Tuesday, December 5, 2023

Εφηβικά 14 - Δειλά Λογοτεχνικά Σκιρτήματα

 Για το λογοτεχνικό διάβασμα, τη μελέτη και την συγγραφή, και τη βιωματική σχέση με αυτήν την δεσπόζουσα από αμνημονεύτων χρόνων μορφή τέχνης και μια, για πολλούς, από τις κεντρικές δραστηριότητες της ζωής τους, θα μπορούσαν να γραφούν πολλά. Δεν ξέρω τι είχε στο νου του ο Στάλιν και με ποια έννοια είπε ότι οι λογοτέχνες και ποιητές, οι συγγραφείς γενικότερα, είναι «μηχανικοί της ανθρώπινης ψυχής», αλλά δεν χρειαζόμουν κάποιο σταλινικό τσιτάτο να μου θυμίζει ότι η λογοτεχνία, η μυθιστοριογραφία και η ποίηση, ενεργούν μέσα από το διάβασμα στην ψυχή και το νου, γεννούν και πλάθουν συναισθήματα, σκέψεις, ιδέες, και τελικά διαμορφώνουν τον λόγο, την βούληση και δράση του ανθρώπου, την σχέση με τον κόσμο γύρω του. Αναγνώρισα από νωρίς την συναισθηματική αφή που ασκούσαν τα βιβλία στην παιδική ψυχή, πως αυτές οι επαφές έπλασαν και ωρίμασαν τον συναισθηματικό μου κόσμο, ανάπτυξαν την αντίληψη, ώστε να διαμορφώσει αυτοσυνείδηση, να σχηματίζει σκέψεις και ιδέες, μαζί με την ανάγκη όλα αυτά να τα εκφράζει με λόγια και πράξεις.  

Λογοτεχνικά έργα γνωστών Ελλήνων συγγραφέων εποχής, του Παπαδιαμάντη, του Καραγάτση, του Μυριβήλη, του Βενέζη, της Δέλτα, του Θεοτοκά και άλλων, που αποσπάσματά τους είχαν θέση στα εγχειρίδια του σχολείου, ως καταλληλότερα από το υπουργείο για την κυρίως εθνικό-θρησκευτική διαπαιδαγώγηση των ελληνόπουλων, και αργότερα, του Λουντέμη, του Καζαντζάκη, του Βάρναλη, της Σωτηρίου, της Αλεξίου, του Χατζή, του Τσίρκα, του Κουμανταρέα, του Θέμελη, της Δούκα, που ως αντισυμβατικά ή λόγω αριστεροσύνης (των κειμένων ή των συγγραφέων τους) δεν υπεισήλθαν στη «διδακτέα ύλη» της νεοελληνικής λογοτεχνίας στα μαθητικά μου χρόνια, βιβλία όλων αυτών των συγγραφέων κοσμούσαν την οικογενειακή βιβλιοθήκη, προσιτά με το άπλωμα ενός χεριού. Το διάβασμα διηγημάτων, νουβέλων και μυθιστορημάτων στη μητρική μου γλώσσα το έβλεπα γενικά εύκολο και τελείωνα τέτοια βιβλία το ένα μετά το άλλο σε λίγες μέρες, πολλά από αυτά σε μια μέρα, μέσα από αδιάκοπες και μαραθώνιες αναγνώσεις, που συχνά ξεκινούσαν τα ήσυχα, ζεστά απογέματα της ραστώνης μετά το φαγητό, και τέλειωναν στο σούρουπο της εσπερίας, κάτω από το μισόφως της μπαλκονόπορτας του φωταγωγού, χωρίς οποιασδήποτε αριθμός σελίδων του εκάστοτε βιβλίου να με αποθαρρύνει και πτοεί.

Η συλλογή του Πατέρα, δυστυχώς, υστερούσε σε ποιητικά έργα, πιθανόν λόγω έλλειψης ευαισθησίας και ρομαντισμού εκ μέρους του, χαρακτηριστικά που από όσο ξέρω διακρίνουν τις ψυχές των ποιητών, χαρακτηριστικά που ούτε κληρονόμησα από το οικογενειακό περιβάλλον, αλλά ούτε και δεόντως καλλιέργησα. Αλλά όσο μεγάλωνα, παρακινούμενος κυρίως από τα επαναστατικά καλέσματα της μουσικής που ακούγαμε και των στίχων των τραγουδιών που τραγουδούσαμε, φρόντισα έγκαιρα να την εμπλουτίσω:  κυρίως με Ρίτσο, Βάρναλη, Σεφέρη, Λειβαδίτη, Καββαδία, Εμπειρίκο, Καρυωτάκη από την πλούσια ελληνική παράδοση και Neruda, Lorca, Mayakovski από την προοδευτική ξένη. Τους Παλαμά, Σολωμό, Δροσίνη, Βιζυηνό, τον Κάλβο και άλλους, τους διαβάζαμε και αποστηθίζαμε, με λίγη όρεξη είναι αλήθεια, από τα σχολικά εγχειρίδια.     

Ως γνωστόν, η περίοδος εκείνη, η άγουρη της εφηβείας και των πρώιμων νιάτων, μεταξύ άλλων ανοίγει ένα συνεχώς ανανεώσιμο και διευρυνόμενο φάσμα φιλοδοξιών. Και εκείνα τα διαβάσματα του πεζού λόγου με παρακίνησαν να δοκιμάσω να γράψω, η πικρή αλήθεια είναι χωρίς κάποια ιδιαίτερη αυθεντικότητα στη μορφή και δημιουργικότητα στο περιεχόμενο, περισσότερο μιμούμενος το στυλ και την ιδιωματική γλώσσα που χρησιμοποιούσε, με φυσικό και αυθεντικό τρόπο ο κάθε συγγραφέας, που του ενός μετά του άλλου το στυλ με επηρέαζε καθώς τον διάβαζα, αλλάζοντας αποχρώσεις γραφής, όπως οι γυναίκες παίρνουν ιδέες για το ντύσιμο τους ξεφυλλίζοντας περιοδικά μόδας. Υπέβαλλα δειλά αλλά με κρυφές ελπίδες αναγνώρισης μια μικρή, ασήμαντη ιστορία για τη γειτονιά των παιδικών μου χρόνων, την ταβέρνα της Τσαπατσάραινας, το χαμηλό σπίτι των Καζινέρηδων, τα παιχνίδια μας στο δρομάκι σε μια γειτονιά που η αντιπαροχή, και μελοδραματικούς τόνους για μια ακόμα γενιά που χανόταν στο πέρασμα του δρόμου, σε ένα μαθητικό διαγωνισμό διηγήματος. Το διήγημα μου δεν διακρίθηκε. Ως συμμετέχων μαθητής του διαγωνισμού παρέλαβα ένα μικρό βιβλιαράκι με μιαν επιλογή από μαθητικά διηγήματα που έτυχαν κάποιας διάκρισης στο διαγωνισμό. Το δικό μου, που τόσο λαχταρούσα να δω τυπωμένο, δεν υπήρχε ανάμεσά τους. Απογοητεύτηκα μόνον στιγμιαία και σε ελάχιστο βαθμό. Χειρόγραφο εκείνου του πρώτου και τελευταίου διηγήματος κατάφερα να διασώσω για κάποια μετέπειτα αυτοκριτική και αυτοβελτίωση. Είχα όμως ακόμα μια ζωή μπροστά μου για λογοτεχνικές εξορμήσεις και πειραματισμούς, ερασιτεχνικούς, ίσως και επαγγελματικούς. Περιορίστηκα στις εκθέσεις που γράφαμε στο σχολείο, και ανάλογα με τα κίνητρα και την όρεξη και το θέμα που καλούμαστε να διαπραγματευτούμε, κέρδιζα συχνά επαίνους -ασήμαντους για να μου δώσουν οποιαδήποτε φτερά και να τονώσουν τις φιλοδοξίες μου. Ο εκάστοτε φιλόλογος, μετά τη βαθμολόγηση των γραπτών μας με καλούσε συνήθως, ν’ απαγγείλω το έργο μου σε μιαν κατά κανόνα αδιάφορη τάξη. Παρά τη συστολή που με διακατείχε κάθε φορά που καθηγητές με καλούσαν στον πίνακα (λόγω εσωστρέφειας και έλλειψης αυτοπεποίθησης μπροστά σε πλήθος κόσμου) τελικά κατάφερνα με καλή άρθρωση και σχετικά σταθερή φωνή, αν και με γρήγορο και μηχανικό τρόπο, χωρίς κάποιο χρωματισμό ή διαμόρφωση της απαγγελίας. Ο χρόνος, όμως, ενώπιον των εισαγωγικών εξετάσεων και της βαθμοθηρίας που απαιτούσαν, λιγόστευε δραματικά για τέτοιου είδους «εξωσχολικές δραστηριότητες», όπως θα έλεγαν οι γονείς. Και στις επιδόσεις στις θετικές επιστήμες δόθηκε η απόλυτη προτεραιότητα στην κατανομή ενός πεπερασμένου χρόνου.

Στην τελευταία τάξη του Λυκείου, προς το τέλος της σχολικής χρονιάς και της ολοκλήρωσης της δεύτερης βαθμίδας της εκπαίδευσης, η προοδευτική φιλόλογος του έτους, η κυρία Μπ., η μικροκαμωμένη, ευγενική και εκλεπτυσμένη φυσιογνωμία που μνημόνευσα παραπάνω, μας ανέθεσα την κριτική παρουσίαση του έργου κάποιου συγγραφέα της επιλογής μας. Επέλεξα έναν κομμουνιστή λογοτέχνη, πολιτικό πρόσφυγα της διασποράς, καταδικασμένο σε θάνατο από τα μετεμφυλιακά δικαστήρια, τον Δημήτρη Χατζή, του οποίου είχα με ενδιαφέρον διαβάσει διάφορα διηγήματα και μυθιστορήματα: Το Διπλό Βιβλίο, Το Τέλος της Μικρής μας Πόλης, και άλλα. Αφιέρωσα πολύ χρόνο και, κυρίως, μεράκι για να συντάξω ένα πολυσέλιδο δοκίμιο για μια σύνθεση και έκθεση ιδεών που έβρισκα ενδιαφέρουσες. Ο αξιοσημείωτος όγκος αυθόρμητων προσωπικών διαβάσματα ένιωσα ότι είχα αποκτήσει μια καλή αντίληψη της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Ήμουν ευχαριστημένος από την καθαρογραμμένη δουλειά μου και προσδοκούσα το περιεχόμενό και η ωριμότητα της έκθεσης του λογοτεχνικού έργου του Χατζή θα εντυπωσίαζε την κυρία  Μπαραχάνου, όπως είχε εντυπωσιάσει και τον Πατέρα στην πρόχειρη ανάγνωσή της. Δυστυχώς, κάτω από τις συνθήκες και το κλίμα της τάξης του δημοσίου σχολείου που φοιτούσα, η παρουσίαση κατέληξε σε φιάσκο, όπως το περιέγραψα παραπάνω. Μαζί καταποντίστηκε όση μικρή αξία είχε. Εκείνη η παρουσίαση σήμαινε τον περιορισμό των μακρών περιηγήσεων στη νεοελληνική λογοτεχνία και το τέλος πρώτων, δειλών απόπειρών μου στη συγγραφή κάποιου λογοτεχνικού κειμένου.  Όπως σήμανε και το τέλος της σειριακής ανάγνωσης και μελέτης έργων της ελληνικής λογοτεχνίας. Τα ίχνη συγγραφικών φιλοδοξιών λίγο-πολύ έσβησαν και αυτά, αν και μια χαραμάδα βαθιά στο νου να είχε μείνε ανοιχτή για να την ξανανοίξω σε μεγαλύτερες ηλικίες, οπωσδήποτε αργά για οποιαδήποτε αξιοσημείωτη καριέρα και στοιχειώδη ικανοποίηση εκείνων των φιλοδοξιών. Η δημιουργικότητα που απαιτεί, αν ενυπήρχε κάπως μέσα μου, ελαττώνεται και στερεύει στα ύστερα χρόνια. Θα ήταν πλέον αργά.  

Το διάβασμα βιβλίων από την μεριά του, έχοντας πλέον γίνει αναπόσπαστο κομμάτι μιας ωριμάζουσας νιότης, στράφηκε σε άλλες διεξόδους. Από νωρίς, κάποια καριέρα σε μία από τις λεγόμενες «ανθρωπιστικές επιστήμες» είχε αποθαρρυνθεί: για ένα «θετικό» μυαλό σαν το δικό μου μόνον κάποια θετική-επιστημονική κατεύθυνση, με αρκετά μαθηματικά και φυσική, αντικείμενα με τα οποία είχε μπολιαστεί ο Πατέρας και διαλαλούσε περήφανα σε κάθε ευκαιρία, θα αξιοποιούσε στο μέγιστο και αναδείκνυε το δυναμικό μου. Ταίριαζε και περισσότερα σε άρρενες κατά τα στερεότυπα της εποχής. Οι «ανθρωπιστικές επιστήμες» δεν ήταν για αυτούς που διέθεταν ευφυΐα, πολλού με δασκάλεψαν, και η ευφυΐα, κατά τις εμμονές του Πατέρα πάντα, συνδεόταν σχεδόν αποκλειστικά με τη δυνατότητα διαπραγμάτευσης και επίλυσης μαθηματικών προβλημάτων ή λογικών γρίφων. Οι λογοτεχνικές περιπλανήσεις εξυπηρετούσαν τη διαμόρφωση της γλώσσας, γραπτής και προφορικής, και καλές βαθμολογικές επιδόσεις στην «Έκθεση Ιδεών». Κανένας δεν αμφισβητούσε τη σημασία τους, αλλά τέτοιες δραστηριότητες είχαν τροχοδρομηθεί για την επίτευξη συγκεκριμένων στόχων, και όχι την επαγγελματική ενασχόληση με τη λογοτεχνία, τη δημοσιογραφία, την ιστοριογραφία, κτλ. Από την άλλη μεριά, η μελέτη των Μαθηματικών και Φυσικής και κάποιας εφαρμοσμένης και πρακτική επιστήμης, πόσο μάλλον όταν αυτή εξυπηρετούσε την επιτυχία σε εξετάσεις, το αντικείμενό της όντας «ψυχρό» και στεγνό, καθώς επαφιόταν αποκλειστικά στην χρήση της λογικής, μου στέρησε πολλά αισθητικά και συναισθηματικά ερεθίσματα, χαμήλωσε τους ορίζοντες της φαντασίας, με έκανε λιγότερο ευαίσθητο, ελάχιστα ποιητικό και ρομαντικό, περισσότερο και ίσως σε υπερβολικό βαθμό πρακτικό. Η ευκαιρία μιας χρυσής τομής και ψυχικής ισορροπίας με καλύτερη ευστάθεια, όπως θα λέγαμε στην Φυσική, χάθηκε εκείνα τα χρόνια του σχολείου. 

Ο Νίτσε είπε σχετικά: «Τέχνη και πάλι τέχνη. Έχουμε την τέχνη για να μην πεθάνουμε από την αλήθεια.» Και έπρεπε τις λογοτεχνικές φιλοδοξίες που καταπνίγηκαν εν τη γενέσει τους να τις αντικαταστήσω με άλλες, εξίσου εμβρυϊκές, αλλά απαραίτητες για έναν χαρακτήρα σε διαμόρφωση, ο οποίος είχε από νωρίς διαποτιστεί με την ανάγκη επιδίωξης κάποιος αόριστης, αδύνατον να προσδιοριστεί συγκεκριμένα κι εκ των προτέρων, «επιτυχίας» στη ζωή· την ανάγκη να ανταποκριθεί σε αυτό το προστακτικό αίτημα και επιταγή της μικρομεσαίας αστικής τάξης, μια αγωνία που επιβάλλει στον εαυτό της και τα παιδιά της, εις βάρος και με τίμημα συχνά την απώλεια της ψυχής της.

No comments:

Post a Comment