Σε εκείνη την τελευταία φάση της θητείας, ξαναβρήκα, με βαριά και αργά βήματα είναι αλήθεια, την όρεξη και το μεράκι να καταπιαστώ με την επιστήμη που σπούδασα, από το σημείο που την άφησα στην Αμερική· να μαζέψω υπολείμματα ιδεών, να γράψω κάποιο τεχνικό άρθρο, «να βάλω ένα ακόμα λιθαράκι» -κάπως αόριστα, με μηδενικές επιπτώσεις στην τροχιά του κόσμου που κινείται γύρω μας, περισσότερο προς όφελος του ατομικού γίγνεσθαι. Ιδέες και φιλοδοξίες περί κάποιας ευρείας επιστημονικής αναγνώρισης και καθιέρωσης είχαν αρχίσει να συνθλίβονται.
Χρειαζόταν καιρός για να ξεσκουριάσει το μυαλό. Τέτοιας κατηγορίας γνώσεις,
φαινομενικά άσχετες με την παραγωγική πραγματικότητα, της Ελλάδας ιδιαίτερα,
δεν πάνε χαμένες όπως θα διαπίστωνα αργότερα. Ο νους καταφέρνει με τα χρόνια
και την σχετική εξασθένιση της δημιουργικότητας και καινοτομίας του ενός μέρους
του να την εξισορροπεί από το βάρος της εμπειρίας και των γνώσεων, έτσι ώστε
στην πορεία προς την ωρίμανση η πνευματική ισχύς και έργο που αυτή παράγει να
διατηρείται αμείωτη. Ακόμα και μέχρι ενός σημείου ενισχύεται.
Ξαναπέρασα από τον Δ, ο οποίος, με το που θα κόντευα να πάρω το απολυτήριο,
θα μου έδινε απασχόληση στο μικρό, βραχυχρόνιο ερευνητικό πρόγραμμα που του
είχε ανατεθεί (από τον κρατικό κορβανά, πάντα, και με αρκετές λοβιτούρες) όπου
τελικά εντάχθηκα «έναντι πινακίου φακής». «Υποσχέθηκα να μην σε αφήσω ούτε
μια μέρα άνεργο!» μου είπε τότε πατερναλιστικά, χωρίς να διευκρινίσει αν
μια τέτοια υπόσχεση την είχε δώσει στον εαυτό του ή σε μένα. Δεν είχε βέβαια
κανέναν λόγο και υποχρέωση να δίνει τέτοιου είδους υποσχέσεις σαν να μου χρωστούσε
κάτι. Απαράλλαχτος μετά από πέντε-έξι χρόνια από τότε που τον άφησα για την
Αμερική ο Δ διατηρούσε το πνεύμα και την ζωντάνια να κάμει ακόμα μεγαλόσχημα
πλάνα ολοταχώς προς στην κορύφωση μιας λίγο-πολύ εξασφαλισμένης ακαδημαϊκής
καριέρας. Πλάνα, βέβαια, που όσο εύκολο ήταν να σχεδιαστούν στο νου και πάνω στο χαρτί, άλλο τόσο
δύσκολο να υλοποιηθούν απέναντι στην αντίξοη πραγματικότητα. Αυτό είχα κρίνει τουλάχιστον
από τις απόψεις και την κριτική που ο ίδιος ασκούσε απέναντι στο άμεσο
περιβάλλον των υποτίθεται συνεργατών του και από όσα είχα δει και ακούσει στο λίγο
χρόνο στο πανεπιστήμιο πριν και μετά την επιστροφή μου. Η λογική μου είχε
εκτιμήσεις ότι οι πιθανότητες πραγμάτωσης τέτοιων φιλόδοξων και κερδοφόρων
σχεδίων ήταν αμελητέες. Φαινόταν αυτό άλλωστε στις σκεπτικές ματιές και την καμιά
φορά κακοπροαίρετη διάθεση του περιβάλλοντός του.
Το βουνό της πρώτης απασχόλησης και της οικονομικής αυτοδυναμίας, που η
κατάκτηση του για πολλούς σημαίνει την προσωπική και οικογενειακή «προκοπής», για
άλλους απλά μια επαγγελματική καριέρα για την συντήρηση του εαυτού και
ενδεχόμενα μιας μελλοντικής δικής μου οικογένειας, μετά την επιστροφή στην
Θεσσαλονίκη ορθωνόταν στο μεγαλείο του για να το σκαρφαλώσω, ψηλό και κακοτράχαλο
και ανεξερεύνητο. Η προσπάθεια που απαιτούσε ένα τέτοιο εγχείρημα αναμενόταν τεράστια·
δίχως ανάλογη εμπειρία, χωρίς άξιου λόγου διασυνδέσεις, με ανύπαρκτο χώρο πλεύσης
ανάμεσα στις συμπληγάδες εκείνων που θεωρούσαν ότι είχα μεν πολλά, μολονότι επί
το πλείστον άχρηστα για την ελληνική πραγματικότητα προσόντα και εφόδια, και
εκείνους που από πόστα και θέσεις ήδη περίοπτες και κυρίως ρίζες στο σύστημα,
θα με αντιμετώπιζαν ανταγωνιστικά, είτε απέναντι τους, είτε απέναντι σε ανθρώπους
του κύκλου τους. Στην ελληνική οικονομική πραγματικότητα της δεκαετίας του ‘90,
στην αποβιομηχανισμένη και εσαεί τεχνολογικά εξαρτημένη Ελλάδα, οι λιγοστές
ευκαιρίες απασχόλησης με σημασία και περιεχόμενο, για έναν νέο με κάποιο
στοιχειώδες ταλέντο και επιδεξιότητες σε ένα ή δυο τομείς και αρκετά τυπικά προσόντα,
προσφερόταν σχεδόν αποκλειστικά από το κράτος και τις υπηρεσίες του. Ένα
κράτος, κατά γενική εκτίμηση, υδροκέφαλο, γραφειοκρατικό, αντιπαραγωγικό, και
σε μεγάλο βαθμό παρασιτικό, όπου κυριαρχούσε ο νεποτισμός, η οικογενειοκρατία,
το ρουσφέτι, οι πελατειακές σχέσεις με την πολιτική εξουσία, η αναξιοκρατία, η
καχυποψία προς κάποιον παρείσακτο και ξενόφερτο που ήρθε «έξω από το σύστημα»
για να χτυπήσει την πόρτα του. Μια γενική εκτίμηση για μια κοινωνική νοοτροπία,
που μια γενιά αργότερα από τότε, εξακολουθεί να είναι αποδεκτή τόσο από τους
εντός, όσο πλέον και από τους εκτός του συστήματος. Τα μικροαστικά δόγματα των
γονιών και της οικογένειας περί «αξιοκρατίας», το «ένας καλός ποτέ δεν πάει
χαμένος» είχαν ξεφτίσει. Εμποτίζονταν συχνά από σοβαροφανείς, αλλά στην
ουσία κούφιες ομιλίες πολιτικών ηγετών, ενώ για πολλούς ακούγονταν πλέον ως
άνοστα αστεία στο ταξικό και παραμορφωμένο σύστημα όπου πολλοί νέοι έδιναν
αγώνα για αξιοπρεπείς δουλειές.
Δεν είχα, όμως, άλλη επιλογή από το να δώσω αυτόν τον αγώνα, να ξεκινήσω εκείνη
τη δύσκολη αναρρίχηση, σακατεμένος από ενάμιση χρόνο θητείας και χωρίς δεκανίκια,
πέρα τις κάποιες «περγαμηνές» που είχα φέρει από την Αμερική. Χάριν στις ματεριαλιστικές
μου αντιλήψεις, είχα αντιληφθεί την αξία της οικονομικής αυτοδυναμίας και της
ανεξαρτησίας και της συσχέτισης της με τον βαθμό της απελευθέρωσης από
οικογενειακά και εν μέρει κοινωνικά δεσμά που αυτές δίνουν στον άνθρωπο, εν
τέλει της ατομικής ελευθερίας. Θα περνούσε καιρός μέχρι να διαβάσω στον Joyce, αυτό που τελικά με παρακίνησε τότε και
για ένα μεγάλο μέρος της ενεργού ζωής περισσότερο από κάθε τι άλλο: “Do you know what is the pride of the English? I will tell you, he said
solemnly, what is his proudest boast. I paid my way. I never borrowed a
shilling in my life. Can you feel that? I owe nothing. Can you?”
Από την άλλη μεριά η ανεργία αποτελούσε κοινωνικό στίγμα, αν και όχι -για
τα ελληνικά δεδομένα πάντα- και η αεργία, κάτι που στην καθομιλουμένη σήμαινε
ότι μπορούσε να έχει κάποιος μια θέση ή θεσούλα και την ταμπέλα του
εργαζόμενου, κάτω από το μεγάλο πλατάνι του δημοσίου, χωρίς απαραίτητα σοβαρό
αντικείμενο απασχόλησης. Επιπλέον, και αυτό είναι μια παγκόσμιας ισχύος αλήθεια,
παρατεταμένος χρόνος εκτός εργασίας και ο ρυθμός και ο αριθμός αποτυχημένων
αιτήσεων για απασχόληση -οι απορρίψεις από εργοδότες, λειτουργούν σε βάρος του
άνεργου που ψάχνει για δουλειά, τόσο αντικειμενικά, μειώνοντας τις πιθανότητες
ή και την ποιότητα απασχόλησης στο μέλλον, όσο και ψυχολογικά, σπρώχνοντας τον στο
περιθώριο της κοινωνίας, καθώς η εργασία είναι μια κοινωνική διαδικασία αυτοεπιβεβαίωσης,
μέχρι και στα όρια της απόγνωσης, όπως έβλεπα να συμβαίνει με τον συνάδερφο Φ που
τον άφησα απεγνωσμένο στα Βρυσικά, και άλλους στον δρόμο μου.
Απτόητος από τα εμπόδια και απογοητεύσεις που ήμουν βέβαιος ότι θα συναντούσα στο δρόμο μου (και τελικά πράγματι συνάντησα σε μεγαλύτερη από όσο περίμενα κλίμακα) ξεκίνησα τον αγώνα για να βρω δουλειά: με εξαιρετικό ζήλο, πείσμα και επιμονή, με μέθοδο και οργάνωση, προτερήματα που από μικρό με διέκριναν, εις βάρος, δυστυχώς, της αυτοπεποίθησης, της κοινωνικότητας, της κατηγορηματικότητας και του θάρρους, του ευθαρσή λόγου, εν ολίγοις τις κραυγαλέες αδυναμίες μου σε δημόσιες και κοινωνικές σχέσεις -του «χωσίματος», όπως γραφικά το συνόψιζε η Μάνα. Έγραψα και ξανάγραψα και, από υποκειμενική σκοπιά πάντα, «τελειοποίησα» το βιογραφικό μου σημείωμα και ό,τι είχα καταφέρει στην ζωή μέχρι την αρχή της στρατιωτικής θητείας, που είχε βάλει τα φρένα σε κάθε προσωπική πρόοδο. Έγραψα και έστειλα πολλά, δεκάδες γράμματα, σε επιχειρήσεις και υπηρεσίες και οργανισμούς στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, σε ό,τι πίστευα ότι έστω και ελάχιστα άπτονταν των ικανοτήτων και επιδεξιοτήτων μου. Επέλεγα τις θέσεις για αίτηση απασχόλησης με χαλαρά, καμιά φορά αλλοπρόσαλλα, γεωγραφικά και άλλα κριτήρια, που ίσως για πολλούς αποδέκτες μαρτυρούσε έναν βαθμό απόγνωσης. Έκανα αιτήσεις σε πανεπιστήμια της Αμερικής: στην Arizona επειδή ένας Έλληνας καθηγητής εκεί είχε κάποιο σύνδεσμο με το ‘Εργαστήριο’ και τον Leon, στο Michigan επειδή έτυχε να συμφάω στο πρώτο μου συνέδριο με τον Έλληνα καθηγητή εκεί, για κάποιο άγνωστο λόγο στο Newfoundland, στο ΝΑΤΟ και την ΕΟΚ, σε δημόσιες υπηρεσίες και οργανισμούς στην Ελλάδα, έστειλα διερευνητικές επιστολές με το βιογραφικό μου στο ΕΜΠ και άλλα πανεπιστήμια στην Ελλάδα και Βρετανία και εξωτικά μέρη του κόσμου, όπως και σε ελάχιστες ελληνικές επιχειρήσεις που έψαχναν μηχανικούς, όπως η ΒΑΛΚΑΝ ΕΞΠΟΡΤ, νυν πτωχευμένες και εξαφανισμένες· αιτήσεις συνήθως στοχευμένες, ανταποκρινόμενος στις διαφημίσεις κάποιων θέσεων, άλλες φορές στα «τυφλά». Με μια έννοια προσπαθούσα, μάλλον απεγνωσμένα, να πουλήσω το ατομικό «κεφάλαιο» γνώσης και επιδεξιοτήτων που είχα αποκομίσει· με μιαν άλλην έννοια «εξέδιδα» τον εαυτό μου στο δημόσιο χώρο της αγοράς εργασίας. Οι απορρίψεις των αιτήσεων ερχόταν η μια μετά την άλλη. Πολλές φορές, αντί για μιαν εύσχημα αρνητική απάντηση, η σιωπή. Η σιωπή και τα ερωτηματικά που αυτή έκρυβε με απογοήτευαν περισσότερο.
No comments:
Post a Comment