Thursday, July 3, 2025

89β - 'Ενας Φαντάρος: Επίλογος ενός Χαμένου Καιρού (Γ' Σώμα Στρατού)

Τουλάχιστον βρέθηκα πίσω στην πατρίδα μου, στη Θεσσαλονίκη. Κοιμόμουν σε καθαρό και ζεστό στρώμα. Έτρωγα σπιτίσιο φαγητό, καλομαγειρεμένο από την Μάνα. Ακόμα και τα λίγα βράδια που καλούμουν να εκπληρώσω τα τελευταία στοιχειώδη φανταρίστικα χρέη, που ήταν σκοπός σε μια γωνιά του στρατοπέδου που η δήθεν φύλαξη μας είχε ανατεθεί, οι ώρες περνούσαν εύκολα παρατηρώντας ξενύχτηδες φοιτητές που περνούσαν κάτω από τον φράκτη στη Λεωφόρο Στρατού ή κατέβαιναν την Καυταντζόγλου. Θα έρθει και τούτων η ώρα, σκεφτόμουν χαιρέκακα. Ξεκινούσα το δίωρο της υποχρέωσής μου πηδώντας πάνω από φράκτη σε μια σκοτεινή γωνιά του στρατοπέδου, πίσω από το κτίριο της ΕΡΤ, για να αντικαταστήσω τον σκοπό που φύλαγε εκείνη την γωνιά και με περίμενε. Και μετά από ένα χαλαρό δίωρο, χωρίς έγνοιες περιπόλων (δεν συνέβαιναν), με λίγη μουσική από το τρανζιστοράκι της θείας να μου κρατάει παρέα, έπαιρνα μετά από ένα εξίσου εύκολο και αθέατο πήδημα πάνω από τα κάγκελα της περίφραξης το δρόμο για το σπίτι.

Δεν είμαστε πολλοί οι φαντάροι σε εκείνη την κυρίως πολιτική υπηρεσία «στρατιωτικών έργων». Ο κοντούλης και χοντρούλης έφεδρος λοχίας Γιάννης, μια σειρά παλιότερος μου, ήταν ένα ευπροσήγορο, καλοπροαίρετο και γελαστό παιδί με κουλτούρα και χιούμορ, γνωστός από τη Σχολή και τη συνδικαλιστική του δράση με την νεολαία της ρεβιζιονιστικής αριστεράς: συνοδοιπόρος σε αρκετά πολιτικά ζητήματα απέναντι στον κοινό εχθρό, που μέχρι τότε ήταν η συντηρητική παλιοδεξιά. Αφού με μύησε σε πραχτικές που θα ξαλάφρωναν το υπόλοιπο της θητείας και θα μου εξασφάλιζαν μέγιστο ελεύθερο χρόνο εκτός στρατοπέδου, μου ζωγράφισε, με ομολογουμένως φωτογραφική ακρίβεια, τις ιδιοσυγκρασίες των μορφών της Διεύθυνσης: αφενός του διευθυντή συνταγματάρχη [Σ], και αφετέρου του υποδιευθυντή καραβανά ταγματάρχη [Κ], που βρισκόταν λίγους μήνες πριν από την αποστρατεία του, καθώς και άλλων χαρακτήρων της Υπηρεσίας, στην πλειοψηφία κηφήνων, εργαζομένων εκεί ως δημόσιοι υπάλληλοι.

Ο (κατά τον λοχία Γιάννη) «χουντικός» [Σ], όταν παρουσιάστηκα μετά την μετάθεση μου από τα Βρυσικά, καθόταν σε μια μεγάλη δερμάτινη περιστρεφόμενη καρέκλα πίσω από ένα μεγαλοπρεπές διευθυντικό γραφείο, με το εθνόσημο πάνω από το κεφάλι του. Είχε επιβλητική φυσιογνωμία και λόγο και μια έντονη διαπεραστική ματιά. Το μουστάκι του, η βλοσυρότητα και αυστηρότητα του ύφους του, ο τόνος της φωνής, του προσέδιδαν κύρος και σεβασμό, αδιαμφισβήτητα ακόμα και για έναν, όπως εγώ, προκατειλημμένο και πλήρως απογοητευμένο από την πλειοψηφία των αξιωματικών. Αν και στα μάτια μου, όπως και αυτά του λοχία, έδινε πράγματι την εντύπωση φασίστα με «χουντικό» παρελθόν, ωστόσο τέτοιες, πιθανόν βάσιμες υποθέσεις δεν αφαιρούσαν πολύ από το βάρος της προσωπικότητας του, ίσως και να την ενίσχυαν. Φαινόταν ότι με σεβόταν, λόγω μόρφωσης ή, ίσως, και ως περήφανος Μακεδόνας ο ίδιος, λόγω και της δικής μου πατρικής καταγωγής, και δεδομένου ότι η πλειοψηφία των ανώτερων αξιωματικών του στρατού προερχόταν από την λεγόμενη παλιά Ελλάδα. Εκτός από εθνικιστής (αναγκαία συνθήκη για οποιαδήποτε καριέρα στο στρατό) ήταν και φλογερός τοπικιστής. Καταγόμενος από τη Δυτική Μακεδονία, την Καστοριά, μιλούσε με περηφάνια για τον τόπο του, για τις παραγωγικές δυνατότητες που μπορούσε να αναδείξει αν το υδροκέφαλο κέντρο έδειχνε ενδιαφέρον και τον στήριζε. Θα μπορούσε να γίνει η «Ελβετία των Βαλκανίων», έλεγε. Υπέθεσα ότι ο ίδιος και άλλοι συμπατριώτες του ένιωθα παραμερισμένοι από «παλαιοελλαδίτες» που, για ιστορικούς λόγους, κατείχαν ψηλά και καίρια πόστα στο στράτευμα και τα σώματα ασφαλείας και κινούσαν τα νήματα σε αυτά.

 Έδειξε εξαρχής ενδιαφέρον, ρωτώντας για την προέλευση του επιθέτου μου. Μάλλον εκτίμησε την καταγωγή μου, από το Μελένικο και τις άλλες χαμένες πατρίδες, τους δρόμους που από την αγαπημένη και παραμελημένη Μακεδονία του έφεραν και τους δυο μας στη Θεσσαλονίκη. Η απόλυτη ελληνικότητα και εθνική καθαρότητά της για τον [Σ] δεν τίθετο υπό αμφισβήτηση, σε κάτι που δεν ήταν κατάλληλες οι ώρες να φέρω αντίρρηση. Και με σεβόταν και εμπιστευόταν αρκετά, ώστε, κατ’ ιδίαν πάντα, να επικρίνει με στόμφο την έλλειψη εργασιακού ήθους και ευσυνειδησίας πολλών από τους πολιτικούς υπαλλήλους, υφιστάμενούς του, που όμως δεν μπορούσε να επιβληθεί και πειθαρχήσει, όπως σε βαθμολογικά κατώτερους του στο στρατό· ή να στηλιτεύει την μπαγαποντιά και τα μικροσυμφέροντα των διάφορων εργολάβων που έτρωγαν όσο μπορούσαν από στρατιωτικά κονδύλιο, χωρίς το αζημίωτο για διευκολύνσεις εκ των έσω. «Αυτός ο άθλιος εργολάβος, μετά από όσα του δώσαμε, μου ζητάει άλλες 10000 δραχμές, για να γκρεμίσει την καλύβα του Καραγκιόζη! Μισής ώρας δουλειά!» Αναγνώριζε τη μόρφωση και τις γνώσεις μας, που ξεπερνούσαν αυτές του μέσου υπαλλήλου ή και των εφέδρων αξιωματικών-μηχανικών στην δούλεψη της υπηρεσίας που του ανέθεσαν την διεύθυνση, και μας ανέθετε μικροδουλειές που πίστευε ότι θα τις διεκπεραιώναμε καλύτερα και γρηγορότερα: για παράδειγμα, να κάνουμε μελέτες για κάτι αλεξικέραυνα σε απομακρυσμένα φυλάκια των συνόρων ή, σε ένα από τα δυο PC της μονάδας, να καταρτίσουμε  προϋπολογισμούς μικροέργων, επί των οποίων ο υπάλληλος που είχε τυπικά αναλάβει, επενέβαινε για να διορθώσει τις δαπάνες τεχνητά προς τα πάνω – προφανώς προς όφελος του εργολάβου που τελικά θα το αναλάμβανε (ή και του ίδιου!) «Έτσι γίνονται οι δουλειές εδώ, φίλε μου, τι να κάνουμε…», μου έλεγε ο πονηρός υπάλληλος όταν εξέφραζα απορίες ή κοιτούσα σκεπτικός ανοικονόμητα φουσκώματα αριθμητικών πόσων και σχετικές διορθώσεις που μου υπαγόρευαν πάνω από το κεφάλι μου. Γινόμουν πλέον ο χειριστής, για λογαριασμό διεφθαρμένων και τεμπέληδων του υπολογιστή και του λογισμικού, χωρίς αμφισβητήσεις και αντιρρήσεις και για το περιεχόμενο της έκθεσης και του προϋπολογισμού.  

Ο καραβανάς ταγματάρχης ήταν άνθρωπος από ένα εντελώς διαφορετικό ανέκδοτο όσων στρατιωτικών είχα γνωρίσει μέχρι τότε και, βέβαια, του [Σ] του οποίου ήταν υποδιευθυντής. Τόσο υψηλόβαθμο καραβανά δεν είχα συναντήσει στη διάρκεια της θητείας μου. Βρισκόταν στα πρόθυρα της αποστρατείας, κάτι που εξηγούσε την αδιαφορία του ως προς κάθε τι υπηρεσιακό και μια γενική οκνηρία και βαριεστημάρα που καλλιέργησαν χρόνια σε στρατώνες. Στους μήνες που πέρασα από εκείνη την υπηρεσία δεν κατάλαβα ποιον ακριβώς ρόλο διαδραμάτιζε στη λειτουργία της, πέραν από τον διακοσμητικό του υποδιευθυντή, που σήμαινε υπογραφές εγγράφων και εντολές απουσία του διευθυντή. (Ο Πατέρας πάντα έλεγε ότι οι καραβανάδες έχουν έντονα κόμπλεξ κατωτερότητας απέναντι σε αξιωματικούς απόφοιτους της Σχολής Ευέλπιδων. Τέτοια κόμπλεξ, ανάλογα με αυτά ώριμων αξιωματικών φανερωνόταν σε υπερθετικό βαθμό κάθε φορά που ένας καραβανάς χρειαζόταν να συναναστραφεί με νέους φαντάρους, σπουδαγμένους και νοήμονες.

 Ήταν, θα λέγαμε, ένα ακόμα άξεστο ανθρωπάκι ο ταγματάρχης [Κ]. Χαμηλού αναστήματος, με κοιλιά που ξεχείλωνε ένα στενό φαιοπράσινο χιτώνιο. Όπως τον είχε περιγράψει ο Γιάννης, όσο φαινόταν αδιάφορος για την πορεία των έργων της Διεύθυνσης και την πειθαρχία των κληρωτών της σαν και μένα, που είχε την ευθύνη, άλλο τόσο ήταν «άκακος». Με πλησίασε αρκετές φορές με την ένταξή μου στην υπηρεσία, για λόγους που αποκαλύφθηκαν σύντομα. Το στρογγυλό πρόσωπό, το ρυτιδωμένο κούτελο με τα μικρά μάτια, τα ροδοκόκκινα μάγουλα με λίγες ρυτίδες, ήταν σχεδόν πάντα ιδρωμένα, ίσως από νευρικότητα, πιθανότερο εξαιτίας της βαριάς στολής που φορούσε. Έβαφε επιμελώς τα κοντά μαλλιά του, με ένα τεχνητό και αφύσικο, καστανοκόκκινο χρώμα, που οι ρανίδες ιδρώτα στο μέτωπο και τις φαβορίτες πρόδιδαν, εν αγνοία του, την βαφή των μαλλιών με φαιδρό τρόπο, δίνοντας βάση για καλαμπούρια πίσω από την πλάτη του. Γιατί ένας άνθρωπος σε τέτοια θέση προσπαθεί να δείχνει νεότερος σε ανθρώπους που είτε γνώριζαν την ηλικία του, είτε εύκολα μπορούσαν να την εκτιμήσουν; Σε ποιους και γιατί ήθελε να δείχνει νεότερος, λίγο καιρό πριν την σύνταξη;

Όποτε μου μιλούσε, τα λεπτά χείλη του φορούσαν το χαμόγελο μιας άτολμης πονηράδας, σχεδόν αθωότητας, σα να φοβόταν μην ξεστομίσει κάποια ανοησία σε κάποιον που έμαθε και ήξερε απείρως περισσότερα από τον ίδιο. Ίσως, για να επιβεβαιώνει την ανωτερότητά του στην ιεραρχία και να αποκαταστήσει κάποια μορφή στρατιωτικής πειθαρχίας, και μαζί με αυτή το μέγεθος του κόμπλεξ και τη γενικότερη αμορφωσιά του, την κάθε πρόταση του, μετά από μια σύντομη παύση, την ολοκλήρωνε με ένα ‘ρε’.

Έχοντας παρατηρήσει, κρυμμένος συνήθως πίσω από κάποιον υπάλληλο που χρειαζόταν τη βοήθειά μου στη χρήση του μοναδικού υπολογιστή στο μικρό δωματιάκι, τελικά μου αποκάλυψε άγαρμπα και διστακτικά για έναν ταγματάρχη τον καημό του. Είχε μια μοναχοκόρη, ένα λεπτό, μικροκαμωμένο, εύθραυστο κορίτσι, με χαριτωμένη φυσιογνωμία και γλυκούς τρόπους, σε αντίθεση με την τραχύτητα και αγένεια που διέκρινε τον πατέρα της. Είχε τελειώσει το Λύκειο και, μάλλον, εξαιτίας χαμηλής νοημοσύνης δεν μπόρεσε να εισαχθεί σε κάποια σχολή του δημόσιου πανεπιστημίου. Ο πατέρας, όπως και κάθε πατέρας από την κάστα των αξιωματικών και άλλων κρατικοδίαιτων υπαλλήλων, εκτιμούσε την αξία της εκπαίδευσης γενικά ή, μάλλον και κατά προτίμηση, κάποιου χαρτιού, κάποιου πτυχίου. Την ανάγκασε να εγγραφεί και να παρακολουθήσει, με κατά τα φαινόμενα αρμυρά για τον μισθό του δίδακτρα,  πληροφορική ή κάτι που έχει να κάνει με την χρήση υπολογιστών σε ένα από τα «ιδιωτικά κολλέγια» της πόλης. Δύσκολο να φανταστώ, σε ένα σπιτικό με επικεφαλής έναν αξιωματικό, έλλειψη πειθαρχίας και ανυπακοή από μια μοναχοκόρη στα προστάγματά του. Μη έχοντας το νοητικό υπόβαθρο, εκείνο το συμπαθητικό κοριτσάκι αντιμετώπιζε σοβαρές δυσκολίες να διαπραγματευτεί και να ολοκληρώσει το θέμα, εν είδη διπλωματικής εργασίας, που της είχε ανατεθεί από το ιδιωτικό κολλέγιο.

Την συνάντησα μετά από μεσολάβηση του πατέρα, στο κυλικείο του πάρκου απέναντι από το Σώμα Στρατού – για μια πορτοκαλάδα, για να γνωριστούμε, αλλά, κυρίως, για να συζητήσουμε την εργασία της. Δεν μου διέφυγε ότι τα μάτια της, αμυγδαλωτά στο σχήμα και με ανοιχτόχρωμη ίριδα, αθώα, που όμως το βλέμμα τους, όπως και του πατέρα της, δεν απέπνεαν εξυπνάδα, εξέφραζαν ένα δέος και θαυμασμό προς εμένα: για το παρελθόν του «αριστούχου με πολλά πτυχία που σπούδασε έξω». Πιθανόν να την είχα επίσης γοητεύσει, καθώς, χάριν στις βελτιωμένες συνθήκες διαβίωσης, την προσωπική περιποίηση και καθαριότητα, την υγιή και πλούσια κόμη, χωρίς πλέον στρατιωτικούς περιορισμούς και κουρέματα από ερασιτέχνες συναδέρφους «με την μηχανή» και πάλι να εκδηλώνει το προσωπικό στυλ μου. Εν ολίγοις, εισερχόμουν και πάλι σε μια φάση ακμής στην εμφάνιση και επανάκτησης μιας νεανικής ομορφιάς. Εγκρατής και, για τους συμβατικούς λόγους που επέβαλλε η θητεία, αξιοπρεπής, κράτησα αποστάσεις, μολονότι στο φόντο των σκέψεών ήταν αδύνατο να μην υποθέσω ότι ανάμεσα στις προθέσεις του ταγματάρχη ήταν να εξασφαλίσει και έναν καλό γαμπρό για την κόρη της. Με άκουγε με προσοχή με το κεφάλι γερμένο, κρεμασμένη από τα χείλη και τις λέξεις μου, η ίδια με λίγα λόγια να μου εξηγεί απλά τις γενικές απαιτήσεις του κολλεγίου από εκείνη την διαβολεμένη εργασία.

Μου έδωσε σε ένα floppy disk, την αρχή που είχε καταφέρει να συγκροτήσει μέχρι τότε, και από εκείνη τη συνάντησή μας, συχνά κάτω από την ενοχλητική επιτήρηση του πατέρα της πίσω από την πλάτη και πάνω από το κεφάλι μου και τον έλεγχο της «προόδου» και την αγωνία του ενόψει της προθεσμίας παράδοσης, ολοκλήρωσα την εργασία της στο PC της υπηρεσίας, με πολλές αερολογίες, αλλά και το μίνιμουμ των λέξεων που ζητούσε. Της άγγιξα το μικρό, αδύναμο χέρι με τα λεπτά, σχεδόν παιδικά, δάχτυλα, περισσότερο συγκαταβατικά και καθησυχαστικά, παρά με κάποια ερωτική διάθεση. Την ξαναείδα, στο ίδιο μέρος, όταν είχε ολοκληρωθεί η εργασία για να με ευχαριστήσει: η εργασία είχε βαθμολογηθεί με «άριστα» και το γεγονός είχε φέρει ένα χαμόγελο ανακούφισης και ένα φούσκωμα περηφάνιας στον ταγματάρχη (για την κόρη και το πτυχίο της), που όμως δεν ένιωσε την ανάγκη ή (το πιθανότερο) δεν ήξερε πως να με ευχαριστήσει. Συμφωνήσαμε να διατηρήσουμε επαφή, αλλά τα σχέδια μου για το μέλλον είχαν ήδη διαγραφεί και την είχαν συναρπάσει. Ήξερα κατά βάθος ότι μια σχέση με την κόρη του ταγματάρχη δεν επρόκειτο να ευδοκιμήσει. Ο πατέρας της εξακολουθούσε να με γεμίζει με απέχθεια και φόβο, από άξεστους τρόπους και μιαν κατά πάσα πιθανότητα άχαρη και τυραννική για τους φαντάρους στις διαταγές του στρατιωτική καριέρα. Αδύνατον να τον διανοηθώ πεθερό.

No comments:

Post a Comment