Wednesday, July 2, 2025

89α - 'Ενας Φαντάρος: Επίλογος ενός Χαμένου Καιρού (Άνθρωποι της Θητείας)

Τέλος καλό, όλα καλά, θα μπορούσε να πει κανείς. Δεν χρειάζονταν τόσες αγανακτήσεις και οργή, τέτοια μελαγχολία και θλίψη, και, στο κάτω-κάτω της γραφής, ουδέν κακόν αμιγές καλού θα αντέτεινε άλλος. Αλλά, σε ό,τι αφορούσε στον εαυτό μου τουλάχιστον, δυο αλήθειες φαίνονταν αδύνατο να αμφισβητήσω. Πρώτα, τον χαμένο χρόνο, την άσκοπη, μη δημιουργική ανάλωση ενέργειας και μάλιστα κάτω από το ψυχολογικό βάρος της ματαίωσης και μιας ματαιότητας και ενός μηδενισμού που φαντάζομαι ένα καθεστώς δουλείας μπορεί να ασκήσει στον άνθρωπο. Η αίσθηση του χρόνου, της διάρκειας και ροής του, μπορεί να είναι διαφορετική στα νιάτα, αλλά δεν παύει, έστω και εκ των υστέρων, εκείνη η χρονιά να αναλογεί σε ένα μη αμελητέο κομμάτι μιας πεπερασμένης ζωής. Δεύτερο, δεν ήταν μόνον ο μετρήσιμος σε μήνες και χρόνια χρόνος που χάσαμε, δεν ήταν απλά ένα διάλειμμα αδράνειας του πνεύματος και καταπίεσης της δημιουργικότητας και παραμόρφωσης των συναισθημάτων. Η μάχη για να ξανασταθώ στα πόδια μου, από επαγγελματική και -εξίσου σημαντικό!- αισθηματική άποψη ξεκινούσε από διαφορετική αφετηρία από κείνη που άφησα όταν τέλειωνα το σχολείο, από ένα χαμηλότερο επίπεδο πνευματικής ενέργειας και ψυχικών πόρων. Χρειαζόμουν άμεσα διεξόδους που δεν ήταν εμφανείς.

Μου έλεγαν άνθρωποι, συνήθως χαμηλού μορφωτικού επιπέδου και παιδείας και από τις λιγοστές εμπειρίες ζωής που κουβαλούσαν, κάτι που ήταν και το συχνό ρεφραίν αυτών που μας εκπαίδευαν στα όπλα για κάποιον φανταστικό πόλεμο: ότι ο στρατός είναι ένα σχολείο, για πολλούς πανεπιστήμιο. Στην Ελλάδα ιδιαίτερα, αναπόσπαστο κομμάτι αυτού που λέγεται «σχολείο της ζωής», όπου μαθαίνεις πράγματα που κανένα άλλο σχολείο δεν μπορεί να σου μάθει και στο οποίο, πολλοί από αυτούς που το επικαλούνται, χρωστάνε δήθεν πολλά για κάποιες επιτυχίες στη ζωή τους, επιτυχίες που όμως σχεδόν πάντα κρίνονται με υποκειμενικά κριτήρια. Στις ατέλειωτες ώρες κατανάλωσης άεργης ισχύος, στη σκοπιά, στο θάλαμο, σε αγγαρείες χωρίς αιτία και σκοπό, στην συντήρηση και την ταξινόμηση σωρών σαβούρας, αναλογιζόμουν πολλές φορές τι έμαθα και τι αποκόμισα από εκείνη την περίοδο. Δυσκολεύτηκα να απομονώσω δυο ή τρία απτά χρήσιμα για το υπόλοιπο της ζωής πράγματα. Η αξία από την εργασία ή κάποια δραστηριότητα, σωματική ή πνευματική, είτε αποκρυσταλλώνεται σε ένα αντικείμενο, έργο και αποτέλεσμα, είτε, ως γνώση και επιδεξιότητα, επενδύεται από τον άνθρωπο στη συνέχεια της πορείας του. Αν κάποια, τέτοιου είδους αξία, είχε δημιουργηθεί στο χρόνο της θητείας δεν κατάφερα να την αποτιμήσω. Ίσως μερικές διαπιστώσεις από αντανακλάσεις της ελληνικής κοινωνίας και των σχέσεων της στο στράτευμά της, ίσως μια αλλαγή, «σφυρηλάτηση» του χαρακτήρα (προς το καλύτερο ή το χειρότερο, ποιος και πότε θα το κρίνει;), μια σημαντική απώλεια ανθρώπινων ευαισθησιών, μια σκλήρυνση του χαρακτήρα. Κανείς δεν ξέρει… Μια μεγάλη μερίδα της κοινωνίας και η πολιτική εξουσία ανάμεσά της, με την δόση υποκρισίας που την διακρίνει, θα ισχυριστεί ότι με την θητεία εκπληρώνουμε το «καθήκον μας προς την πατρίδα», ξεπληρώνουμε ένα χρέος μας προς αυτήν· που μας σπούδασε, μας δίνει γη και τόπο να κτίσουμε τα σπίτια και τις ζωές μας, μας προσφέρει ασφάλεια από πραγματικές ή φανταστικές επιβουλές, μας αγκαλιάζει εμάς του ομόγλωσσους και ομόθρησκους ομοεθνείς στους κόλπους της. Μήπως, όμως, υπάρχουν καλύτεροι και πρόσφοροι και αμοιβαία περισσότερο προσοδοφόροι τρόποι για την αποπληρωμή αυτού του χρέους;      

Βέβαια, ότι συμβαίνει στις ζωές μας, συμβαίνει ανάμεσα σε ανθρώπους, στις σχέσεις και την κοινωνία με αυτούς. Αυτό από μόνο του, για κάθε ανθρώπινο όν έχει ενδιαφέρον, αν όχι και μια αόριστη και απροσδιόριστη αξία. Σε τέτοιες περιπτώσεις με παρηγορεί η θύμηση του ρητού: homo sum, humani nihil a me alienum puto. Στο στρατό, όπως και στο σχολείο, το Πανεπιστήμιο, στους χώρους δουλειάς, σε κάθε κοινωνικό περιβάλλον, ανακαλύπτει και συναναστρέφεται με ένα καλειδοσκόπιο υπάρξεων και των χαρακτήρων τους, που στην ποικιλοχρωμία απαρτίζει την ζωή στον κόσμο, που έχουμε την τύχη, για ένα απειροστό χρονικό διάστημα, να τον γευτούμε με την παρουσία μας σε αυτόν. Μια συλλογή από χαρακτήρες αποθηκευμένη στη μνήμη, όπως οι φωτογραφίες σε ένα σκονισμένο άλμπουμ το οποίο τυχαία ανατρέχουμε ανάμεσε σε μεγάλες περιόδους αδιαφορίας και λήθης. Κυνικούς συμφεροντολόγους, όπως ο Δ, που καυχιόνταν για τα μέγα-«βύσματα» τους· άλλοι, όπως ο Καραγιάννης, που ενώ είχαν «βύσμα» και την σκαπούλαραν εις βάρος συναδέρφων σε κάθε ευκαιρία, ωστόσο είχαν απομεινάρια ηθικής και μια απολογητική συνείδηση; τεμπέληδες και «λουφαδόρους», σαν τον Κοντολιό, που δεν δίσταζαν να κρυφτούν σε μια γωνιά για να μην επιλεχθούν για τις χειρότερες αγγαρείες, όπως η περισυλλογή των αποφαγιών από τα μαγειρεία ή το καθάρισμα των τουαλετών· κομπλεξικοί και αγροίκοι μέχρι και σαδιστές, όπως ο ανθυπολοχαγός που με ράβδωσε την πλάτη χωρίς λόγο· άκαμπτοι και πορωμένοι μιλιταριστές και καριερίστες, όπως ο διοικητής του Κέντρου στο Ναύπλιο και διάφορα άλλα πειθήνια όργανα κάτω από τις διαταγές του, που η διοίκηση που ασκούσε και το στυλ της επιβάρυναν ψυχικά τον κοινό φαντάρου χωρίς διέξοδο αντίδρασης και παραπόνων -δηλαδή όλους, πλην των γνωστών και γνωστών-αγνώστων που εξυπηρετούσε με άδειες και άλλες διευκολύνσεις· άξεστοι και ακαλλιέργητοι χαρακτήρες, καλοί από τη φύση τους, αλλά στρεβλωμένοι από μικρές δόσεις εξουσίας που ο στρατός τους παρείχε, όπως ο έφεδρος Λοχίας στα Βρυσικά· άλλοι σπουδαγμένοι, όπως ο Φ, που βεβαρημένοι με έμφυτες ή επίκτητες από το οικογενειακό περιβάλλον αδυναμίες, τους οδήγησε σε μια αυτό-απομόνωση, σε ψυχικά αδιέξοδα, στην εξάλειψη μπρος σε μάτια τρίτων κάθε ίχνους αξιοπρέπειας, και τους ώθησε, ποιος ξέρει, στα όρια της τρέλας· άλλοι, η σπανιότερη των περιπτώσεων, πραγματικά καλλιεργημένοι, με τα πόδια στέρεα στο έδαφος, πράοι, πρόσχαροι, καλοπροαίρετοι, πηγή αισιοδοξίας, που ήξεραν που πατούσαν και τι γύρευαν, στην επαγγελματική και οικογενειακή σφαίρα, όπως ο Γιώργος ο Χ.

No comments:

Post a Comment