Wednesday, December 6, 2023

Εφηβικά 16 - Το Πανελλήνιο Συνέδριο Φυσικής στο Νησί

Η επιτυχία του πρώτου συνεδρίου της Θεσσαλονίκης άνοιξε την όρεξη της Ένωσης και έθεσε τα θεμέλια του δεύτερου, τρία χρόνια μετά, τον Οκτώβρη του 1980. Αυτή τη φορά στη γραφική Μυτιλήνη. Και φυσικά ο Πατέρας με πήρε μαζί του. Είτε επειδή έβλεπε ότι είχα αρχίσει να ωριμάζω επιστημονικά και χρειαζόμουν λίγο πριν ανοίξω τα φτερά και πετάξω πάνω από τις πεδιάδες μιας «θετικής» επιστήμης -με την Φυσική στο επίκεντρο, είτε επειδή ακόμα προσέδιδε σημαντική αξία (μάλλον, αβάσιμα ή δυσανάλογα) στο αντικείμενο της Φυσικής και τον ρόλο των φυσικών στην οικονομία και πολιτισμό της Ελλάδας, είτε, το πιθανότερο, επειδή θα δινόταν μιαν ακόμα ευκαιρία να συναναστραφεί ως ίσος απέναντι σε ίσους με «ακαδημαϊκούς» και καθηγητές Πανεπιστημίων. Α! και για να μου δείξει, παρεμπιπτόντως, τις πόρτες που θα άνοιγε και το ενδιαφέρον που θα κέντριζε μια ακαδημαΊκή καριέρα την οποίαν μάλλον κρυφά, αλλά διακαώς επιθυμούσε για μένα. (Αργότερα στην ζωή πείστηκα ότι αυτή η καριέρα ήταν ένα από τα στερημένα και απωθημένα της ζωής του.) Άλλωστε, καθώς ο Πατέρας προδιάγραφε και σχεδίαζε το μέλλον ερήμην μου εντός των συνόρων της Ελλάδας, δεν υπήρχαν εκτός Πανεπιστημίου πολλές αξιοπρεπείς επαγγελματικές ασχολίες για τον ικανό επιστήμονα που είχα ήδη πείσει πολλούς ότι θα γινόμουν. Και, γενικά, του άρεσε να με άγει και φέρει μέσα στους κύκλους συναδέρφων του παρά τις συστολές μου.  

Τον ακολούθησα, παρά αντανακλαστικές αντιρρήσεις μέσα μου, που όμως δεν εκδήλωνα καθώς αυτό θα προκαλούσε φοβερές αντιδράσεις. Οι ενστικτώδεις δισταγμοί μου ξεκινούσαν από την έμφυτη δειλία και φοβίες εν όψει κοινωνικών συναναστροφών, ειδικά με έναν κόσμο ενηλίκων, ώριμων επιστημόνων, στον οποίο ακόμα δεν ανήκα. Με λίγα λόγια, η ιδέα συναναστροφών σε πεδία εκτός του περιχαρακωμένου ατομικού χώρου που λέμε comfort zone με αναστάτωνε. Από την άλλη μεριά, το ταξίδι αυτό καθαυτό στη Μυτιλήνη με καράβι, που θα ήταν το πρώτο και θ’ αποδειχτεί το τελευταίο στο νησί, με ενθουσίαζε: για τις ώρες μοναξιάς σε κάποιες γωνιές του, κρεμασμένος στις κουπαστές, για το ατέλειωτο αγνάντεμα των κυμάτων, του αφρού της θάλασσας και των γλάρων που ακολουθούσαν την πρύμνη του. Και οι ώρες της θαλασσοπορίας, μοναχικός, περιτρυγισμένος από την έρημη απεραντοσύνη του γαλανού και μπλε και μαύρου της θάλασσας που από μικρό παιδί προσέλκυε, ήταν αρκετό θέλγητρο για να εξισορροπήσει τις έγνοιες που πήγαζαν από την αντικοινωνικότητα και την εσωστρέφειά μου.

Το καράβι σαλπάρισε ένα όμορφο και ζεστό απογευματινό δειλινό της Θεσσαλονίκης με τον ήλιο πίσω μας να δύει πίσω από τον Όλυμπο. Το βράδι έπεφτε γρήγορα και έκανα αυτό που από μικρό παιδί ήθελα πάντα να κάνω όποτε βρισκόμουν πάνω σε ένα καράβι: να ανεβοκατεβαίνω τα καταστρώματά του, να αγναντεύω τα κύματα, τη μια ώρα φωτισμένα λοξά από το ηλιοβασίλεμα να σπινθηρίζουν από τις αντανακλάσεις του κίτρινου και του πορτοκαλιού, την άλλη από το άσπρο αδύναμο φως του μισοφέγγαρου κάτω από την ξαστεριά του στερεώματος, που άφηνε μια άσπρη τρεμάμενη γραμμή πάνω στη μαυρίλα της θάλασσας. Αναμαλλιασμένος, τα πνευμόνια μου απολάμβαναν με τις ώρες το κρυστάλλινο, θαλασσινό αγιάζι, το πρόσωπο ένιωθε τους κόκκους της αλμύρας, τα σταγονίδια που ξέφευγαν από τις κυματοκορφές ίσαμε εκεί που στεκόμουν και αντιστεκόμουν στην πνοή του αέρα και της θάλασσας. Οι «συνάδερφοι» ΟΤΕ-τζήδες κι άλλοι γνωστοί φυσικοί συνταξιδιώτες, συζητούσαν με δυνατές φωνές και χειρονομίες στο πάνω κατάστρωμα. Η φωνή του Πατέρα, όπως πάντα, ξεχώριζε στεντόρεια και αφοριστική ως προς κάθε επιχείρημα εις βάρος του και επί παντός επιστητού. Άκουσα, τον συνάδελφο και φίλο του Αδάμ να χαρακτηρίζει χωρατεύοντας την φωνή του Πατέρα «συριστική». Μάλλον εννοούσε διαπεραστική στα αυτιά, ίσως και ενοχλητική στην έντασή της και εκκωφαντική, κάτι που σίγουρα ήταν.

Μετά από λίγες ώρες ύπνου στην αποπνιχτική κουκέτα της «οικονομικής θέσης» που μοιραστήκαμε με δυο άλλους ξένους, κατέβηκα στην πλώρη για να αντικρύσω τον πρωϊνό ήλιο λαμπερό, πελώριο, ζεστό, αγέρωχα σηκωμένο από τα βάθη της Μικρασίας, να φωτίζει την προκυμαία της Μυτιλήνης που σιγά-σιγά μας προσέγγιζε. Μια χούφτα λοστρόμοι που θα προετοίμαζαν τα παλαμάρια μας απομάκρυναν τους περίεργους με άγριες φωνές και νεύματα καθώς το καράβι άρχισε τις μανούβρες για να προσδεθεί στο μόλο. Οι λίγες σκόρπιες φιγούρες λιμενεργατών στο λιμάνι σήμαιναν ότι η Μυτιλήνη μόλις άρχιζε να ξυπνάει.    

To απόγεμα της πρώτης μέρας πέρασε αδιάφορα και ανέμελα, με συναδέρφους Φυσικούς του Πατέρα, να συντρώγουν σε κάποιο ταβερνείο της Μυτιλήνης με ως συνήθως πολλές «κινήσεις και ομιλίες» και φωνές σε παρέες Ελλήνων, μορφωμένων είτε αμόρφωτων, και τον Πατέρα πάντα στο επίκεντρο των όποιων διαπληκτισμών, ακόμα και για αθώα και ουδέτερα θέματα (παραδείγματος χάριν, της Φυσικής –ως επιστήμης, της Ένωσής τους, του Συνεδρίου, των κοινωνιών της) όπως αυτά αυθόρμητα προκύπταν στη ροή της κουβέντας. Παρακολουθούσα αμίλητος τις αντιπαραθέσεις παλιών γνωστών και φίλων, νυν συναδέρφων. Ευτυχώς, αγνοημένος από την ενήλικη παρέα απλώς άκουγα αδιάφορα, βαριά βαριεστημένος. Άκουγα ονόματα όπως των Καρούμπαλου, Ρεσβάνη, Χαραλάμπους, προφανώς διακεκριμένων πανεπιστημιακών της εποχής, αστέρων στα διάφορα ρεύματα της μοντέρνας Φυσικής, που απ’ ότι καταλάβαινα θα τιμούσαν με την παρουσία τους το Συνέδριο. Αυτά και άλλα, συνοδευόμενα άλλοτε με αρνητικά και επικριτικά, άλλοτε με θετικά κι εγκωμιαστικά σχόλια, έκαναν τον γύρο του τραπεζιού, όπως η τα ονόματα και η αξία ποδοσφαιριστών στις ενδεκάδες των ομάδων γινόταν αντικείμενο πιο ενδιαφερουσών συζητήσεων μεταξύ παιδικών φίλων και συμμαθητών ενόψει ποδοσφαιρικών αγώνων. Όπως ακούστηκε και συζητήθηκε από τους συνδαιτημόνες, και μάλιστα με ιδιαίτερο ενδιαφέρον και έμφαση που μου έκανε εντύπωση, το όνομα ενός πολύ συγκεκριμένου Γιάννη Ηλιόπουλου, βραβευμένου και διεθνώς διακεκριμένου θεωρητικού φυσικού της διασποράς, και για τις φήμες που κυκλοφορούσαν ότι είχε προταθεί για το Νόμπελ Φυσικής. Οι προσδοκίες ανάμεσα στην παρέα των «κοινών θνητών» της Φυσικής ο επιστημονικός αυτό αστέρας να τιμήσει το Συνέδριο της πατρίδας του ήταν έντονη· κάτι τέτοιο θα αναβάθμιζε σημαντικά το προφίλ του Συνεδρίου και της διοργανώτριας  Ένωσης Ελλήνων Φυσικών. Εκ των υστέρων κατάλαβα ότι ο Ηλιόπουλος δεν παραβρέθηκε. Προς απογοήτευση πολλών, διότι κάτι τέτοιο αφαίρεσε σημαντικά από το κύρος του Συνεδρίου, προς την αδιαφορία ή ακόμα και την μικρή κρυφή χαρά άλλων, κυρίως της ντόπιας ακαδημαϊκής νομενκλατούρας, καθώς η παρουσία του Ηλιόπουλου θα επισκίαζε το έργο της, θα μείωνε το prestige της, μπορεί και να τους έγδυνε από μιαν ονομαστική επιστημοσύνη που αρκετά μέλη της, καμιά φορά με υπόγειες ή πλάγιες μεθόδους, είχαν οικοδομήσει εντός των ορίων της χώρας. Με άλλα λόγια, θα είχαμε τις γνωστές παρενέργειες τέτοιων συμμετοχών ή απουσιών στον ψυχισμό της μικρής ελληνικής επιστημονικής κοινότητας και, ιδιαίτερα, στην συμπεριφορά της ακόμα μικρότερης πανεπιστημιακής κάστας -σε τομείς σαν την Πυρηνική Φυσική ή τη Φυσική των Σωματιδίων ή την Θεωρητική Φυσική, όπου η Ελλάδα, εκ των οικονομικών και ιστορικών πραγμάτων, δεν μπορούσε και δεν είχε να προσφέρει διεθνώς αξιοσημείωτα επιτεύγματα, ενώ το κράτος πλήρωνε αδρά καθηγητές να εντρυφήσουν σε αυτούς τους τομείς.

Το βράδυ ο Πατέρας με άφησε στο ξενοδοχείο μετά από κάτι σουβλάκια, «κάτι στο χέρι» που λένε, για να συνεχίσει τις ατέρμονες συζητήσεις που τόσο επεδίωκε και τον ευχαριστούσαν. Ήταν οι ώρες όπου έθετε εαυτόν υπεράνω της παρέας του, ένας εγωκεντρικός στο επίκεντρο της προσοχής άλλων να προκαλεί, με άκαμπτό αντίλογο και επιβλητική φωνή τις διάφορες, εν πολλοίς ατελέσφορες, διαλεκτικές αντιπαραθέσεις και διαμάχες – for the sake of it· με γνωστούς και αγνώστους, φίλους και εχθρούς.

Το ξενοδοχείο ήταν ένα παλιό, διώροφο κτίριο, στρυμωγμένο και απαρατήρητα ανάμεσα σε άλλα χαμηλά σπίτια, σε ένα από τα στενά δρομάκια της παλιάς Μυτιλήνης πίσω από την προκυμαία. Το δειλινό, ειρηνικό και γλυκό, τις λίγες ώρες πολύτιμης μοναξιάς και αυτονομίας μετά από μια πολύβουη μέρα το πέρασα στο τρίκλινο που θα μοιραζόμαστε με έναν συνάδερφο (για λόγους οικονομίας) ξαπλωμένος στο κρεβάτι διαβάζοντας κάποιο μυθιστόρημα ή ξεφυλλίζοντας το πρόγραμμα του Συνεδρίου. Αργότερα βγήκα στη μικρή βεράντα του πρώτου ορόφου για να χαζέψω την κίνηση των λιγοστών ανθρώπων που περνούσαν από κάτω, με το πηγούνι ακουμπισμένο στην ωλένη και κερκίδα του ενός χεριού στο κάγκελο του μπαλκονιού, και φευγαλέες και αόριστες σκέψεις να στριφογυρίζουν στο μυαλό για την κουραστική μέρα ανάμεσε σε κόσμο που πέρασα και την ακόμα πιο δύσκολα που θα ξημέρωνε. Οι φθινοπωρινοί επισκέπτες του νησιού, οι λίγοι τουρίστες και οι σύνεδροι, βρισκόταν διεσπαρμένοι στις ταβέρνες και τα κέντρα κατά μήκος της προκυμαίας. Το δρομάκι, μισοσκότεινο κάτω από το μπαλκόνι και το χλωμό φως από την λάμπα της κολώνας της ΔΕΗ στη γωνιά, ερήμωσε. Άρχισα να νυστάζω παρά την υπερένταση που προκαλούσε το άγνωστο αύριο. Η γαλήνη της γειτονιάς μακριά από τον πληκτικό κόσμο των μεγάλων και του Συνεδρίου διακόπηκε από τις φωνές δυο φίλων νησιωτών που μπήκαν στο δρομάκι από τη μεριά του λιμανιού, σε κατάσταση ευθυμίας από τα ούζα που είχαν καταναλώσει σε μια ταβέρνα κάπου εκεί πέρα. Τραγουδούσαν, έλεγαν χωρατά σε δυνατές φωνές χωρίς να τους νοιάζει για το αν και ποιος τους άκουγε ή αν διατάρασσαν την ησυχία της προχωρημένης ώρας. Ο ένας από τους φίλους, καθώς περνούσαν κάτω από το μπαλκόνι μου χωρίς να με δουν, με τρία ελαφρά πηδηματάκια στο ένα πόδι αμόλησε ισάριθμες πορδές. Προσχεδιασμένες, έντονες, ρυθμικές, παρόμοιες στη χροιά τους με τους ήχους που παρήγαμε με τον Κωστάκη ξεφυσώντας τεχνητά στο δέρμα των χεριών μας, στο ισόγειο της πολυκατοικίας, και ξεκαρδιζόμαστε στα γέλια. Χαμογέλασα από το αναπάντεχο κωμικό επεισόδιο. Θυμήθηκα εκείνο το περιστατικό στο δρομάκι της Μυτιλήνης μετά από χρόνια όταν ο Peter Ustinov, ερωτηθείς σε μια τηλεοπτική συνέντευξη ποιο θέμα στην κωμωδία προκαλεί γέλιο χωρίς εξαιρέσεις, διαχρονικά και παγκόσμια, και ανεξάρτητα του μορφωτικού επιπέδου του ακροατηρίου, απάντησε: το «πέρδεσθαι», η πορδολογία γενικότερα. Είχε δίκιο.   

Το βράδι πέρασε έτσι, σχετικά ήρεμα και μάλλον ευχάριστα και με την λίγη αναπάντεχη θυμηδία από το ασήμαντο περιστατικό, μέχρι που αποκοιμήθηκα. Γύρω στα μεσάνυχτα με ξύπνησε ο ερχομός του Πατέρα με τον συνάδερφο του, με τον οποίο θα μοιραζόμασταν το τρίκλινο. Ο συνάδερφος ψιθύριζε διακριτικά και κατέβαλε προσπάθεια να μην κάνει θόρυβο και με ανησυχήσει, σε αντίθεση με τον Πατέρα. Προσποιήθηκα τον κοιμισμένο, αλλά η παρουσία ενός άγνωστου σε μένα στο διπλανό κρεβάτι κάπως με αναστάτωσε. Παράμεινα ξύπνιος μέχρι αργά μετά το μεσάνυχτα υπό τους ήχους ενός δυνατού, παρατεταμένου ροχαλητού που ερχόταν από το κρεβάτι του Πατέρα. Όσο γέλασα με τα καμώματα των δυο Μυτιληνιών κάτω από το μπαλκόνι, άλλο τόσο ντράπηκα με το ροχαλητό του πατέρα, για την ενόχληση κυρίως που θα προκαλούσε στον συνάδερφό του, ο οποίος, ήμουν σίγουρος, έμενε μαζί με μένα άγρυπνος, χωρίς να μπορεί να κάνει τίποτε. Ο ύπνος με πήρε αργά μετά τα μεσάνυχτα μέσα από ένα τέτοιο αίσθημα αμηχανίας και ντροπής· ελπίζω να πήρε και τον ξένο στο δωμάτιό μας.   

Από τις παρουσιάσεις του Συνεδρίου την επόμενη μέρα, όπου γενικά ημιμαθής και αδαής προσελκύσθηκα από επί μέρους συνεδρίες αφιερωμένες σε «εξωτικά» για το επιστημονικά ανώριμο μυαλό μου θέματα, όπως η Πυρηνική Φυσική ή η Θεωρητική Φυσική ή η Αστροφυσική. Όσο ελκυστικά ως αντικείμενα και να ακούγονταν, μοιραία έβγαλα μηδαμινό νόημα από τις σχετικές παρουσιάσεις, παρά το ζήλο που επέδειξα ώστε, τουλάχιστον, να «πάρω μια ιδέα» περί τίνος επρόκειτο. Η πνευματική κούραση και  βαριεστημάρα που ακολούθησε τις άκαρπες παρακολουθήσεις, κάπως μετριάστηκε από την εκδρομή στο Μόλυβο που έγινε την επόμενη στα περιθώρια του Συνεδρίου και την οποία οι διοργανωτές επεφύλασσαν για την ψυχαγωγία και «κοινωνικοποίηση» των συνέδρων: για μια ακόμα ευκαιρία για κουβεντούλα και κουτσομπολιό και χαλάρωση στα περιθώρια ενός βαριού επιστημονικά προγράμματος –βαριού για πολλούς σαν και μένα με σχετική ή απόλυτη άγνοια σε διάφορα θέματα. Φτάσαμε στο Μόλυβο λίγο πριν το μεσημέρι, μετά από δυο ώρες ταξίδι μέσα από πλαγιές, άλλες με θάμνους, άλλες πέτρινες και γυμνές, μέσα από ανοιχτωσιές με ελαιώνες και αμπέλια, μέσα από χωριά με λίγα σπίτια ανάμεσα σε σκόρπια κυπαρίσσια και οπωροφόρα δέντρα, ένα τοπίο που σε εκείνη την ηλικία με έβρισκε αδιάφορα, στα αργότερα χρόνια της ζωής θα με τραβούσε όπως ο μαγνήτης ένα κομμάτι σίδερο.

Οι διάφορες παρέες των φυσικών σκορπίστηκαν στα στενά δρομάκια του Μόλυβου. Ο Πατέρας, όπως πάντα σε παρόμοιες περιστάσεις που τον φέρνουν κοντά σε θάλασσα, λαχτάρησε τα κρυστάλλινα, αλλά χλιαρά οχτωβριάτικα νερά του Αιγαίου, αψήφησε τα βότσαλα και τα βράχια της στενής παραλίας περιφραγμένης από πέτρες, στις παρυφές της μικρής πόλης, κι έκανε το μπάνιο του. Όσον αφορά εμένα, χορτασμένος από τα «θαλασσινά μπάνια», το sine qua non του κάθε ελληνικού καλοκαιριού, όπως απαράλλακτα κι αυτού που προηγήθηκε, πλατσούρισα τα πόδια στα ρηχά της ακτής, με το νου μου στους αχινούς που παραμόνευαν στις σχισμές των βράχων, και πέρασα την υπόλοιπη ώρα καθισμένος στην ακρογιαλιά, στα ηλιοκαμένα βότσαλα, κάτω από τον έναν κατακόρυφο, αλλά φιλικότερο ήλιο από αυτόν του Αυγούστου, να επεξεργάζομαι και να πετάω χαλίκια στα νερά, να μετράω και αφουγκράζομαι τα κύματα και ν’ ατενίζω τον απόμακρο μπλε ορίζοντα. Η αισθησιακή σχέση μου με τη θάλασσα ήταν περισσότερο οπτικοακουστική και οσφρητική, παρά η πιο τολμηρή σχέση αφής του κορμιού με τα νερά της.

Η ταβέρνα όπου καταλήξαμε με μερικούς συναδέρφους του Πατέρα για το αναπόφευκτο μεσημεριανό φαγοπότι βρισκόταν στο τέρμα ενός σοκακιού, κάτω από ένα κλήμα. Το σοκάκι κατέληγε στα τελευταία τραπεζάκια της ταβέρνας και σε κάτι κάγκελα στην κορυφή ενός πέτρινου τοίχου πάνω από το δρόμο, με αγνάντι στο άσπιλο μπλε της θάλασσας και του ουρανού. Η κουβέντα συνεχίστηκε με τα γλυκά και του καφέδες που ακολούθησαν, αλλά με άφηνε αδιάφορο. Το μάτι επεξεργαζόταν τους φρεσκοβαμμένους τοίχους εκατέρωθεν, ένα μαγαζί με σουβενίρ πιο πέρα, το σκοτεινό εσωτερικό της ταβέρνας, το πήγαινε-έλα των πελατών και των λίγων τουριστών στο σοκάκι. Μέχρι που στάθηκε στο ζευγάρι που καθόταν στο τελευταίο τραπεζάκι, ακουμπισμένο στα κάγκελα και ο ένας στον ώμο του άλλου, να ατενίζουν αμέριμνοι και αμίλητοι τη θάλασσα. Ο άντρας φορούσε ένα άσπρο πουκάμισο με τα μανίκια γυρισμένα ως κάτω από τους αγκώνες, κοντράστ στο ηλιοκαμένο, μαυριδερό του δέρμα, είχε μαύρα πυκνά, κυματιστά μαλλιά, που ακατάστατα κάλυπταν το σβέρκο, κι έφταναν σχεδόν μέχρι τους ώμους, θεριακλίδικο μουστάκι, σαν αυτό που φοράνε πολλοί Κρητικοί, και έφερνε περιοδικά τον δεξί του βραχίονα γύρω από τους ώμους της γυναίκας δίπλα του, για να την σφίξει και τραβήξει ακόμα πιο κοντά του. Κάθε λίγο, έστρεφαν τα πρόσωπα τους προς τη μεριά του άλλου δίπλα και αντάλλασσαν φιλιά στο στόμα, που διαρκούσαν δευτερόλεπτα, αγνοώντας τις παρέες των Φυσικών πίσω τους. Φιλιά ερωτικά, φιλιά ερωτικών συντρόφων, φιλιά πόθου. Θα τα χαρακτήριζε ως τέτοια ακόμα κι ένας άβγαλτος και άπειρος από φιλιά σαν και μένα. Φιλιά και αγγίγματα και ανταλλαγές λάγνων βλεμμάτων, χωρίς ψιθύρους ή κουβέντες. Σκέφτηκα ότι πιθανώς να μην μιλούσαν την ίδια γλώσσα και επικοινωνούσαν αποκλειστικά με ερωτοτροπίες, αντί με λέξεις και φράσεις. Η γυναίκα είχε ίσια, μακριά πλατινόξανθα μαλλιά, χωρισμένα στη μέση. Κάποια στιγμή σηκώθηκε για να κατευθυνθεί προς την πόρτα της ταβέρνας, και γύρισε το κορμί της προς τη μεριά μου. Ήταν φανερό ότι κάτω από το ανοιχτοπράσινο, λιτό και λινό, σχεδόν αραχνοΰφαντο, κοντό φόρεμα, που δυο λεπτές ταινίες το έριχναν από τους ώμους πάνω στο κορμί της, δεν φορούσε απολύτως τίποτε. Οι ρόγες των στηθών, που ήταν ελαφρώς πεσμένα παρά το νεαρό της ηλικίας της, διαγραφόταν στις αισθησιακές τους λεπτομέρειες. Το καστανοκόκκινο από ηλιοθεραπεία δέρμα της και χρώμα των μαλλιών της πρόδιδε βορειοευρωπαϊκή καταγωγή, ενώ τα χαρακτηριστικά του Έλληνα συντρόφου της, η αρρενωπότητα και η ερωτική διαχυτικότητα, πιο πολύ σχετιζόταν με τα στερεότυπα που είχαμε εκείνη τότε για τα τουριστικά «καμάκια».

Από εκείνο το πεσμένο στήθος, το σχήμα του κορμιού πίσω από το φόρεμα, κυρίως από το χρώμα και τη χωρίστρα των ίσιων μαλλιών και το πρόσωπο, την αναγνώρισα: ήταν αδιάψευστα η αλλοδαπή στάρλετ ελληνικών πορνοταινιών δεύτερης διαλογής και μέτριας ποιότητας, δεύτερων παραστάσεων στα προγράμματα «διπλής σεξ ταινίας» των σινεμά που σύχναζα από την αποφοίτησή μου από το Δημοτικό μέχρι κείνη τη μέρα και σήμερα, και των οποίων ο ψυχολογικός εθισμός δύσκολα αποβάλλεται χωρίς συστηματική θεραπεία και θέληση. Αλλά και γιατί να τον αποβάλλει κάποιος; Το ότι δεν έβλαπτε, εμένα προσωπικά ή και τον άμεσο κύκλο μου, ενώ σε πολλές περιπτώσεις με ξαλάφρωνε από το βάρος των ορμονών και του ενστίκτου και μου έκανε καλό, ήταν καθησυχαστικό. Το αν το «προϊόν» του οποίου την κατανάλωση απολάμβανα είχε έμμεση, έστω απειροελάχιστη επίπτωση στις ζωές των εργατριών της σχετικής βιομηχανίας, ίσως και της κοπέλας που βρισκόταν απέναντί μου με τον εραστή (ή νταβατζή της), μερικές φορές με απασχολούσε, αλλά σε βαθμό αρκετά μικρό για να αλλάξει, από συνειδησιακούς λόγους, αυτές τις συνήθειες. Παρακολουθώντας το ζευγάρι συλλογιζόμουν: ήταν γνήσιος και αγνός ο έρωτάς τους ή κάποιος παροδικός, ευκαιριακός, ηδονιστικός, που αποκλειστικά αποσκοπούσε σε μιαν πρόσκαιρη σεξουαλική απόλαυση, ίσως, και την αποκόμιση κέρδους; Πως αποσυμπλέκονται όλα αυτές οι ερωτογενείς αιτίες; Ο άντρας γνώριζε για το παρελθόν ή και το παρόν της γυναίκας στη βιομηχανία του πορνό; Αν ναι, τον ενοχλούσε; Μήπως και ο ίδιος συμμετείχε στις ίδιες ταινίες και απλώς δεν τον πρόσεξα; (Η μη οικεία φυσιογνωμία του, μετά από τόσες ταινίες του είδους που είχα παρακολουθήσει, δεν απέκλειε αυτό το ενδεχόμενο, καθώς η προσοχή των περισσότερων θεατών επικεντρωνόταν στις φάτσες και, κυρίως, τα κορμιά των πρωταγωνιστριών.) Μήπως, σε τελική ανάλυση, ο ίδιος την εξώθησε, ως ατζέντης της ή προαγωγός της, για προσωπικό όφελος, ίσως και διαμέσου κάποιου ψυχικού καταναγκασμού ή πλάνης, σε φαινομενικά άχαρους και, για πολλούς, πρόστυχους και εξευτελιστικούς ρόλους; Αν υπήρχε κάτι περισσότερο από μια πρόσκαιρη σωματική και σεξουαλική επαφή στην ιστορία του ζευγαριού, ποτέ δεν θα το μάθαινα. Αυτές και άλλες τέτοιες σκέψεις, ανάμικτες με εικόνες από τις ταινίες και σκηνές σεξ με την κοπέλα που κάθονταν κοντά μας, με απέσπασαν από τις ανιαρές συζητήσεις των Φυσικών γύρω μου. Όταν σηκωθήκαμε να φύγουμε, ο ήλιος είχε αρχίσει να γέρνει κατά τη μεριά της θάλασσας. Και αφήσαμε το ζευγάρι εκεί, κάτω από την κληματαριά ακόμα κρεμασμένο στα κάγκελα, αφημένο στον έρωτά του και στο αγνάντεμα της θάλασσας και των χρυσών ακτίδων του ήλιου, που τα κύματά της σκέδαζαν.

Από το Συνέδριο την επόμενη και τελευταία μέρα του δεν αποκόμισα από μηδέν μέχρι ελάχιστα πράγματα σχετικά με τους διάφορους κλάδους της μοντέρνας Φυσικής. Τα δείγματα μαγείας που περίμενα να ανακαλύψω μέσα από στεγνές και εξειδικευμένες επιστημονικές παρουσιάσεις με πολλά μαθηματικά, της Πυρηνικής Φυσικής ή της Αστροφυσικής ή της Φυσικής των Στοιχειωδών Σωματιδίων, δεν κατάφεραν να με εμπνεύσουν. Θα επέστρεφα στα βιβλία του Λυκείου και τη γνώση και κατανόηση μιας πεζής Φυσικής, αρκετής για να με βοηθήσει να περάσω στο Πανεπιστήμιο. Η Φυσική δεν θα γινόταν η επιστήμη που θα αφιέρωνα το πιο οικονομικά προσοδοφόρο κομμάτι της ζωής μου. Τα όνειρα και οι φιλοδοξίες για την διατύπωση μιας νέα θεωρία του «κόσμου» και της «ύλης» του, της ενοποίησης των θεωριών του μικρόκοσμου και του σύμπαντος που άκουγα συχνά, τα απογεύματα της ρέμβης στο δωμάτιο με τα βιβλία Φυσικής του Πατέρα, κάπου στο απαύγασμα του δεύτερου και τελευταίου συνεδρίου έλαβαν ένα τέλος. Ο Πατέρας έλεγε και ξανάλεγε κατηγορηματικά, σε μένα και συναδέρφους του, ότι ποτέ δεν θα μου επέτρεπε ποτέ να ακολουθήσω καριέρα Πυρηνικού Φυσικού γιατί κάτι τέτοιο θα με οδηγούσε σε πρόωρο θάνατο από καρκίνο –με το γνωστό αυταρχικό και αλαζονικό ύφος, που απορρίπτει κατηγορηματικά και εκ των προτέρων κάθε αντεπιχείρημα, και συχνά προκαλούσε εκνευρισμό στον συνομιλητή και την ομήγυρη. Τότε, ως έφηβος, τέτοιους εκνευρισμούς τους συγκρατούσα μέσα μου, χωρίς εμφανείς αντιδράσεις θυμού, ίσως με λίγα κατεβασμένα μούτρα ηττοπάθειας. Αργότερα στην ζωή προκαλούσαν αντιθέσεις και αντιμαχίες, οργή και καυγάδες. Ήμουν της ίδιας πάστας άνθρωπος με τον Πατέρα.  

Στην τελευταία συνεδρία θα γινόταν ανοικτή συζήτηση για τις προοπτικές της έρευνας στη Φυσική στην Ελλάδα. Κάποιοι από το πάνελ που απάρτιζαν καθηγητές Πανεπιστημίου, εκπρόσωποι επιστημονικών και επαγγελματικών φορέων και της Ένωσης των Φυσικών, προκαθήμενο σε σειρά στην υπερυψωμένη έδρα της αίθουσας απέναντί μας, εξέφρασαν την άποψη ότι τα κρατικά κονδύλια για την έρευνα θα έπρεπε αν διπλασιαστούν, ίσως μάλιστα θα έπρεπε και να πολλαπλασιαστούν. Θα έπρεπε να είχαμε την Αμερική και την Ευρώπη ως υπόδειγμα στην ανάπτυξη έρευνας παγκόσμιων προδιαγραφών στην Ελλάδα, καθώς δυνατά «μυαλά» διαθέτουμε, ως λαός είμαστε εκ γενετής προικισμένος, διόλου τυχαία όσοι παίρνουν τον δρόμο της ξενιτιάς για να ακολουθήσουν επιστημονική καριέρα διαπρέπουν και τα λοιπά. Μιαν άποψη που, υπέθεσα, συμμερίζονταν οι περισσότεροι των παρευρισκόμενων, μελών του πάνελ και ακροατών. Κρατικοδίαιτοι ακαδημαϊκοί κι ερευνητές, σε αντικείμενα που ελάχιστη σχέση είχαν με την παραγωγική πραγματικότητα της Ελλάδας, αποτελούσαν μια σχετική, αν όχι και απόλυτη πλειοψηφία ανάμεσά τους. Τα λεφτά, η χρηματοδότηση, έτσι ή αλλιώς, θα προέρχονταν από τον κρατικό κορβανά, ό,τι και να σήμαινε κάτι τέτοιο. Η ανυπαρξία ιδιωτικών οργανισμών που θα χρηματοδοτούσαν τέτοιας λογής «βασική» ή «ακαδημαϊκή» έρευνα -έρευνα ακριβή, πολυτελείας ήταν δεδομένη. Ο Πατέρας, καθισμένος ανάμεσα στο ακροατήριο στις πίσω θέσεις μιας μισογεμάτης αίθουσας, σηκώθηκε και με το γνώριμο υπεροπτικό, έως και ειρωνικό ύφος, την δυνατή κι επιβλητική και πάντα διαπεραστική στο αυτί μου δίπλα φωνή, επενέβη με μια προφανώς ρητορική ερώτηση: «Είναι σε θέση το ελληνικό Πανεπιστήμιο, ειδικά σε τομείς όπως η Στερεά Κατάσταση να απορροφήσει αποδοτικά και προς όφελος της κοινωνίας τα κονδύλια που αιτούνται οι εισηγητές;» (Για κάποιο ανεξήγητο λόγο, ακόμα και σε μένα τον άσχετο, αυτή η Στερεά Κατάσταση για την οποία άκουγα καθόλη τη διάρκεια του Συνεδρίου, και την έβλεπα ως κάτι εξαιρετικά βαρετό για να αφιερώσει τα πιο δημιουργικά του χρόνια κάποιος, είχε δυσανάλογα μεγάλο βάρος ανάμεσα στις ερευνητικές ασχολίες των Ελλήνων πανεπιστημιακών φυσικών, όταν, από τα λίγα που γνώριζα, η Ελλάδα δεν παρήγαγε κανένα από τα εξωτικά «υλικά» που ήταν αντικείμενα εκείνης της έρευνας). Όσο εκνευρισμό θα με προκαλούσαν οι ερωτήσεις και κατηγορηματικές και σαρωτικές δηλώσεις του Πατέρα, είτε αυτοί αφορούσαν προσωπικά, είτε οικογενειακά θέματα, τόσο εκτίμηση και θαυμασμό προς το πρόσωπό του με προκάλεσε τότε, σε εκείνη τη συνεδρία της αφρόκρεμας της φυσικής στην Ελλάδα η παρέμβασή του: για την αυτοπεποίθηση, την ευθύτητα, την αιχμή του λόγου, χαρίσματα που, όπως έλεγε και ξανάλεγε η Μάνα, της είχαν ασκήσει γοητεία στην εποχή των νιάτων τους. Όπως αναμενόταν, και δεν αποκλείεται ο απώτερος σκοπός της παρέμβασης του Πατέρα να ήταν να ταράξει νερά και συνειδήσεις και προκαλέσει, η ερώτηση εκείνη δημιούργησε μιαν αναταραχή, έναν εκνευρισμό και αντιδράσεις, μερικές σε έντονο ύφος, κύρια από εκείνα τα μέλη του πάνελ στα οποίους φωτογραφικά απευθυνόταν.  Όταν καταλάγιασε ο έντονος διάλογος που ακολούθησε και τον οποίο ο Πατέρας παρακολουθούσα φαινομενικά απαθής, αλλά, είμαι βέβαιος, με ένα εσωτερικό αίσθημα ικανοποίησης, στράφηκα στον εαυτό μου και την απογοήτευσή που δεν κληρονόμησα αυτά τα χαρίσματα του Πατέρα.

Τη γυναίκα των πορνοταινιών που αναγνώρισα στο καφέ-ταβερνείο του Μόλυβου την ξαναείδα στο καράβι της επιστροφής από το λιμάνι της Μυτιλήνης. Στο πάνω κατάστρωμα, όρθια πίσω από τα κάγκελα της πρύμνης, ημίγυμνη στο ίδιο φόρεμα, με τα όμορφα μακριά μαλλιά της να ανεμίζουν από το θαλασσινό αγέρι και με το δεξί της χέρι, υψωμένο και με αργές κινήσεις να κυματίζει δεξιά κι αριστερά, να αποχαιρετά κάποιον στη στεριά. Το καράβι απομακρυνόταν και σε μια άκρη της προβλήτας στεκόταν, με μισάνοιχτα πόδια και την παλάμη του δεξιού χεριού στο μέτωπο να προστατεύει τα μάτια από τον ήλιο στην Δύση του ο εραστής της. Η μελαχρινή φιγούρα του παλικαριού με τα πυκνά αγέρωχα μαλλιά και το μουστάκι, σε ένα άσπρο πουκάμισο, καρφωμένη στο ίδιο σημείο της προβλήτας με την ακίνητη παλάμη στο μέτωπο, καρφωμένη στην ίδια πόζα μίκραινε, μέχρι να γίνει μια ασήμαντη μοναχική κουκίδα στην άκρη του λιμανιού. Η ερωμένη του συνέχισε την κίνηση του χεριού, το νεύμα εκείνο ενός παρατεταμένου αποχαιρετισμού, σα να ήταν ο τελευταίος, μέχρι που η θέα του λιμανιού και των ανθρώπων του χάθηκε ολοκληρωτικά πίσω από τον λιμενοβραχίονα. Η μελαγχολία ενός αποχαιρετισμού που δεν μου ανήκε με κυρίευσε. Οι δικοί μου, οι προσωπικοί αποχαιρετισμοί του μέλλοντος θα αποκτούσαν μέσα στην ψυχή διαστάσεις ανθρώπινης τραγωδίας.

No comments:

Post a Comment