισμένα στήθια, τα σαρκώδη χείλια του απαράμιλλου στόματος. Η Μάνα είχε τελικά δίκιο όταν σε μια τηλεφωνική συζήτηση με μια φίλη της, πριν από εκείνη την πρώτη γνωριμία με το θείο Αλέκο και τα παιδιά του -από την πρώτη γυναίκα του που πέθανε πρόωρα, παρομοίωσε το πρόσωπό της με τη Sophia Loren. Καθόταν με ένα μόνιμο ντροπαλό χαμόγελο, απαντώντας μονολεκτικά σε ερωτήσεις της ομήγυρης. Εγώ, επίσης χαμογελαστός, απέφευγα τα γελαστά της μάτια και, από ντροπαλοσύνη και διακριτικότητα περισσότερο σε ένα περιβάλλον που δεν ευνοούσε το φλερτ, ενώ όταν εκείνα τα μάτια της τα έστρεφε αλλού, παρακολουθούσα με στραβό βλέμμα κάθε κίνηση του προσώπου της. Όπως αναμενόταν, για τον διψασμένο για έρωτα νέο, η καρδιά με τις λίγες στιγμιαίες ανταλλαγές βλεμμάτων χτυπούσε λίγο δυνατότερα, η φαντασία εξαπτόταν, κάλπαζε στο μέλλον και τις δυνατότητες που αυτή η μη εξ αίματος συγγένεια πρόσφερε, και άναβε μιαν φωτιά στα σωθικά.

Κανένας δεν θα μπορούσε να αντιληφθεί τι συνέβαινε μέσα μου σ’ εκείνο το πρώτο γεύμα. Τα λόγια που ειπώθηκαν ήταν λιγοστά, ακόμα και από τον Πατέρα, που σε τέτοιες περιστάσεις κυριαρχεί, με δυνατή φωνή και τα ευφυολογήματα, στις συζητήσεις. Ο θείος Α, σοβαρός και λιγομίλητος, μέχρι και αμίλητος για παρατεταμένες περιόδους, αφοσιωμένος στο φαγητό του το οποίο με αντιαισθητικούς τρόπο και θορύβους μασούσε δίπλα μου. Τυπικός λογιστής -ένα επάγγελμα που ακολούθησε μέχρι να βγει στη σύνταξη, και να αναζητήσει, μετά το θάνατο της συζύγου του, συντροφιά ενόψει του επερχόμενου γήρατος. Ούτε στον Πατέρα, ούτε στον παππού έγινε συμπαθής, περισσότερο λόγω έλλειψης πνευματικότητας, και κανενός χαρίσματος σε έναν άχρωμο, άοσμο και άγευστο χαρακτήρα. Αλλά οι αδερφές και ο παππούς, γνώριζαν ότι θα αποτελούσε την τελευταία ευκαιρία στη θεία Λ να αποκατασταθεί. Η αντιπάθεια ανάμεσα στον θείο Α και το Πατέρα, ίσως και τον παππού, ήταν πιστεύω αμοιβαία. Αντίθετα, εμένα ο θείος Α, που ο μόνος λόγος η παρουσία του οποίου δεν με άφηνε αδιάφορο ήταν η κόρη του, με συμπαθούσε ως έναν ήσυχο, σεμνό, ευγενικό, αριστούχο νέο. Ουδέποτε, υποθέτω, θα πέρασε από το μυαλό του η πιθανότητα κάποιας μελλοντικής σχέσης με την όμορφη κόρη του, που από εκείνο το απόγευμα την πόθησα και εγκαταστάθηκε στο μυαλό μου. Η γενική σιωπή γύρω από το τραπέζι συνεχίστηκε στον καφέ και το γλυκό. Την διέκοψε, η γιαγιά μου, η μάνα του Πατέρα· μέσα από τα σκοτάδια της άνοιας που άρχισαν να σκιάζουν το μυαλό και τη μνήμη της, απευθυνόμενη στο θείο Α είπε: «Εσείς, κύριε, ποιος είστε και γιατί δεν μιλάτε;» Η ερώτηση προκάλεσε καλοπροαίρετα χαμόγελα συμπάθειας για την κατάσταση της, ίσως και λίγη αμηχανία· κάτι είπε η θεία Λ, η ερώτηση μάλλον ενόχλησε τον θείο Α που παρέμεινε βλοσυρός και δεν απάντησε. Δεν κατάφερε να ζωντανέψει την παρέα και η συνεστίαση έλαβε τέλος σε ένα κλίμα αδιάφορης τυπικότητας. Με τη Φ δεν αντάλλαξα καμιά κουβέντα στη διάρκεια εκείνης της πρώτης μας γνωριμίας, πέρα από μερικά χαμόγελα, τυπικά, χωρίς υπονοούμενα, χωρίς φυσικά υποσχέσεις για το μέλλον.

Πέρασε καιρός μέχρι που να επαναφέρω στο προσκήνιο της μνήμης την εικόνα της ομορφιάς της. Έγινε στο τρίτο έτος του πανεπιστήμιου, όταν άρχισε, μετά από μια σχέση και δυο απορρίψεις, να με ζώνει η μοναξιά. Την πέτυχα στην άλλη άκρη του ακουστικού μόνη στο σπίτι της, δήθεν για να ρωτήσω κάτι τη θεία Λ – την μητριά της. Κουβεντιάσαμε για λίγο περί ανέμων και υδάτων. Πάντα έβρισκα την επικοινωνία μέσω τηλεφώνου προβληματική: αυτή η «τηλεφωνοφοβία», όπως την χαρακτήριζε ο Πατέρας, μέχρι που με αναστάτωνε όποτε χτυπούσε το τηλέφωνο. Την ξεπέρασα τότε όμως χάριν στην επιτακτική ανάγκη για παρέα: ξανατηλεφώνησα την Φ ένα πρωινό που ήξερα ότι θα βρισκόταν μόνη. Περιμάζεψα τα λίγα αποθέματα αυτοπεποίθησης και θάρρους μέσα μου, φορτισμένα από την διαφορά ηλικίας και τις λίγες εμπειρίες με συναναστροφές με το άλλο φύλο που είχα αποκτήσει, και με σταθερή φωνή την προσκάλεσα να «βγαίναμε έξω» κάποιο απόγευμα, μετά το σχόλασμα του σχολείου, πριν αρχίσουν να την ψάχνουν από το σπίτι. Δέχτηκε αναπάντεχα εύκολα, χωρίς κάποιο εμφανή δισταγμό, με μια μελιστάλακτη, ελκυστική φωνή· σα να προσδοκούσε εκείνη την πρόσκληση μου.

Σε δυο μέρες την περίμενα έξω από την έξοδο του Γ΄ Λυκείου σε ένα δρόμο πίσω και πάνω από την Παπαναστασίου. Την είδα να βγαίνει λικνιζόμενη, με το πλατύ, όμορφο και αθώο, χαμόγελο που τη διέκρινε και το διαπλάτυναν τα όμορφα χείλη, τα βιβλία και τετράδια σφιχτά μπροστά στο στήθος και στάθηκε μπροστά μου. Της κράτησα, κρυφά από τα αδιάκριτα μάτια συμμαθητών, για λίγα δευτερόλεπτα από το χέρι (δεν το αρνήθηκε), και περπατήσαμε δίπλα-δίπλα άσκοπα τα δρομάκια της Κάτω Τούμπας πίσω από τον Ευκλείδη και το Θεαγένειο. Σε κάποιο σημείο έβαλα το δεξί μου μπράτσο γύρω από τους ώμους της. Γύρισε και με κοίταξε με το ίδιο ελκυστικό χαμόγελο. Πριν την αποχαιρετήσω, σε μια γωνιά, αρκετά τετράγωνα από το διαμέρισμά της στο χαμηλό φως του σούρουπου, προς αποφυγή κάποιου αναπάντεχου και τραγικού συναπαντήματος με τους γονείς ή το μικρότερο της αδερφό, φίλησα εκείνα τα θεϊκά χείλη. Το φιλί το δέχτηκε χωρίς αντίσταση, ελαφρώς το ανταπόδωσε. Σα όλα να ήταν νοητά προδιαγραμμένα από την πρώτη γνωριμία μας σε εκείνη την οικογενειακή συνεστίαση. Η καρδιά χτυπούσε δυνατά από την προσδοκία και λαχτάρα για αυτό που, ήμουν σχεδόν σίγουρος, σύντομα θα χτιζόταν. Ήμουν βέβαιος ότι η Φ με γούσταρε.

Πέρασα άλλη μια φορά έξω από το σχολείο της μετά το σχόλασμα, περπατήσαμε άλλη μια φορά άσκοπα στην περιοχή κουβεντιάζοντας, φιληθήκαμε περισσότερες φορές. Η αγάπη, παρά τους ασφυκτικούς περιορισμούς και την γονική αστυνόμευση, φαινόταν να ανθίζει και να αποδίδει τους καρπούς που ο νους μου, ίσως και αυτός της Φ, φαντασιωνόταν. Ήταν ένα  ζεστό, ηλιόλουστο απριλιάτικο απόγεμα λίγο πριν τις πασχαλινές διακοπές των σχολείων του 1984, τα υπέροχα σχηματισμένα στήθη της Φ διαγραφόταν πίσω από το κοντομάνικο εφαρμοστό μπλουζάκι που φορούσε, κάτω από τα χαμηλωμένα μάτια μου. Ανακάλυψα ένα μέρος του γυναικείου κορμιού του οποίου την αισθητική έλξη δεν είχα μέχρι τότε δεόντως εκτιμήσει. Ένιωσα την γνώριμη φλόγα στο υπογάστριο ν’ ανάβει· συμβαίνει στην ηλικία που βρισκόμουν ενστικτωδώς σε τέτοιες συγκυρίες.

Στο επόμενο ραντεβού η σχέση μας θα κορυφωνόταν. Βρήκα το θάρρος και ζήτησα από την Ντ., με την οποία η σχέση μας είχαν στο μεταξύ εξομαλυνθεί, τα κλειδιά του διαμερίσματός της στην Φιλικής Εταιρίας, που το άφηνε στη διάρκεια διακοπών για να δει τους δικούς της στην Καβάλα. Δεν υπάρχουν πολλές διαθέσιμες ερωτικές φωλιές μακριά από αδιάκριτα βλέμματα και κουτσομπολιά, αλλά ήθελα να δείξω στην Ντ. (και σε μένα) ότι είχε πλέον κυλίσει αρκετό νερό στο αυλάκι, το «επεισόδιο» μεταξύ μας θα μπορούσε να θεωρηθεί λήξαν και «ξεχασμένο» και έμεινε μια φιλία που θα μπορούσε να στεριώσει ξανά σε σταθερά θεμέλια. Η Ντ. δεν πρόβαλλε αντίρρηση. Το αντίθετο· ίσως και να την χαροποίησε τέτοια παράκληση εκ μέρους μου, και με το γνωστό ναζιάρικο ύφος και πονηρό χαμόγελο με ρώτησε: «Ποια κοπελιά, καλέ, θα μας φέρεις;» Της είπα το μυστικό μου περί μιας «ξαδέρφης εξ αγχιστείας», χωρίς να επεκταθώ σε λεπτομέρειες. Μετά από πίτσα και μπύρα σε ένα από τα μαγαζιά της πλατείας Εθνικής Αμύνης, το Σάββατο πριν από τη Μεγάλη Βδομάδα, μετά αγκαλιές και να κοντοστεκόμαστε καθ’ οδόν για  χορταστικά φιλιά από τα σαρκώδη χείλη, βρεθήκαμε ξαπλωμένοι στο ντιβάνι του δεύτερου υπνοδωματίου της Ντ., αυτό που προόριζε για τους καλεσμένους της.

Βράδιαζε, είχα σβήσει τα φώτα, αλλά ανοίξει τα παντζούρια και το φως από τις κολώνες του δρόμου και του περίγυρου της Εκκλησίας από κάτω ήταν αρκετό για να φωτίσει τις λεπτομέρειες των προσώπων μας, και κυρίως το περίγραμμα και τις καμπύλες του κορμιού της Φ. Στο νεανικό μυαλό μου, η πλήρης κατάκτησή του ήταν το ζητούμενο εκείνης της βραδιάς. Σκεφτόμουν ότι στα μάτια της Φ παρουσιαζόμουν ως ο δήθεν «έμπειρος», σχετικά ώριμος μορφονιός, το καλό έμπιστο παιδί με «λέγειν» (για την περίσταση) και την κουλτούρα ενός φοιτητή Πολυτεχνείου, ο οποίος θα τη μυούσε στη μαγεία του έρωτα. Με τέτοιες εσωτερικές σκέψεις η αυτοπεποίθηση μου ανυψώθηκε σε νέα επίπεδα. Σήκωσα και τράβηξα το μπλουζάκι, χωρίς αντίσταση, αφαίρεσα το σουτιέν επιδέξια. Το στήθος που άρχισα να θωπεύω και φιλάω, να γεμίζω με αυτό την παλάμη μου, όταν την φιλούσα στο στόμα, το μέγεθος, το σχήμα, το σφρίγος και η απαλότητά του με παρέπεμψαν στο ιδανικό του γυναικείου στήθους: αυτό που θαυμάζει κάποιος σε έργα τέχνης ή σε φωτογραφίες μοντέλων σε περιοδικά ή ταινίες. Μετά από αυτό το ευχάριστο πρελούδιο, με τα χείλη μας κλειδωμένα σ’ ένα παρατεταμένο φιλί, η παλάμη μου, προσχεδιασμένα πάντα, άφησε την περιοχή του στήθους και με αργές κινήσεις άρχισε να χαϊδεύει την κοιλιά και από εκεί να κατευθύνεται κάτω από τη μέση του παντελονιού, κάτω από το εσώρουχο. Εκεί ένιωσα το χέρι της Φ να σφίγγει τον καρπό μου και να εμποδίζει, με ένα χαμόγελο αμηχανίας, ίσως και δυσανασχέτησης ζωγραφισμένο στο πρόσωπό της, κάθε συνέχεια στην ερωτική περίπτυξη. Φυσικά, πειθάρχησα στο νεύμα. Η παλάμη μου αποσύρθηκε από εκεί, από τον απώτερο στόχο, υποχώρησα. Λόγω χαρακτήρα ή και ανατροφής, θα μπορούσαμε να πει κάποιος, ουδέποτε θα έφερνα κάποιον που με είχε εμπιστευτεί και πρόθυμα ακολουθήσει ως εκείνο το σημείο, σε δύσκολη ή αδιέξοδη θέση. Το να μην επιβαρύνω άλλους με χάρες ή επιθυμίες ήταν πάντα σήμα κατατεθέν της προσωπικότητάς μου.  

Λίγα βήματα πριν από την ολοκλήρωση, εκείνο το βράδυ, έκλεισε και η πρώτη περιπέτεια κάποιας σημασίας με την «ξαδέρφη εξ αγχιστείας». Θα υπάρξει μια ακόμη περισσότερο φευγαλέα και περιστασιακή συνέχεια σε ένα άλλο, μελλοντικό κεφάλαιο της ζωής μου, εξίσου συναισθηματικά στερημένο και ερωτικά απογοητευτικό με εκείνη την περίοδο. Ήταν ακόμα νωρίς το βράδυ όταν αφήσαμε το διαμέρισμα της Ντ., με λιγότερα λόγια και φιλιά και γέλια και την διαχυτικότητα που είχαμε κουβαλήσει μέχρι το ντιβάνι . Η Φ, η δεκαεπτάχρονη μαθήτρια, έπρεπε να βρίσκεται σπίτι από νωρίς. Ο θείος Α ήταν αυστηρός, η Λ, η σχέση της με την οποία χαρακτηριζόταν από την αντιπάθεια και κακεντρέχεια, τυπική ανάμεσα σε μητριά και θετή κόρη, ήμουν βέβαιος ότι θα τον σιγοντάριζε σε κάθε επίπληξη.

Δεν πέρασαν πολλές μέρες από κείνη την έξοδο και η Μάνα, στα καλά καθούμενα, με ρώτησε αν έβγαινα και είχα σχέση με τη Φ· κακοπροαίρετα, με υπερβολική έμφαση στην φαινομενική οργή του θείου Α, ο οποίος «θα δίδασκε στη Φ ένα μάθημα για να το θυμάται», με ηθικολογικά περί ετεροφυλοφιλικών σχέσεων ανάμεσα σε συγγενείς («εξ αγχιστείας ή όχι δεν έχει σημασία...») Όλα αυτά, ψευδόμενος, τα αρνήθηκα κατηγορηματικά και με εκνευρισμό. Κάτι είχε, λοιπόν, ψυλλιαστεί η θεία Λ από την συμπεριφορά και τα τηλεφωνήματα της Φ, ίσως και από σημειώσεις σε ένα ημερολόγιο. Θα είχε στήσει αυτί και παρακολουθήσει τηλεφωνήματα, θα είχε σκαλίσει ανάμεσα στα πράγματα στο δωμάτιο της. Εν ολίγοις, το είχε διερεύνησε δεόντως, ελλείψει άλλων πιο ενδιαφερόντων δραστηριοτήτων, και με την κακολογία και κακεντρέχεια, το άγχος και την αναστάτωση για ψύλλου πήδημα που διακατείχε εσαεί το σοι της Μάνας, την ίδια και τις τρείς αδερφές της, μετέφερε τα αποτελέσματα των ερευνών της, «με το νι και με το σίγμα», στις καθημερινές ατέρμονες τηλεφωνικές συνδιαλέξεις με τις αδερφές της.  

Η επικοινωνία με τη Φ διακόπηκε απότομα, δια ροπάλου. Κάτι όμορφο που θα μπορούσε, έστω και κάτω από αντίξοες συνθήκες, να βλαστήσει, ενδεχόμενα ανθοβολήσει, πέθανε εν τη γενέσει του. Έμεινα με την ανάμνηση των όμορφων χειλιών και του τέλειου στήθους, μέχρι που ένα βράδι, φαντάρος, περαστικός από την Λάρισα, θα τα φιλούσα φευγαλέα για τελευταία φορά.

22 - Α 4-Ever: Η Tελευταία Φορά

 Μια φλόγα που άναψε ένα βράδι του Δεκέμβρη μέσα σε δυο φοιτητικές ψυχές άρχισε να τρεμοσβήνει, σαν το καντήλι στους τάφους που κάποιοι πιστοί το διατηρούν αναμμένο μέχρι που, κουρασμένοι από τα χρόνια ή το αδυνάτισμα της θύμησης, να το εγκαταλείψουν στα στοιχεία της φύσης και το πέρασμα του χρόνου. Η αυλαία στην πράξη ενός έργου σε αυτόν τον κόσμο που παίξαμε μαζί άρχισε να κατεβαίνει. Οι θεατές του είχαν φύγει από καιρό. Ένας κύκλος θα έκλεινε στην πόλη που ξεκίνησε είκοσι πέντε χρόνια πριν: στη Θεσσαλονίκη· την άνοιξη που έφτασε βιαστικά μετά την εξόρμηση του Φλεβάρη στα Ζαγοροχώρια. Συναντηθήκαμε στην κορυφή των πλατών σκαλιών του «Βελλίδειου» συνεδριακού κέντρου, όπου κουβέντιαζε και χαριεντιζόταν με συναδέρφους μετά το τέλος μιας συνεδρίας. Επί τοιούτου είχα κατεβεί στη Θεσσαλονίκη από τα Γιάννενα όπου μαράζωνα. «Να βρισκόμασταν για ένα γεύμα» είχαμε προϊδεάσει τους εαυτούς μας, ίσως ξεγελάσει. Στο πίσω μέρος του μυαλού μας πάντα έπαιζε ο έρωτας, ανάμεσα σε δυο γνώριμα και πρόθυμα κορμιά, χωρίς μακροσκελείς προλόγους. Το γεύμα που έγινε γρήγορα ξεχάστηκε, όπως και οι λίγες κοινότοπες κουβέντες με κλισέ υπονοούμενα. Βρεθήκαμε, από νωρίς και τους πρώτους ξενέρωτους θαμώνες, σε ένα κλαμπ των λαδάδικων, καθισμένοι δίπλα-δίπλα σε ένα χαμηλό τραπεζάκι καταμεσής του μαγαζιού, για να πίνουμε και, μετά από λίγα ποτά, να φιλιόμαστε: εμείς, ένα ζευγάρι σαραντάρηδων, με παρατεταμένο πάθος στο στόμα, όπως θα έκαναν δυο νέα παιδιά στο απαύγασμα της αγάπης τους· επιλήσμονες του περιβάλλοντος και αδιάκριτων βλεμμάτων. Φιλιά που στις δεκαετίες γνωριμίας μας ποτέ δεν είχαμε δώσει! Όπως θα έπρατταν αυθόρμητα, ίσως, ακόμα και ώριμοι άνθρωποι που είχαν στερηθεί τον έρωτα για μεγάλο χρονικό διάστημα και δεν περίμεναν πρόσκληση από τον σύντροφο δίπλα τους, καθώς γνώριζαν τον ίδιο και τις επιθυμίες του. Η Α ξαφνιάστηκε στην αρχή από το απροσδόκητο (και πρωτόγνωρο) της κατάστασης σε δημόσιο χώρο, αλλά συνάντησε τα χείλια μου πρόθυμα και συνεργατικά και τελικά με το ίδιο πάθος, χωρίς να σβήνει από αυτά το χαμόγελο της έκπληξης (ή και της χαράς;), ενώ εγώ δεν φαίνεται να νοιαζόμουν για τα ξένα βλέμματα που γύρω μας, καθώς είχα ήδη καταναλώσει αλκοόλ, αρκετό για να αναχαιτίσει τέτοιου είδους αναστολές.

Η αλήθεια ότι δεν είχα μέχρι τότε φιληθεί με καμιά γυναίκα σε τόση διάρκεια και με τέτοιο ζήλο και ένταση σε δημόσια θέα. Αυθόρμητες αγκαλιές και φιλιά στο στόμα για μη ρομαντικούς, που κύρια έγνοια τους είναι η ικανοποίηση βαθύτερων βιολογικών ορμών με το έτερο φύλο, συχνά παρακάμπτεται ως ένα μη απαραίτητο πρελούδιο. Όσο περνάν τα χρόνια, αντιλαμβανόμαστε περισσότερο την αξία, των ρομαντικών, ιδεαλιστικών και, για πολλούς νεότερους, αναχρονιστικών εκδηλώσεων αγάπης, πριν και μετά από σαρκικές επαφές. Ίσως επειδή το κορμί γερνάει σε αντίστροφη αναλογία με την ωρίμανση της ψυχής.

Από το μπαρ των Λαδάδικων καταλήξαμε τις πρώτες μεταμεσονύχτιες ώρες στο ξενοδοχείο που έμενε η Α, στην οδό Μοναστηρίου πιο πέρα από τον Βαρδάρη και τον σιδηροδρομικό σταθμό, κατά την μεριά του Δενδροπόταμου, στην παλιά, άσχημη και βρώμικη «πύλη» της δυτικής πόλης, που μπαινοβγαίναμε κάποτε με τους γονιούς στο δρόμο μας προς και από το χωριό του παππού. Το πεντάστερο ξενοδοχείο ήταν ένα μοντέρνο, επιβλητικό κτίριο, ογκώδες για τα ελληνικά δεδομένα, μικρογραφία πάντως κακόγουστων αμερικάνικων ξενοδοχείων. Την παρουσία του στα υποβαθμισμένα εργατο-προσφυγικά προάστια της Θεσσαλονίκης, στα όρια του γκέτο των τσιγγάνων, μέχρι τότε αγνοούσα. Στεκόταν παράταιρο και εξεζητημένο, ανάμεσα σε γερασμένα ή εγκαταλελειμμένα βιομηχανικά κτίρια της Μοναστηρίου, εξίσου παλιές και ασυντήρητες πολυκατοικίες σαν αυτές που στη συνοικία του Βαρδάρη πάνω από τον παλιό σιδηροδρομικό σταθμό που κάθε φορά που τύχαινε να περνούσα από κει αναρωτιόμουν πως ήταν δυνατό ανθρώπινες ψυχές να κατοικούν πίσω από τις θλιβερές προσόψεις εκείνων των οικοδομών.

Δεν υπήρχε ψυχή στο φουαγιέ του ξενοδοχείου όταν φτάσαμε και ανεβήκαμε σιωπηροί και απαρατήρητοι κατευθείαν στο δωμάτιο της Α με πλήρη επίγνωση του τι θα επακολουθούσε. Ήμουν ζαλισμένος από το ποτό, στο αποκορύφωμα της ευθυμίας και διέγερσης που φέρνει πριν από την αναπόφευκτη σωματική και ψυχική κατάρρευση. Τις μετρημένες φορές που συναντήθηκα με την Α, μετά το τέλος των φοιτητικών μας χρόνων, έπινα στο όρια των αντοχών της προχωρημένης πλέον ηλικίας μου. Πέρα από το ξεπέρασμα της εγγενούς συστολής και των οιωνδήποτε συναισθηματικών φραγμών, σε ένα ζαλισμένο μυαλό η εικόνα του ερωτικού συντρόφου προβάλλεται ωραιοποιημένη, τα ίχνη, η φθορά και οι αδυναμίες, που επιφέρει ο χρόνος στο σώμα συγκαλύπτονται από αδιάκριτες εξερευνητικές ματιές, όπως το μέικ-απ αποκρύπτει εξανθήματα και ρυτίδες ή η βαφή μαλλιών τις άσπρες τρίχες. Εκείνη τη νύχτα, σα να ήταν η τελευταία ερωτική (και θα ήταν, όπως πάνω από δέκα χρόνια που πέρασαν από τότε έδειξαν) επιστρατεύσαμε, σαν μανιακοί, κάθε τεχνική κι εκδοχή της πράξης από την συσσωρευμένη πείρα της μέσης ηλικίας, από όλες τις μέχρι τότε σχέσεις και των δυο μας. Γονατιστή μπροστά στην καρέκλα που καθόμουν, με το κεφάλι της ακουμπισμένο στο μηρό μου, η Α είπε κάτι για το ξεχασμένο ή αποκοιμισμένο λίμπιντο της που θα ξαναζωντάνευε εκείνη την βραδιά. Πράγματι…

Θα ήταν γύρω στις τρείς μετά τα μεσάνυχτα, ίσως και πιο αργά, όταν βγήκα στη θαμπή υγρασία της  ατμόσφαιρας του Βαρδάρη. Το στενό, κακό-ασφαλτοστρωμένο και γεμάτο λακκούβες δρομάκι πίσω από το ξενοδοχείο, που άρχισα να περπατάω, περνούσε μπροστά από παράγκες και χαμόσπιτα ενός οικισμού Τσιγγάνων. Ένα σκυλί σε μια από τις αυλές, ευτυχώς δεμένο, αλυχτούσε στη νύχτα. Του απαντούσαν τα αδέσποτα του είδους του από τους δρόμους πάνω από τα «Σφαγεία» και τον παλιό σιδηροδρομικό σταθμό. Ξαναβγήκα βιαστικά στη Μοναστηρίου, που τουλάχιστον ήταν φωταγωγημένη και τα λίγα αυτοκίνητα παρά το περασμένο της ώρας που τη διέσχιζαν πρόσφεραν ένα αίσθημα ασφάλειας, και την περπάτησα μέχρι το Σταθμό. Δεν ήταν καιρός για περιπέτειες και περιπλάνηση στην κακήν-κακώς εξωραϊσμένη από μια κουτσή ανάπτυξη παρακμή της δυτικής πόλης, όσο δελεαστική και συναρπαστική να μου φαινόταν, όσο η χαλάρωση από τον έρωτα και το ακόμα ζαλισμένο μυαλό και να με οδηγούσε τέτοια ώρα. Η μέθη υποχωρούσε, ενώ μια φυσική κούραση άρχισε να με κυριεύει. Η ηλικία μου απεικονίστηκε στα πραγματικά μου χρόνια, και όχι στην αυταπάτη της νεότητας από μια ερωτική νύχτα. Σιωπηλός, μισόκλεισα τα μάτια στα ταξί που με πήγε στο πατρικό σπίτι, κάτω από τους ήχους κάποιων βαριών λαϊκών της δεκαετίας των ’60 και ’70, θαρρείς βγαλμένα, όπως θα ταίριαζε, από τα μαγαζιά του Βαρδάρη, όπου παλιά διασκέδαζε ο υπόκοσμος της δυτικής Θεσσαλονίκης. Η Μάνα και ο Πατέρας κοιμόταν. Όταν ήμουν φοιτητής και επέστρεφα αργά από το φοιτητικό διαμέρισμα της Α, συνήθως ένα ανοιχτό φως από την κρεβατοκάμαρά τους με περίμενε.  

Εκείνο το βράδι στο Βαρδάρη, όπως θα άρμοζε σε ένα ζευγάρι ανθρώπων που γνώρισαν μαζί τα πρώτα μυστικά το έρωτα και τον απόλαυσαν λίγο-πολύ σε κάθε πτυχή του – κυρίως σαρκική, λιγότερο αισθηματική, έπεφτε με μάλλον θριαμβευτικό τρόπο η αυλαία της ωραίας ιστορίας της ζωής με την Α. Μετά από μερικούς μήνες από κείνη την συνάντηση πήρα τον δρόμο ξανά για την ξενιτιά, αυτήν την φορά οριστικά και αμετάκλητα, για να ξαναφτιάξω κουτσά-στραβά τη ζωή πάνω στο ερείπια του διαζυγίου και μιας διαλυμένης οικογενειακής φωλιάς. Η Α βρήκε τον Ν της, τον λιγότερο μορφωμένο, τον «παρακατιανό», που η μεγάλη αδερφή και μάνα της θεωρούσαν ότι δεν ταίριαζε στη γιατρό που μεγάλωσαν και καμάρωναν. Της έδωσε, όμως, φαίνεται, μιαν ξεχωριστή ευτυχία, που άλλοι περισσότεροι μορφωμένοι και πετυχημένοι είχαν ματαιώσει. Ακολούθησαν μεταξύ μας σποραδικά τηλεφωνήματα σε γιορτές και γενέθλια. Σε ένα από αυτά μια στεναχωρημένη φωνή, βραχνιασμένη από τα χρόνια καπνίσματος, μου ανακοίνωσε την εμμηνόπαυσή της και, συνεπώς, την ακύρωση κάθε ελπίδας να κάνει παιδιά. Μέχρι τότε πίστευα ότι δεν ήθελε να κάνει παιδιά! Στο ένα από τα τελευταία της μηνύματα μου ανακοίνωσε το θάνατο του συναδέρφου, συντοπίτη και καλύτερου της φίλου από το Πανεπιστήμιο, του Σ, του χοντρού παιδιού που πρώτη φορά γνώρισα στο πάρτι του Λ, εκείνο το βράδι που ξεκίνησε ο έρωτας μας, και αργότερα βρέθηκε στην παρέα μας στην εκδρομή στο φαράγγι. Έμαθα ότι ήταν από του άντρες που πάντα ποθούσαν την Α, ένας ανταγωνιστής μνηστήρας, αλλά για χάρη μου και χάρη άλλων των είχε συμπαθητικά αναγάγει σε απλό «πολύ καλό φίλο».

Δέκα χρόνια μετά, στην ακμή της εποχής του Google και των social media, στην αναζήτηση souvenir από τα απομακρυσμένα νιάτα, έψαξα και βρήκα μια πρόσφατη φωτογραφία της στο διαδίκτυο, στο πάνελ ενός Συνεδρίου. Μου φάνηκε πιο γοητευτική και αξιαγάπητη από την τελευταία φορά που συναντηθήκαμε. Που θα βρισκόμασταν και πως θα γινόταν και που θα καταλήγαν, άραγε, οι ζωές μας, αν είμασταν διαφορετικοί άνθρωποι;  Έχουμε αρχίσει να γερνάμε. Στεκόταν στο πάνθεο των σχέσεων μου, ίσως, ως η πιο σημαντική γυναίκα στη ζωή μου (αν ένας τέτοιος τίτλος είναι δόκιμος στην περίπτωση μας)· μιας ζωής με λίγες σκόρπιες μέρες πάθους. Μερικές φορές στις κουβέντες μας, φευγαλέα, αναρωτηθήκαμε το περίφημο «τι αν…», αλλά αμέσως το αποκλείαμε γελώντας, σαν κάτι αστείο κι εξωπραγματικό. Μέχρι τότες, τη μονιμότητα και στασιμότητα στον έρωτα την απεχθανόμασταν, την παρακμή που έφερνε την φοβόμασταν. Έμειναν τελικά οι αναμνήσεις των μοναδικών και, επομένως, ανεκτίμητων στιγμών να τις κουβαλάω μέχρι το τέλος. Ένα καλειδοσκόπιο στη μνήμη συναισθημάτων, αισθήσεων και απολαύσεων που είχαν χρωματίσει με  λαμπερά χρώματα μια νεανική ψυχή, βυθισμένη πλέον στο βούρκωμα της νοσταλγίας. Με ξαναφέρνει στο λιοπύρι, κάτω από το δέντρο, πάνω στην πέτρα, στο αλώνι του Λουτρού, όπου κλεφτά ερωτευτήκαμε το μακρινό καλοκαιράκι της ζωής μας.