Το χαρίσματα της επιμονής και του πείσματος το διέθετα περίσσια. Μαζί με τα αποθέματα θέλησης, που σώρευσα μέσα μου μετά τη μετάθεση μου από εκείνη την άκρη της Ελλάδας, τελικά θα με έβγαζαν από το τέλμα. Μετά από δεκάδες αιτήσεις, εδώ και εκεί και πιο πέρα, τελικά ένα πανεπιστήμιο από την καρδιά της Αγγλίας με προσκάλεσε για συνέντευξη και, μάλιστα, μου πλήρωσε το εισιτήριο να το επισκεφτώ. Ήταν η πρώτη μου συνέντευξη για δουλειά, σε μια ηλικία που εκ των υστέρων διαπίστωσα όπου πολλοί στην Ευρώπη (και αυτό που λέμε Δύση) έχουν καταφέρει αρκετά στις καριέρες τους.
Στο πολυάριθμο πάνελ της συνέντευξης κάθισα στην κορυφή του τραπεζιού, ενώ
δίπλα μου, επικεφαλής του πάνελ, ήταν ένας γηραιός Σκωτσέζος καθηγητής, ο Tom, με ένα μακρύ επιβλητικό πρόσωπο με
αναψοκοκκινισμένη επιδερμίδα χωρίς ίχνος ρυτίδων, κάτω από ένα φαλακρό κεφάλι,.
Διέκρινα ένα ενθαρρυντικό βλέμμα, βλέμμα συμπάθειας, πίσω από τα χοντρά, μεγάλα
γυαλιά του, παρά το συγκρατημένο χαμόγελο. Μου μίλησε για τις γνωριμίες που
είχε με μερικούς από τους παλιότερους από το προσωπικό του ‘Εργαστηρίου’ στην
Αμερική που είχα εκπονήσει την διατριβή -κοινούς μας γνωστούς. Απέναντί του στο
τραπέζι καθόταν ένας νεότερος λέκτορας, ο Mike, τυπικός Εγγλέζος με ξανθό μαλλί, άσπρο πρόσωπο
και ξεπλυμένα, γαλανά, μάλλον ψυχρά μάτια, και άσχημα πεταχτά δόντια, που δεν βοηθούσαν
στην άρθρωση και κατ’ επέκταση την σαφήνεια στο λόγο του. Μιλούσε γρήγορα σε μια
προφορά που απείχε από αυτή που θεωρούσα μέχρι τότε και απολαμβάναμε σε
προγράμματα της τηλεόρασης ως γνήσια εγγλέζικη, που όμως ήταν χαρακτηριστική της
άρχουσας τάξης. Στη συνέντευξη χρησιμοποιούσα την υβριδική αμερικανίζουσα
προφορά που είχα αποκτήσει από τα χρόνια μου στην Αμερική. Μάλιστα, έχοντας
στην πορεία της συνέντευξης αντιληφθεί το κύρος που είχε στα μάτια του Tom και του Mike το πανεπιστήμιο αποφοίτησής μου,
επαναλάμβανα και καμιά φορά διόρθωνα στην αμερικανική τους εκδοχή ονόματα
προσώπων και όρων, και στην προφορά που είχα υιοθετήσει.
Ελλείψει σημαντικού ανταγωνισμού για κείνη την ερευνητική θέση, τουλάχιστον
από Βρετανούς υποψήφιους, ένας φάκελος με την προσφορά ενός διετούς συμβολαίου για
έρευνα ήρθε σύντομα στο σπίτι. Προηγήθηκε η εύλογη ερώτηση από τον Mike για τις στρατιωτικές μου υποχρεώσεις και
για το πόσο νωρίς θα μπορούσα να ξεκινήσω. Δεν χρειάστηκα πολύ σκέψη να δεχτώ,
χωρίς παζάρια και όρους. Οι επιλογές μου αναγόταν σε κείνη, ως τη μία και
μοναδική, ή μάλλον σε μια και μισή, αν συνυπολόγιζα τη συγκινητική επιστολή που
έλαβα ταυτόχρονα από έναν προϊστάμενο της ΒΑΛΚΑΝ ΕΞΠΟΡΤ, που επαινούσε τις
σπουδές και την αριστεία μου, θεωρούσε ότι διέθετα πολύ περισσότερα προσόντα
από αυτά που απαιτούσε η θέση του μηχανικού στην επιχείρησή του, και υπέθεσε
ότι στόχευα κάπου ψηλότερα, μολονότι δεν θα είχε κανένα δισταγμό να με συναντήσει
και προσφέρει δουλειά εφόσον το επιθυμούσα.
Την προσφορά δουλειάς από το Αγγλικό πανεπιστήμια την δέχτηκα με υπερθετική
χαρά. Ένιωσα κάτι που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως προσωπική αναγέννηση. Ο
Πατέρας και η Μάνα δεν είπαν πολλά πράγματα, ούτε καν με συνεχάρησαν. Και τι να
έλεγαν; Δεν ήταν στα σχέδιά του ή όνειρά τους για μένα μια δεύτερη μετανάστευση
σε λιγότερο από δυο χρόνια από την επιστροφή στα πάτρια. Όταν τους ανακοίνωσα
την απόφασή μου, ένιωσα την ανεπαίσθητη μελαγχολία για την οποία έκανε λόγο ο Proust. Τη μελαγχολία που αισθάνεται κάποιος που
σταματάει να υπακούει σε καθημερινές εντολές που του σκιάζουν το μέλλον, και
αντιλαμβάνεται ότι τουλάχιστον πρέπει να ξεκινήσει τη ζωή του στα σοβαρά, σαν
ενήλικας, να επιλέγει το δρόμο που θα ακολουθήσει και να καταστήσει τον εαυτό
του αποκλειστικό υπεύθυνο των επιλογών του. Ίσως, η βωβή αντίδραση των γονιών να
κάλυπτε μια απογοήτευση που θα έφευγα ξανά για την ξενιτιάς, που δεν θα
κυνηγούσα την σιγουριά μιας «πεπατημένης» που είχαν στο νου τους, τη μόνιμη
δουλειά του «βρέξει-χιονίσει» στο ρηχό ή βαθύ δημόσιο ή έστω στις παρυφές του, και
που με τον καιρό, σιγά-σιγά, θα συνέκλινε στο σκληρό πυρήνα του. Ήταν κατανοητή
η στάση τους, με δεδομένες τις εμπειρίες, τους χαμηλούς ορίζοντες των
μικροαστών της γενιάς τους, του χωριού της Μάνας, των γερασμένων γειτονιών του
Πατέρα. Άλλωστε, η εθνική κουλτούρα και νοοτροπία που είχε διαποτίσει τη γενιά τους,
καθώς και τις επόμενες, εξακολουθούσε να υφίσταται και να ομφαλοσκοπεί, να μας
θεωρεί λαό περιούσιο, τη ζωή στην Ελλάδα του ήλιου και της θάλασσας και των
καλοκαιριών τον επί γης παράδεισο par excellence, τις ομορφιές
της, το κλίμα της, το φαγητό της, όπως και το άραγμα, πολλά καλά που οι
υπόλοιποι λαοί του κόσμου είχαν κάθε λόγο να φθονούν: «Που θα βρεις, παιδί
μου, καλύτερα από την πατρίδα σου; Δεν υπάρχει…»
Ήταν ώρες που η Μάνα φορούσε τα χαρακτηριστικά της μούτρα, τα έκδηλα
ανησυχίας και αγωνίας, που έκρυβε και δεν εξέφραζε με λόγια. Από την άλλη
μεριά, την έτρωγε και ο καημός για την αδυναμία (ή μάλλον απροθυμία) που
έδειχνε ο Αδερφός να εκπληρώσει έγκαιρα τις υποχρεώσεις του προς το πανεπιστήμιο
και να πάρει το ζητούμενο πτυχίο. Ο Πατέρας έχοντας συμβιβαστεί με τη απόφασή
μου παρά την σιωπηρή, όσο και προφανή διαφωνία, λίγες μέρες πριν την αναχώρηση
μου είπε: «Πήγαινε εκεί, στο καλό, κάνε τη δουλειά σου ευσυνείδητα για
ένα-δυο χρόνια και στο μεταξύ θα ψάχνουμε να βρούμε κάτι στην Ελλάδα.» Κάτι
ανάλογο μου διαμήνυσα και ο Δ σε μια τελευταία έξοδο για ποτό. Διέκρινα στα
λόγια του μια μικρή ενόχληση ή στενοχώρια που θα εγκατέλειπα, χωρίς πολλούς
δισταγμούς και σκέψεις, τη συνεργασία μας γύρω από τις ερευνητικές
μικροδουλειές που σκαρφιζόταν, για μένα και τα άλλα νεότερα παιδιά της ομάδας
του από την ακλόνητη μηδενικού ρίσκου ακαδημαϊκή του θέση· μια ομάδα που διευρυνόταν
ραγδαία χωρίς όμως σχέδιο και προοπτικές για το μέλλον. Όπως διαισθάνθηκα και
μια σχετική ανακούφιση που δεν θα χρειαζόταν να τιμήσει υποσχέσεις και την υποχρέωση,
που ανεξήγητα και για ακατανόητους σε μένα λόγους, είχε αναλάβει ως προς το
μέλλον μου μετά τη θητεία -να με εξασφαλίσει δουλειά. Από τη μεριά μου, είχα
κυριευτεί από έναν αχαλίνωτο ενθουσιασμό για το νέο ξεκίνημα σε έναν άγνωστο
τόπο και μια ανεξερεύνητη κουλτούρα, ένα μέλλον που προμηνυόταν συναρπαστικό, όπως
και όταν έφευγα για την Αμερική. Ήταν το συναίσθημα του ανθρώπου που βολόδερνε
χαμένος σε σκοτεινό δάσος, και τελικά βγήκε σε ένα ξέφωτο και μια ανοιχτωσιά, και
τελικά βρήκε κάποιο μονοπάτι να ακολουθήσει. Γεμάτος ελπίδες, προσδοκίες,
περιέργεια για τον καινούργιο άγνωστο κόσμο που θα τον υποδεχόταν.
Το λογύδριο του Σύρρη, προς εμένα και έναν ακόμα συνάδερφο που θα
απολυόταν, την τελευταία μέρα τη θητείας είχε σεμνότητα, σοβαρότητα και
αξιοπρέπεια, που ως τότε δεν είχα απαντήσει στο στρατό. Όρθιος, ελαφρά σκυφτός με
τις παλάμες πάνω στο γραφείο του, μας μίλησε για εκπλήρωση του καθήκοντος μας προς
την πατρίδα, για τη διάπλαση της προσωπικότητας νέων ανθρώπων στους μήνες της
θητείας από την εμπειρία μας στο στρατό. Να μην υποτιμήσουμε πόσο αυτή η
εμπειρία θα μας χρησιμεύσει στο τέλος! Ήρθε προς το μέρος μας με τα ροζ
απολυτήρια, μας έσφιξε δυνατά το χέρι, με το έντονο βλέμμα του να με έχει
διαπεράσει: «Καλοί πολίτες!»
Η ψυχή του ανθρώπου, μερικές φορές, παίζει περίεργα παιχνίδια με το φάσμα και
τη ένταση των συναισθημάτων από το πλήθος στα οποία έχει πρόσβαση. Χωρίς το
πρόσωπο μου να εγκαταλείψει ένα χαμόγελο χαράς εκείνο το πρωινό, η τελετή, το
λογύδριο, η χειραψία και το βλέμμα του Σύρρη, ελαφρώς, με άγγιξε αντί να με
εκνευρίσει -κάτι που συνέβη για πρώτη και τελευταία φορά από έναν αξιωματικό
και μάλιστα «χουντικό»! Πως ήταν δυνατό ενάμισης χρόνος, διαγραμμένος από τη
ζωή, σε μιαν εξορία, στην εγκατάλειψη, στο κρύο και την βρωμιά, στην
ορθοστασία, στο ξεροστάλιασμα σε άσκοπες σκοπιές, σε άχαρες, καταναγκαστικές
αγγαρείες, μέρες οργής και μίσους προς ανάλγητους αξιωματικούς και «βύσματα»,
να μου είχε αφήσει ένα μικρό κενό μέσα μου και μια δόση νοσταλγίας; Η χειραψία
από τον καραβανά ταγματάρχη ήταν χαλαρή και αδύναμη, το «καλός πολίτης»
μασημένο –δεν περίμενα τίποτε περισσότερο.
Η ψυχή αγαλλίασε, η ελπίδα και αισιοδοξία και η νεανική ορμή, η αίσθηση της
προσδοκίας, γέμισαν την ψυχή. Η ζωή γύρισε σελίδα. Ήταν το τέλος του δεύτερου μεγάλου
κεφαλαίου της ζωής, κάπου ανάμεσα στο καλοκαίρι και το φθινόπωρό της.
No comments:
Post a Comment