Thursday, July 3, 2025

89γ - 'Ενας Φαντάρος: Επίλογος ενός Χαμένου Καιρού (Τελευταίες Απέλπιδες Προσπάθειες)

Από τη μεριά μου, έψαχνα να ξαναβρώ μιαν αισθηματική υπόσταση, ένα αξιόπιστο και μακροπρόθεσμο συναισθηματικό στήριγμα, με δυο λέξεις: αγάπη και έρωτα. Να ξαναχτίσω μια σταθερή και στέρεα βάση εκ του μηδενός. Οι διέξοδοι που μου πρόσφερε η Θεσσαλονίκη, μετά από τόσα χρόνια απουσίας, ήταν περιορισμένες. Oι έμφυτες συστολές δεν βοηθούσαν. Μοιραία κατέφυγα σε σπασμωδικές και απελπισμένες ενέργειες. Η Α, ο νοσταλγικός πρώτος έρωτας πρόβαλε ως εφικτή προοπτική, και δυνητικά θα μπορούσε να οδηγήσει σε μια κατάσταση που, αν και συμβατική, θα εξάλειφε έναν από τους δυο κυρίαρχους παράγοντες της προσωπικής ανασφάλειας. Ένα Σαββατοκύριακο κατέβηκα στα Χανιά. Στο τηλέφωνο ακούστηκε διστακτική, αλλά δεν ήθελε να μου αρνηθεί την ξαφνική επίσκεψη και, με λίγο ενθουσιασμό, προσποιήθηκε χαρά που θα με έβλεπε. Ήξερα ότι διατηρούσε μια σχέση με έναν Αθηναίο συνάδερφο της– που εκ των υστέρων διαπίστωσα ότι ήταν σοβαρή, τουλάχιστον από την μεριά της, αλλά τέτοιους ενδοιασμούς τους ξεπέρασε χωρίς πολλές σκέψεις. Το απαιτούσαν επιτακτικά οι υπαρξιακές μου συνθήκες. Ο πόθος για γυναίκα, και μάλιστα με το ερωτικό πάθος της Α που ένιωσα από πρώτο χέρι, ήταν έντονος.

Στο αεροδρόμιο των Χανίων με υποδέχτηκε ο κοινός φίλος μας Λ, για να μου πει ότι η Α είχε ανέβει στην Αθήνα, όπως συνήθιζε τα Σαββατοκύριακα, για να δει «τον μαλάκα, τον δικό της». Σκέφτηκα ότι στην εντιμότητα και ειλικρίνεια που διέκρινε την Α, στην απαρέγκλιτη αφοσίωσή της που επέτρεπε απιστίες μόνον σε εξαιρετικές περιπτώσεις που δεν θα παρακινδύνευαν την ισορροπία της αισθηματικής της ζωής, δεν μπορούσε να τον απαρνηθεί, έστω και για ένα Σαββατοκύριακο, και συνεπώς με απέρριψε. Απογοητεύτηκα, έπεσα προσβεβλημένος από τα σύννεφα, με πλήρη επίγνωση ότι ένα ελπιδοφόρο λιμάνι που θα μπορούσα να προσδεθώ, είχε χαθεί οριστικά και αμετάκλητα. Ο Λ με την εγκάρδια φιλία, το πρόσχαρο ύφος και χιούμορ του, και τη φιλοξενία που μου πρόσφερε, έκανε ό,τι μπορούσε για να μετριάσει την έκδηλη απογοήτευση μου, να επουλώσει τον πόνο από ένα προσβλητικό χτύπημα που καταλάβαινε ότι ένιωθα. Αν και προσποιήθηκα ότι ήμουν εντάξει, αν και ισχυριζόμουν ότι στα Χανιά δεν κατέβηκα μόνον για την Α, ξέραμε και οι δυο τον κύριο λόγο που κατέβηκα στον τόπο του. Την άλλη μέρα έφυγα «άπρακτος», άδειος από αισθήματα, παρά από εκείνα της αγάπης και ευγνωμοσύνης προς το Λ. Θα περνούσαν χρόνια μέχρι να επικοινωνήσω ξανά με την Α.

Συνέχισα, λοιπόν, να παραπατάω στο ίδιο κατηφορικό μονοπάτι μιας συναισθηματικής απελπισίας, αν και με σχετικά μεγαλύτερη κινητικότητα και ελευθερία που οι τελευταίοι χαλαροί μήνες της θητείας μου επέτρεπαν. Σε κάτι κιτάπια βρήκα το τηλέφωνο μιας Κατερίνας, της μακρομαλλούσας ξανθιάς, κοπελιάς του συντρόφου και φίλου από το πανεπιστήμιο Ν, που βρισκόταν ακόμα στην Αμερική. Κλείσαμε ραντεβού και βρεθήκαμε ένα βράδι σε ένα από τα disco-bar της Βασιλίσσης Σοφίας, κατά τη μεριά της Λέσχης Αξιωματικών, παρά τη βάρδια στη σκοπιά που με περίμενε τις πρωινές ώρες. Μετά από αρκετά Jack Daniels, βρεθήκαμε σε μια γωνιά του bar να φιλιόμαστε σαν κεραυνοβολημένοι από κάποιον έρωτα εν τη γενέσει του ή απελπισμένοι από την για καιρό απουσία του, καθώς κάτι τις άλλο σαρκικό στη φύση ήταν και για τους δυο το κύριο ζητούμενο. Καταλήξαμε μετά τα μεσάνυχτα στο στρώμα της σε ένα διαμέρισμα της Αγίας Τριάδας. Στην πορεία, μετά από τα χάδια κάτω από την μπλούζα και σε γυμνά πόδια, κάπου κολλήσαμε, είτε λόγω ενοχών εκ μέρους της, είτε λόγω της πίεσης που ασκούσε ο χρόνος. Το άφησα εκεί, επέστρεψα στη βάρδια μου. Την Κατερίνα δεν θα την ξανάβλεπα.     

Η όμορφη ξαδέλφη εξ αγχιστείας, η Φ, που κόρταρα σε μια μικρής διάρκειας στείρα περίοδο της φοιτητικής ζωής, και στο οποίο κόρτε είχα βρει μια δειλή (λόγω ηλικίας), αλλά γνήσια ανταπόκριση, πριν τη βάναυση επέμβαση του οικογενειακού περιβάλλοντος, ήταν μια άλλη άκρη που έπιασα με την ελπίδα μιας αισθηματικής αναζωπύρωσης, έστω προσωρινής. Είχε τελειώσει το Λύκειο και αφήσει την οικογενειακή της στέγη στη Θεσσαλονίκη, τον αυστηρό πατέρα της και τη μισητή της θετή μάνα (τη θεία μου), και εγκαταστάθηκε στην πόλη της καταγωγής της, τη Λάρισα, επιβιώνοντας χάριν στην μέριμνα με την οποία αγκάλιαζε το ελληνικό κράτος ανύπαντρες θυγατέρες, ανεξαρτήτως ηλικίας και ικανοτήτων προς εργασία. Τη φανταζόμουν πανέμορφη, μεστή, ώριμη γυναίκα πλέον, απελευθερωμένη από τον καταπιεστικό οικογενειακό πατερναλισμό· με τα ίδια θελκτικά χείλη, αντίγραφο αυτών της Sophia Loren, που είχα την τύχη να γευτώ. Βρήκα τον αριθμό τηλεφώνου της στη Λάρισα στους καταλόγους του ΟΤΕ. Χάρηκε που με άκουσε, όπως μαρτύρησε ο τόνος μιας γνήσιας ευχάριστης έκπληξης στη φωνή της.  Δέχτηκε με χαρά να με δει στη Λάρισα· θα γινόταν ευκαιρία να δω την παράσταση του ερασιτεχνικού θεατρικού θιάσου που ήταν μέλος της, σε ένα θα διαδραμάτιζε μικρό ρόλο, χωρίς πολλά λόγια. Η παράσταση με άφησε αδιάφορο. Την ηθοποιία, με βάση τη μικρή εμπειρία που είχα από έργα του ΚΘΒΕ που παρακολουθούσα ως φοιτητής, την έκρινα κάτω του μετρίου. Δεν είχε σημασία. Ο κύριος λόγος της καθόδου μου στη Λάρισα δεν ήταν η θεατρική παράσταση, ενώ οι σκέψεις γύρω από το πως θα εξελισσόταν η βραδιά που θα ακολουθούσε στριφογύριζαν στο νου μου.

Μετά το τέλος του έργου βγήκαμε στα μπαρ της Λάρισας, όσο το δυνατό μακριά από αδιάκριτες παρουσίες μιας μικρής σχετικά κοινωνίας. Ήπιαμε συγκρατημένα. Δέχτηκε να έρθει στο δωμάτιο του ξενοδοχείου που είχα κλείσει για το βράδι, όπου ξανάνιωσα τα χείλη της, το σχήμα και την υφή του τέλειου στήθους κάτω από μια μπλούζα χωρίς σουτιέν. Μια βραδιά που υποσχόταν πολλά, δυστυχώς, τερματίστηκε σε εκείνα τα προκαταρκτικά χάδια και φιλιά, όπως και πριν μια δεκαετία. Της έκανα ένα κομπλιμέντο για το στήθος της: ότι ήταν το καλύτερο που είχα δει και αισθανθεί στη χούφτα μου, με τον αέρα κάποιου έμπειρου σε τέτοια θέματα. Την ευχαρίστησα που με επέτρεψε να το θωπεύσω μια ακόμη φορά. Το μέγεθος της γελοιότητας εκείνου το σχολίου θα το αντιλαμβανόμουν αργότερα στον γυρισμό στην Θεσσαλονίκη.

Με την ίδια δειλία, την ίδια αθώα, παρθενική αμηχανία εκείνου του βραδιού στο φοιτητικό διαμέρισμα της Ντ. όπου την είχα φέρει ως μαθήτρια, τράβηξε ευγενικά τα χέρια μου κάτω από την μπλούζα, με σήκωσε όρθιο από το κρεβάτι όπου είχαμε πλαγιάσει, μου έδωσε ένα παρατεταμένο φιλί γεμάτο πάθος στα χείλη και με καληνύχτισε. Ούτε από τη Φ θα ξανάκουγα, ούτε θα ξανασυναντιόμαστε στη ζωή. Έμαθα αργότερα, όταν κατά καιρούς σκάλιζα το παρελθόν στο διαδίκτυο, ότι η Φ συνδέθηκε με έναν ηθοποιό, του κυκλώματος της λαϊκής, και μάλλον κακόγουστης κωμωδίας που απευθυνόταν σε ακαλλιέργητες αισθητικά μάζες και μικρά παιδιά, που είχε ξεκινήσει την καριέρα του από δευτερεύοντες ρόλους σε δεύτερης διαλογής sitcom της ελληνικής τηλεόρασης. Ήταν πολύ μεγαλύτερος στην ηλικία από την Φ, φαλακρός και άσχημος. Τι θα ερχόταν στο νου κάποιου; Ίσως η Φ να έλπιζε ότι η καριέρα του να την βοηθούσε και την ίδια να εξελιχθεί σε σταρ, περισσότερο με το star quality πρόσωπο και λιγότερο με τα υποκριτικά προσόντα που διέθετε. Τελικά συμβίωσαν χωρίς να παντρευτούν, ώστε να εξακολουθεί να εισπράττει και μετά το θάνατο του πατέρα την περίφημη σύνταξη των «άγαμων θυγατέρων», ενώ οι ρόλοι της περιορίστηκαν σε ξεχασμένες εμφανίσεις, με το μπουλούκι του άντρα της στις περιοδείες του σε επαρχιακές πόλεις. 

Στην επιστροφή μου από την Λάρισα με το τραίνο, μια χαριτωμένη κοπέλα με μίνι φούστα κάθισε απέναντι μου. Είμαστε μόνοι στην καμπίνα. Φλέρταρε χαμογελώντας και δαγκώνοντας τα χείλη, καθώς της διηγούμουν ιστορίες από τον στρατό και την Αμερική, με κλεφτές ματιές στα καλοσχηματισμένα πόδια της. Πριν κατέβει στο Πλατύ, μου έδωσε το τηλέφωνό της στη Βέροια όπου έμενε με την οικογένειά της. Της τηλεφώνησα αφού επέτρεψα ανυπόμονα να περάσουν λίγες μέρες, ώστε να μη σπιλωθεί η εντύπωση που πίστευα, ίσως αφελώς, ότι της άφησα: του έμπειρου και κοσμογυρισμένου, που έφαγε τη ζωή με το κουτάλι (και αρκετές από τις γυναίκες που αυτή η ζωή καθ’ οδόν προσφέρει). Δεν κατάφερα να την πείσω να βρεθούμε άμεσα, μολονότι η απόκριση της δεν ήταν απορριπτική, αλλά κάποια μεσοβέζικη, αδιευκρίνιστη δέσμευση. Το άφησε και αυτό εκεί: τί είχα και τι θα έχανα…

Το κορίτσι του τραίνου ήταν η τελευταία προσπάθεια να βρω κάποιο ερωτικό αποκούμπι στην πατρίδα και από την ίδια την πατρίδα. Κάνοντας απολογισμό των επιτυχιών σε έρωτα και αισθήματα στους δεκαοχτώ μήνες της θητείας, τον βρήκα απελπιστικά φτωχό: ευκαιρίες χαμένες, αναξιοποίητες, μισοτελειωμένες, χωρίς κορύφωση, πόσο μάλλον ολοκλήρωση. Ίσως, η ιδιοσυγκρασία και νοοτροπία μου να μην ήταν συμβατές με τις διαδομένες θεωρίες και πρακτικές στη σφαίρα του ετερόφυλου έρωτα στην Ελλάδα των ‘90. Βρέθηκα στο ίδιο αισθηματικό και επαγγελματικό κενό με αυτό στην έναρξη της θητείας. Η μόνη παρηγοριά, όχι ευκαταφρόνητη, ήταν ότι αυτό το μαρτύριο τελείωνε.

No comments:

Post a Comment