Wednesday, December 6, 2023

Εφηβικά 16 - Το Πανελλήνιο Συνέδριο Φυσικής στο Νησί

Η επιτυχία του πρώτου συνεδρίου της Θεσσαλονίκης άνοιξε την όρεξη της Ένωσης και έθεσε τα θεμέλια του δεύτερου, τρία χρόνια μετά, τον Οκτώβρη του 1980. Αυτή τη φορά στη γραφική Μυτιλήνη. Και φυσικά ο Πατέρας με πήρε μαζί του. Είτε επειδή έβλεπε ότι είχα αρχίσει να ωριμάζω επιστημονικά και χρειαζόμουν λίγο πριν ανοίξω τα φτερά και πετάξω πάνω από τις πεδιάδες μιας «θετικής» επιστήμης -με την Φυσική στο επίκεντρο, είτε επειδή ακόμα προσέδιδε σημαντική αξία (μάλλον, αβάσιμα ή δυσανάλογα) στο αντικείμενο της Φυσικής και τον ρόλο των φυσικών στην οικονομία και πολιτισμό της Ελλάδας, είτε, το πιθανότερο, επειδή θα δινόταν μιαν ακόμα ευκαιρία να συναναστραφεί ως ίσος απέναντι σε ίσους με «ακαδημαϊκούς» και καθηγητές Πανεπιστημίων. Α! και για να μου δείξει, παρεμπιπτόντως, τις πόρτες που θα άνοιγε και το ενδιαφέρον που θα κέντριζε μια ακαδημαΊκή καριέρα την οποίαν μάλλον κρυφά, αλλά διακαώς επιθυμούσε για μένα. (Αργότερα στην ζωή πείστηκα ότι αυτή η καριέρα ήταν ένα από τα στερημένα και απωθημένα της ζωής του.) Άλλωστε, καθώς ο Πατέρας προδιάγραφε και σχεδίαζε το μέλλον ερήμην μου εντός των συνόρων της Ελλάδας, δεν υπήρχαν εκτός Πανεπιστημίου πολλές αξιοπρεπείς επαγγελματικές ασχολίες για τον ικανό επιστήμονα που είχα ήδη πείσει πολλούς ότι θα γινόμουν. Και, γενικά, του άρεσε να με άγει και φέρει μέσα στους κύκλους συναδέρφων του παρά τις συστολές μου.  

Τον ακολούθησα, παρά αντανακλαστικές αντιρρήσεις μέσα μου, που όμως δεν εκδήλωνα καθώς αυτό θα προκαλούσε φοβερές αντιδράσεις. Οι ενστικτώδεις δισταγμοί μου ξεκινούσαν από την έμφυτη δειλία και φοβίες εν όψει κοινωνικών συναναστροφών, ειδικά με έναν κόσμο ενηλίκων, ώριμων επιστημόνων, στον οποίο ακόμα δεν ανήκα. Με λίγα λόγια, η ιδέα συναναστροφών σε πεδία εκτός του περιχαρακωμένου ατομικού χώρου που λέμε comfort zone με αναστάτωνε. Από την άλλη μεριά, το ταξίδι αυτό καθαυτό στη Μυτιλήνη με καράβι, που θα ήταν το πρώτο και θ’ αποδειχτεί το τελευταίο στο νησί, με ενθουσίαζε: για τις ώρες μοναξιάς σε κάποιες γωνιές του, κρεμασμένος στις κουπαστές, για το ατέλειωτο αγνάντεμα των κυμάτων, του αφρού της θάλασσας και των γλάρων που ακολουθούσαν την πρύμνη του. Και οι ώρες της θαλασσοπορίας, μοναχικός, περιτρυγισμένος από την έρημη απεραντοσύνη του γαλανού και μπλε και μαύρου της θάλασσας που από μικρό παιδί προσέλκυε, ήταν αρκετό θέλγητρο για να εξισορροπήσει τις έγνοιες που πήγαζαν από την αντικοινωνικότητα και την εσωστρέφειά μου.

Το καράβι σαλπάρισε ένα όμορφο και ζεστό απογευματινό δειλινό της Θεσσαλονίκης με τον ήλιο πίσω μας να δύει πίσω από τον Όλυμπο. Το βράδι έπεφτε γρήγορα και έκανα αυτό που από μικρό παιδί ήθελα πάντα να κάνω όποτε βρισκόμουν πάνω σε ένα καράβι: να ανεβοκατεβαίνω τα καταστρώματά του, να αγναντεύω τα κύματα, τη μια ώρα φωτισμένα λοξά από το ηλιοβασίλεμα να σπινθηρίζουν από τις αντανακλάσεις του κίτρινου και του πορτοκαλιού, την άλλη από το άσπρο αδύναμο φως του μισοφέγγαρου κάτω από την ξαστεριά του στερεώματος, που άφηνε μια άσπρη τρεμάμενη γραμμή πάνω στη μαυρίλα της θάλασσας. Αναμαλλιασμένος, τα πνευμόνια μου απολάμβαναν με τις ώρες το κρυστάλλινο, θαλασσινό αγιάζι, το πρόσωπο ένιωθε τους κόκκους της αλμύρας, τα σταγονίδια που ξέφευγαν από τις κυματοκορφές ίσαμε εκεί που στεκόμουν και αντιστεκόμουν στην πνοή του αέρα και της θάλασσας. Οι «συνάδερφοι» ΟΤΕ-τζήδες κι άλλοι γνωστοί φυσικοί συνταξιδιώτες, συζητούσαν με δυνατές φωνές και χειρονομίες στο πάνω κατάστρωμα. Η φωνή του Πατέρα, όπως πάντα, ξεχώριζε στεντόρεια και αφοριστική ως προς κάθε επιχείρημα εις βάρος του και επί παντός επιστητού. Άκουσα, τον συνάδελφο και φίλο του Αδάμ να χαρακτηρίζει χωρατεύοντας την φωνή του Πατέρα «συριστική». Μάλλον εννοούσε διαπεραστική στα αυτιά, ίσως και ενοχλητική στην έντασή της και εκκωφαντική, κάτι που σίγουρα ήταν.

Μετά από λίγες ώρες ύπνου στην αποπνιχτική κουκέτα της «οικονομικής θέσης» που μοιραστήκαμε με δυο άλλους ξένους, κατέβηκα στην πλώρη για να αντικρύσω τον πρωϊνό ήλιο λαμπερό, πελώριο, ζεστό, αγέρωχα σηκωμένο από τα βάθη της Μικρασίας, να φωτίζει την προκυμαία της Μυτιλήνης που σιγά-σιγά μας προσέγγιζε. Μια χούφτα λοστρόμοι που θα προετοίμαζαν τα παλαμάρια μας απομάκρυναν τους περίεργους με άγριες φωνές και νεύματα καθώς το καράβι άρχισε τις μανούβρες για να προσδεθεί στο μόλο. Οι λίγες σκόρπιες φιγούρες λιμενεργατών στο λιμάνι σήμαιναν ότι η Μυτιλήνη μόλις άρχιζε να ξυπνάει.    

To απόγεμα της πρώτης μέρας πέρασε αδιάφορα και ανέμελα, με συναδέρφους Φυσικούς του Πατέρα, να συντρώγουν σε κάποιο ταβερνείο της Μυτιλήνης με ως συνήθως πολλές «κινήσεις και ομιλίες» και φωνές σε παρέες Ελλήνων, μορφωμένων είτε αμόρφωτων, και τον Πατέρα πάντα στο επίκεντρο των όποιων διαπληκτισμών, ακόμα και για αθώα και ουδέτερα θέματα (παραδείγματος χάριν, της Φυσικής –ως επιστήμης, της Ένωσής τους, του Συνεδρίου, των κοινωνιών της) όπως αυτά αυθόρμητα προκύπταν στη ροή της κουβέντας. Παρακολουθούσα αμίλητος τις αντιπαραθέσεις παλιών γνωστών και φίλων, νυν συναδέρφων. Ευτυχώς, αγνοημένος από την ενήλικη παρέα απλώς άκουγα αδιάφορα, βαριά βαριεστημένος. Άκουγα ονόματα όπως των Καρούμπαλου, Ρεσβάνη, Χαραλάμπους, προφανώς διακεκριμένων πανεπιστημιακών της εποχής, αστέρων στα διάφορα ρεύματα της μοντέρνας Φυσικής, που απ’ ότι καταλάβαινα θα τιμούσαν με την παρουσία τους το Συνέδριο. Αυτά και άλλα, συνοδευόμενα άλλοτε με αρνητικά και επικριτικά, άλλοτε με θετικά κι εγκωμιαστικά σχόλια, έκαναν τον γύρο του τραπεζιού, όπως η τα ονόματα και η αξία ποδοσφαιριστών στις ενδεκάδες των ομάδων γινόταν αντικείμενο πιο ενδιαφερουσών συζητήσεων μεταξύ παιδικών φίλων και συμμαθητών ενόψει ποδοσφαιρικών αγώνων. Όπως ακούστηκε και συζητήθηκε από τους συνδαιτημόνες, και μάλιστα με ιδιαίτερο ενδιαφέρον και έμφαση που μου έκανε εντύπωση, το όνομα ενός πολύ συγκεκριμένου Γιάννη Ηλιόπουλου, βραβευμένου και διεθνώς διακεκριμένου θεωρητικού φυσικού της διασποράς, και για τις φήμες που κυκλοφορούσαν ότι είχε προταθεί για το Νόμπελ Φυσικής. Οι προσδοκίες ανάμεσα στην παρέα των «κοινών θνητών» της Φυσικής ο επιστημονικός αυτό αστέρας να τιμήσει το Συνέδριο της πατρίδας του ήταν έντονη· κάτι τέτοιο θα αναβάθμιζε σημαντικά το προφίλ του Συνεδρίου και της διοργανώτριας  Ένωσης Ελλήνων Φυσικών. Εκ των υστέρων κατάλαβα ότι ο Ηλιόπουλος δεν παραβρέθηκε. Προς απογοήτευση πολλών, διότι κάτι τέτοιο αφαίρεσε σημαντικά από το κύρος του Συνεδρίου, προς την αδιαφορία ή ακόμα και την μικρή κρυφή χαρά άλλων, κυρίως της ντόπιας ακαδημαϊκής νομενκλατούρας, καθώς η παρουσία του Ηλιόπουλου θα επισκίαζε το έργο της, θα μείωνε το prestige της, μπορεί και να τους έγδυνε από μιαν ονομαστική επιστημοσύνη που αρκετά μέλη της, καμιά φορά με υπόγειες ή πλάγιες μεθόδους, είχαν οικοδομήσει εντός των ορίων της χώρας. Με άλλα λόγια, θα είχαμε τις γνωστές παρενέργειες τέτοιων συμμετοχών ή απουσιών στον ψυχισμό της μικρής ελληνικής επιστημονικής κοινότητας και, ιδιαίτερα, στην συμπεριφορά της ακόμα μικρότερης πανεπιστημιακής κάστας -σε τομείς σαν την Πυρηνική Φυσική ή τη Φυσική των Σωματιδίων ή την Θεωρητική Φυσική, όπου η Ελλάδα, εκ των οικονομικών και ιστορικών πραγμάτων, δεν μπορούσε και δεν είχε να προσφέρει διεθνώς αξιοσημείωτα επιτεύγματα, ενώ το κράτος πλήρωνε αδρά καθηγητές να εντρυφήσουν σε αυτούς τους τομείς.

Το βράδυ ο Πατέρας με άφησε στο ξενοδοχείο μετά από κάτι σουβλάκια, «κάτι στο χέρι» που λένε, για να συνεχίσει τις ατέρμονες συζητήσεις που τόσο επεδίωκε και τον ευχαριστούσαν. Ήταν οι ώρες όπου έθετε εαυτόν υπεράνω της παρέας του, ένας εγωκεντρικός στο επίκεντρο της προσοχής άλλων να προκαλεί, με άκαμπτό αντίλογο και επιβλητική φωνή τις διάφορες, εν πολλοίς ατελέσφορες, διαλεκτικές αντιπαραθέσεις και διαμάχες – for the sake of it· με γνωστούς και αγνώστους, φίλους και εχθρούς.

Το ξενοδοχείο ήταν ένα παλιό, διώροφο κτίριο, στρυμωγμένο και απαρατήρητα ανάμεσα σε άλλα χαμηλά σπίτια, σε ένα από τα στενά δρομάκια της παλιάς Μυτιλήνης πίσω από την προκυμαία. Το δειλινό, ειρηνικό και γλυκό, τις λίγες ώρες πολύτιμης μοναξιάς και αυτονομίας μετά από μια πολύβουη μέρα το πέρασα στο τρίκλινο που θα μοιραζόμαστε με έναν συνάδερφο (για λόγους οικονομίας) ξαπλωμένος στο κρεβάτι διαβάζοντας κάποιο μυθιστόρημα ή ξεφυλλίζοντας το πρόγραμμα του Συνεδρίου. Αργότερα βγήκα στη μικρή βεράντα του πρώτου ορόφου για να χαζέψω την κίνηση των λιγοστών ανθρώπων που περνούσαν από κάτω, με το πηγούνι ακουμπισμένο στην ωλένη και κερκίδα του ενός χεριού στο κάγκελο του μπαλκονιού, και φευγαλέες και αόριστες σκέψεις να στριφογυρίζουν στο μυαλό για την κουραστική μέρα ανάμεσε σε κόσμο που πέρασα και την ακόμα πιο δύσκολα που θα ξημέρωνε. Οι φθινοπωρινοί επισκέπτες του νησιού, οι λίγοι τουρίστες και οι σύνεδροι, βρισκόταν διεσπαρμένοι στις ταβέρνες και τα κέντρα κατά μήκος της προκυμαίας. Το δρομάκι, μισοσκότεινο κάτω από το μπαλκόνι και το χλωμό φως από την λάμπα της κολώνας της ΔΕΗ στη γωνιά, ερήμωσε. Άρχισα να νυστάζω παρά την υπερένταση που προκαλούσε το άγνωστο αύριο. Η γαλήνη της γειτονιάς μακριά από τον πληκτικό κόσμο των μεγάλων και του Συνεδρίου διακόπηκε από τις φωνές δυο φίλων νησιωτών που μπήκαν στο δρομάκι από τη μεριά του λιμανιού, σε κατάσταση ευθυμίας από τα ούζα που είχαν καταναλώσει σε μια ταβέρνα κάπου εκεί πέρα. Τραγουδούσαν, έλεγαν χωρατά σε δυνατές φωνές χωρίς να τους νοιάζει για το αν και ποιος τους άκουγε ή αν διατάρασσαν την ησυχία της προχωρημένης ώρας. Ο ένας από τους φίλους, καθώς περνούσαν κάτω από το μπαλκόνι μου χωρίς να με δουν, με τρία ελαφρά πηδηματάκια στο ένα πόδι αμόλησε ισάριθμες πορδές. Προσχεδιασμένες, έντονες, ρυθμικές, παρόμοιες στη χροιά τους με τους ήχους που παρήγαμε με τον Κωστάκη ξεφυσώντας τεχνητά στο δέρμα των χεριών μας, στο ισόγειο της πολυκατοικίας, και ξεκαρδιζόμαστε στα γέλια. Χαμογέλασα από το αναπάντεχο κωμικό επεισόδιο. Θυμήθηκα εκείνο το περιστατικό στο δρομάκι της Μυτιλήνης μετά από χρόνια όταν ο Peter Ustinov, ερωτηθείς σε μια τηλεοπτική συνέντευξη ποιο θέμα στην κωμωδία προκαλεί γέλιο χωρίς εξαιρέσεις, διαχρονικά και παγκόσμια, και ανεξάρτητα του μορφωτικού επιπέδου του ακροατηρίου, απάντησε: το «πέρδεσθαι», η πορδολογία γενικότερα. Είχε δίκιο.   

Το βράδι πέρασε έτσι, σχετικά ήρεμα και μάλλον ευχάριστα και με την λίγη αναπάντεχη θυμηδία από το ασήμαντο περιστατικό, μέχρι που αποκοιμήθηκα. Γύρω στα μεσάνυχτα με ξύπνησε ο ερχομός του Πατέρα με τον συνάδερφο του, με τον οποίο θα μοιραζόμασταν το τρίκλινο. Ο συνάδερφος ψιθύριζε διακριτικά και κατέβαλε προσπάθεια να μην κάνει θόρυβο και με ανησυχήσει, σε αντίθεση με τον Πατέρα. Προσποιήθηκα τον κοιμισμένο, αλλά η παρουσία ενός άγνωστου σε μένα στο διπλανό κρεβάτι κάπως με αναστάτωσε. Παράμεινα ξύπνιος μέχρι αργά μετά το μεσάνυχτα υπό τους ήχους ενός δυνατού, παρατεταμένου ροχαλητού που ερχόταν από το κρεβάτι του Πατέρα. Όσο γέλασα με τα καμώματα των δυο Μυτιληνιών κάτω από το μπαλκόνι, άλλο τόσο ντράπηκα με το ροχαλητό του πατέρα, για την ενόχληση κυρίως που θα προκαλούσε στον συνάδερφό του, ο οποίος, ήμουν σίγουρος, έμενε μαζί με μένα άγρυπνος, χωρίς να μπορεί να κάνει τίποτε. Ο ύπνος με πήρε αργά μετά τα μεσάνυχτα μέσα από ένα τέτοιο αίσθημα αμηχανίας και ντροπής· ελπίζω να πήρε και τον ξένο στο δωμάτιό μας.   

Από τις παρουσιάσεις του Συνεδρίου την επόμενη μέρα, όπου γενικά ημιμαθής και αδαής προσελκύσθηκα από επί μέρους συνεδρίες αφιερωμένες σε «εξωτικά» για το επιστημονικά ανώριμο μυαλό μου θέματα, όπως η Πυρηνική Φυσική ή η Θεωρητική Φυσική ή η Αστροφυσική. Όσο ελκυστικά ως αντικείμενα και να ακούγονταν, μοιραία έβγαλα μηδαμινό νόημα από τις σχετικές παρουσιάσεις, παρά το ζήλο που επέδειξα ώστε, τουλάχιστον, να «πάρω μια ιδέα» περί τίνος επρόκειτο. Η πνευματική κούραση και  βαριεστημάρα που ακολούθησε τις άκαρπες παρακολουθήσεις, κάπως μετριάστηκε από την εκδρομή στο Μόλυβο που έγινε την επόμενη στα περιθώρια του Συνεδρίου και την οποία οι διοργανωτές επεφύλασσαν για την ψυχαγωγία και «κοινωνικοποίηση» των συνέδρων: για μια ακόμα ευκαιρία για κουβεντούλα και κουτσομπολιό και χαλάρωση στα περιθώρια ενός βαριού επιστημονικά προγράμματος –βαριού για πολλούς σαν και μένα με σχετική ή απόλυτη άγνοια σε διάφορα θέματα. Φτάσαμε στο Μόλυβο λίγο πριν το μεσημέρι, μετά από δυο ώρες ταξίδι μέσα από πλαγιές, άλλες με θάμνους, άλλες πέτρινες και γυμνές, μέσα από ανοιχτωσιές με ελαιώνες και αμπέλια, μέσα από χωριά με λίγα σπίτια ανάμεσα σε σκόρπια κυπαρίσσια και οπωροφόρα δέντρα, ένα τοπίο που σε εκείνη την ηλικία με έβρισκε αδιάφορα, στα αργότερα χρόνια της ζωής θα με τραβούσε όπως ο μαγνήτης ένα κομμάτι σίδερο.

Οι διάφορες παρέες των φυσικών σκορπίστηκαν στα στενά δρομάκια του Μόλυβου. Ο Πατέρας, όπως πάντα σε παρόμοιες περιστάσεις που τον φέρνουν κοντά σε θάλασσα, λαχτάρησε τα κρυστάλλινα, αλλά χλιαρά οχτωβριάτικα νερά του Αιγαίου, αψήφησε τα βότσαλα και τα βράχια της στενής παραλίας περιφραγμένης από πέτρες, στις παρυφές της μικρής πόλης, κι έκανε το μπάνιο του. Όσον αφορά εμένα, χορτασμένος από τα «θαλασσινά μπάνια», το sine qua non του κάθε ελληνικού καλοκαιριού, όπως απαράλλακτα κι αυτού που προηγήθηκε, πλατσούρισα τα πόδια στα ρηχά της ακτής, με το νου μου στους αχινούς που παραμόνευαν στις σχισμές των βράχων, και πέρασα την υπόλοιπη ώρα καθισμένος στην ακρογιαλιά, στα ηλιοκαμένα βότσαλα, κάτω από τον έναν κατακόρυφο, αλλά φιλικότερο ήλιο από αυτόν του Αυγούστου, να επεξεργάζομαι και να πετάω χαλίκια στα νερά, να μετράω και αφουγκράζομαι τα κύματα και ν’ ατενίζω τον απόμακρο μπλε ορίζοντα. Η αισθησιακή σχέση μου με τη θάλασσα ήταν περισσότερο οπτικοακουστική και οσφρητική, παρά η πιο τολμηρή σχέση αφής του κορμιού με τα νερά της.

Η ταβέρνα όπου καταλήξαμε με μερικούς συναδέρφους του Πατέρα για το αναπόφευκτο μεσημεριανό φαγοπότι βρισκόταν στο τέρμα ενός σοκακιού, κάτω από ένα κλήμα. Το σοκάκι κατέληγε στα τελευταία τραπεζάκια της ταβέρνας και σε κάτι κάγκελα στην κορυφή ενός πέτρινου τοίχου πάνω από το δρόμο, με αγνάντι στο άσπιλο μπλε της θάλασσας και του ουρανού. Η κουβέντα συνεχίστηκε με τα γλυκά και του καφέδες που ακολούθησαν, αλλά με άφηνε αδιάφορο. Το μάτι επεξεργαζόταν τους φρεσκοβαμμένους τοίχους εκατέρωθεν, ένα μαγαζί με σουβενίρ πιο πέρα, το σκοτεινό εσωτερικό της ταβέρνας, το πήγαινε-έλα των πελατών και των λίγων τουριστών στο σοκάκι. Μέχρι που στάθηκε στο ζευγάρι που καθόταν στο τελευταίο τραπεζάκι, ακουμπισμένο στα κάγκελα και ο ένας στον ώμο του άλλου, να ατενίζουν αμέριμνοι και αμίλητοι τη θάλασσα. Ο άντρας φορούσε ένα άσπρο πουκάμισο με τα μανίκια γυρισμένα ως κάτω από τους αγκώνες, κοντράστ στο ηλιοκαμένο, μαυριδερό του δέρμα, είχε μαύρα πυκνά, κυματιστά μαλλιά, που ακατάστατα κάλυπταν το σβέρκο, κι έφταναν σχεδόν μέχρι τους ώμους, θεριακλίδικο μουστάκι, σαν αυτό που φοράνε πολλοί Κρητικοί, και έφερνε περιοδικά τον δεξί του βραχίονα γύρω από τους ώμους της γυναίκας δίπλα του, για να την σφίξει και τραβήξει ακόμα πιο κοντά του. Κάθε λίγο, έστρεφαν τα πρόσωπα τους προς τη μεριά του άλλου δίπλα και αντάλλασσαν φιλιά στο στόμα, που διαρκούσαν δευτερόλεπτα, αγνοώντας τις παρέες των Φυσικών πίσω τους. Φιλιά ερωτικά, φιλιά ερωτικών συντρόφων, φιλιά πόθου. Θα τα χαρακτήριζε ως τέτοια ακόμα κι ένας άβγαλτος και άπειρος από φιλιά σαν και μένα. Φιλιά και αγγίγματα και ανταλλαγές λάγνων βλεμμάτων, χωρίς ψιθύρους ή κουβέντες. Σκέφτηκα ότι πιθανώς να μην μιλούσαν την ίδια γλώσσα και επικοινωνούσαν αποκλειστικά με ερωτοτροπίες, αντί με λέξεις και φράσεις. Η γυναίκα είχε ίσια, μακριά πλατινόξανθα μαλλιά, χωρισμένα στη μέση. Κάποια στιγμή σηκώθηκε για να κατευθυνθεί προς την πόρτα της ταβέρνας, και γύρισε το κορμί της προς τη μεριά μου. Ήταν φανερό ότι κάτω από το ανοιχτοπράσινο, λιτό και λινό, σχεδόν αραχνοΰφαντο, κοντό φόρεμα, που δυο λεπτές ταινίες το έριχναν από τους ώμους πάνω στο κορμί της, δεν φορούσε απολύτως τίποτε. Οι ρόγες των στηθών, που ήταν ελαφρώς πεσμένα παρά το νεαρό της ηλικίας της, διαγραφόταν στις αισθησιακές τους λεπτομέρειες. Το καστανοκόκκινο από ηλιοθεραπεία δέρμα της και χρώμα των μαλλιών της πρόδιδε βορειοευρωπαϊκή καταγωγή, ενώ τα χαρακτηριστικά του Έλληνα συντρόφου της, η αρρενωπότητα και η ερωτική διαχυτικότητα, πιο πολύ σχετιζόταν με τα στερεότυπα που είχαμε εκείνη τότε για τα τουριστικά «καμάκια».

Από εκείνο το πεσμένο στήθος, το σχήμα του κορμιού πίσω από το φόρεμα, κυρίως από το χρώμα και τη χωρίστρα των ίσιων μαλλιών και το πρόσωπο, την αναγνώρισα: ήταν αδιάψευστα η αλλοδαπή στάρλετ ελληνικών πορνοταινιών δεύτερης διαλογής και μέτριας ποιότητας, δεύτερων παραστάσεων στα προγράμματα «διπλής σεξ ταινίας» των σινεμά που σύχναζα από την αποφοίτησή μου από το Δημοτικό μέχρι κείνη τη μέρα και σήμερα, και των οποίων ο ψυχολογικός εθισμός δύσκολα αποβάλλεται χωρίς συστηματική θεραπεία και θέληση. Αλλά και γιατί να τον αποβάλλει κάποιος; Το ότι δεν έβλαπτε, εμένα προσωπικά ή και τον άμεσο κύκλο μου, ενώ σε πολλές περιπτώσεις με ξαλάφρωνε από το βάρος των ορμονών και του ενστίκτου και μου έκανε καλό, ήταν καθησυχαστικό. Το αν το «προϊόν» του οποίου την κατανάλωση απολάμβανα είχε έμμεση, έστω απειροελάχιστη επίπτωση στις ζωές των εργατριών της σχετικής βιομηχανίας, ίσως και της κοπέλας που βρισκόταν απέναντί μου με τον εραστή (ή νταβατζή της), μερικές φορές με απασχολούσε, αλλά σε βαθμό αρκετά μικρό για να αλλάξει, από συνειδησιακούς λόγους, αυτές τις συνήθειες. Παρακολουθώντας το ζευγάρι συλλογιζόμουν: ήταν γνήσιος και αγνός ο έρωτάς τους ή κάποιος παροδικός, ευκαιριακός, ηδονιστικός, που αποκλειστικά αποσκοπούσε σε μιαν πρόσκαιρη σεξουαλική απόλαυση, ίσως, και την αποκόμιση κέρδους; Πως αποσυμπλέκονται όλα αυτές οι ερωτογενείς αιτίες; Ο άντρας γνώριζε για το παρελθόν ή και το παρόν της γυναίκας στη βιομηχανία του πορνό; Αν ναι, τον ενοχλούσε; Μήπως και ο ίδιος συμμετείχε στις ίδιες ταινίες και απλώς δεν τον πρόσεξα; (Η μη οικεία φυσιογνωμία του, μετά από τόσες ταινίες του είδους που είχα παρακολουθήσει, δεν απέκλειε αυτό το ενδεχόμενο, καθώς η προσοχή των περισσότερων θεατών επικεντρωνόταν στις φάτσες και, κυρίως, τα κορμιά των πρωταγωνιστριών.) Μήπως, σε τελική ανάλυση, ο ίδιος την εξώθησε, ως ατζέντης της ή προαγωγός της, για προσωπικό όφελος, ίσως και διαμέσου κάποιου ψυχικού καταναγκασμού ή πλάνης, σε φαινομενικά άχαρους και, για πολλούς, πρόστυχους και εξευτελιστικούς ρόλους; Αν υπήρχε κάτι περισσότερο από μια πρόσκαιρη σωματική και σεξουαλική επαφή στην ιστορία του ζευγαριού, ποτέ δεν θα το μάθαινα. Αυτές και άλλες τέτοιες σκέψεις, ανάμικτες με εικόνες από τις ταινίες και σκηνές σεξ με την κοπέλα που κάθονταν κοντά μας, με απέσπασαν από τις ανιαρές συζητήσεις των Φυσικών γύρω μου. Όταν σηκωθήκαμε να φύγουμε, ο ήλιος είχε αρχίσει να γέρνει κατά τη μεριά της θάλασσας. Και αφήσαμε το ζευγάρι εκεί, κάτω από την κληματαριά ακόμα κρεμασμένο στα κάγκελα, αφημένο στον έρωτά του και στο αγνάντεμα της θάλασσας και των χρυσών ακτίδων του ήλιου, που τα κύματά της σκέδαζαν.

Από το Συνέδριο την επόμενη και τελευταία μέρα του δεν αποκόμισα από μηδέν μέχρι ελάχιστα πράγματα σχετικά με τους διάφορους κλάδους της μοντέρνας Φυσικής. Τα δείγματα μαγείας που περίμενα να ανακαλύψω μέσα από στεγνές και εξειδικευμένες επιστημονικές παρουσιάσεις με πολλά μαθηματικά, της Πυρηνικής Φυσικής ή της Αστροφυσικής ή της Φυσικής των Στοιχειωδών Σωματιδίων, δεν κατάφεραν να με εμπνεύσουν. Θα επέστρεφα στα βιβλία του Λυκείου και τη γνώση και κατανόηση μιας πεζής Φυσικής, αρκετής για να με βοηθήσει να περάσω στο Πανεπιστήμιο. Η Φυσική δεν θα γινόταν η επιστήμη που θα αφιέρωνα το πιο οικονομικά προσοδοφόρο κομμάτι της ζωής μου. Τα όνειρα και οι φιλοδοξίες για την διατύπωση μιας νέα θεωρία του «κόσμου» και της «ύλης» του, της ενοποίησης των θεωριών του μικρόκοσμου και του σύμπαντος που άκουγα συχνά, τα απογεύματα της ρέμβης στο δωμάτιο με τα βιβλία Φυσικής του Πατέρα, κάπου στο απαύγασμα του δεύτερου και τελευταίου συνεδρίου έλαβαν ένα τέλος. Ο Πατέρας έλεγε και ξανάλεγε κατηγορηματικά, σε μένα και συναδέρφους του, ότι ποτέ δεν θα μου επέτρεπε ποτέ να ακολουθήσω καριέρα Πυρηνικού Φυσικού γιατί κάτι τέτοιο θα με οδηγούσε σε πρόωρο θάνατο από καρκίνο –με το γνωστό αυταρχικό και αλαζονικό ύφος, που απορρίπτει κατηγορηματικά και εκ των προτέρων κάθε αντεπιχείρημα, και συχνά προκαλούσε εκνευρισμό στον συνομιλητή και την ομήγυρη. Τότε, ως έφηβος, τέτοιους εκνευρισμούς τους συγκρατούσα μέσα μου, χωρίς εμφανείς αντιδράσεις θυμού, ίσως με λίγα κατεβασμένα μούτρα ηττοπάθειας. Αργότερα στην ζωή προκαλούσαν αντιθέσεις και αντιμαχίες, οργή και καυγάδες. Ήμουν της ίδιας πάστας άνθρωπος με τον Πατέρα.  

Στην τελευταία συνεδρία θα γινόταν ανοικτή συζήτηση για τις προοπτικές της έρευνας στη Φυσική στην Ελλάδα. Κάποιοι από το πάνελ που απάρτιζαν καθηγητές Πανεπιστημίου, εκπρόσωποι επιστημονικών και επαγγελματικών φορέων και της Ένωσης των Φυσικών, προκαθήμενο σε σειρά στην υπερυψωμένη έδρα της αίθουσας απέναντί μας, εξέφρασαν την άποψη ότι τα κρατικά κονδύλια για την έρευνα θα έπρεπε αν διπλασιαστούν, ίσως μάλιστα θα έπρεπε και να πολλαπλασιαστούν. Θα έπρεπε να είχαμε την Αμερική και την Ευρώπη ως υπόδειγμα στην ανάπτυξη έρευνας παγκόσμιων προδιαγραφών στην Ελλάδα, καθώς δυνατά «μυαλά» διαθέτουμε, ως λαός είμαστε εκ γενετής προικισμένος, διόλου τυχαία όσοι παίρνουν τον δρόμο της ξενιτιάς για να ακολουθήσουν επιστημονική καριέρα διαπρέπουν και τα λοιπά. Μιαν άποψη που, υπέθεσα, συμμερίζονταν οι περισσότεροι των παρευρισκόμενων, μελών του πάνελ και ακροατών. Κρατικοδίαιτοι ακαδημαϊκοί κι ερευνητές, σε αντικείμενα που ελάχιστη σχέση είχαν με την παραγωγική πραγματικότητα της Ελλάδας, αποτελούσαν μια σχετική, αν όχι και απόλυτη πλειοψηφία ανάμεσά τους. Τα λεφτά, η χρηματοδότηση, έτσι ή αλλιώς, θα προέρχονταν από τον κρατικό κορβανά, ό,τι και να σήμαινε κάτι τέτοιο. Η ανυπαρξία ιδιωτικών οργανισμών που θα χρηματοδοτούσαν τέτοιας λογής «βασική» ή «ακαδημαϊκή» έρευνα -έρευνα ακριβή, πολυτελείας ήταν δεδομένη. Ο Πατέρας, καθισμένος ανάμεσα στο ακροατήριο στις πίσω θέσεις μιας μισογεμάτης αίθουσας, σηκώθηκε και με το γνώριμο υπεροπτικό, έως και ειρωνικό ύφος, την δυνατή κι επιβλητική και πάντα διαπεραστική στο αυτί μου δίπλα φωνή, επενέβη με μια προφανώς ρητορική ερώτηση: «Είναι σε θέση το ελληνικό Πανεπιστήμιο, ειδικά σε τομείς όπως η Στερεά Κατάσταση να απορροφήσει αποδοτικά και προς όφελος της κοινωνίας τα κονδύλια που αιτούνται οι εισηγητές;» (Για κάποιο ανεξήγητο λόγο, ακόμα και σε μένα τον άσχετο, αυτή η Στερεά Κατάσταση για την οποία άκουγα καθόλη τη διάρκεια του Συνεδρίου, και την έβλεπα ως κάτι εξαιρετικά βαρετό για να αφιερώσει τα πιο δημιουργικά του χρόνια κάποιος, είχε δυσανάλογα μεγάλο βάρος ανάμεσα στις ερευνητικές ασχολίες των Ελλήνων πανεπιστημιακών φυσικών, όταν, από τα λίγα που γνώριζα, η Ελλάδα δεν παρήγαγε κανένα από τα εξωτικά «υλικά» που ήταν αντικείμενα εκείνης της έρευνας). Όσο εκνευρισμό θα με προκαλούσαν οι ερωτήσεις και κατηγορηματικές και σαρωτικές δηλώσεις του Πατέρα, είτε αυτοί αφορούσαν προσωπικά, είτε οικογενειακά θέματα, τόσο εκτίμηση και θαυμασμό προς το πρόσωπό του με προκάλεσε τότε, σε εκείνη τη συνεδρία της αφρόκρεμας της φυσικής στην Ελλάδα η παρέμβασή του: για την αυτοπεποίθηση, την ευθύτητα, την αιχμή του λόγου, χαρίσματα που, όπως έλεγε και ξανάλεγε η Μάνα, της είχαν ασκήσει γοητεία στην εποχή των νιάτων τους. Όπως αναμενόταν, και δεν αποκλείεται ο απώτερος σκοπός της παρέμβασης του Πατέρα να ήταν να ταράξει νερά και συνειδήσεις και προκαλέσει, η ερώτηση εκείνη δημιούργησε μιαν αναταραχή, έναν εκνευρισμό και αντιδράσεις, μερικές σε έντονο ύφος, κύρια από εκείνα τα μέλη του πάνελ στα οποίους φωτογραφικά απευθυνόταν.  Όταν καταλάγιασε ο έντονος διάλογος που ακολούθησε και τον οποίο ο Πατέρας παρακολουθούσα φαινομενικά απαθής, αλλά, είμαι βέβαιος, με ένα εσωτερικό αίσθημα ικανοποίησης, στράφηκα στον εαυτό μου και την απογοήτευσή που δεν κληρονόμησα αυτά τα χαρίσματα του Πατέρα.

Τη γυναίκα των πορνοταινιών που αναγνώρισα στο καφέ-ταβερνείο του Μόλυβου την ξαναείδα στο καράβι της επιστροφής από το λιμάνι της Μυτιλήνης. Στο πάνω κατάστρωμα, όρθια πίσω από τα κάγκελα της πρύμνης, ημίγυμνη στο ίδιο φόρεμα, με τα όμορφα μακριά μαλλιά της να ανεμίζουν από το θαλασσινό αγέρι και με το δεξί της χέρι, υψωμένο και με αργές κινήσεις να κυματίζει δεξιά κι αριστερά, να αποχαιρετά κάποιον στη στεριά. Το καράβι απομακρυνόταν και σε μια άκρη της προβλήτας στεκόταν, με μισάνοιχτα πόδια και την παλάμη του δεξιού χεριού στο μέτωπο να προστατεύει τα μάτια από τον ήλιο στην Δύση του ο εραστής της. Η μελαχρινή φιγούρα του παλικαριού με τα πυκνά αγέρωχα μαλλιά και το μουστάκι, σε ένα άσπρο πουκάμισο, καρφωμένη στο ίδιο σημείο της προβλήτας με την ακίνητη παλάμη στο μέτωπο, καρφωμένη στην ίδια πόζα μίκραινε, μέχρι να γίνει μια ασήμαντη μοναχική κουκίδα στην άκρη του λιμανιού. Η ερωμένη του συνέχισε την κίνηση του χεριού, το νεύμα εκείνο ενός παρατεταμένου αποχαιρετισμού, σα να ήταν ο τελευταίος, μέχρι που η θέα του λιμανιού και των ανθρώπων του χάθηκε ολοκληρωτικά πίσω από τον λιμενοβραχίονα. Η μελαγχολία ενός αποχαιρετισμού που δεν μου ανήκε με κυρίευσε. Οι δικοί μου, οι προσωπικοί αποχαιρετισμοί του μέλλοντος θα αποκτούσαν μέσα στην ψυχή διαστάσεις ανθρώπινης τραγωδίας.

Tuesday, December 5, 2023

Εφηβικά 15 - Η Φυσική του Πατέρα

Μπήκα στο λούκι από νωρίς στη ζωή μου και, τελικά, όπως λίγο-πολύ προσχεδιαστεί, με ένα και περισσότερα πτυχία στο χέρι, στο κουρμπέτι των «θετικών επιστημών», περισσότερο καθοδηγούμενος άνωθεν και έξωθεν, από δυνάμεις που εν πολλοίς ενεργούσαν πάνω μου υποσυνείδητα. H ενασχόληση με σπορ και τη λογοτεχνική συγγραφή ανεστάλησαν επ’ αόριστον. Ο λόγος μου θα μεταμορφωνόταν σε τεχνικό και ξύλινο. Πόσοι βγάζουν αξιοπρεπώς το ψωμί τους γράφοντας διηγήματα ή παίζοντας μπάλα; 

Στο 1ο Πανελλήνιο Συνέδριο της Ένωσης Ελλήνων Φυσικών, που θα λάμβανε χώρα το φθινόπωρο του 1977 στη Θεσσαλονίκη, σε κάποιους χώρους της ΔΕΘ, ο Πατέρας ήταν μέλος της οργανωτικής επιτροπής, πιθανότατα υπεύθυνος για την τηλεπικοινωνιακή υποστήριξη του Συνεδρίου από το δημόσιο μονοπώλιο του ΟΤΕ όπου εργαζόταν. Ασκούσε παράλληλα κι ένα μεράκι που κουβαλούσε από το χρόνια του πανεπιστημίου για την επιστήμη που είχε επιλέξει (ή αναγκαστεί) να σπουδάσει, αν και αυτό το μεράκι μάλλον είχε εξασθενίσει από μιαν μη δημιουργική, τεχνική δουλειά ρουτίνας στον δημόσιο Οργανισμό, ως χρόνια πλέον υπάλληλος του. Με έπαιρνε μαζί του στις προετοιμασίες για κείνο το συνέδριο, το πρώτο μετά τη μεταπολίτευση, που ήταν σταθμός στην κοινωνία των Ελλήνων Φυσικών, ίσως διότι  πίστευε ότι θα με ενδιέφερε, ίσως για να με μυήσει σε εκείνη την κοινωνία των επιστημόνων -στο συνάφι του, ίσως απλά για τη βόλτα και την παρέα. Φαινόταν κάτι εξαιρετικά σημαντικό για τους Φυσικούς του πανελλήνιου, κυρίως το σώμα των ακαδημαϊκών ανάμεσά τους, που θα κυριαρχούσε στο πρόγραμμα του συνεδρίου, και λιγότερου για εκείνους του σχολείου και της εφαρμογής και της πιάτσας. Τη σημασία του έδειχναν οι κινήσεις οι χειραψίες και κουβέντες των διάφορων εθελοντών και περιέργων, πολλοί γνωστοί του Πατέρα από τα φοιτητικά χρόνια που μπαινόβγαιναν στους χώρους του περιπτέρου της ΔΕΘ όπου το συνέδριο θα στεγαζόταν.  

Οι αναμνήσεις από εκείνο το πρώτο συνέδριο των Φυσικών είναι θολές: μερικά άσκοπα πήγαινε-έλα, μέσα κι έξω από το συνεδριακό περίπτερο, συνήθως εν αναμονή του Πατέρα που θα κουβέντιαζε με τις ώρες με κάποιον ή κάποιους σε μια γωνιά, ή την παρακολούθηση μερικών επιστημονικών παρουσιών στην Πυρηνική Φυσική και την Φυσική Στοιχειωδών Σωματιδίων, αντικείμενα που για κάποιο λόγο τις θεωρούσα προπύργιο της Φυσικής, και στα οποία είχα ακούσει ότι είχαν αφοσιωθεί διάνοιες της επιστήμης, Ο Πατέρας το έβλεπε ως βάπτισμα του πυρός για έναν ελπιδοφόρο και φιλόδοξο νέο με όνειρα και όρεξη να διαπρέψει. Ελάχιστο νόημα κατάφερα να βγάλω από εκείνες τις ομιλίες, παρά τη φιλότιμη διανοητική προσπάθεια που κατέβαλα· λιγοστή αίσθηση προκάλεσαν στην καλή νεανική μου προδιάθεση. Στο τέλος της βδομάδας του συνεδρίου, από την γενική ευχάριστη διάθεση και τα χαμόγελα ικανοποίησης και χιούμορ του Πατέρα, συμπέρανα ότι εκείνο, το πρώτο συνέδριο των Ελλήνων Φυσικών, στέφτηκε με επιτυχία. Ο ίδιος είχε την ευκαιρία να συγχρωτιστεί με προσωπικότητες της Φυσικής, κυρίως τους εθνικούς πυλώνες της. Κατάλαβα τότε πόσο κατά βάθος επιθυμούσε να είχε ακολουθήσει πανεπιστημιακή και ερευνητική καριέρα σε μια από τις αιχμές της μοντέρνας Φυσικής, αντί για το άσημο διεκπεραιωτικό υπαλληλίκι σε δημόσιο οργανισμό, και να απολάμβανε έτσι την δόξα της καθηγητικής έδρας και των συνεδρίων με βαρυσήμαντες εργασίες και ακαδημαϊκό λόγο.

Εκείνες τις μέρες, καταχωνιασμένα στα ντουλάπια της βιβλιοθήκης ανακάλυψα μερικά φροντιστηριακά εγχειρίδια φυσικής και ηλεκτρολογίας με το όνομα του Πατέρα ως συγγραφέα. Δεν ήταν τίποτε περισσότερο από δεμένες δακτυλογραφημένες σημειώσεις. Το οικογενειακό όμως όνομα, σε οποιοδήποτε έντυπο, όπως σε κείνα τα αντίγραφα ή στο πρόγραμμα του Συνεδρίου που πήρε το μάτι μου, ως στέψη κάποιας προσπάθειας και αφοσίωσης, ως έργο που πίστευα ότι κάπως θα άντεχε το πέρασμα του χρόνου για να το καμαρώνουν εγώ και οι επόμενες γενιές, μου δημιούργησε μια μικρή δόση περηφάνιας. Ήταν μια μικρή συνεισφορά στην επιστήμη του.

Το σκάλισμα εργαλείων Φυσικής, με αφορμή το συνέδριο συνεχίστηκε, και ανάμεσα στα πολλά βιβλία, κυρίως πανεπιστημιακά συγγράμματα που είχε μαζέψει ο Πατέρας στο αντικείμενο, βρήκα μια σχετικά εκλαϊκευμένη παρουσίαση της Θεωρίας της Σχετικότητας του Einstein, που όμως συμπεριλάμβανε και μαθηματικά και σωρούς από προ-απαιτούμενη γνώση. Την περιδιάβασα με πολύ κόπο, στύβοντας μυαλό μου, αγκομαχώντας από τη μια εξίσωση στην άλλη, προσπαθώντας τουλάχιστον να κατανοήσω τα νοητικά πειράματα που αποδείκνυαν τη διαστολή και συστολή του χρόνου, με αφετηρία το αξίωμα ότι η ταχύτητα του φωτός ήταν μια παγκόσμια σταθερά, η μέγιστη σταθερή ταχύτητα στη φύση. Υπήρχαν χάσματα στην επιστημονική μου γνώση, στα Μαθηματικά και τη Φυσική παρά την αριστεία μου στο σχολείο, και θεώρησα εκείνη τη μελέτη ως μια πνευματική κατάκτηση, μια μικρή νίκη του μυαλού, όπως όταν λύνει ένα δύσκολο γρίφο. Αργότερα στη ζωή θα κατέγραφα ως παρόμοια πνευματική κατάκτηση την ολοκλήρωση και κατανόηση κάποιου μνημειώδους επιστημονικού ή φιλοσοφικού έργου.

Με την ενθάρρυνση και τα λεφτά του Πατέρα, που τουλάχιστον σε ό,τι αφορούσε σε αγορές βιβλίων ποτέ δεν ολιγωρούσε μπροστά στο κόστος, αγόρασα τους πέντε βαριούς τόμους της Φυσικής του Berkeley. Με γέμισε χαρά και σιγουριά για το επιστημονικό μου μέλλον, ιδιαίτερα όταν έχοντας ξεκινήσει να διαβάζω τις πρώτες σελίδες του πρώτου τόμου, αυτού της κλασικής Μηχανικής, διαπίστωσα ότι κατανοούσα το περιεχόμενο τους και βάδιζα χωρίς πολλά πισωγυρίσματα και σχετική άνεση από το ένα κεφάλαιο στο επόμενο, ικανοποιούμενος από την επίγνωση ότι επρόκειτο για πανεπιστημιακό σύγγραμμα ενός από τα κορυφαία Πανεπιστήμια του κόσμου. Με έδωσε θάρρος και αυτοπεποίθηση, ως προς τις δυνατότητες του μυαλού μου και για ένα λαμπρό επιστημονικό μέλλον. Ο νεανικός ενθουσιασμός υποχωρούσε κάπως όταν επιχειρούσα να προσπεράσω κεφάλαια και τόμους ολόκληρους και να δοκιμάσω την ικανότητα αντίληψής μου σε περισσότερα προχωρημένα και εξωτικά θέματα, που θα προσέλκυαν κάθε ανήσυχο επιστήμονα στην εμβρυική φάση της καριέρας του: στην Κβαντική Μηχανική, την Πυρηνική Φυσική, τη Σχετικότητα, μαγικά αντικείμενα που θεωρούσα ως εφαλτήρια επιστημονικής ανάδειξης και δόξας.

Τότε ήταν, στο απαύγασμα του πρώτου συνεδρίου και μερικών διαβασμάτων Φυσικής, που ξαπλωμένος στο πάτωμα, ανάμεσα σε τόμους Φυσικής γύρω μου, στην ανεπαίσθητη σκιά της παιδικής αφέλειας και ανωριμότητας, έθετα αξιώματα, έκαμα υποθέσεις, σκαρφιζόμουν ιδέες με σκοπό τη θεμελίωση κάποιας νέας επαναστατικής θεωρίας για τη δομή της ύλης ή την αρχή του σύμπαντος, που σε κάποια φάση θα με ενέτασσε στην ίδια κοινωνία και κύκλους με αυτούς των Einstein, Heisenberg, Bohr, Planck, και άλλων, που είχα ακούσει και θαύμαζα και έγιναν τα νέα υποκείμενα των φιλοδοξιών μου, επιστημονικών αυτήν την φορά. Αλλά απλώς ονειρευόμουν. Και ήταν φυσικό, να απογοητευτώ γρήγορα από τις άκαρπες προσπάθειες για τη θεμελίωση μιας νέας θεωρίας στη Φυσική: τα λίγα ορνιθοσκαλίσματα σημειώσεων σε κάποιες κόλλες τελικά κατέληξαν στο καλάθι των αχρήστων. Ο δρόμος για προς την επιστημονική δόξα ήταν μακρύς. Είχα να μάθω πολλά, παρά πολλά ακόμα. Μαζί με εκείνες τις σκέψεις και τα πλάνα σκιαγραφήματα δήθεν «θεωριών» περιορίστηκαν και οι περιπλανήσεις μου μέσα από τους τόμους της Φυσικής του Berkeley αυστηρά σε κεφάλαια που αντιστοιχούσαν, στήριζαν και παρέκτειναν κάπως την βασική «ύλη» των εξετάσεων.

Οι μέρες τους πλησίαζαν γρήγορα, κρίσιμες. Τρομακτικές για την γενικά αδαή περί των επιστημών Μάνα, που κυριευόταν από την αγωνία μήπως παρεκτροπές της συγκέντρωσης από εκείνη την «ύλη» επηρέαζαν τις προοπτικές επίτευξης του μεγάλου ζητουμένου κάθε μικροαστού γονιού: της εισαγωγής του «παιδιού» στο Πανεπιστήμιο, στην σχολή της πρώτης ή το πολύ δεύτερης επιλογής, κατά προτίμηση στην γενέτειρα μου, κατά προτίμηση σε σχολή με πέραση και αντίκρισμα (και οι Σχολές Φυσικής ή Μαθηματικών δεν συγκαταλέγονταν σε αυτήν την κατηγορία), της τελικής απόκτησης κάποιου χρήσιμου πτυχίου. Αφού εξάντλησα κάθε γραμμή, κάθε εξίσωση και παράδειγμα, των σχετικών με την ύλη των εξετάσεων κεφαλαίων, των κυρίων σημείων του περιεχομένου τους δεόντως υπογραμμισμένων, απέθεσα τους τόμους της Φυσικής σε ένα ράφι της βιβλιοθήκης, με το εξώφυλλα μόνον των δύο πρώτων φθαρμένα και μερικές από τις γραμμές τους υπογραμμισμένες με κόκκινη μελάνη. Έκτοτε σπάνια αναφέρθηκα στη «Φυσική» τους, αλλά έκαναν μαζί μου, στη επιστημονική μεγαλοπρέπειά και αξία τους τον γύρο του κόσμου, από σπίτι σε σπίτι. Σαν κάποια παρακαταθήκη ή, απλά, για να μου θυμίζουν, νοσταλγικά τις αφελείς, ανεκπλήρωτες φιλοδοξίες (επιστημονικές αυτήν την φορά) μιας άγουρης από πολλές απόψεις ηλικίας.

Εφηβικά 14 - Δειλά Λογοτεχνικά Σκιρτήματα

 Για το λογοτεχνικό διάβασμα, τη μελέτη και την συγγραφή, και τη βιωματική σχέση με αυτήν την δεσπόζουσα από αμνημονεύτων χρόνων μορφή τέχνης και μια, για πολλούς, από τις κεντρικές δραστηριότητες της ζωής τους, θα μπορούσαν να γραφούν πολλά. Δεν ξέρω τι είχε στο νου του ο Στάλιν και με ποια έννοια είπε ότι οι λογοτέχνες και ποιητές, οι συγγραφείς γενικότερα, είναι «μηχανικοί της ανθρώπινης ψυχής», αλλά δεν χρειαζόμουν κάποιο σταλινικό τσιτάτο να μου θυμίζει ότι η λογοτεχνία, η μυθιστοριογραφία και η ποίηση, ενεργούν μέσα από το διάβασμα στην ψυχή και το νου, γεννούν και πλάθουν συναισθήματα, σκέψεις, ιδέες, και τελικά διαμορφώνουν τον λόγο, την βούληση και δράση του ανθρώπου, την σχέση με τον κόσμο γύρω του. Αναγνώρισα από νωρίς την συναισθηματική αφή που ασκούσαν τα βιβλία στην παιδική ψυχή, πως αυτές οι επαφές έπλασαν και ωρίμασαν τον συναισθηματικό μου κόσμο, ανάπτυξαν την αντίληψη, ώστε να διαμορφώσει αυτοσυνείδηση, να σχηματίζει σκέψεις και ιδέες, μαζί με την ανάγκη όλα αυτά να τα εκφράζει με λόγια και πράξεις.  

Λογοτεχνικά έργα γνωστών Ελλήνων συγγραφέων εποχής, του Παπαδιαμάντη, του Καραγάτση, του Μυριβήλη, του Βενέζη, της Δέλτα, του Θεοτοκά και άλλων, που αποσπάσματά τους είχαν θέση στα εγχειρίδια του σχολείου, ως καταλληλότερα από το υπουργείο για την κυρίως εθνικό-θρησκευτική διαπαιδαγώγηση των ελληνόπουλων, και αργότερα, του Λουντέμη, του Καζαντζάκη, του Βάρναλη, της Σωτηρίου, της Αλεξίου, του Χατζή, του Τσίρκα, του Κουμανταρέα, του Θέμελη, της Δούκα, που ως αντισυμβατικά ή λόγω αριστεροσύνης (των κειμένων ή των συγγραφέων τους) δεν υπεισήλθαν στη «διδακτέα ύλη» της νεοελληνικής λογοτεχνίας στα μαθητικά μου χρόνια, βιβλία όλων αυτών των συγγραφέων κοσμούσαν την οικογενειακή βιβλιοθήκη, προσιτά με το άπλωμα ενός χεριού. Το διάβασμα διηγημάτων, νουβέλων και μυθιστορημάτων στη μητρική μου γλώσσα το έβλεπα γενικά εύκολο και τελείωνα τέτοια βιβλία το ένα μετά το άλλο σε λίγες μέρες, πολλά από αυτά σε μια μέρα, μέσα από αδιάκοπες και μαραθώνιες αναγνώσεις, που συχνά ξεκινούσαν τα ήσυχα, ζεστά απογέματα της ραστώνης μετά το φαγητό, και τέλειωναν στο σούρουπο της εσπερίας, κάτω από το μισόφως της μπαλκονόπορτας του φωταγωγού, χωρίς οποιασδήποτε αριθμός σελίδων του εκάστοτε βιβλίου να με αποθαρρύνει και πτοεί.

Η συλλογή του Πατέρα, δυστυχώς, υστερούσε σε ποιητικά έργα, πιθανόν λόγω έλλειψης ευαισθησίας και ρομαντισμού εκ μέρους του, χαρακτηριστικά που από όσο ξέρω διακρίνουν τις ψυχές των ποιητών, χαρακτηριστικά που ούτε κληρονόμησα από το οικογενειακό περιβάλλον, αλλά ούτε και δεόντως καλλιέργησα. Αλλά όσο μεγάλωνα, παρακινούμενος κυρίως από τα επαναστατικά καλέσματα της μουσικής που ακούγαμε και των στίχων των τραγουδιών που τραγουδούσαμε, φρόντισα έγκαιρα να την εμπλουτίσω:  κυρίως με Ρίτσο, Βάρναλη, Σεφέρη, Λειβαδίτη, Καββαδία, Εμπειρίκο, Καρυωτάκη από την πλούσια ελληνική παράδοση και Neruda, Lorca, Mayakovski από την προοδευτική ξένη. Τους Παλαμά, Σολωμό, Δροσίνη, Βιζυηνό, τον Κάλβο και άλλους, τους διαβάζαμε και αποστηθίζαμε, με λίγη όρεξη είναι αλήθεια, από τα σχολικά εγχειρίδια.     

Ως γνωστόν, η περίοδος εκείνη, η άγουρη της εφηβείας και των πρώιμων νιάτων, μεταξύ άλλων ανοίγει ένα συνεχώς ανανεώσιμο και διευρυνόμενο φάσμα φιλοδοξιών. Και εκείνα τα διαβάσματα του πεζού λόγου με παρακίνησαν να δοκιμάσω να γράψω, η πικρή αλήθεια είναι χωρίς κάποια ιδιαίτερη αυθεντικότητα στη μορφή και δημιουργικότητα στο περιεχόμενο, περισσότερο μιμούμενος το στυλ και την ιδιωματική γλώσσα που χρησιμοποιούσε, με φυσικό και αυθεντικό τρόπο ο κάθε συγγραφέας, που του ενός μετά του άλλου το στυλ με επηρέαζε καθώς τον διάβαζα, αλλάζοντας αποχρώσεις γραφής, όπως οι γυναίκες παίρνουν ιδέες για το ντύσιμο τους ξεφυλλίζοντας περιοδικά μόδας. Υπέβαλλα δειλά αλλά με κρυφές ελπίδες αναγνώρισης μια μικρή, ασήμαντη ιστορία για τη γειτονιά των παιδικών μου χρόνων, την ταβέρνα της Τσαπατσάραινας, το χαμηλό σπίτι των Καζινέρηδων, τα παιχνίδια μας στο δρομάκι σε μια γειτονιά που η αντιπαροχή, και μελοδραματικούς τόνους για μια ακόμα γενιά που χανόταν στο πέρασμα του δρόμου, σε ένα μαθητικό διαγωνισμό διηγήματος. Το διήγημα μου δεν διακρίθηκε. Ως συμμετέχων μαθητής του διαγωνισμού παρέλαβα ένα μικρό βιβλιαράκι με μιαν επιλογή από μαθητικά διηγήματα που έτυχαν κάποιας διάκρισης στο διαγωνισμό. Το δικό μου, που τόσο λαχταρούσα να δω τυπωμένο, δεν υπήρχε ανάμεσά τους. Απογοητεύτηκα μόνον στιγμιαία και σε ελάχιστο βαθμό. Χειρόγραφο εκείνου του πρώτου και τελευταίου διηγήματος κατάφερα να διασώσω για κάποια μετέπειτα αυτοκριτική και αυτοβελτίωση. Είχα όμως ακόμα μια ζωή μπροστά μου για λογοτεχνικές εξορμήσεις και πειραματισμούς, ερασιτεχνικούς, ίσως και επαγγελματικούς. Περιορίστηκα στις εκθέσεις που γράφαμε στο σχολείο, και ανάλογα με τα κίνητρα και την όρεξη και το θέμα που καλούμαστε να διαπραγματευτούμε, κέρδιζα συχνά επαίνους -ασήμαντους για να μου δώσουν οποιαδήποτε φτερά και να τονώσουν τις φιλοδοξίες μου. Ο εκάστοτε φιλόλογος, μετά τη βαθμολόγηση των γραπτών μας με καλούσε συνήθως, ν’ απαγγείλω το έργο μου σε μιαν κατά κανόνα αδιάφορη τάξη. Παρά τη συστολή που με διακατείχε κάθε φορά που καθηγητές με καλούσαν στον πίνακα (λόγω εσωστρέφειας και έλλειψης αυτοπεποίθησης μπροστά σε πλήθος κόσμου) τελικά κατάφερνα με καλή άρθρωση και σχετικά σταθερή φωνή, αν και με γρήγορο και μηχανικό τρόπο, χωρίς κάποιο χρωματισμό ή διαμόρφωση της απαγγελίας. Ο χρόνος, όμως, ενώπιον των εισαγωγικών εξετάσεων και της βαθμοθηρίας που απαιτούσαν, λιγόστευε δραματικά για τέτοιου είδους «εξωσχολικές δραστηριότητες», όπως θα έλεγαν οι γονείς. Και στις επιδόσεις στις θετικές επιστήμες δόθηκε η απόλυτη προτεραιότητα στην κατανομή ενός πεπερασμένου χρόνου.

Στην τελευταία τάξη του Λυκείου, προς το τέλος της σχολικής χρονιάς και της ολοκλήρωσης της δεύτερης βαθμίδας της εκπαίδευσης, η προοδευτική φιλόλογος του έτους, η κυρία Μπ., η μικροκαμωμένη, ευγενική και εκλεπτυσμένη φυσιογνωμία που μνημόνευσα παραπάνω, μας ανέθεσα την κριτική παρουσίαση του έργου κάποιου συγγραφέα της επιλογής μας. Επέλεξα έναν κομμουνιστή λογοτέχνη, πολιτικό πρόσφυγα της διασποράς, καταδικασμένο σε θάνατο από τα μετεμφυλιακά δικαστήρια, τον Δημήτρη Χατζή, του οποίου είχα με ενδιαφέρον διαβάσει διάφορα διηγήματα και μυθιστορήματα: Το Διπλό Βιβλίο, Το Τέλος της Μικρής μας Πόλης, και άλλα. Αφιέρωσα πολύ χρόνο και, κυρίως, μεράκι για να συντάξω ένα πολυσέλιδο δοκίμιο για μια σύνθεση και έκθεση ιδεών που έβρισκα ενδιαφέρουσες. Ο αξιοσημείωτος όγκος αυθόρμητων προσωπικών διαβάσματα ένιωσα ότι είχα αποκτήσει μια καλή αντίληψη της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Ήμουν ευχαριστημένος από την καθαρογραμμένη δουλειά μου και προσδοκούσα το περιεχόμενό και η ωριμότητα της έκθεσης του λογοτεχνικού έργου του Χατζή θα εντυπωσίαζε την κυρία  Μπαραχάνου, όπως είχε εντυπωσιάσει και τον Πατέρα στην πρόχειρη ανάγνωσή της. Δυστυχώς, κάτω από τις συνθήκες και το κλίμα της τάξης του δημοσίου σχολείου που φοιτούσα, η παρουσίαση κατέληξε σε φιάσκο, όπως το περιέγραψα παραπάνω. Μαζί καταποντίστηκε όση μικρή αξία είχε. Εκείνη η παρουσίαση σήμαινε τον περιορισμό των μακρών περιηγήσεων στη νεοελληνική λογοτεχνία και το τέλος πρώτων, δειλών απόπειρών μου στη συγγραφή κάποιου λογοτεχνικού κειμένου.  Όπως σήμανε και το τέλος της σειριακής ανάγνωσης και μελέτης έργων της ελληνικής λογοτεχνίας. Τα ίχνη συγγραφικών φιλοδοξιών λίγο-πολύ έσβησαν και αυτά, αν και μια χαραμάδα βαθιά στο νου να είχε μείνε ανοιχτή για να την ξανανοίξω σε μεγαλύτερες ηλικίες, οπωσδήποτε αργά για οποιαδήποτε αξιοσημείωτη καριέρα και στοιχειώδη ικανοποίηση εκείνων των φιλοδοξιών. Η δημιουργικότητα που απαιτεί, αν ενυπήρχε κάπως μέσα μου, ελαττώνεται και στερεύει στα ύστερα χρόνια. Θα ήταν πλέον αργά.  

Το διάβασμα βιβλίων από την μεριά του, έχοντας πλέον γίνει αναπόσπαστο κομμάτι μιας ωριμάζουσας νιότης, στράφηκε σε άλλες διεξόδους. Από νωρίς, κάποια καριέρα σε μία από τις λεγόμενες «ανθρωπιστικές επιστήμες» είχε αποθαρρυνθεί: για ένα «θετικό» μυαλό σαν το δικό μου μόνον κάποια θετική-επιστημονική κατεύθυνση, με αρκετά μαθηματικά και φυσική, αντικείμενα με τα οποία είχε μπολιαστεί ο Πατέρας και διαλαλούσε περήφανα σε κάθε ευκαιρία, θα αξιοποιούσε στο μέγιστο και αναδείκνυε το δυναμικό μου. Ταίριαζε και περισσότερα σε άρρενες κατά τα στερεότυπα της εποχής. Οι «ανθρωπιστικές επιστήμες» δεν ήταν για αυτούς που διέθεταν ευφυΐα, πολλού με δασκάλεψαν, και η ευφυΐα, κατά τις εμμονές του Πατέρα πάντα, συνδεόταν σχεδόν αποκλειστικά με τη δυνατότητα διαπραγμάτευσης και επίλυσης μαθηματικών προβλημάτων ή λογικών γρίφων. Οι λογοτεχνικές περιπλανήσεις εξυπηρετούσαν τη διαμόρφωση της γλώσσας, γραπτής και προφορικής, και καλές βαθμολογικές επιδόσεις στην «Έκθεση Ιδεών». Κανένας δεν αμφισβητούσε τη σημασία τους, αλλά τέτοιες δραστηριότητες είχαν τροχοδρομηθεί για την επίτευξη συγκεκριμένων στόχων, και όχι την επαγγελματική ενασχόληση με τη λογοτεχνία, τη δημοσιογραφία, την ιστοριογραφία, κτλ. Από την άλλη μεριά, η μελέτη των Μαθηματικών και Φυσικής και κάποιας εφαρμοσμένης και πρακτική επιστήμης, πόσο μάλλον όταν αυτή εξυπηρετούσε την επιτυχία σε εξετάσεις, το αντικείμενό της όντας «ψυχρό» και στεγνό, καθώς επαφιόταν αποκλειστικά στην χρήση της λογικής, μου στέρησε πολλά αισθητικά και συναισθηματικά ερεθίσματα, χαμήλωσε τους ορίζοντες της φαντασίας, με έκανε λιγότερο ευαίσθητο, ελάχιστα ποιητικό και ρομαντικό, περισσότερο και ίσως σε υπερβολικό βαθμό πρακτικό. Η ευκαιρία μιας χρυσής τομής και ψυχικής ισορροπίας με καλύτερη ευστάθεια, όπως θα λέγαμε στην Φυσική, χάθηκε εκείνα τα χρόνια του σχολείου. 

Ο Νίτσε είπε σχετικά: «Τέχνη και πάλι τέχνη. Έχουμε την τέχνη για να μην πεθάνουμε από την αλήθεια.» Και έπρεπε τις λογοτεχνικές φιλοδοξίες που καταπνίγηκαν εν τη γενέσει τους να τις αντικαταστήσω με άλλες, εξίσου εμβρυϊκές, αλλά απαραίτητες για έναν χαρακτήρα σε διαμόρφωση, ο οποίος είχε από νωρίς διαποτιστεί με την ανάγκη επιδίωξης κάποιος αόριστης, αδύνατον να προσδιοριστεί συγκεκριμένα κι εκ των προτέρων, «επιτυχίας» στη ζωή· την ανάγκη να ανταποκριθεί σε αυτό το προστακτικό αίτημα και επιταγή της μικρομεσαίας αστικής τάξης, μια αγωνία που επιβάλλει στον εαυτό της και τα παιδιά της, εις βάρος και με τίμημα συχνά την απώλεια της ψυχής της.

Wednesday, November 29, 2023

Εφηβικά 13 - Διάβασμα, και Πάλι Διάβασμα

Από μικρό παιδί περιτριγυριζόμουν από βιβλία. Πολλά βιβλία. Βιβλία μετρημένα σε εκατοντάδες και χιλιάδες, αραδιασμένα σε δεκάδες σειρές από ράφια. Βιβλία που είχε μαζέψει, κληρονομήσει ή αγοράσει ο Πατέρας στα νιάτα του κι εξακολουθούσε να συλλέγει στο υπόλοιπο της ζωής του. Τα μετρούσα, τα ταξινομούσα, τα τακτοποιούσα, τα ξεφύλλιζα. Αργότερα σφράγιζα με το ονοματεπώνυμο μου όσα θεωρούσα ότι μου ανήκουν και τα υπέγραφα ιδιόχειρα. Δημιουργούσα έτσι και την δική μου μεγάλη συλλογή. Και βέβαια πολλά από αυτά τα διάβαζα. Διάβαζα πολύ, διάβαζα με επιμονή, διάβαζα συστηματικά: με υπογραμμίσεις των κύριων ιδεών και σημείων που θα έθιγε ο συγγραφέας, με σημειώσεις στα περιθώρια τους και σε σημειωματάρια. Όχι απλώς τα διάβαζα, αλλά τα μελετούσα, σε πλάτος και βάθος, με το ιδιαίτερο, ατομικό σύστημα και στυλ μελέτης που ανάπτυξα αυθόρμητα, κι όπως διαπίστωσα ότι ταίριαζε με τις αντιληπτικές μου ικανότητες και ιδιαιτερότητα, καθώς έκανε πιο αποτελεσματική τη συσσώρευση γνώσης και την κατανόησή της. Η συχνότητα ανάγνωσης και μελέτης βιβλίων και η αφοσίωση στο διάβασμα παρέμειναν σχεδόν αμείωτες από την παιδική ηλικία μέχρι σήμερα και, ελπίζω, μέχρι λίγες μέρες πριν τον θάνατο του πνεύματος. Για αυτό το περιβάλλον που μεγάλωσα, την ευκαιρία και το προνόμιο που είχα ως παιδί και νέος, νιώθω τυχερός και ευγνώμων.  

Ο Πατέρας συχνά αυτο-παινευόταν και αυτο-συγχαιρόταν μπροστά σε άλλους, ως ο χαρισματικός παιδαγωγός που μου δίδαξε ανάγνωση πολύ πριν συμπληρώσω τον τέταρτο χρόνο της ηλικίας μου, ξεκινώντας από τα ονόματα των βαρκών στο λιμανάκι της Ύδρας και τις ταμπέλες μαγαζιών της Θεσσαλονίκης. Τις καταδύσεις από μικρή ηλικία σε ένα αδιάκοπο, συνεχές διάβασμα, τις καθιστά εθιστικές. Ο φανατικός αναγνώστης, ο «βιβλιοφάγος» -το bookworm, «ξεκοκκαλίζει» βιβλία με ρυθμούς που διατηρούνται αμείωτοι στην διάρκεια της ζωής του κι ενίοτε  επιταχύνονται από κάποια μορφή θετικής ανάδρασης στο πνεύμα ή με το κατάλληλο περιβάλλον. Με έναν άπειρο κόσμο γνώσης να απλώνεται μπροστά του, ξανοίγεται σε νέα θέματα, νέους συγγραφείς, νέες πηγές: όπως μεγαλώνει ένα δέντρο -το «δέντρο της γνώσης» εν προκειμένω, από ένα κορμό που γρήγορα ψηλώνει και διευρύνεται, ξεπετάει κλαδιά και παρακλάδια προς όλες τις μεριές. Έτσι, από τα πρώτα χρόνια του σχολείου μέχρι σήμερα, αδιάσπαστα και με λίγο-πολύ ακατάπαυστους ρυθμούς, πέρασαν εκατοντάδες, ίσως και χιλιάδες βασανισμένα στα χέρια μου βιβλία, στα οποία πάντα εσκεμμένα και με ικανοποίηση άφηνα σημάδια αυτού του σχολαστικού και φανατικού αναγνώστη: τις υπογραμμίσεις, τις σημειώσεις στο περιθώρια, τις διπλωμένες σελίδες, τις γκριζόμαυρες ή λαδωμένες δαχτυλιές, το επίθετο και την υπογραφή μου με την ημερομηνία ολοκλήρωσης στη γωνιά μιας από τις πρώτες σελίδες, αργότερα τη σφραγίδα με το όνομά μου (έχοντας με την ενηλικίωση σπεύσει να αποκτήσω σφραγίδα κι επαγγελματικές κάρτες ως κάποια αυτό-επιβεβαίωση μιας κατά τ’ άλλα αφανούς επιστημονικότητας και λογιότητας). Όλα θα γινόταν ενδείξεις για τους μεταγενέστερους ότι ο υποφαινόμενος τίμησε με χρόνο και πνευματική συγκέντρωση, κάποιαν όχι αμελητέα περίοδο της ζωής του, το συγκεκριμένο βιβλίο και τον συγγραφέα του. Και διάβαζα κάθε λογής πονήματα, χωρίς ιδιαίτερες διακρίσεις και προτιμήσεις: λογοτεχνικές νουβέλες και διηγήματα, φιλοσοφικά δοκίμια, επίκαιρες πολιτικές αναλύσεις, κριτικές τέχνης, επιστημονικά άρθρα και βιβλία, και τα λοιπά, και τα λοιπά.

Οφείλω να καταγράψω μερικές κοινότοπες αλήθειες επί του θέματος, γιατί καταλαμβάνει ένα μεγάλο κομμάτι της ζωής «βιβλιοφάγων» σαν και μένα. Η επιγραμματική μεταφορά του Uberto Eco, ότι το διάβασμα βιβλίων μας επιτρέπει να ζήσουμε πολλές ζωές πέρα από την δική μας, μου αρκεί για να δικαιολογήσω τις ατέλειωτες ώρες που αφιερώνω σκυμμένος σε βιβλία. Πράγματι, το διάβασμα, ιδιαίτερα μυθιστορημάτων και ιστοριών, με μεταφέρει κάθε φορά σε διαφορετικούς τόπους και εποχές, κοινωνίες και ανθρώπινες ψυχές, που σχηματίζονται από τις λέξεις και φράσεις του συγγραφέα στο νου μου. Οι χαρακτήρες σε αυτά, οι δράσεις και τα πάθη τους με συγκινούν. Στη διάρκεια της ιστορίας τους ταλαντεύομαι ανάμεσα σε συναισθήματα χαράς και λύπης, γελάω μέσα μου και συγκινούμαι, συντονίζομαι με τα συναισθήματα των ηρώων, ασκώ ενσυναίσθηση. Άλλες φορές ταυτίζομαι με πτυχές της ζωής και των σκέψεων τους, βλέπω ένα κομμάτι του εαυτού μας στα λόγια, τις συζητήσεις, τις σκέψεις και κινήσεις τους. Η συγκίνηση από τη δράση, τη σκέψη και την ψυχολογία των ηρώων, όπως αναβλύζουν από το χαρτί και την ανάγνωση των αράδων πάνω σε αυτό, απεικονίζονται στο μυαλό και επεκτείνονται από τη φαντασία, μετατρέπονται πολλές φορές σε συγκίνηση και βούρκωμα των ματιών. Αυτό το τελευταίο ιδιαίτερα -και για λόγους που δεν κατάφερα πλήρως να εξηγήσω, όταν πλησιάζω τις τελευταίες γραμμές της αφήγησης, το τέλος της ανθρώπινης ιστορίας. Είναι η ίδια συγκίνηση και τα ίδια δάκρυα που πολλές φορές με κυριεύουν όταν κάποιο κεφάλαιο στη ζωή νιώθω ότι κλείνει: μια σχέση, η αλλαγή σπιτιού και γειτονιάς, μια πολύχρονη δουλειά ανάμεσα σε έναν κύκλο συναδέρφων, ένα παιδί που μεγαλώνει και φεύγει από κοντά, ο θάνατος ενός προσώπου που αποτέλεσε κομμάτι της ζωής μου. Ίσως, αυτή η συγκίνηση να με κυριεύει, κατά κύριο λόγο, γιατί κάθε τέλος μας υπενθυμίζει το πέρασμα του χρόνου, ένα παρελθόν χωρίς πισωγυρίσματα και μας φέρνει πλησιέστερα και στο δικό μου τέλος.

Τα εξίσου σημαντικά επιστημονικά και φιλοσοφικά αναγνώσματα, από την άλλη μεριά, δεν έχουν την συναισθηματική διάσταση της λογοτεχνίας. Ο λόγος σε αυτά είναι από μια άποψη στεγνός και ακαδημαϊκός. Εξυπηρετούν αποκλειστικά την απόκτηση γνώσης, θέτουν σε ενέργεια την σκέψη και την κρίση. Άνοιγαν τα μάτια προς τα έξω, στον κόσμο γύρω μου, όσο και προς τα μέσα, στα βάθη του ίδιου του εαυτού μου. Όλη αυτή η γνώση,  όλες αυτές οι ιδέες και κρίσεις γίνονται τελικά αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής, την ολοκληρώνουν και μεγεθύνουν σε νέες διαστάσεις, ίσως υποσυνείδητα να πλάθουν και καλλιεργούν και τον κόσμο των συναισθημάτων μέσα μας.

Σε τελική ανάλυση, εφόσον μας δόθηκε η μοναδική και ανεπανάληπτη ευκαιρία της ύπαρξης σε αυτή την γη, σε αυτό το σύμπαν, καθώς και ένα θαυματουργό μυαλό και συνείδηση να την αντιλαμβανόμαστε, ως ένα βαθμό να τις δίνουμε κατευθύνσεις, και να την εκφράζουμε με λόγια και πράξη, θα ήταν μια εξαιρετική απώλεια αν δεν προσπαθούσαμε με κάθε τρόπο να κατανοήσουμε αυτήν την ύπαρξη στο μέγιστο δυνατό. 



Friday, November 24, 2023

Εφηβικά 12 - Περί «Επιτυχίας» Πρωθύστερες Ανακολουθίες

Στην ταξική, καπιταλιστική και ολοένα ανταγωνιστικότερη κοινωνία στην οποία μεγαλώναμε και ριχτήκαμε από τη ζωή για να επιβιώσουμε και ζήσουμε με τον καλύτερο δυνατό τρόπο (όπως αυτός ο «καλός τρόπος» μπορεί να οριστεί υποκειμενικά ή αντικειμενικά), χωρίς προοπτική μετασχηματισμού της σε κάτι άλλο (παρά τους ουτοπικούς στόχους και αγώνες των νιάτων μας) τα εκ γενετής βιολογικά χαρακτηριστικά συνιστούν μια από τις πάμπολλες παραμέτρους που διαμορφώνουν την πορεία μας σ’ αυτόν τον κόσμο. Ασφαλώς, η «επιτυχία» σε αυτή τη ζωή είναι συνάρτηση μυριάδων παραγόντων, περιστάσεων και καταστάσεων, πολλών εξωγενών, εκτός του ελέγχου ή της επίδρασής μας, άλλων απρόβλεπτων ή μη προβλέψιμων, παρά την τάση που έχουμε να προδιαγράψουμε με κάποιο διαύγεια το μέλλον μπροστά μας. Κι επιπλέον, πριν κάποιος σκύψει κι αναλύσει τους παράγοντες που θα έχουν συντελέσει σε κάθε λογής ατομική «επιτυχία» ή «αποτυχία» οφείλει κατ’ αρχήν, με τον εαυτό του ως κριτή και αποδέκτη αυτής της κρίσης, να εννοήσει και ορίσει την «επιτυχία» και το συγκριτικό της μέτρο –με αναφορά πάντα στην εποχή και το χώρο και να προσδιορίσει τι είναι αυτά που κυρίως στοιχειοθετούν «επιτυχία» στην ζωή: είτε είναι απλά συσσωρευμένος υλικός πλούτος, είτε υλικό και πνευματικό έργο και η παρακαταθήκη του καθενός, είτε η αναγνώριση από συνανθρώπους του, στον τόπο, τη χώρα ή διεθνώς, οριζόντια στην κοινωνία, ή κατακόρυφα μέσα από τον κλάδο ενασχόλησης και την εξειδίκευση, μέσα από έναν αδιάκοπο και εξαντλητικό καταμερισμό εργασίας, ο οποίος διαχέει και αναγάγει σε απειροελάχιστη την συνεισφορά του καθενός στην πνευματική και υλική παραγωγή.

Σε κάθε περίπτωση, η «επιτυχία» στη ζωή συνιστά ένα πολυσύνθετο ερώτημα που συνήθως απευθύνουμε στον εαυτό μας προς το τέλος της ζωής, όταν κάνουμε ένα σφαιρικό και συνολικό απολογισμό μιας πορείας που πλησιάζει στο τέρμα της. Μπορούν να γραφούν πολλά γύρω από τούτην την υποκειμενική αποτίμηση, ίσως δυσανάλογα ως προς της σημασία ενός τέτοιου εγχειρήματος (γιατί δεν είμαστε εμείς που μπορούμε, σε τελική ανάλυση, να το κρίνουμε από μιαν εσωτερική σκοπιά και, άλλωστε, δεν ενδιαφέρει και πολλούς μια τέτοια η κρίση και αποτίμηση). Και θα έρθει κάποια στιγμή στα γραψίματα που το θέμα του «πόσο ‘καλή’ κι επιτυχημένη» υπήρξε η ζωή που έζησα θα με απασχολήσει με βάση τα κριτήρια και τα μέτρα και τα σταθμά που η κοινωνία κι ο κόσμος που έζησα χρησιμοποιούν ως νόρμες. Θα με απασχολήσει με αποκλειστικό και μοναδικό σκοπό μιαν συνειδησιακή αρμονία, διότι μια τέτοια αποτίμηση της ύπαρξης δεν έχει ιδιαίτερη σημασία, μάλλον δεν έχει καμία σημασία, έξω από τον ίδιο τον εαυτό. Σε κάθε περίπτωση, η «επιτυχία» και ο «τρόπος» ζωής αφορούν στην ύπαρξη και μόνον, και τίθενται αποκλειστικά ως υπαρξιακά ερωτήματα. Ενώ αιωρούνται στο νου μας στην διάρκεια αυτής της ύπαρξης, πολλές φορές βασανιστικά, όπως το μεγάλο φιλοσοφικό ερώτημα του «αν αξίζει ή άξιζε τον κόπο» ή τα πιο πεζά του «σε τι σκοπεύω και τι πετυχαίνω ή τι πέτυχα στην ζωή μου», με τον θάνατο εξαερώνονται και αυτά, όπως εξαφανίζονται μαζί και οι εκάστοτε δειλές, μη ικανοποιητικές και καμιά φορά άβολες απαντήσεις που δώσαμε. Κάτι που, κλείνοντας αυτόν τον μάλλον φαύλο κύκλο ερωταπαντήσεων σχετικά με την «επιτυχία» και, εν τέλει, το ψάξιμο για ένα νόημα στη ζωή, με κάνει να αναρωτιέμαι αν έχουν νόημα τέτοιες ερωταπαντήσεις.  

Αλλά τα έθεσα πρωθύστερα και παρεμπιπτόντως με αφορμή τις φιλοδοξίες εκείνης της μακρινής πλέον νεανικής ηλικίας και όντας πλέον σε μια φάση της ζωής όπου λογικά δεν τρέφουμε μεγάλες φιλοδοξίες για ένα ολοένα και με ταχύτερους ρυθμούς συρρικνούμενο μέλλον. Οι νέοι, όμως, όπως έγραψα παραπάνω, με ελάχιστες εξαιρέσεις θέτουν και διατηρούν φιλοδοξίες, μικρές ή μεγάλες, με σημεία αναφοράς αόριστα και φανταστικά όνειρα μιας καλύτερης ζωής με προοπτική στο μέλλον, συγκριτικά πάντα με την προηγούμενη γενιά των παππούδων και των γονιών ή των σύγχρονων φίλων και συναδέρφων και συντοπιτών. Και σχεδιάζουν μιαν εξίσου αόριστη «επιτυχία», έχοντας συνήθως ως μοντέλα ανθρώπους που έχουν πράγματι αναγνωριστεί και επαξιωθεί σε διάφορους τομείς της ανθρώπινης δραστηριότητας ή που έχουν, τρόπον τινά, διακριθεί με ευπρέπεια, μέτρο και ήθος ή, σε άλλες περιπτώσεις, με χυδαίους, ακραίους ή ανήθικους τρόπους, με γνώμονα πάντα τις νόρμες της εποχής μας.

Ήταν ο Πατέρας που είχε πει σε μια από τις πρόσφατες συζητήσεις περί «επιτυχίας» ότι επιτυχημένος είναι αυτός που έχει κατορθώσει τους στόχους και εκπληρώσει σε μεγάλο βαθμό τις φιλοδοξίες που έθεσε ενώπιον του εαυτού του (ή άλλοι έθεσαν για αυτόν) ως νέος. Κάτι που με βρήκε διάφωνο, καθώς το θεώρησα αντιφατικό και αυθαίρετο (ένα ακόμα ατεκμηρίωτο sweeping statement, από τα πολλά που κατά καιρούς ξεστόμιζε ο Πατέρας), καθώς δημιουργεί περισσότερα ερωτήματα από αυτό που υποτίθεται επιχειρεί να απαντήσει –αν μπορεί να απαντηθεί στοιχειωδώς: το αν τελικά κάποιος «πέτυχε» στη ζωή του.

Ο κόσμος γύρω μας, και εμείς οι ίδιοι παρασυρμένοι από το ποτάμι της εξέλιξης, αλλάζουμε με ρυθμούς και σε κατευθύνσεις που είναι αδύνατο ως νέοι να φανταστούμε, ενώ μεγαλώνοντας απαιτείται μεγάλη προσπάθεια να τις αδράξουμε καθ’ οδόν και να προσαρμοστούμε δεόντως. Η προσαρμογή είναι όρος βασικής επιβίωσης, πόσο μάλλον «επιτυχίας» και διάκρισης. Εν πάση περιπτώσει, η οικογένεια, ιδιαίτερα η ελληνική μικρομεσαία αστική και το κοινωνικό περιβάλλον στο οποίο αυτή ζει και βασιλεύει, ο άμεσος κύκλος μέσα στον οποίο μεγάλωσα και με τον οποίο συναναστράφηκα, επέβαλλαν έναν σύστημα και θεσμούς σχετικά άκαμπτων στόχων και φιλοδοξιών από νωρίς, με αναφορά πάντα στην τότε και εκεί πραγματικότητα. Θα το ανήγαγα, όπως γράφηκε, στον ανταγωνιστικό χαρακτήρα του συστήματος. Ένας ανταγωνισμός που διατρέχει τα πάντα και όσο πιο αναπτυγμένη καπιταλιστικά είναι μια κοινωνία, τόσο εντονότερος εμφανίζεται. Αυτό όμως ανοίγει ένα άλλο κεφάλαιο διαπραγμάτευσης.

Ίσως, λοιπόν, το να επιβιώσει και επιπλεύσει κάποιος, το να καταφέρει και κλείσει τους διάφορους κύκλους, μικρούς ή μεγάλους, που επιβάλλουν οι νόρμες του συστήματος, του καιρού και της γεωγραφίας του, στη μόρφωση, στον έρωτα, στην οικογένεια, στο επάγγελμα, το να συσσωρεύσει πλούτο γνώσεων και εμπειριών, χωρίς να αγγίξει τις αθώρητες κορυφές του υλικού πλούτου και της δόξας των ελάχιστων εκλεκτών, όλα αυτά να είναι αρκετά, να θεωρούνται επιτεύγματα, που θα δίνουν, αναπολώντας τα, ικανοποιητικές απαντήσεις στις κλήσεις της συνείδησης για το νόημα καθ’ οδόν της ζωής και στο πόσο «καλή» και «πετυχημένη» ήταν προς το τέλος της.

x

Εφηβικά 11 - Όνειρα και Πρώιμες Φιλοδοξίες

Τα νιάτα χάρη στο σφρίγος τους, σωματικό και πνευματικό, παράτολμοι καταδύτες σε έναν ανεξερεύνητο κόσμο, καλλιεργούν όνειρα. Ονειροπολούν, με κυριότερο εργαλείο τη φαντασία τους, παρά και πέρα από τις λιγοστές εμπειρίες που μάζεψαν στο σύντομο παρελθόν της ζωής τους. Προβάλλουν το μέλλον στο νου από αναρίθμητες διαφορετικές σκοπιές, το επεκτείνουν σε μυριάδες δυνατές προεκτάσεις, ζυγίζουν απειράριθμες δυνατότητες και προοπτικές. Άλλες απορρίπτουν για να τις αντικαταστήσουν από άλλες, σε μερικές δίνουν την πρωτοκαθεδρία, έστω και προσωρινή. Με λίγα λόγια, χτίζουν ένα φανταστικό μέλλον στο νου τους που χάνεται στους ορίζοντες του χρόνου, μαζί με τα εργαλεία και τα μονοπάτια που θα ακολουθήσουν για την κατάκτησή του. Κι αυτό ενόσω αποκτούν ποικιλόμορφες και ποικιλόχρωμες εμπειρίες, ερχόμενοι σε καθημερινή επαφή με ανθρώπους και πράγματα: απλώς με το να κινούνται μέσα στον κόσμο γύρω τους, να νοιάζονται και να αισθάνονται. Οι κινήσεις και οι έγνοιες, οι επιθυμίες και τα αισθήματα είναι θεμελιώδη συστατικά της ανθρώπινης ύπαρξης.

Φυσικά οι επιθυμίες και τα όνειρα για το μέλλον, που ξαπλώνεται ατέλειωτο σε έναν αχανή και ανεξάντλητο κόσμο μπροστά τους, αλλάζουν με το χρόνο, πολλές φορές με την κάθε μέρα και ώρα που περνάει. Οι προτεραιότητες αναβαθμίζονται ή υποβαθμίζονται ανάλογα με τις περιστάσεις, συχνά ακυρώνονται ή αναθεωρούνται. Η ζωή σε κάποιο σταυροδρόμι τελικά κατευθύνεται και μπαίνει σε ένα αυλάκι, παγιώνεται κατά κάποιο τρόπο, και μετά εισρέει στο ποταμό της ζωής. Και το παρόν, που αυτός τον οποίο αποκαλούμε ώριμο άνθρωπο βιώνει, μπορεί (κι αυτό είναι το πιθανότερο ενδεχόμενο) να βρίσκεται σε μερική ή πλήρη αναντιστοιχία με τα όνειρα που έκανε ως παιδί, έφηβος και νέος. Ακόμα και η μερική πραγμάτωση των ονείρων της νεανικής ηλικίας δεν εξαρτάται μόνον από τη φαντασία και του συνειρμούς εκείνων των καιρών, εκείνη την γενικά άεργη πνευματική ισχύ που, ωστόσο, ανάβει φωτιές στην ψυχή και ζωηρεύει στις κουβέντες με τους συνομήλικους για τα σχέδια του παρόντος και του μέλλοντος· ούτε μόνον από τα αποθέματα  θέλησης που διαθέτει και κατευθύνει προς τον έναν ή τον άλλο στόχο ο καθένας, αλλά μυριάδες άλλους παράγοντες, που είτε πηγάζουν άμεσα από τον ατομικό χαρακτήρα, είτε υπό την επίδραση γεγονότων που συνέβησαν μέχρι και την άλλη άκρη του πλανήτη και σημάδευσαν και επηρέασαν τη ζωή στην πορεία της –αυτήν καθαυτή την ύπαρξη. Άλλωστε, τα όνειρα της φαντασίας είναι προβολή στο νου ενός εξωτερικού υλικού κόσμου, των μορφών και μοντέλων του που η νόηση έχει δημιουργήσει και επεξεργάζεται και παρεκτείνει. Και τα πλάθει μέσα από τις σκέψεις και τη γνώση και τις νεόφερτες ιδέες, που καθοδόν σχηματίζει και καβαλάει στους καταχωρητές της μνήμης.

 Έτσι κι εγώ, ο άγουρος έφηβος, ονειροπολούσα σε καιρούς που ο κόσμος ανοιγόταν μπροστά μου με φαινομενικά ατέρμονες ορίζοντες: o κόσμος των ανθρώπων και της φύσης στην απειρότητα και το μεγαλείο του. Ήμουν περιτρυγισμένος από πολλά βιβλία, εκατοντάδες βιβλία, διεσπαρμένα στις βιβλιοθήκες και ντουλάπια των τριών δωματίων του διαμερίσματος της παρόδου της Δεληγιώργη, το μυαλό μου ανοιχτό και, παρά τις εκάστοτε προσποιήσεις για το αντίθετο (συνήθως εξαιτίας κάποιου έμφυτου εγωϊσμού), φιλόξενο σε φευγαλέα καθημερινά ερεθίσματα και επιδράσεις από την οικογένεια, τους φίλους, το σχολείο και τους δασκάλους του, τις εφημερίδες και την τηλεόραση, και πάντα τα βιβλία. Σε αυτά τα ερεθίσματα ακόμα κι αν αντιστεκόμουν ή με διαπερνούσαν ανεπαίσθητα, με την σκέψη σκόπιμα ή άθελα εστιασμένη αλλού, πάντα έβρισκαν το δρόμο του στο υποσυνείδητο: εικόνες από το σινεμά και την τηλεόραση, και, μαζί, το πλήθος από τις ελεύθερες ώρες που μου χάριζαν τα παιδικά και εφηβικά ζεστά καλοκαιρινά απογέματα, κουρασμένα και γλυκά και σιωπηλά, με τους ανθρώπους γύρω μου βυθισμένους στη μεσογειακή σιέστα, εγώ στο δωμάτιο, μόνος με τον εαυτό μου, το όργια της σκέψης και της φαντασίας και, βέβαια, τους σωρούς από βιβλία at arms length.

 Ήμουν υγιής και σχετικά καλοταϊσμένος και καλοαναθρεμμένος από την Μάνα και την γιαγιά, με σωματικές δυνατότητες αρκετές για να αγωνίζομαι και συναγωνίζομαι με επάρκεια σε παιδικά και νεανικά παιχνίδια που στήναμε σε αυλές, αλάνες, δρόμους, στους ακάλυπτους, στο σχολείο και τα λιγοστά γήπεδα που διέθετε τότε η πόλη, αν και όχι ικανές, όπως διαπίστωσα αργότερα, να με εκτοξεύσουν από μόνες τους σε τροχιά αθλητή. Είχα μια νοημοσύνη πάνω από το μέσο όρο, με όποιο τρόπο κι αυτή θα μπορούσε να μετρηθεί, κατά τη γενική ομολογία πίσω από την πλάτη μου ή ενώπιον μου συγγενών και δασκάλων και οικογενειακών φίλων· όχι όμως και κάποια αξιοσημείωτη ευστροφία και σπιρτάδα στη σκέψη που θα γυρνούσε με σηκωμένα φρύδια και χαμόγελα επαίνων ή θαυμασμού κεφάλια ανηλίκων από κάποιο ευφυολόγημα μου. (Εξακολουθώ να πιστεύω ότι η ευφυία ή, μάλλον, η ικανότητα εις βάθος αναλυτικής σκέψης από τη μια, και η ευστροφία από την άλλην, είναι αμοιβαίως αποκλειόμενα χαρίσματα.) Μπορεί να μην παρουσίαζα κάποιαν εμφανή, εξαιρετική κλίση σ’ ένα τομέα γνώσης ή αντικείμενο ανθρώπινης δραστηριότητας ή, αν υπήρχε λανθάνουσα αυτή η κλίση, δεν θα είχε αναγνωριστεί έγκαιρα από τους μέντορές μου (τους γονείς κυρίως, διότι το ελληνικό δημόσιο σχολείο ασκούσε ανέκαθεν εξισωτικές προς τα κάτω και ισοπεδωτικές τάσεις)· ούτε κάποιο προφανές, συγκεκριμένο ταλέντο που θα μπορούσε να καλλιεργηθεί στο έπακρο και να ανθίσει. Ιδιοφυής, με μια λέξη, δεν ήμουν. Αλλά από σχόλια γονιών και φίλων στις συζητήσεις που αφορούσαν στο μεγάλωμα των παιδιών τους και έπιαναν τα αυτιά μου, μια λέξη χαρακτήριζε το δυναμικό μου: «θετικός». Από όσα είχα καταλάβει τότε, εκείνος ο χαρακτηρισμός με τοποθετούσε σε διαφορετική, κάπως χαμηλότερη κλίμακα από την κλάση των «κοφτερών μυαλών», αυτών με εξαιρετική ευφυία, που κατά την ομολογία των γονιών και οικογενειακών φίλων χαρακτήριζε τον Αδερφό, ωστόσο στεκόμουν πάνω από το μέσο όρο πνευματικών δυνατοτήτων συνομήλικών μου. Εν ολίγοις, σωματικά και πνευματικά, ήμουν αυτό που οι Αγγλοσάξονες θα έλεγαν, ίσως, all rounder.   

Έθρεψα, λοιπόν, από νωρίς στη ζωή κάποιες φιλοδοξίες, γύρω και μέσα από ονειροπολήσεις και διάφορους συνειρμούς και νοητικές αναλύσεις και προεκτάσεις, κι έθετα βραχυπρόθεσμους και, στο βαθμό που ήταν δυνατό, μακροπρόθεσμους στόχους, ούτως ώστε, σε κάποιο σημείο της ύπαρξης μου, να τους πραγματώσω. Τέτοιες φιλοδοξίες φούντωναν ή ακυρώνονταν ανάλογα με τις περιστάσεις, τα εμπόδια, τον προσωπικό ζήλο και τις επιμέρους επιτυχίες και αποτυχίες, επιτεύγματα ή ματαιώσεις ή ακυρώσεις έξωθεν κατά μήκος του δρόμου. Αυστηρό χρονοδιάγραμμα φυσικά τότε, για την πραγμάτωση τους δεν τίθετο γιατί ο θάνατος δεν ήταν καν ορατός, και η ύπαρξη πάνω στον κόσμο περί της οποίας η επιτυχία γινόταν λόγος, μου φαινόταν αργόσυρτη και ατέλειωτη.

Λογικά, κατά τα πρώτα παιδικά χρόνια, όπου η άμιλλα στο παιχνίδι, στο ποδόσφαιρο, στο μπάσκετ, στο στίβο, κι αλλού, ήταν μέρος της καθημερινής ρουτίνας, οι φημισμένοι αθλητές που βλέπαμε στα γήπεδα και την τηλεόραση, τα πορτραίτα ποδοσφαιριστών στα χαρτάκια που ανταλλάσσαμε, όπου όλοι κοιτούσαν την κάμερα συνοφρυωμένοι με τη σκληράδα και αποφασιστικότητα τυπωμένες στα πρόσωπά τους και τα χέρια διπλωμένα σε ένα συνήθως δασύτριχο και μυώδες στήθος, ενέπνεαν τα πρώτα όνειρα και φιλοδοξίες: κάτω από βλέμματα χιλιάδων θεατών επικεντρωμένα πάνω μου να παρακολουθούν την κάθε κίνηση, την κάθε εκδήλωση επιδεξιότητας, την προσδοκία του γκολ ή του καλαθιού, που θα έδινε το έναυσμα για ξέσπασμα σε επιδοκιμασίες και ζητωκραυγές. Είχαμε παιδιά μια μικρή μόνον εικόνα του τι συνέβαινε σε άλλες σφαίρες της ζωής, και τις συζητήσεις των μεγαλύτερων περί οικονομικών, κυρίως επαγγελματικών και πολιτικών, ενίοτε καλλιτεχνικών και επιστημονικών θεμάτων, τις βρίσκαμε ανιαρές και μας άφηναν αδιάφορους. Μπορεί σωματικά μα μην είχα κάποια ξεχωριστή αθλητική διάπλαση (ήμουν ένας αδύνατος, κοκκαλιάρης έφηβος με διακριτούς και μετρήσιμους θωρακικούς σπονδύλους και ανάστημα ελαφρώς κάτω του μετρίου), αλλά οι ψιλο-έπαινοι κι επιδοκιμασίες από τον περίγυρο των συνομήλικων με έκαναν να πιστέψω σε κάποιες ικανότητες και ταλέντο. Είχα καλή αίσθηση της μπάλας, ενόραση στην πάσα μου, μπορούσα να προσποιηθώ και να ντριμπλάρω, «έβλεπα» το γήπεδο και του συμπαίκτες γύρω μου, είχα αντίληψη των κινήσεων των ομάδων· είχα αποκτήσει καλή τεχνική και «χέρι» από απόσταση στο μπάσκετ. Και το σώμα αργά ή γρήγορα θα μέστωνε. Σύντομα όμως τέτοιες φιλοδοξίες ακυρώθηκαν από την πραγματικότητα. Αφενός, γιατί μόνος άρχισα να καταλαβαίνω ότι χωρίς να αφιερώσω ένα δυσανάλογα μεγάλο κομμάτι του όποιου ελεύθερου χρόνου επέτρεπε η μελέτη σε κάποιο σπορ της αρεσκείας μου, χωρίς τη σχεδόν ολοκληρωτική αφοσίωση σε καθημερινή άθληση και προπόνηση, αλλά ακόμα και με αυτές τις προϋποθέσεις, δύσκολα θα ξεπερνούσα το επίπεδο κάποιου ερασιτεχνικού, ψυχαγωγικού ματς στην αλάνα, στο πάρκο, στην αυλή του σχολείου ή στο Ποσειδώνιο μια Κυριακή, ή στη διάρκεια των διακοπών. Αφετέρου, γιατί οι γονείς έγκαιρα αποθάρρυναν, και μάλιστα μπλόκαραν κατηγορηματικό και κάθετα, κάθε πρωτοβουλία και απόπειρα να αφιερωθώ με ζήλο σε κάποιο σπορ καθώς θα αποσπούσε την προσοχή από την εκπαίδευση μου σε ένα κλάδο της επιστήμης.

Αδύνατο να ξεχαστεί ο μονόλογος, η σχεδόν κατσάδα, του Πατέρα, υπό το δασκαλίστικο σιγοντάρισμα της Μάνας (που το θεωρούσα ύπουλο και αντιφατικό ως προς την αγάπη της και με εξόργιζε όσο και οι φωνές του Πατέρα), όταν έμαθαν ότι δειλά σκοπεύαμε, με τον Κωστάκη, να ξεκινήσουμε προπονήσεις μια και παραπάνω φορές τη βδομάδα, ενώ ήδη είχαμε εν αγνοία τους επίσημα εγγραφεί στο τμήμα μπάσκετ της ΧΑΝΘ. Οι συχνές επισκέψεις μας στο Παλαί-ντε-Σπορ για να παρακολουθήσουμε τον Άρη του Παπαγεωργίου, του Ιωαννίδη και του Αλεξανδρή τότε, και μετέπειτα του Γκάλη και του Γιαννάκη, τα Σαββατόβραδα, πριν από τα ποδοσφαιρικά κυριακάτικα απογεύματα στο Χαριλάου, μας ώθησαν να δοκιμάσουμε την τύχη μας στο παρκέ του μπάσκετ. Οι πόρτες κάποιας καριέρας στο ποδόσφαιρο ήταν ήδη κλειδαμπαρωμένες. Τον Παπαοικονόμου, το ποδοσφαιρικό αστέρι του Δημοτικού μας σχολείου, που είχε ένα απόγεμα παινέψει τις δεξιότητες μου στην μπάλλα, τον θαυμάζαμε και ζηλεύαμε στα ματς τσικό και αργότερα εφήβων του Άρη που συχνά προηγούνταν του μεγάλου παιχνιδιού των αντρών. Έτσι ή αλλιώς, το ποδόσφαιρο, πάρα την έλξη που ασκούσε ως θέαμα στον Πατέρα και μένα και στον παππού όσο ζούσε, αντιμετωπιζόταν υποσυνείδητα ως σπορ των άξεστων και αμόρφωτων, χωρίς πολύ μυαλό ανθρώπων, κοινωνικών στρωμάτων κατώτερων ή απόξενων του δικού μας. Το μπάσκετ από την μεριά του φάνηκε, στα ονειροπόλα και πλανεμένα μας μυαλά μια κάπως πιο προσιτή και ευγενική διέξοδος. Θεωρείτο περισσότερο «πολιτισμένο» και «καθαρό» σπορ από το ποδόσφαιρο και τα αλάνια που το παίζανε βλασφημώντας. Ο χοντρός κόουτς της ΧΑΝΘ μας δέχτηκε μάλλον απρόθυμα, καθώς η σωματική μας διάπλαση, εκ πρώτης όψεως τουλάχιστον, δεν θα μας πήγαινε και πολύ μακριά στο συγκεκριμένο άθλημα, ακόμα και μέσα στην ερασιτεχνική και χαμηλών προδιαγραφών ομάδα της ΧΑΝΘ. Πως θρέψαμε τότε τέτοιες αυταπάτες είναι απορίας άξιο. Στην πρώτη μας γνωριμία με το γκρουπ, ο κόουτς μας έβαλε να προπονηθούμε με το δεύτερο και ίσως τρίτο γκρουπ του συλλόγου και μετά από δύο-τρία λεπτά οδηγιών και σύντομων παρατηρήσεων επικέντρωσε την προσοχή του στην πρώτη ομάδα. Ο Κωστάκης, μετά από εκείνη την πρώτη προπόνηση δεν επέστρεψε. Εγώ έκανα ακόμα μια προπόνηση σε κείνο το κλειστό γυμναστήριο, που αντηχούσε θελκτικά από τα αναπηδήματα της μπάλας στο παρκέ του, τον διεγερτικό ήχο της μπάλας που διατρυπά το καλάθι με το δίκτυ, τις φωνές των παιχτών. Σκόραρα ένα και μοναδικό καλάθι στο φιλικό ματς μετά την προθέρμανση και τις ρουτίνες, και το εγκατέλειψα, πεπεισμένος για την αφέλεια και ανωριμότητα που εμπεριείχε το όλο εγχείρημα.

Οι γονείς και η θέληση τους, καμιά φορά καταναγκαστική, έγιναν οι κύριοι συντελεστές που με επέβαλαν να περιορίσω τέτοιους είδους δραστηριότητες και να ακυρώσω τις όποιες παρελκόμενες φιλοδοξίες, να σβήσω από το μυαλό μου τα σχετικά όνειρα. Έτσι, οι αθλητικές ενασχολήσεις και διέξοδοι, τα παιχνίδια σταδιακά πέρασαν de facto στο περιθώριο, δηλαδή σε χαμηλού προφίλ περιβάλλοντα και τις αθλοπαιδιές από όπου είχαν ξεκινήσει ως παιδί. Άρχισα να στρέφομαι, με την ενθάρρυνση, αν όχι και το σκούντημα των γονιών, σε πνευματικές δραστηριότητες, συμπληρωματικές των απαιτήσεων του σχολείου και των ανελέητων αλλεπάλληλων εξετάσεων, που θα αποτελούσαν για τα επόμενα χρόνια, στεγνές και ξύλινες, επί το πλείστον, μη-δημιουργικές και στείρες ως ήταν, τον πυρήνα της μαθητικής και εφηβικής ζωής. Σε αυτήν την κατεύθυνση, το οικογενειακό περιβάλλον, ο Πατέρας κατά κύριο λόγο, με περισσότερο ανοιχτόμυαλη προσέγγιση, και η Μάνα, με μια δασκαλίστικη, μάλλον μίζερη και συχνά εκνευριστική σχολαστικότητά, θα μου παρείχαν ο,τιδήποτε θα βελτιστοποιούσε την απόδοσή μου σε εκείνες τις εξετάσεις, που για την άτυχη μαθητική γενιά μου συνέβαιναν σε ετήσια βάση. Είχα βέβαια το δωμάτιό για την ιδιαιτερότητά και την ησυχία μου, όποτε την απαιτούσα ή τη χρειαζόμουν, και τον Αδερφό γενικά εξοστρακισμένο, ανεξάρτητα από τον αν τελικά αυτήν την ιδιαιτερότητα την αξιοποιούσα για χάρη των εξετάσεων και των βαθμών ή για κάτι άλλο εν κρυπτώ. Μου εμπιστεύθηκαν κλειδί στην πόρτα του δωματίου, που αδιάλειπτα το χρησιμοποιούσα, από τη μια μεριά για να εμποδίζω ενοχλητικές παρεισφρήσεις από τον μικρό Αδερφό, με την πρόφαση ότι θα εξέτρεπαν την δήθεν προσοχή και αφοσίωση στη μελέτη, αλλά επίσης θα αποθάρρυναν αδιάκριτους ελέγχους για το «τι να κάνει αυτό το παιδί» κι τυχαίες επιθεωρήσεις πίσω από ερμητικά κλειστές πόρτες και μπαλκονόπορτες. Όσο μεγάλωνα έκρυβα ολοένα και περισσότερα πράγματα και ασχολίες σε κείνο το δωματιάκι και στο μυαλό μου. Έγινα κατ’ εξοχήν κρυψίνους, περισσότερο κάτω από τον φόβο των αντιδράσεων των γονιών σε μη εγκεκριμένες αυτενέργειες και πρωτοβουλίες.

Το δρύινο γραφειάκι του μικρού δωματίου της Εκάβης αντικαταστάθηκε με τη μετακόμισή μας στη Χαριλάου από ένα μεγαλύτερο, σχεδόν διευθυντικών προδιαγραφών γραφείο από ξύλο καρυδιάς αγορασμένο από το SATO, και ένα παχύ κρύσταλλο ειδικής παραγγελίας για την επιφάνεια εργασίας του. Είχαμε την μεγάλη γέρικη βιβλιοθήκη του μαραγκού Τραϊτση θεόρατη στον έναν τοίχο, που σύντομα όμως ξεχείλισε, και τα βιβλία, μετρημένα σε χιλιάδες πλέον, απλώθηκαν σε σειρές από ράφια που έφταναν μέχρι το ταβάνι του απέναντι τοίχου, στο μικρό δωμάτιο και τις βιβλιοθήκες που προστέθηκαν στην  κρεβατοκάμαρα των γονιών. Και φυσικά κάθε λογής βιβλία, λογοτεχνικά, πολιτικά, φιλοσοφικά και ιστορικά, που ο Πατέρας έφερνε από τον βιβλιοπώλη δεύτερο «μπατζανάκη» του σε εβδομαδιαία βάση παρά την γρίνια της Μάνας, ή που θα ζητούσα ως επιστημονικά βοηθήματα και θα αγόραζα από το Μόλχο, τον Προμηθέα, τη Σύγχρονη Εποχή, τον Ανίκουλα, και τα άλλα «πανεπιστημιακά» βιβλιοπωλεία της Καμάρας και της Μελενίκου.

Η μόρφωση και εισαγωγή στο Πανεπιστήμιο έγιναν über alles. Προϋποθέσεις ζωής αδιαπραγμάτευτες, που θα έπλαθαν εφεξής τις όποιες φιλοδοξίες και το μέλλον. Τα υπόλοιπα όνειρα των εφηβικών χρόνων μπήκαν στο συρτάρι. Λάμβανε χώρα μια προσγείωση στην πραγματικότητα του κόσμου.

Tuesday, November 21, 2023

Εφηβικά 10 - Ο Μεγάλος Σεισμός

Ο μεγάλος σεισμός του 1978 συντάραξε απρόσμενα τη ραστώνη πολλών Σαλονικιών και οι εντυπώσεις από κείνο το καλοκαιρινό βράδι και τις ημέρες αναστάτωσης που ακολούθησαν έμειναν ανεξίτηλες στη μνήμη όλων όσων τις έζησαν. Ο φόβος, που άγγιξε και ξεπέρασε για πολλούς τα όρια του πανικού, από την μη μηδενική πιθανότητα θανάτου κάτω από τα συντρίμμια κάποιας αδοκίμαστης ή γερασμένης πολυκατοικίας είναι λογικές αντιδράσεις ανθρώπινων όντων, ανεξάρτητα των αποθεμάτων έμφυτου ή επίκτητου θάρρους που διαθέτουν. Το ένστικτο αυτοσυντήρησης και επιβίωσης είναι σαφώς ισχυρότερο από το σεξουαλικό ένστικτο, διότι το τελευταίο προϋποθέτει ζωή και ύπαρξη. (Ti κοινοτοπία που ακούγεται κάτι τέτοιο!)

Ήταν αργά το βράδι της 20ης Ιουνίου, γύρω στις 11μμ. Οι τυπικές κι εύκολες εξετάσεις εισαγωγής για το Λύκειο είχαν τελειώσει και ανησυχίες για τα αποτελέσματά τους δεν υφίσταντο. Τα σχολεία είχαν κλείσει για το καλοκαίρι. Σύντομα θα επιστρέφαμε στο κάμπινγκ της Σκοτίνας για τις καλοκαιρινές διακοπές, τις τελευταίες πριν ξεκινήσει ο μαραθώνιος της προετοιμασίας για τις Πανελλήνιες. Μέρες σχετικής ανεμελιάς και ξεκούρασης, λοιπόν. Το πολυσυζητημένο παγκόσμιο κύπελλο της μακρινής Αργεντινής βρισκόταν σε πλήρη εξέλιξη και, με τον Πατέρα, καθισμένοι στις δυο άκρες του παλιού μας πράσινου, art deco καναπέ παρακολουθούσαμε στην ΕΡΤ «κονσερβαρισμένο», αλλά με αμείωτο ενδιαφέρον ένα από τα ματς της προηγούμενης μέρας.

Το τράνταγμα ήταν αναπάντεχο, έντονο, τρομακτικό -από αυτά που μέσα σε δευτερόλεπτα διπλασιάζουν τους χτύπους της καρδιάς. Ο θόρυβος που το συνόδευσε μια φοβερή, αδιευκρίνιστη βοή από τα θεμέλια της πολυκατοικίας και παρακάτω, από τα έγκατα της γης. Κράτησε αρκετά δευτερόλεπτα, περίπου δέκα έμαθα αργότερα, αλλά στη διάρκειά τέτοιων έντονων φαινομένων, η ανησυχία κι ο φόβος παραμορφώνουν ανάλογα με την ένταση τους την διάσταση του χρόνου: τον διαστέλλουν. Η πρώτη αντανακλαστική κίνηση του Πατέρα ήταν να σβήσει την τηλεόραση και να προτάξει στήθος και χέρια μπροστά στο ράφι της βιβλιοθήκης, όπου ήταν τοποθετημένη, για να αποσοβήσει την ενδεχόμενη συντριβή της στο πάτωμα. Αναρωτιόμουν, με αίσθηση θαυμασμού για το κουράγιο και το θάρρος του: δεν φοβόταν και δεν προνοούσε για την προσωπική του ασφάλεια του ή θεωρούσε την συσκευή πιο πολύτιμη από την σωματική ακεραιότητα και την ζωή του; Η δική μου αντίδραση, μάλλον αφελής, αλλά αντανακλαστική, ήταν να πάω να σταθώ κάτω από το κατώφλι της πόρτας του καθιστικού, με τους βραχίονες σε έκταση, τις παλάμες στα κατακόρυφα δοκάρια. Κάπου, μέσα από την φιλολογία γύρω από την προσεισμική δραστηριότητα, είχα ακούσει ή διαβάσει ότι τα κουφώματα προσφέρουν μιαν ελάχιστη προστασία σε τέτοια ενδεχόμενα· όπως και η προφύλαξη κάτω από κάποιο τραπέζι, αλλά το κοντινότερο βρισκόταν στην κουζίνα. Η εταζέρα που χώριζε το χολ από την σαλοτραπεζαρία μας, με βάζα και διακοσμητικά, πηγαινοερχόταν μπροστά μου στους ρυθμούς των δονήσεων. Ένα ή δυο βάζα έπεσαν στο πάτωμα και έσπασαν παρά την προσπάθεια της Μάνας να τα συγκρατήσει. Μετά ακολούθησε μια απόκοσμη, απόλυτη σιωπή.

Ένας έντονος φόβος ότι ανά πάσα στιγμή η παλιά μας πολυκατοικία θα καταρρεύσει και καταπλακώσει πριν καν προλάβουμε να δραπετεύσουμε από τους τόνους μπετόν που μας περιέκλειαν κυριάρχησε μέσα μου, αφού το σοκ του ταρακουνήματος είχε παρέλθει και η λογική άρχισε να επικρατεί και πάλι επί του ενστίκτου. Και ο ίδιος φόβος που με κατάλαβε, όταν με την ψυχή κοντά στο στόμα κατεβαίναμε προσεκτικά τα σκαλιά της πολυκατοικίας, μετριάστηκε από το χαμηλό φως της ελπίδας ότι σε λίγα λεπτά θα είμαστε κάπου ισόγεια, κάπου μακριά ασφαλείς. Η γειτονιά μας ήταν ζωσμένη από πολυκατοικίες, σοβατισμένα θηρία από μπετόν, και η το πλησιέστερο ασφαλές έδαφος βρισκόταν στην αλάνα στην άλλη όχθη του ρέματος, που ως παιδιά παίζαμε μπάλα. Υπήρχαν κι άλλες οικογένειες εκεί. Όλοι γνωριζόμασταν και σχολιάζαμε το πρωτοφανές γεγονός. Πολλοί γείτονες κατευθύνθηκαν προς άλλες ανοιχτωσιές της πόλης, σε χώρους ακόμα ακάλυπτους από πολυκατοικίες και γιαπιά, και οι προνομιούχοι στα πάρκα της παραλίας.

Ο Πατέρας έφερε το αυτοκίνητο και το πάρκαρε δίπλα στην γέρικη, καμπουριασμένη ιτιά του ρέματος. Ο ίδιος ανέβηκε με τον Αδερφό μου στο σπίτι για να κοιμηθεί, χωρίς ενδοιασμούς, με το αφοριστικό χαμόγελο αυτού που έχει πλήρη επίγνωση του ρίσκου και των συνεπειών από τέτοια φυσικά φαινόμενα. Την Φυσική, τη Στατική, τη Μηχανική, την Αντοχή των Υλικών, κτλ. τα ήξερε καλύτερα από κάθε κοινό θνητό γύρω του. Θαύμασα και πάλι το θάρρος και την γενναιότητά του. Από την άλλη μεριά, τον ύπνο του, νυχτερινό ή απογευματινό, ποτέ δεν θα τον διαπραγματευόταν και ελάχιστα γεγονότα θα του τον στερούσαν. Εγώ και η Μάνα θα προσπαθούσαμε να κοιμηθούμε, στρυμωγμένοι, στο αυτοκίνητο. Δεν ήταν εύκολο στο στενόχωρο FIAT του Πατέρα. Τις μικρές ώρες μέχρι το χάραμα του ήλιου, το σώμα πιασμένο από το στρίμωγμα και το ζάρωμα, μαζέψαμε το ένα σεντόνι που φέραμε μαζί μας, και ανεβήκαμε κι εμείς, στην ζεστασιά και άνεση των κρεβατιών μας. Μια μετασεισμική δόνηση το πρωί με ξύπνησε τρομαγμένο, αλλά ο ύπνος ήταν ακαταμάχητα γλυκός για να με σηκώσει από το μαλακό στρώμα. Το μυαλό μου μισοκοιμισμένο περίμενε στον ύπνο και όνειρά του την επόμενη δόνηση. 

Την άλλη μέρα μάθαμε ότι μια πολυκατοικία στην οδό Ιπποδρομίου κατέρρευσε και ότι σκοτώθηκαν πολλοί από τους ενοίκους της, πλακωμένοι από τα συντρίμμια των οκτώ ορόφων της. Ο καθηγητής Παπαζάχος έγινε το celebrity των ημερών, δίχασε όμως τον λαό της Θεσσαλονίκης. Μια μεγάλη μάζα κοσμάκη, συνισταμένη συνήθως από τα ευρέα αμόρφωτα ή ημιμαθή στρώματα της πόλης, τον κατηγορούσε, και απορούσε με τον «βλάκα» ή «μαλάκα», που, παρά την προσεισμική δραστηριότητα, έβγαινε στην τηλεόραση και τον τύπο και καθησύχαζε τον κόσμο ότι δεν επίκειται μεγάλος σεισμός. Έλεγε όμως «πιθανόν» ή «με βεβαιότητα»; Δεν θυμάμαι... Πως να κατηγορηθεί ένας επιστήμονας, όταν σε τέτοιες περιπτώσεις κάθε πιθανολογία στερείται πρακτικής σημασίας εκ των υστέρων, συχνά είναι ακατανόητη ή και ανόητη, ενώ ακόμα και η νύξη από μιαν υποτίθεται σεισμολογική αυθεντία για πιθανότητα μεγάλου σεισμού θα είχε σοβαρές επιπτώσεις -ψυχολογικές και πολιτικές. Οι υπόλοιποι, οι πλέον πειθαρχημένοι στα κελεύσματα της επιστήμης, όπως οι ασθενείς που προσδοκούν μια θεραπεία ή, έστω, μιαν εμπεριστατωμένη γνωμάτευση από γιατρούς, κρέμονταν καθημερινά από το χείλη του καθηγητή Παπαζάχου και των άλλων σεισμολόγων: ως προς το τί θα ακολουθήσει, ως προς το τι μας περιμένει στην μετά το μεγάλο σεισμό εποχή. Ένας ειδικός ανάμεσά τους είπε, και μου έκανε τότε εντύπωση, ότι μέσα στα επόμενα τριάντα χρόνια θα συνέβαινε στη Θεσσαλονίκη σεισμός της ίδιας ή και μεγαλύτερης έντασης. Από που προέκυψε αυτή η αξιοσημείωτη στατιστική εκτίμηση ή γνωμάτευση δεν αναρωτήθηκαν πολλοί. Η ζωή για λίγους μπορεί να άλλαξε, για τους πολλούς συνεχίστηκε όπως πριν. Το τραυματικό βράδι του σεισμού μετά από καιρό ξεχάστηκε. Το καλοκαίρι του 1978, όμως, η πόλη ερήμωσε σε άνευ προηγουμένου βαθμό από τους περισσότερους κατοίκους της που κατέφυγαν στα πατρικά χωριά τους και, οι πλέον εύποροι, σε θέρετρα διακοπών.

Η επιστήμη στα χρόνια που ακολούθησαν θα σήκωνε τα χέρια, θα παραδινόταν στην τυχαιότητα της συχνότητας και της έντασης τέτοιων φυσικών φαινομένων και θα αφοσιωνόταν σε ύστερες μετά-αναλύσεις. Κάπως έπρεπε να επιδειχθεί και λάμψει η επιστημονικότητα των καθηγητών και ειδημόνων κάθε φορά που η Φύση μας βάζει τρικλοποδιά. Oi πρόσκαιρες ελπίδες από ευρεσιτεχνίες δήθεν αξιόπιστης πρόβλεψης σεισμών, όπως το BAN, που βρέθηκαν για χρόνια στο προσκήνιο της επιστημονικής επικαιρότητας, σε κανάλια και εφημερίδες, εξανεμίστηκαν και οι τεχνικές ξεχάστηκαν ως ανεφάρμοστες ή μη εφαρμόσιμες ή αναξιόπιστες. Τον μεγάλο σεισμό που θα συνέβαινε μέσα σε μια τριακονταετία, κατά την αλησμόνητη γνώμη του ειδικού εκείνων των ημερών η Θεσσαλονίκη, μέχρις στιγμής, 45 χρόνια μετά, τον γλίτωσε. 

Την Α΄ Λυκείου θα την βγάζαμε στο κτίριο του Ευκλείδη και αυτό πολλούς μας χαροποίησε. Το κτίριο του γέρικου, ιστορικού μας Γυμνασίου κρίθηκε ακατάλληλο να μας στεγάσει. Η δικιά μας «μοντέρνα» πολυκατοικία στάθηκε όρθια, αλώβητη. Ευσυνείδητος ο εργολάβος της· τον παινέψαμε στην οικογένεια και την πολυκατοικία. Λίγες μέρες μετά τον σεισμό ένας μηχανικός κόλλησε ένα κίτρινο αυτοκόλλητο στην εξώπορτα. Μικρές οι ζημιές, τριχοειδείς ρωγμές στους σοβάδες, τίποτε δηλαδή. Ο σκελετός από σκυρόδεμα άντεξε. Δύο χρόνια μετά αφήσαμε το διαμέρισμα του δευτέρου ορόφου, αφήσαμε την παλιά μας πολυκατοικία να γεράσει κι άλλο, για μια πιο μοντέρνα κατασκευή, από τον πλέον έμπιστο εργολάβο και οικογενειακό φίλο. Η παλιά, 55 χρόνια μετά το χτίσιμο της, 45 χρόνια μετά τον μεγάλο σεισμό, στέκεται ακόμα θλιμμένη και ξεθωριασμένη στο στενό της Δεληγιώργη. Φιλοξενεί στους ανήλιους ορόφους της ακόμα ανθρώπινες ψυχές, που οι περισσότερες δεν έζησαν ή δεν θυμούνται το σεισμό. Η μοιραία πολυκατοικία της Ιπποδρομίου ήταν ίσως η μοναδική σε όλη την Θεσσαλονίκη που, αφού κατέρρευσε όχι από κάποια μπουλντόζα κατεδάφισης, αλλά από τον σεισμό, κάποια άλλη, καινούργια, χτίστηκε στο οικόπεδο της με ένα μνημείο για τους νεκρούς της. Η μακροζωία των τσιμεντένιων κατασκευών της αντιπαροχής δεν παύει να εκπλήσσει. Η γραμμή του ορίζοντα της πόλης δεν φαίνεται να αλλάζει στον αιώνα τον άπαντα.  

Thursday, November 9, 2023

Εφηβικά 9 - "Ο Θεός Πέθανε" - ακαριαία

Τον θεό και μαζί του την ορθόδοξη εκκλησία, τον επίσημο φορέα προσηλυτισμού και κατήχησης στην χώρα που γεννήθηκα, τα απέρριψα χωρίς πολλές σκέψεις και πριν ακόμα διαβάσω τον Μαρξ, τον Καμύ ή τον Νίτσε. Ήταν μια σχετικά απλή διανοητική διαδικασία που ολοκληρώθηκε ανυποψίαστα σε περίοδο λίγων μηνών.

Οι μικρές «αμαρτίες» της παιδικής ηλικίας, οι δικές μου, οι μεγαλύτερες των ενήλικων, οι θηριωδίες ανθρώπων και κρατών μακριά μου, μου φαίνονταν ότι συνέβαιναν και περνούσαν ατιμώρητες από έναν αόρατο θεό, έναν απόμακρο, αδύναμο και ανίκανο παρατηρητή, είτε προσευχόμασταν και ζητούσαμε συγχώρηση για μας ή μεσολάβηση για άλλους, είτε όχι. Έβλεπα πολέμους και καταστροφές, θανάτους, αθώων και «αναμάρτητων», ενόχων και «αμαρτωλών», χωρίς διακρίσεις ανάμεσα σε πίστεις, όλα να βράζουν στα ίδια καζάνια της ιστορίας και της ζωής. Η αδικία, η δυστυχία, η φτώχια, ο θάνατος υπήρχε και φαινόταν όπου και να γυρνούσα το κεφάλι. Λυπόμουν και στενοχωριόμουν, καμιά φορά έκλαιγα. Και κανένας θεός δεν επενέβαινε να διορθώσει τα στραβά αυτού του κόσμου. Ή, μήπως, ο ίδιος ο θεός τα δημιούργησε στραβά «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν»; Όλα αυτά γίνονταν ολοφάνερα, ήταν πραγματικά και αδιαμφισβήτητα για μια παιδική ψυχή, που άκουγε, έβλεπε, ένιωθε και είχε αρχίσει να σκέπτεται.

Άλλωστε, δεν χρειαζόταν πολύ μυαλό για να καταλήξει κάποιος, όσο πνευματικά ανώριμος και αν ήταν, στο συμπέρασμα ότι ακόμα και αν προ-υπήρχε κάτι τις που δημιούργησε τον κόσμο στον οποίο ζούμε σίγουρα αυτό το κάτι τις δεν είχε τις ιδιότητες που η εκκλησία μου του είχε προσάψει: αυτές του παντοδύναμου, του πανάγαθου, του παντογνώστη. Στεκόμουν όντως με δέος μπροστά στο μεγαλείο του σύμπαντος, στη μαγεία και τα ανεξήγητα φαινόμενα της φύσης, στην απερίγραπτη πολυπλοκότητα και δυνατότητες του ανθρώπινου μυαλού και της λειτουργίας του, στο ασύλληπτο της ανθρώπινης συνείδησης και του πως αυτή αναδύεται με μυστήριο τρόπο από τα βάθη του εαυτού. Δεκαετίες ύστερα, στέκομαι με το ίδιο δέος και προβληματισμούς απέναντι σε φαινόμενα που ξεπερνούν κατά πολύ τις γνώσεις μας. Παρόλα όμως τα πολλά ανεξήγητα του κόσμου, οι αντιφάσεις και λογικές πλάνες γύρω από τη θεολογία, την φιλολογία περί ύπαρξης θεού και της δημιουργίας του ανθρώπου, της φύσης και του κόσμου γύρω του, η παράκαμψη ή αποθάρρυνση από την θρησκεία κάθε προσπάθειας για λογική και επιστημονική εξήγηση των φαινομενικά ανεξήγητων, συχνά ο αφορισμός τους, φαίνονταν ολοένα και περισσότερο ασυμβίβαστες με την ανθρώπινη ύπαρξη, την ύπαρξή μου, ακύρωνε τον οποιοδήποτε σκοπό -πάνω σε αυτή την γη.  Γίνονταν τροχοπέδη και έπρεπε να παραμεριστούν στο όνομα, τουλάχιστον, της ατομικής προόδου.  

Σταμάτησα να προσδοκώ την τιμωρία αυτών που βλαστημούσαν, αυτών που αδικούσαν, αυτών που διέπρατταν το προφανές κακό από τον θεό (από όσο χαμηλό ηθικό κατώφλι και να το κρίναμε, σε όποια περίοδο και γεωγραφία του κόσμου να ζούσαμε). Δεν προσδοκούσα πλέον τίποτε περισσότερο από αντίσταση, εξέγερση και τιμωρία από τους ίδιους τους ανθρώπους και τις κοινωνίες τους για κάθε κακό, σε αυτόν τον κόσμο και αυτήν την ζωή. Έπαψα ένα βράδι να προσεύχομαι και να σταυροκοπιέμαι πριν κοιμηθώ, κάτι που συνήθιζα μέχρι τις τελευταίες τάξεις του δημοτικού. Ο φόβος της τιμωρίας από κάποιο ανώτερο ον είχε εκλείψει. Ο θεός και το θείο πνεύμα, που υποτίθεται ότι θα αποκαλύπτονταν πίσω από τις εικόνες και τα κακόγουστα στολίδια και φκιασίδια της ορθόδοξης εκκλησίας και των ναών της, μέσα από ακανόητους βυζαντινισμούς και αλλοπρόσαλλες παραβολές και τροπάρια, χάθηκε πίσω από τον θόρυβο των πολλών λέξεων, περίπλοκων και ασυνάρτητων προτάσεων, σε άχαρες τελετές, απίθανα θαύματα, έγινε ένα μεγάλο παραμύθι. It did not make sense, no more. Από την άλλη άκρη, την περισσότερο και καλύτερα διαφημισμένη, η ηθική και το κάποιο «καλό» από μιαν αόριστη και άστοχη αγάπη και τον ταπεινό συμβιβασμό του χριστιανισμού που διακήρυττε η εκκλησία, βρισκόταν όχι μόνον σε κραυγαλέα αντίφαση με την πραχτική πολλών εκπροσώπων της (ασήμαντο στη σχετικότητα του, καθώς οι παπάδες κουβαλούν όπως όλοι οι θνητοί την «ανθρώπινη φύση», το Dasein του Heidegger), αλλά και σε καθημερινή αντιπαράθεση με την πραγματικότητα και κάθε προσπάθεια λογικής αιτιολόγησής της- τουλάχιστον του κομματιού της πραγματικότητας που με αφορούσε άμεσα και στο οποίο μεγάλωνα. Η χριστιανική αγάπη και ταπεινοσύνη δεν ωφελούσαν σε τίποτε και κανέναν, δεν ήταν καν εφαρμόσιμες στην καθημερινότητα.     

Ο φόβος ενώπιον του θανάτου είναι ίσως ο κύριος λόγος που έφερε ιστορικά και φέρνει τους θνητούς κάτω από την σκεπή κάποιας θρησκείας. Το φάσμα του ερχόταν και παρερχόταν φευγαλέα και επιπόλαια στις εφηβικές μου σκέψεις, αλλά χρονικά βρισκόταν ακόμα πολύ μακριά. Η μετά θάνατον ζωή, ο παράδεισος της ψυχής σε μιαν αιώνια ζωή που θα ακολουθούσε και η θρησκεία υποσχόταν, εφόσον «πίστευα» και παρέμενα αφοσιωμένος χριστιανός, η προετοιμασία για την Δευτέρα Παρουσία που θα μπορούσε να συμβεί ανά πάσα στιγμή, εν ολίγοις, οι κύριες ατραξιόν της θρησκείας, κάθε θρησκείας, αν και για λίγο καιρό ως μικρό παιδί με προβλημάτιζαν, τελικά, παρά την ανησυχία για το κενό που θα ακολουθούσε μιαν πεπερασμένη ζωή, μου φάνηκαν ένα ανόητο στοίχημα με την ζωή που είχα μπροστά μου και μια τροχοπέδη σε βάρος της. Ήταν στην καλύτερη περίπτωση υποθέσεις αδύνατον εκ των πραγμάτων να αποδειχτούν, που είτε τις δεχόταν κάποιος, είτε τις απέρριπτε.  Ενώ το παιδικό μυαλό εξακολουθούσε να αναρωτιέται πως η θρησκεία στην οποία βαπτίστηκα, με την οποία μεγάλωσα και γαλουχήθηκα, η μια από τις χιλιάδες στον κόσμο, πως αυτή η θρησκεία θα μεριμνούσε για ανθρώπους, «αθώους και αναμάρτητους» που έζησαν και πέθαναν πριν την γνωρίσουν, για ανθρώπους άλλων γεωγραφιών και πίστεων, για τα άλλα όντα του πλανήτη. Ευκρινής απάντηση δεν υπήρχε, ούτε φυσικά αποδείξεις. Μήπως, η υπόσχεση για μια μετά θάνατον ζωή και χαρισάμενη, μόνον υπό αυθαίρετα προκαθορισμένες ad hoc προϋποθέσεις, ήταν εν τέλει ένα παλιό μεγάλο κόλπο από μια κλίκα συμφερόντων και είμαστε στον κόσμο μόνοι μας; 

Τα μεσαιωνικά δόγματα, που δεν έπαψαν δάσκαλοι και θεολόγοι και παπάδες να τα λιβανίζουν μέχρι το τέλος του Λυκείου, απορρίφθηκαν πάραυτα από την πρώτη κιόλας τάξη του Γυμνασίου. Τα παραμύθια και οι ιστορίες της Παλιάς και Καινής Διαθήκης, που οι θεολόγοι ανέλυαν ακούραστα για τον όποιον συμβολισμό τους μπας και μπορέσει να τα αφομοιώσει ο κοινός νους, η συνεχής επανάληψη τους, στο μάθημα, στις λειτουργίες, στις γιορτές κατέλαβαν χώρο στη μνήμη που θα μπορούσε να αξιοποιηθεί αλλιώς. Η απόρριψη της θρησκείας και των δογμάτων της, ο σκεπτικισμός απέναντι σε κάθε τι θεολογικό, ήταν από τις πρώτες προσωπικές εξεγέρσεις του πνεύματος. Την κράτησα, κρυμμένο χαρτί, από το σχολικό και οικογενειακό περιβάλλον μέχρι το τέλος του σχολείου. Οι γιαγιάδες μου ακόμα πίστευαν, η εκκλησία ήταν μια παρηγοριά για αυτές, καθώς πλησίαζαν το τέλος της ζωής τους. Δεν τις κατέκρινα, ούτε ήθελα να σπιλώσω την αφοσίωση ή να σβήσω τις ελπίδες τους. Όφειλα, επιπλέον, κάτω από την πίεση των μελλοντικών μετασχολικών φιλοδοξιών, να επιδείξω, ακόμα και σε στείρα μαθήματα όπως τα θρησκευτικά, μια στοιχειώδη συνέπεια, έστω προσποιητή, έστω καταναγκαστική -για το «θεαθήναι», παρότρυνε η Μάνα. Εις βάρος, βέβαια, μιας μικρής και πρόσκαιρης, αν και πάντα επιθυμητής ελευθερίας. Οι βαθμοί και σε κείνο το μάθημα, καθώς σε άλλα με στεγνό, στείρο και άχρηστο περιεχόμενο που διδαχτήκαμε στο σχολείο ήταν ένας συντελεστής· μικρός ίσως, αλλά «θα μετρούσε», όπως μου υπενθύμιζε η διαρκώς αγχωμένη για το μέλλον μου Μάνα. Θα βοηθούσε στο άνοιγμα της πόρτας για ένα «καλύτερο», αν και ακαθόριστο και ομιχλώδες μέλλον. Το απαραίτητο «άγιος ο θεός…» στις πρωινές μαζώξεις του σχολείου -συχνά από μένα, η ορθοστασία σε λειτουργίες, κάθε Κυριακή στην αρχή, στις μεγάλες γιορτές της Ορθοδοξίας αργότερα, η αποστήθιση από βιβλία θρησκευτικών ανόητων και ακατανόητων κειμένων, συνεχίστηκε. Προσωρινά συμβιβάστηκα. Η προσωπική εξέγερση απέναντι στα θεία θα περίμενε μέσα μου να εκδηλωθεί μετά το τέλος του σχολείου, στις μικρές επαναστάσεις των νιάτων, στην ολοκληρωτική άρνηση κάθε «θείου» και την πεισματική αθεΐα της ωριμότητας.