Monday, September 30, 2024

40 - Αμέρικα: Η Αναχώρηση

Τα δυο βράδια πριν από την αναχώρηση για το μακρινό ταξίδι, που σήμαινε ότι ήταν πιθανόν μερικούς από τους αγαπητούς μου ανθρώπους παλιότερων γενιών ίσως ποτέ να μην τους ξανάβλεπα (τρομακτική υπαρξιακή σκέψη, που προσπαθούσα να την αποβάλλω από το νου), τα πέρασα στο μικροσκοπικό διαμερισματάκι της θείας Α στα Κάτω Πατήσια, στη στάση «Ελευθέρια» του ‘ηλεκτρικού’. Παιδί κρεμασμένος στο μπαλκόνι του μετρούσα τα τραίνα που περνούσαν από την στάση, αφουγκραζόμουν το ρυθμικό κροτάλισμα από το κύλισμα του τραίνου στις ράγες, προσποιούμενος άλλοτε τον εισπράκτορα, άλλοτε τον οδηγό. Το ‘ηλεκτρικό’ της Αθήνας, της μακρινής, μαγικής και αξιοζήλευτης για πολλούς Θεσσαλονικιούς μεγαλούπολης, ήταν μια από τις πολλές ατραξιόν που η πόλη πρόσφερε κατά τις περιοδικές επισκέψεις με τη Μάνα στην αδερφή της και προκαλούσαν δέος στην παιδική ψυχή: η βαβούρα της Ομόνοιας, το τελεφερίκ του Λυκαβηττού, οι βραδιές στο λούνα-παρκ της Κηφισιάς, το γλυκό στα Ζάππειο, οι εύζωνοι και τα περιστέρια στο Σύνταγμα, οι δημοτικοί χοροί της Δώρας Στράτου στου Φιλοπάππου. Όλα φαίνονταν διαφορετικά και εξωτικά, μέχρι και η γεύση του γάλατος από το γωνιακό γαλακτοπωλείο, του αττικού μελιού.

Η πολυκατοικία της θείας Α ήταν επιβλητική και αντάξια της μεγαλούπολης, όπου από σπουδάστρια νοσοκόμα εγκαταστάθηκε αφού έριξε μαύρη πέτρα στο πατρικό χωριό. Πίσω από την πρόσοψη το κτίριο χωριζόταν σε δύο ορθογώνιες πτέρυγες εκατέρωθεν μιας πολύφυλλης εξώπορτα, όπου οδηγούσαν πλατιά σκαλοπάτια με παρτέρια εκατέρωθεν. Η εξώπορτα άνοιγε σε ένα μεγάλο χολ και το θυρωρείο με τον διάπλατο πάγκο του -σε μια μεγαλοπρεπή είσοδο που περισσότερο ταίριαζε σε κεντρικά γραφεία κάποιας επιχείρησης. Οι πόρτες κατά μήκος μακρόστενων ατέλειωτων διαδρόμους θα μπορούσαν να οδηγούν σε γραφεία ή δωμάτια κάποιου ξενοδοχείου, αλλά πίσω τους κρύβονταν μικρά και ασήμαντα διαμερίσματα του ενός υπνοδωματίου, της μιας κουζινούλας, και ενός εξίσου υποτυπώδους σαλονιού. Οι θείοι μου είχαν ένα γιο, που το καθιστικό, κατά την ενηλικίωση, είχε μετατραπεί σε προσωπικό του δωμάτιο. Εκεί κοιμόμασταν με τη Μάνα όταν ο ξάδερφος δεν είχα ακόμα γεννηθεί. Τώρα, περαστικό στον δρόμο μου για την ξενιτιά, με βόλεψαν στον πτυσσόμενο καναπέ του χολ δίπλα στην εξώπορτα. Εκείνη θα ήταν η τελευταία επίσκεψη στο μαγικό διαμερισματάκι της θείας με θέα τις γραμμές και τα τραίνα του ‘ηλεκτρικού’.

Δυο πρωϊνά πριν την αναχώρηση το ελληνικό παράρτημα του Διεθνούς Ινστιτούτου συγκέντρωσε τους Έλληνες υπότροφους για μια «εισαγωγή» στην πανεπιστημιακή ζωή, και όχι μόνο, στην Αμερική. Μας μίλησε ένας νεαρός, πρώην υπότροφος του Ινστιτούτου, πετυχημένος απόφοιτος, και πλέον ακαδημαϊκός δάσκαλος στην Ελλάδα. Όφειλε να επιστρέψει μετά την ολοκλήρωση των σπουδών του –όρος της συγκεκριμένης υποτροφίας και λόγος για πολλούς να μην την επιδιώκουν: για κείνους που η ξενιτιά της Αμερική ήταν το holy grail, η υλοποίηση του μεγάλου ονείρου, απώτερος στόχος και τελικός προορισμός στη ζωή. Για μένα ήταν ένα σκαλοπάτι που θα ανέβαινα, ένας σταθμός στο δρόμου που θα έφτανα, για να ανακαλύψω τα μυστικά που έκρυβε, να εξερευνήσω την μαγεία του, και στη συνέχεια να τον προσπεράσω. Πίστευα τότε ότι η πατρίδα, παρά τις εξόφθαλμές αδυναμίες της, θα ασκούσε κάποια έλξη στο μέλλον μετά την Αμερική. Οι γλυκιές αναμνήσεις που αποτελούσαν την ουσία της νοσταλγίας των φοιτητικών χρόνων που, αν και ήξερα ότι δεν θα επαναλαμβάνονταν ούτε καν προσεγγιστικά, συνιστούσαν ένα αποκορύφωμα προσωπικής ευτυχίας. Και επέστρεφαν εκείνες οι αναμνήσεις συχνά στο προσκήνιο της θύμησης και της συνείδησης, γέμιζαν την ψυχή με τον συναισθηματικό θησαυρό που κουβαλούσαν, με τραβούσαν πίσω στο χρόνο και στον χώρο -στην γενέτειρά μου, για πολλά χρόνια μετά το οριστικό τους τέλος. 

Μίλησε όμορφα ο ευπροσήγορος νεαρός για τις εμπειρίες του, για τη σημασία που απέκτησαν στην ζωή τα χρόνια των σπουδών του σε κάποιο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνια. Μίλησε αρκετή ώρα με τον αέρα κάποιου που έδειχνε ότι έφαγε ένα μεγάλο μέρος της ζωής του με το κουτάλι, που είδε τόπους, γνώρισε ανθρώπους, απόκτησε γνώσεις απρόσιτες για πολλούς κοινούς θνητούς· εν προκειμένω, όσους δεν θα είχαν την ευκαιρία ή την «τύχη» να ακολουθήσουν τα χνάρια του σε κάποιο αμερικάνικο ίδρυμα. Τον ακούσαμε με προσοχή κι ενδιαφέρον. Κατάφερε να ζωντανέψει μέσα μας την αίσθηση της περιπέτειας μπροστά μας, μαζί και τη ματαιοδοξία μερικών νέων, προικισμένων μυαλών που τους δινόταν η ευκαιρία να κατακτήσουν κάποιες επιστημονικές κορυφές. Στην ουσία της εκείνη η ημερίδα ήταν περισσότερο ένας σύντομος πρόλογος που αποσκοπούσε στην στήριξη και ανύψωση του ηθικού μας· ήταν τα λίγα λόγια που ο κόουτς θα έλεγε σε μια ποδοσφαιρική ομάδα πριν το ματς, με λίγη επίδραση στο τελικό αποτέλεσμα, μια εισαγωγή στην εισαγωγή -το induction course των δυο βδομάδων σε ένα άλλο Πανεπιστήμιο από αυτό που ο καθένας μας θα κατέληγε το οποίο θα  φιλοξενούσε ένα καλειδοσκόπιο υποτρόφων από διάφορες μεριές του κόσμου. Πρώτος σταθμός θα ήταν η Minneapolis, en route για το Columbus, Ohio. Εκεί, στην Minneapolis, οι φροντιστές μας, πριν από όλα, θα ενθάρρυναν μιαν πολυπολιτισμική ανάμιξη, θα μας τραβούσαν έξω και μακριά από το στενό λιμενοβραχίονα και τα ήρεμα νερά της μητρικής μας γλώσσας, των τρόπων και των συνηθειών με τα οποία μεγαλώσαμε, εν ολίγοις, έξω από το comfort zone της κουλτούρας μας που τη γαλήνη και παρηγοριά της μοιραία, ίσως και απελπισμένα, πολλοί από εμάς θα αναζητούσαμε στην ξενιτιά. Στο τέλος των δυο βδομάδων, τα μέλη της πολυεθνικής ομάδας των υπότροφων θα σκορπιζόταν για να προσγειωθούν ομαλά σε διάφορα σημεία της Αμερικής.

Στη Minneapolis θα πετούσαμε, λοιπόν, και θα περνούσαμε δυο βδομάδες μαζί με έναν άλλο Θεσσαλονικιό τον Κώστα τον Σ. Αν και σπουδάζαμε και κινούμαστε και συνυπήρχαμε πέντε χρόνια σε κοινούς πανεπιστημιακούς χώρους -σε παρεμφερείς σχολές, δεν έτυχε να γνωριστούμε. Η φάτσα του δεν μου θύμισε κανέναν, συμμαθητή, συμπολίτη ή πρώην συμφοιτητή, όταν συστηθήκαμε στην αίθουσα του Ιδρύματος πριν την αναχώρηση. Ήταν περίπου του ίδιου αναστήματος με μένα, λεπτοκαμωμένος, με έξυπνο και γοητευτικό πρόσωπο με ψηλά ζυγωματικά, και ελαφρά βαθουλωμένα μάγουλα, παιχνιδιάρικα βαθιά μάτια, τσαγανό στις χειρονομίες και το λόγο του. Κύριο ατού, όσον αφορά τη δύναμη έλξης από το αντίθετο φύλο ήταν το πλούσιο καστανό μαλλί του, επιμελώς χτενισμένο προς τα πίσω ώστε να έπεφτε ίσιο πάνω από το σβέρκο. Δεν θα ήταν υπερβολή ο ισχυρισμός ότι η φυσιογνωμία του είχε στοιχεία από αυτό που λέμε star quality. Η παρουσία ενός τέτοιου ανθρώπου δίπλα μου ενόψει του μεγάλου ταξιδιού, με κοινές ρίζες και σχεδόν παράλληλη μέχρι τότε πορεία ήταν ένας σημαντικός καθησυχαστικός παράγοντας -και για τους δυο μας, υποθέτω· ανάχωμα σε αναπόφευκτα κύματα νευρικότητας και αγωνίας, που πολλές στιγμές, εμένα τουλάχιστον, κυρίευαν. Κάποιος στο ταξίδι με κοινή γλώσσα και ιδιοσυγκρασία, κάποιος στον οποίο θα μπορούσαμε να εκμυστηρευθούμε ανησυχίες στην απλή καθομιλουμένη, να συζητήσουμε απορίες και να βοηθήσουμε ο ένας τον άλλον, να εκφράσουμε απόψεις μας για το νέο κόσμο, πρόσφερε, εκείνες τις στιγμές, τη θαλπωρή μιας οικείας ανθρώπινης συντροφιάς και -ποιος ξέρει;- την υπόσχεση μιας φιλίας.

Στο αεροδρόμιο για το μεγάλο ταξίδι έφεραν και ξεπροβόδισαν η θεία Α και ο θείος Κ. Θα ήταν η τελευταία φορά που είδα ζωντανό τον θείο Κ. Τον θείο από το Μαρκόπουλο, τον μανιακό καπνιστή, τον άνθρωπο του λαού που του άρεσε να ακούει Στράτο Διονυσίου και να χορεύει στα ζεϊμπέκικα του, με το πλατύ χαμόγελο από ανύπαρκτα χείλια, και ένα βραχνιασμένο γέλιο· που τον ενθουσίαζαν οι καταδύσεις στα νερά της Ραφήνας με ένα ψαροντούφεκο σε κυνήγι χταποδιών, και που τα μαγείρευε o ίδιος σε καταπληκτική σάλτσα ντομάτας και περήφανος προσέφερε συνοδεία μπόλικης σπιτικής ρετσίνας, που κερνούσε γύρω σε νταμιτζάνες από την πατρίδα του. Τον θείο που στην προηγούμενη επίσκεψη μου στην Αθήνα με πήγε να δω τον Άρη Θεσσαλονίκης, την αγαπημένη μου ομάδα σε αγώνα μπάσκετ με το τοπικό Σπόρτιγκ. «Πολύ μέτρια ομάδα ο Άρης», είχε σχολιάσει μετά το παιχνίδι, ενώ είχα, παρά την ήττα, σχηματίσει διαφορετική εικόνα.

Στην αίθουσα των διεθνών αναχωρήσεων του «Ελληνικού» έψαξα τον Κώστα, τον συνταξιδιώτη και δυνητικό φίλο, απαραίτητο στήριγμα και παρηγοριά στο μακρινό ταξίδι που θα μας έφερνε από την Αθήνα και πάνω από την καρδιά του Midwest μέσω Νέας Υόρκης, στον προορισμό μας. Συζητήσαμε το itinerary και τα προκαταρκτικά σχέδια μας, καταχωνιάζοντας μέσα όσο γινόταν τον ενθουσιασμό, τον ανάμικτο με νευρικότητα και την ευχάριστη αγωνία από την περιπέτεια που ξεκινούσε, ανασκοπήσαμε τις ώρες αφίξεων και αναχωρήσεων σε συνδυασμό με τις διαφορές της ώρας, την υποδοχή ελπίζαμε ότι θα μας επιφυλασσόταν στον τελικό προορισμό, και πήραμε τις θέσεις μας, μακριά ό ένας από τον άλλο, στην καμπίνα του Boeing 747 Ολυμπιακής.

H απογείωση καθυστερούσε. Από τη μνήμη μου περνούσαν, σκόρπια και ασύνδετα, τα απομεινάρια της επίσκεψης με τα παιδιά της Μαθηματικής Εταιρίας το καλοκαίρι πριν την τελευταία τάξη του Λυκείου, αναμνήσεις, από ρηχές ως επί το πλείστον εντυπώσεις, γκρίζες από την απογοήτευση της αποτυχίας, που είχαν αρχίσει από καιρό να ξεθωριάζουν. Τόσο νέοι και ανώριμοι τότε, αν και όχι εξίσου ανέμελοι, βυθισμένοι σε στεγνές μαθηματικές θεωρίες, περήφανοι για τα μυαλά που υποτίθεται κουβαλούσαμε, παρά την ασημαντότητα και τις αμελητέες πνευματικές κατακτήσεις που είχαμε να δείξουμε, θαμπωμένοι από κάποιες ικανότητες να επιλύουμε μάταιους, διεστραμμένους μαθηματικούς γρίφους, και την αυταπάτη ότι είμαστε οι προικισμένοι της ηλικίας μας και ξεχωριστοί. Με το νου τότε καταβεβλημένο από μια στείρα, ατελέσφορη, όσο και επίπονη προσπάθεια, δεν μπορέσαμε να παρατηρήσουμε και αδράξουμε λίγο από τον κόσμο πίσω από το παράθυρα των λεωφορείων που μας πήγαιναν και έφερναν στη Νέα Υόρκη και την Ουάσιγκτον ή από τις περιηγήσεις στους δρόμους και αξιοθέατά τους. Τώρα βρισκόμουν στο κατώφλι του ίδιου κόσμου, κι αυτό που προσδοκούσα ήταν κάτι πιο δημιουργικό, πιο εποικοδομητικό, πιο εντυπωσιακό. Κάτι που θα με έφτιαχνε σαν άνθρωπο. Ένα άλμα στην ζωή.

Μετά από μια αποτυχημένη προσπάθεια απογείωσης το αεροπλάνο επέστρεψε στο σημείο αφετηρίας του, καταμεσής του αεροδρομίου, κάτω από το Αυγουστιάτικο αττικό λιοπύρι: ιδρώτας και νεύρα παρατεντωμένα από το άγχος και μιαν έμφυτη φοβία, που έκτοτε μεγάλωνε και με κυρίευε κάθε φορά που έμπαινα σε αεροπλάνο. Αλλά και πόσους δεν κυριεύει σε μικρό ή μεγάλο βαθμό; Και πόσοι σαν και μένα καταφέρνουν και την κρύβουν επιδέξια; Η ανακοίνωση από τον πιλότο για περαιτέρω καθυστέρηση λόγω «τεχνικού προβλήματος» με αναστάτωσε περισσότερο, αλλά κράτησα τις ανησυχίες μέσα μου. Τελικά, μετά από σχεδόν δυο ώρες κάθιδρης αναμονής στο στενάχωρο κάθισμα απογειωθήκαμε. Πέρα από την Ιταλία άρχισε η μονοτονία της πολύωρης πτήσης. Το γεύμα που μας προσφέρθηκε ήταν νόστιμο και το έφαγα με όρεξη. Όντως «η Ολυμπιακή, ο εθνικός μας μεταφορέας, προσφέρει το καλύτερο φαγητό» -μας είχαν κάποιοι «εθνικά περήφανοι» παραμυθιάσει. Και για την ώρα, πάνω από τον απέραντο Ατλαντικό, μέσα στην ήσυχη και ατάραχη καμπίνα, οι σκέψεις κάποιας αεροπορικής τραγωδίας απομακρύνονταν: είχα ζυγίσει στο μυαλό μου τις πιθανότητές κάποια τέτοια να συμβεί κατά την απογείωση, κατά τη διάρκεια της πλοήγησης, κατά την προσγείωση, και αυτές μειώνονταν δραματικά με τον χρόνο στους ουρανούς. Ανταλλάξαμε μερικές κουβέντες με τον Κώστα και μοιραστήκαμε τις ανησυχίες μας για την άλλη πιθανότητα που είχε αυξηθεί πλέον αισθητά: να χάσουμε την ανταπόκριση μας από τη Νέα Υόρκη για τη Minneapolis και την αβεβαιότητα που κάτι τέτοιο θα  συνεπαγόταν.

Το φιλικό ηλικιωμένο ζευγάρι δίπλα μου, Ελληνοαμερικανοί δεύτερης γενιάς, με ρώτησαν, από κάποιο γνήσιο ενδιαφέρον, που ανάλογό του δεν επιδεικνύουν συνταξιδιώτες στην Ελλάδα, για τον προορισμό μου και τα σχέδια μου στην Αμερική. Ανταποκρίθηκα στη συζήτηση παρά την εσωστρέφειά μου και την έλλειψη αυτοπεποίθησης, μεταξύ άλλων, στο χειρισμό της ξένης γλώσσας και την γενική δυσχέρεια σε αυθόρμητη και πηγαία προφορική έκφραση. Μου μίλησαν με περηφάνια για την «μεγάλη και σπουδαία χώρα» όπου μεγάλωσαν, με θαυμασμό για τον Πρόεδρο τους, τον Ronald Reegan, με αυταρέσκεια για την ελευθερία και αφ’ υψηλού για την ευημερία που ως Αμερικάνοι πολίτες απολάμβαναν, για το αμερικάνικο όνειρο που η κατάκτησή του περιμένει πολλούς ελπιδοφόρους νέους σαν και μένα. Τους άκουγα σκεπτικός και ολιγόλογος, με περιστασιακά χαμόγελα συγκατάνευσης. Είχα τις πολιτικές πεποιθήσεις και προκαταλήψεις μου, αλλά προφανώς δεν ήταν η καλύτερη ευκαιρία να τις εκφράσω. Η γνώμη μου περί πολιτικής αφέλειας της πλειοψηφίας των Αμερικάνων διατηρήθηκε αδιάσειστη· αν μη τι άλλο ενισχύθηκαν από την κουβέντα με το ηλικιωμένο ζευγάρι. Και παραμένει ατόφια μέχρι σήμερα.

Η Αμερική, όμως, ήταν το μέγιστο άγνωστο που συνάρπαζε μυαλό και ψυχή τους μήνες από τότε που μου πήρα το «εισιτήριο» της υποτροφίας. Κάθε αναφορά στο όνομα «Αμερική», κάθε σκέψη και συνειρμός ανάβαν μια φλόγα στα σωθικά. Ο νέος κόσμος, ο άλλος κόσμος, ο μέγας κόσμος -όχι μόνο ως προς τις γεωγραφικές του διαστάσεις· ο γνωστός από τον πολιτιστικό ιμπεριαλισμό του, η «αυτοκρατορία των ψευδαισθήσεων» που μας ψυχαγωγούσε σε τηλεόραση και σινεμά, που προκαλούσε με την απληστία και το ματεριαλισμό και καταναλωτισμό του, αλλά και γοήτευε με το μεγαλείο του στις νέες ιδέες και κατακτήσεις, στην επιστήμη και την τεχνολογία: ο κόσμος της παγκόσμιας υπερδύναμης στρατιωτικής, οικονομικής, πολιτιστικής. Το αντικείμενο των φοιτητικών μας διαμαρτυριών, το ιμπεριαλιστικό τέρας της αντίπερα ιδεολογικής όχθης του ψυχρού πολέμου που πολέμησε και τελικά σάρωσε τα σοσιαλιστικά ιδανικά για κοινωνική δικαιοσύνη, που ως νέους μας είχαν συνεπάρει και παρασύρει σε αυταπάτες, εξακολουθούσε να με μαγνητίζει με ολοένα μεγαλύτερη ένταση όσο το πλησιάζαμε.

Tuesday, September 24, 2024

39 - Αμέρικα: Ιδεολογικοί Συμβιβασμοί

 Το κόμμα πρόκανε και με διέγραψε έγκαιρα: η προοπτική ότι θα  έπεφτα στην αγκαλιά και θα «υπηρετούσα» την ταξική αντίδραση, τον κατ’ εξοχήν ιμπεριαλιστή και de facto εχθρό της οικοδόμησης του σοσιαλισμού, ήταν ασυμβίβαστη με τα άκαμπτα δόγματα στο μυαλό των περισσότερων στελεχών του. Το σοσιαλιστικό και επαναστατικό όνειρο είχε αρχίσει από καιρό να θολώνει και να αργοσβήνει τουλάχιστον στο πνεύμα των συντρόφων ανάμεσά μας που σκάλιζαν τα πράγματα και αντιμετώπιζαν την πολιτική ιστορία της εποχής από κριτική σκοπιά. Η πραγμάτωση του σοσιαλισμού δεχόταν χτυπήματα εντός και εκτός της μάνας-πατρίδας του και το τέλος του, όπως τον ξέραμε, διαφαινόταν πλέον ορατό μέσα από τα κοσμοϊστορικά γεγονότα της εποχής.

Κρατούσα από τότε τους στίχους του Brecht παραμάσχαλα: «ευλογημένη να ‘ναι η αμφιβολία», το μότο του Marx είχε γίνει και δικό μου: “de omnibus dubitandum”. Η αστική και ιμπεριαλιστική προπαγάνδα έκαμε αναμφίβολα καλή χρήση των εξελίξεων για λογαριασμό του, ενώ οι εργολάβοι της άρχουσας τάξης και του δυτικού ιμπεριαλισμού χαμογελούσαν σαρδόνια. Ωστόσο, οι εικόνες που έφταναν πίσω από το «σιδηρούν παραπέτασμα» δεν ψεύδονταν ως προς τους κλυδωνισμούς εκεί. Ήταν εικόνες από την Πολωνία του Γιαρουζέλσκι και του Βαλέσα, ήταν η νομενκλατούρα και γραφειοκρατία για τις οποίες είχαμε από καιρό χλωμή αντίληψη και ανεχόμαστε ως κάτι φυσικό σε αυτήν την «φάση της οικοδόμησης», ήταν τα άδεια ράφια και μια γενική ματεριαλιστική μιζέρια των εργαζόμενων στρωμάτων, η υλική βάση που ο υπαρκτός σοσιαλισμός αποτύγχανε να εξασφαλίσει, ήταν η χαμένη επαναστατική ορμή και όρεξη, ήταν η αδιαφορία που ισοδυναμούσε με απαισιοδοξία για το μέλλον. Το κόμμα και οι ξεψυχισμένοι μηχανισμοί προπαγάνδας του προσπαθούσαν να στιλβώσουν την κατάσταση, να την εξευγενίσουν στα μάτια των δικών του ανθρώπων και της επιρροής του, και άλλες φορές με υπεκφυγές ή παραπληροφόρηση να εμποδίζουν μιαν εις βάθος κριτική ανασκόπηση και ανάλυση, ακόμα και με κραυγαλέο τρόπο να αποκρύψουν ή αναποδογυρίσουν τα αίτια και την ουσία τους, να στηρίξουν απελπισμένα ένα δόγμα και ένα αφήγημα που χανόταν σε ένα νέφος αντιφάσεων. Η μέθοδος, ο διαλεκτικός ματεριαλισμός, ο ενδεδειγμένος τρόπος ανάλυσης, παραμερίστηκε. Από μια θεωρία και ιδέες που είχαν απογυμνωθεί από αστήρικτες υποθέσεις και εικασίες για το δρόμο προς ένα φανταστικό μέλλον και χάνονταν σε μια ομίχλη βυζαντινισμών, ασύνδετων τσιτάτων και κλισέ συνθημάτων, τουλάχιστον παρέμεινε σε πολλούς από εμάς που είχαμε «αποσκιρτήσει» και εγκαταλείψει το όραμα, η κριτική ανάλυση του «άλλου» -του υπαρκτού συστήματος που ζούσαμε, και το πως στην πράξη γυρνούσε ο τροχός στο σύστημα που μοιραία (για να επιβιώσουμε!) είμαστε γρανάζια του.

Το κομμάτι της μεγάλης θεωρίας που στεκόταν ακόμα ακλόνητο, αυτό της κριτικής ανάλυσής του καπιταλιστικού κόσμου, τουλάχιστον μέσα στα όρια – γεωγραφικά και χρονικά - της ζωής που έπρεπε να ζήσω, έγινε εν προκειμένω ένα ατελέσφορο εργαλείο. Με άλλα λόγια ήταν ανίκανο να μου προσδιορίσει το καλύτερο μονοπάτι που θα μπορούσα να ακολουθήσω, καθώς στο κάθε βήμα μου αφομοιωνόμουν βαθύτερα από το σύστημα. Όσο κι αν αργότερα, σε στιγμές περισυλλογής, σε στιγμές που η δουλειά σε αυτό το σύστημα επέτρεπε στην συνείδησή μου να αποσπαστεί και αφαιρεθεί, το ανέλυα και αντιμετώπιζα όπως θα έπρεπε: με κριτική διάθεση, με το αγιάζι μιας καλοπροαίρετης αμφισβήτησης, αλλά χωρίς πρακτική επίπτωση στον κόσμο γύρω μου. Η κριτική από μόνη της δεν αλλάζει τον κόσμο. Ίσως, μαζί με τον διάλογο, βοηθάει στο να τον κατανοήσουμε καλύτερο. Κάτι είναι και αυτό.

Μαζί με το κομμάτι της κοσμοθεωρίας που κράτησα, έμειναν και ορισμένες προκαταλήψεις που η φοιτητική διαδρομή μέσα από την οργάνωση και το κόμμα κληροδότησαν, που όμως μπορεί να μην είχαν ούτε ιστορική βάση και συχνά δεν αποδεικνύονταν εποικοδομητικές στην ανάλυση τρεχόντων γεγονότων και εξελίξεων -για το σχηματισμό μιας όσο γινόταν ορθολογικής πολιτικής, πόσο μάλλον προσωπικής στάσης, μιας στάσης ζωής. Όποτε γινόταν πολιτική κουβέντα, ακόμη και με διαλλακτικούς συνομιλητές, μεταμορφωνόμουν σε ένα δογματικό και επιθετικό πνεύμα αντιρρήσεων. Ως γνωστόν, για την υπεράσπιση της οιασδήποτε πολιτικής στάσης, επιχειρήματα και αντι-επιχειρήματα βρίσκονταν· λογικοί συνειρμοί και σκέψεις παραπατούν (ή βρίσκουν το δρόμο τους δύσκολα) ανάμεσα στον κυκεώνα των γεγονότων, της αιτίας και του αιτιατού τους συγχρόνων και παρελθοντικών, γνωστών και άγνωστων από τους συζητητές, γεγονότων συσχετιζόμενων άλλοτε με μια χαλαρή συνάφεια, άλλοτε αναπόσπαστα. Σε τέτοιους αέρινους διαλόγους οι περισσότεροι κάναμε μια στροφή γύρω από τον ατομικό μας άξονα και επιστρέφαμε στις αρχικές μας συντεταγμένες και θέσεις. Στις στιγμές διαλογισμού και αυτοκριτικής διαπίστωνα  ότι τα όρια ανάμεσα σε φαινομενικά αμοιβαία αποκλειόμενες απόψεις ήταν ασαφή. Τις εξελίξεις, κατάλαβα σχετικά γρήγορα, ότι δεν μπορούσαμε να τις προδιαγράψουμε. Η κριτική γινόταν χάριν και μόνον της κριτικής, όντας ως κοινοί θνητοί  υποταγμένοι σε μια πραγματικότητα που μας ξεπερνούσε και πολύ ισχυρότερες εξωτερικές δυνάμεις.

Ασυμβίβαστος και ανένδοτος όμως στα λόγια και στις κουβέντες με άλλους δεν σήμαινε απαραίτητα, και ασυμβίβαστος με την εξωτερική πραγματικότητα. Είχα μπαρκάρει ένα καράβι για το μεγάλο ταξίδι, χωρίς να έχω εικόνα για τις φουρτούνες που θα έβρισκα στο δρόμο μου, καμιά ιδέα για τον τελικό προορισμό. Στα λιμάνια καθ’ οδόν μας θα δινόταν ευκαιρίες για αναθεώρηση, για ξεκίνημα κάποιου παράπλευρου ή διαφορετικού ταξιδιού, αλλά πάντα με ανάλογες αβεβαιότητες και ανασφάλεια για την συνέχεια. Οι περισσότεροι, τέλος πάντων, επιπλέουμε και φτάνουμε κάπου. Και αυτό μπορεί να είναι αρκετό για να δικαιώσει το οποιοδήποτε μακρύ ταξίδι.

Sunday, September 22, 2024

38 - Πληγωμένος Ανδρισμός πριν το Αντίο

Ο ανδρισμός, αυτό το βιολογικό αναπόφευκτο που κουβαλάμε από μικρά αγόρια, αυτό που συνήθως το libido επιβεβαιώνει και οι ερωτικές σχέσεις ενισχύουν, φαίνεται να άγγιζε ένα απόγειο και να κορυφωνόταν στην συντροφιά της Ε. Δεν αρκεί μόνον ο έρωτας, και στην Ε ήθελα κάθε φορά να αποδεικνύω, πέρα από πρωτοβουλίες και την φυσική επιβολή στην ερωτική πράξη, έναν πιο θεμελιώδη δυναμισμό, το θάρρος και την γενναιότητα στις αντίξοες περιστάσεις που απαιτούσαν την εκδήλωση όλων αυτών των χαρακτηριστικών του «ανδρισμού» -συνάρτηση τόσο προπατορικών και βιολογικών καταβολών, όσων και διάφορων εθνικών και διεθνών στερεότυπων για το τι συνιστά «ανδρισμό».

 Ο «ανδρισμός» αυτός, που μέχρι τότε εκδήλωνα κυρίως στην ιδιαιτερότητα ενός κλειστού δωματίου, είχε προσβληθεί βάναυσα μπροστά στα μάτια της ερωμένης και συντρόφου μου, είχε ταπεινωθεί και καταρρακωθεί στην τελευταία έξοδό μας στη Θεσσαλονίκη πριν την αναχώρηση για την ξενιτιά. Επιστρέφαμε αργά ένα βραδινό από την Κρήνη, μετά από φαγητό σε μια από τις ψαροταβέρνες της, όταν ένας τύπος καβαλάρης μιας φαντασμαγορικής πολλών κυβικών μοτοσυκλέτα και κάτοχος μιας αγέρωχης γκόμενας στο πίσω κάθισμα, με προσπέρασε καθώς επιβράδυνα το κακομοίρικο Yugo που οδηγούσα μπροστά σε ένα φανάρι που το κίτρινο χρώμα του άλλαζε σε κόκκινο. Προσπερνώντας δίπλα από το ανοιχτό παράθυρο μου πέταξε: «Τι σταματάς, ρε, κοιμισμένε!» (Στην Ελλάδα, τέτοιες ώρες σε τέτοια φανάρια, δεν σταματάμε στο κόκκινο πόσο μάλλον επιβραδύνουμε στο κίτρινο.) Απάντησα με μιαν αυθόρμητη χειρονομία, απορίας και διαμαρτυρίας, εκνευρισμού και θυμού, βγάζοντας και σηκώνοντας το χέρι μου από το παράθυρο. α μπορούσε να ερμηνευθεί: «Τι λάθος έκανα και φωνάζεις;» ή, έστω, «Τι θέλεις, τώρα κι εσύ, ρε μαλάκα;». Ή και ως εκδήλωση στιγμιαίας αγανάκτησης από μιαν αδικαιολόγητα απρόκλητη συμπεριφορά.

Είδε το υψωμένο μου βραχίονα από το καθρεφτάκι του. Ίσως και να προσδοκούσε μια αντίδραση. Επιβράδυνε, μέχρι που σταμάτησε μπροστά μου στο φανάρι, για να γυρίσει και φωνάξει: «Μη μου σηκώνεις το χέρι εμένα, γιατί θα σε διαλύσω!» Αγριοκοίταξε το σαστισμένο πρόσωπο μου. Πάγωσα άφωνος, μάζεψα το χέρι μου μέσα από το παράθυρο. Είχα αναστατωθεί και αγανακτήσει μέσα μου, και συνάμα ντροπιαστεί. Η Ε δίπλα μου άγγιξε το χέρι, που έσφιγγε τρεμάμενο το μοχλό των ταχυτήτων και μου είπε: «Άσε το καλύτερα, μη δίνεις συνέχεια…» Η οργή μου είχε φουντώσει τόσο όσο λίγες φορές στον παρελθόντα βίο. Ένιωσα το αίμα μου να βράζει, τους χτύπους της καρδιάς να αντηχούν στους κροτάφους μου. Κάτι μέσα μου φώναζε και με παρακινούσε να πατήσω το γκάζι, να καρφώσω το αμάξι μου στη μοτοσυκλέτα του απαράδεκτου υβριστή. Αυτοσυγκρατήθηκα με τον εγωϊσμό και τον περίφημο ανδρισμό πληγωμένους, το αίσθημα της βαθιά προσβολής που είχα υποστεί, με την Ε ως μάρτυρα, να με πλημμυρίζει.

Το επεισόδιο εκείνο το κουβαλούσα στη μνήμη μου για πολλά χρόνια, ακόμη και το τέλος της σχέσης με την Ε. Στη σκέψη πάντα βάραινε η αντίδραση στην προσβολή που δίστασα να πάρω, η δειλία να σηκώσω το μικρό μου ανάστημα που το ένιωσα μικρότερο. Το σιωπηρό ταπεινωτικό ζάρωμα πίσω από το παρμπρίζ του αυτοκινήτου. Σε τέτοιες περιπτώσεις διαπληκτισμών, επιθετικότητας, προσβολής του εγωϊσμού ή ταπείνωσης αυτού που περιγράψαμε ως «ανδρισμό» (κατά τα εκάστοτε κοινωνικά σταθμά και πρότυπα), κατάλαβα ότι το ένστικτο της αυτοσυντήρησης, του περιορισμού των σωματικών, υλικών και ψυχικών απωλειών, θέτει κάτι γρανάζια της λογικής σε κίνηση: αποφασίζουμε και ενεργούμε όχι τόσο με πρόθεση να βλάψουμε αυτόν που μας επιτέθηκε και να αντιδράσουμε συμμετρικά ή ασύμμετρα, όσο και να το επιθυμούμε, όσο να διαφύγουμε από μιαν κατάσταση ασφαλείς και ακέραιοι. Με τέτοιες σκέψεις, η οργή που με κυρίευε κάθε φορά στην θύμηση του περιστατικού (το γούρλωμα των ματιών, το αναψοκοκκίνισμα του προσώπου για μιαν εκδίκηση που ήθελα και, ίσως, έπρεπε να ασκήσω για διασώσω μιαν αφηρημένη «αντρίκια τιμή», αλλά δεν πήρα εκεί και τότε), κάπως υποχωρούσαν. Το πόσο πληγώνεται ο εγωϊσμός ή πόσο μας επηρεάζει μια δειλή υποχώρηση σε περιστατικά με επίκληση στο θάρρος, σημαντικό ρόλο παίζει το αν η σχετική σύγκρουση συνέβη παρουσία άλλων, ιδιαίτερα ανθρώπων, ιδιαίτερα γυναικών, ιδιαίτερα ερωμένων, στα μάτια των οποίων το θάρρος και ο «ανδρισμός», που υποτίθεται το κουβαλάει περίσσιο, αποκτούν και έχουν σημασία. Στις περιπτώσεις εκείνες που έχουν σημασία (και στον κόσμο μας έχουν και μάλιστα μεγάλη) ο άντρας-προστάτης οφείλει να αντιδρά ισόβαρα και ευθέως, ανοιχτά και επί τόπου, εκτός αν δεν διαθέτει την αντρική γενναιότητα ή αν το θάρρος τον εγκατέλειψε -υπό την επίδραση ή όχι της λογικής.

Η ζωή μας με την Ε τελικά συνεχίστηκε για πολύ καιρό μετά, φαινομενικά ανεπηρέαστη. Για μένα εκείνο το σημαδιακό επεισόδιο, που συχνά στο μυαλό μου, μάλλον χωρίς λογική βάση, τα συνέδεα καμιά φορά με τα σχόλια της για την κακή μου επίδοση το πρώτο απόγεμα του έρωτα, επίδρασε αρνητικά σε μιαν ήδη χαμηλή από γεννησιμιού, εύθραυστη αυτοπεποίθηση, που, δυστυχώς, το περιβάλλον στο οποίο μεγάλωσα κάθε άλλο παρά συνέβαλλε στο να ενισχυθεί. Θα μάθαινα να ζούσα χωρίς πολλήν αυτοπεποίθηση.  

Γυρίσαμε με χαμηλό το ηθικό, αργά το βράδι στην γειτονιά της, όπου την άφησα. Θα έμενε ένα ακόμα απόγευμα, το τελευταίο, που μέσα από δακρυσμένα φιλιά, μια καρδιά ασήκωτη από τον καημό του χωρισμού, τελικά την αποχαιρέτισα στο διαμέρισμα της Συγγρού. Το άλλο πρωϊνό, με την αυγή, θα έφευγα για την Αθήνα και από εκεί για την Αμερική. Είχαμε δώσει τον λόγο μας, τις υποσχέσεις μας. Η αγάπη μας ήταν ακόμα μεγάλη, για μένα τουλάχιστον φαινόταν ανυπέρβλητη. Τα δάκρυα του χωρισμού αποτελούσαν καλή απόδειξη. Είμαστε νέοι, και είχαμε τον χρόνο με το μέρος μας. Η αγάπη και τα κορμιά μας είχαν μέλλον. Ένα προσωρινό νοητό χάσμα, από το περιστατικό που κατέστρεψε την τελευταία μας βραδιά, θα γεφυρωνόταν με γράμματα και τηλεφωνήματα. Θα βρισκόμαστε ξανά μέσα από ακατάβλητους πόθους σε τόπους μακρινούς, θα αρχίζαμε καινούργιες ζωές.

Wednesday, September 18, 2024

37 - Στερνές Διακοπές

Μια βδομάδα με την Ε στις Σποράδες, τον Ιούλη, μετά τη λήξη και της τελευταίας ακαδημαϊκής χρονιάς, μας βοήθησαν να ξεχαστούμε κάπου μακριά, να αλαφρώσουμε για λίγες μέρες τις ψυχές μας από τον καημό του επερχόμενου αποχαιρετισμού. Στην αποβάθρα της Σκιάθου ένα νεαρό παιδί, μας πλησίασε, ανάμεσα στα πλήθη των επιβατών που αποβιβάζονταν και έσμιγαν με όσους προσδοκούσαν την άφιξη του καραβιού. Η αποβίβαση τουριστών στην αποβάθρα σα να ήταν το γεγονός της μέρας· οι τουρίστες θα έφερναν κάποιο μάνα εξ ουρανού στην ντόπια οικονομία. Η Ελλάδα της μεταπολίτευσης διψούσε όσο ποτέ στην προηγούμενη της ιστορία για τουριστικό εισόδημα και πουλούσε τα κάλλη της. Γινόμασταν οι «σερβιτόροι της Ευρώπης» παρά τα ψευδο-οράματα του Παπανδρέου για τα τραίνα πληροφορικής που θα προλαβαίναμε να καβαλήσουμε.

Το έμπειρο, παρά το νεαρό της ηλικίας, και αετίσιο μάτι του μας έκοψε εύκολα ως πρωτόφαντους στο νησί. Μας πρότεινε και πρόσφερε ένα «καλό δωμάτιο». Το ακολουθήσαμε το παιδί, ως αθώοι και αφελείς, ως οι αρχάριοι τουρίστες με ελάχιστη εμπειρία που είμαστε, σέρνοντας τις βαλίτσες μας, αγκομαχώντας ιδρωμένοι κάτω από τον στυγνό ήλιο μέσα από στενά δρομάκια και ατέλειωτες σειρές από σκαλοπάτια, προς την κορυφή του λόφου που υψωνόταν πίσω και γύρω από το λιμάνι. Το παλιό, παραδοσιακό σπίτι που η φιλοξενία του μας προσφέρθηκε είχε ένα μικρο δωμάτιο κρυμμένο πίσω από μιαν κουζινούλα. Στο ντιβάνι σε μια γωνιά της ήταν ξαπλωμένος ένας αμίλητος γέρος που κοιτούσε το ταβάνι κατάκοιτος. Απογοήτευση. Τόσο χαμαλίκι για το τίποτε;

Πέρασε γρήγορα και από των δυο μας το μυαλό ότι εκείνο το μίζερο δωμάτιο στην κορυφή του λόφου -και οι ματιές που ανταλλάξαμε σιωπηρά συμφώνησαν, δεν ήταν το καταφύγιο που χρειαζόμαστε και επιθυμούσαμε για να απολαύσουμε τις λίγες αποχαιρετιστήριες ερωτικές στιγμές που μας έμεναν. Ξεπέρασα τα εμπόδια που η έμφυτη συστολή αραδιάζει μπροστά μου σε τέτοιες περιπτώσεις και φαντάζουν ανυπέρβλητα, τις σκέψεις και τη λύπηση για το φτωχικό περιβάλλον, για τους κακόμοιρους ντόπιους που ήθελαν να μας φιλοξενήσουν για λίγες δραχμές ανάγκης, για τον ανήμπορο γέρο στο ντιβάνι. Ύψωσα το ανάστημα μου, απέναντι στην επιτακτικότερη ανάγκη να διασώσουμε και φουντώσουμε πάση θυσίας νησιωτική φλόγα που το νησιώτικο καλοκαίρι του ήλιο και της θάλασσας υπόσχεται σε νέα ζευγάρια, και αρνήθηκα με ευθύτητα. Φύγαμε σέρνοντας τα μπαγάζια και μέσα μας αρκετές ενοχές που όμως ξεχάστηκαν λίγο παρακάτω στην κατηφοριά.

Ξανακατεβήκαμε στην προκυμαία. Tα πλήθη των τουριστών και υποδοχέων τους, ντελάληδων ενοικιαζόμενων δωματίων είχαν αραιώσει. Οι περισσότεροι από τους επιβάτες του πλοίου, κατά τα φαινόμενα, είχαν βρει τους δρόμους και τα καταλύματά τους. Ήταν αργά το απόγεμα, το σούρουπο δεν θα αργούσε να πέσει πάνω από το νησί. Η εμπειρία του προηγούμενου χρόνου με την Ε στις Κυκλάδες, η λαχτάρα της απόλαυσης λίγων μερών διακοπών με μιαν γυναίκα που είχα ερωτευτεί και πόθησα όσο καμιάν άλλη μέχρι τότε, με έκαμε να ανησυχώ, να αγγίζω τα όρια του πανικού. Το τουριστικό γραφείο στο λιμάνι απέναντι από την αποβάθρα που ρωτήσαμε δεν είχε τίποτε να μας προσφέρει. Στο δρόμο μπροστά που σταθήκαμε να αναλογιστούμε τι θα κάναμε πέρασε, για καλή μας τύχη, ένας νεαρός Σκιαθίτης με το παπάκι του. Βλέποντας μας αμήχανους, χαμένους και ανίδεους έξω από ένα γραφείο ενοικιάσεων, ρώτησε αν χρειαζόμαστε δωμάτιο. Ίσως, κάποιος να του είχε ρίξει σύρμα, ίσως το ψάρεμα τουριστών στην αποβάθρα νωρίτερα να μην απέδωσε καρπούς. Περιθώρια διαπραγμάτευσης δεν υπήρχαν· χρειαζόμασταν δωμάτιο. Χωρίς πολλές κουβέντες, ο Σκιαθίτης πήρε την Ε και μερικές από τις αποσκευές μας στο μοτοσακό του, εγώ ακολούθησε πεζός προς την κατεύθυνση που υπόδειξε.

Το δωμάτιο ήταν στο πάνω πάτωμα ενός ανακαινισμένου παλιού σπιτιού στα περίχωρα της πόλης, με το μπαλκόνι να βλέπει μια μικρή αυλή σκιασμένη από ένα κλήμα. Δεν ήταν άσχημο και πήρα μια ανάσα ανακούφισης. Τουλάχιστον θα είχαμε την ιδιαιτερότητα του αυτόνομου δωματίου, το ελάχιστο που ζητούσαν οι λίγες μέρες που μας έμεναν. Δυο ξεχωριστά μονά κρεβάτια σε απέναντι άκρες του δωματίου, που αναγκαστικά θα μοιραζόμαστε για τα λίγα λεπτά της ερωτικής πράξης, απείχαν πολύ από μιαν ονειρική κατάσταση και, βέβαια, θα ακύρωναν πολλές από τις θελκτικές προσεγγίσεις και επαφές, συναισθηματικές και σαρκικές, που αυτή η πράξη συμπεριλαμβάνει: με το τέλος της νύχτας θα χωρίζαμε, χωρίς αγκαλιές, χωρίς επιλόγους, κουρασμένοι, αναψοκοκκινισμένοι, τσιμπημένοι από κουνούπια, για έναν ατομικό απομακρυσμένο ύπνο στην άλλη άκρη του δωματίου. Μέχρι τότε είτε αγνοούσα ή υποτιμούσα την σημασία του λεγόμενου ρομαντικού και συναισθηματικού στοιχείου, που κρύβεται πίσω από το μοίρασμα ενός «στρώματος για δυο», την αίσθηση δύο κορμιών που τα παίρνει ο ύπνος δίπλα, το ανεπαίσθητο άγγιγμα χεριών και ποδιών, το άκουσμα της αναπνοής του συντρόφου, τη θέα ενός γαληνεμένου, όμορφου προσώπου που ακόμα θα κοιμάται μετά το πρωϊνό σου ξύπνημα, την συνέχεια του ξανασμιξίματος το πρωί· και, ίσως αργότερα στην ζωή, την ηρεμία και την θαλπωρή και την σιγουριά μπροστά στην καινούργια μέρα που ξημερώνει, την εγγύηση ότι η ερχόμενη μέρα θα έχει και αυτή υποσχέσεις, δεν θα φέρει μοναξιά. Την ευτυχία που προσφέρουν τέτοιες αισθήσεις δεν τις είχα νιώσει ακέραιες στο σύνολό τους μέχρι τότε, ούτε με την Ε, ούτε με προηγούμενες σχέσεις. Δεν στοιχειοθετούσαν την ανεμελιά ατίθασων φοιτητικών χρόνων που δεν την πολυνοιάζει το αύριο ούτε η θαλπωρή μιας σταθερής φωλιάς. Εκείνη η ζωή που άφηνα πίσω κυλούσε μια χαρά και χωρίς τέτοια συναισθήματα καθώς το κύριο μέλημα του νου ήταν σε πρόσκαιρες σαρκικές απολαύσεις. Αν τέτοιες αισθήσεις θα αποκτούσαν βαρύτητα αργότερα στην ζωή το αγνοούσα. 

Στις λίγες μέρες στη Σκιάθο, στις εξορμήσεις με το λεωφορείο ή με καραβάκι όπου ήταν διαφορετικά απροσπέλαστες, στις εκδρομές στη Σκόπελο και την Αλόννησο, ξαλαφρώσαμε από το βάρος του αποχαιρετισμού. Ήταν ώρες που τον ξεχνούσαμε ολωσδιόλου. Αφημένοι, αφαιρεμένοι κάτω από τον ήλιο, με μόνον την ευτυχία που φέρνει ο έρωτας, και το πάθους να καίει μέσα μας στις αμμουδιές των Κουκουναριών και της Μπανάνας των γυμνιστών, της έρημης ακρογιαλιάς της κρυμμένης πέρα από έναν ελαιώνα και πίσω από βράχια. Εκεί η Ε τόλμησε, ή μάλλον έσπευσε, να γδυθεί. Δεν με εξέπληξε. Εγώ, ανασηκωμένος, ακουμπισμένος στους αγκώνες απολάμβανα τη θέα του ολόγυμνου κορμιού της, της υπέροχης μέσης που λικνιζόταν, να περπατάει με ανάλαφρα βήματα πάνω στην καυτή άμμο –χωρίς αίσθηση πόνου, με φόντο την ήρεμη, αστραφτερή θάλασσα, και μετά να σκύβει ανέμελα προβάλλοντας τις καμπύλες που είχα το μοναδικό προνόμιο να ψηλαφώ τα βράδια, να βυθίζεται με απαλές κινήσεις στο νερό, να μου γνέφει να έρθω δίπλα της. Η στύση κάτω από την πετσέτα ήταν αναπόφευκτη κάτω από τις περιστάσεις και, λίγο παραπέρα από παρέες ώριμων, καβουρντισμένων βορειοευρωπαίων γυμνιστών με άλλες, ουδέτερες σκέψεις στο μυαλό τους, καθηλώθηκα μακριά της. Τελικά, με μεγάλη προσπάθεια κατάφερα να στρέψω του συνειρμούς και τη φαντασία σε άλλες πιο αθώες σκέψεις, πριν αψηφήσω το ανθρώπινο περιβάλλον και βουτήξω κι εγώ ολόγυμνος στο πλάι της. Η αγκαλιά της Ε και η αίσθηση της δροσιάς του νερού στο σώμα αντάμειψαν την όχι ευκαταφρόνητη νοητική θέληση που επιστράτευσα.

Πέρασαν ανέμελα οι λίγες μέρες, όπως όφειλαν να περάσουν ανάμεσα σε δυο ανθρώπους με τον ακόμα άγουρο έρωτα τους. Πέρασαν γρήγορα, σε εκδρομές με βάρκα σε άβατες παραλίες της Σκιάθου, με το καράβι της γραμμής στην Αλόννησο και την Σκόπελο, με περιηγήσεις στα δρομάκια της πόλης, με ποτά και μουσικές σε μισοσκότεινα, μοναχικά μπαράκια τα βράδια, με άβολο έρωτα σε ένα από τα στενά κρεβάτια, που ήταν περισσότερο εκτόνωση από τις αισθησιακές εκστάσεις της μέρας, το σβήσιμο μιας φωτιάς που το ελληνικό καλοκαίρι, ο ήλιος και η ζέστη, ανάβουν μέσα σε ιδρωμένα νεανικά κορμιά. Κάθε μέρα. Ο έρωτας ήταν ανάμεσά μας ακόμα νεαρός, σχεδόν παρθένος στην απομόνωση ενός νησιού. Ένιωθα ότι είχε, αυτός ο έρωτας, πολύ δρόμο μπροστά, αναρίθμητες πτυχές και εκδοχές, πριν την ωρίμανση. Στο τέλος της νύχτας, η κούραση και ένα κενό που πρόκυπτε μέσα μου τουλάχιστον από την εκτόνωση των αισθήσεων και τον καταλάγιασμα του πόθου, κατέφευγα για ύπνο στο κρεβάτι στον απέναντι τοίχο του αχανούς γυμνού χώρου του δωματίου που χώριζε τα κρεβάτια μας. Τώρα που το αναλογίζομαι, εκείνη η κουρασμένη απόσυρση μπορεί να εξασφάλιζε μιαν προσωρινή άνεση κι έναν σχετικά ατάραχο ύπνο, αλλά, μη έχοντας ως τότε μοιραστεί ολάκερες νύχτες με τις λίγες ερωτικές συντροφιές που μου έλαχαν, δυνητικά άνοιγε μονοπάτια για συναισθηματική απόσταση και τελική αποξένωση. Η ευκαιρία για μια βδομάδα του μέλιτος, όπως πολύς κόσμος την φαντασιώνεται μέσα από ταινίες και διαβάσματα, μάλλον δεν πραγματοποιήθηκε. Αλλά οι διακοπές της Σκιάθου και οι ευκαιρίες που πρόσφερε να έρθουμε πιο κοντά ο ένας στον άλλον, ψυχή τε και σώματι, και μόνον λίγες από τις οποίες καταφέραμε να αδράξουμε, βρίσκονταν στην αρχή της αισθηματικής πορείας με την Ε, και όχι κοντά σε κάποιο τέλος, ώστε τέτοια πράγματα να μας απασχολούν.  

Saturday, September 7, 2024

36 - Μια Επιστημονική Φιλία

Από εκείνο το βράδυ στην Πάνω Πόλη η φοιτητική παρέα άρχισε να σκορπίζεται κι ο καθένας να παίρνει το δρόμο του. Το υπόλοιπο του χρόνου που μου έμενε στην Ελλάδα, τις λιγοστές βδομάδες του Ιούλη του 1986, τις αφιέρωσα στην τελευταία μεγάλη μου αγάπη και λιγότερο στην οικογένεια, ανάμεσα σε αυτό που λέμε «συγκεκριμενοποίηση του προγράμματος» για το άμεσο μέλλον και διάφορες γραφειοκρατικές μέριμνες – διαβατήριο, συνάλλαγμα, βίζες, κτλ., προετοιμασίες για το ταξίδι που, ίσως περιέργως, διατηρούν το ηθικό και την αισιοδοξία του ανθρώπου σε ψηλά επίπεδα. Πριν φύγω για τα ξένα όφειλα έναν ακόμα αποχαιρετισμό: στον έναν από του δασκάλους που έπαιξε κεντρικό ρόλο κατά την τελευταία χρονιά μου στο πανεπιστήμιο και, ως ένα βαθμό, καθοριστικό στις αποφάσεις μου για το μέλλον και την προδιαγραφή του.

Με τον Δ, άγνωστοι μέχρι την έναρξη της τελευταίας χρονιάς όταν παρουσιάστηκε εκ του μη όντος στην σχολή για να αναλάβει, μετά την απόλυσή του από το στρατό, τα καθήκοντα του λέκτορα, ξεκινήσαμε μιαν κατά τα φαινόμενα τυπική και αποκλειστικά επιστημονική συνεργασία, η οποία θα μπορούσε κάλλιστα να είχε παραμείνει ψυχρή και απρόσωπη, όπως συνήθως συμβαίνει ανάμεσα σε «επιβλέποντες» και «μαθητευόμενους», και στεγανή από μιαν ανθρώπινη επικοινωνία και επαφή, καθώς περιστρεφόταν εν πολλοίς γύρω από εξισώσεις, διαγράμματα, και συγγραφή τεχνικών άρθρων. Παρόλα αυτά, μέσα από αυτήν αναπτύχθηκε μια αμοιβαία εκτίμηση μέχρις και μια ιδιότυπου χαρακτήρα φιλία. Και η φιλία αυτή μόνον «ιδιότυπη» θα μπορούσε να είναι, καθώς ο Δ ήταν σεσημασμένα μια ιδιόρρυθμη και εκκεντρική προσωπικότητα. Διέθετε μια ομολογουμένως αξιοθαύμαστη ευφυΐα και ευστροφία, που την εκδήλωνε με ετοιμολογία, ευφυολογήματα και πολυγνωσία. Συντηρητικός στις απόψεις του για την πολιτική και την κοινωνία, ασορτί με την φυσιογνωμία και εμφάνιση του: ένα παλαιομοδίτικο μουστάκι, κάτω από μαύρα μαλλιά χτενισμένα με μια αυστηρή χωρίστρα στο πλάι, «καβαφικά» στρογγυλά γυαλιά, γραβάτα σε πουκάμισο με σκληρό κολλάρο, κάτω από ένα αμάνικο πουλόβερ, σακάκι με μπαλώματα διανοουμένων κάτω από τους αγκώνες. Μοναδική παρέκκλιση από τα στερεότυπα που θα σχηματίζαμε για καθηγητές από  άλλες, παλιές εποχές ήταν το Mini Morris που οδηγούσε. Χωρίς πολλούς φίλους ο ίδιος, περήφανος απόγονος φιλόλογου «λόγιου του έθνους», προνομιούχο πλουσιόπαιδο ως γιος ξενοδόχου, αριστούχος, αφοσιωμένος σχεδόν μονόπλευρα σε ένα στενό και στείρο, θεωρητικό επιστημονικό αντικείμενο (από αυτά που πολλοί  Έλληνες ακαδημαϊκοί και ερευνητές καλούνται να θεραπεύσουν ελλείψει ευρύτερης τεχνολογικής και παραγωγικής βάσης στην χώρα), προορισμένος να κληρονομήσει τον θώκο του καθηγητή που τον γαλούχησε επιστημονικά, με κάλεσε λίγες μέρες πριν από τον ξενιτεμό μου στο σπίτι του: για να ξεφύγουμε από τις διεστραμμένες θεωρίες που μας ταλάνιζαν στο γραφείο του με τις ώρες, να πιούμε ένα ποτό, να μου διηγηθεί την ιστορία της οικογένειας και του ονόματός του, να προσχεδιάσουμε κάποιο μέλλον συνεργασίας μετά τις σπουδές μου. Είχα κατακτήσει πλέον κι εγώ την βαθιά εκτίμησή του.  

Στη μοντέρνα μονοκατοικία του στο Πανόραμα, στο χωριό που κοιτάζει αφ’ υψηλού την πόλη και στεγάζει πανεπιστημιακούς, βιομήχανους, μεγαλέμπορους, την αφρόκρεμα της μεσαίας τάξης, εν ολίγοις, την «πλουτοκρατία» της Θεσσαλονίκης, θα γνώριζα τη νεαρή και όμορφη Ρουμάνα τότε γυναίκα του που, όπως μου είχε πει, μετά από ένα προξενιό αδιευκρίνιστων λεπτομερειών, πήγε οδηγώντας ο ίδιος αυτοπροσώπως και την έφερε από την Ρουμανία του Τσαουσέσκου, για να την παντρευτεί και να την ανασύρει έτσι από μιαν μίζερη ζωή πίσω από το «Σιδηρούν Παραπέτασμα». Συστηθήκαμε αμήχανα, πριν γρήγορα αποσυρθεί αμίλητη στα εσώτερα του διαμερίσματος για να αφήσει στην ιδιαιτερότητά μας να απολαύσουμε το ουίσκι που πρόσφερε ο Δ στο τραπεζάκι δίπλα στο πιάνο του ζεστού σαλονιού του. Η ψυχρότητα ανάμεσα σε ένα σχετικά νιόπαντρο ζευγάρι ήταν εκ πρώτης όψεως εμφανής. Έφταιγε κάποιο γλωσσικό ή πολιτιστικό φράγμα; Ίσως στην αρχή να υπήρξε κάποιος έρωτας, αλλά σχημάτισα εξαρχής την εντύπωση ότι ο Δ την παντρειά την αντιμετώπιζε σαν την τακτοποίηση μιας ακόμα εκκρεμότητας: από τις πολλές που επιφυλάσσει η ζωή ενός ακαδημαϊκού και δημοσίου «λειτουργού». Σαν αυτές των πτυχίων και των ακαδημαϊκών τίτλων, των δημοσιεύσεων, του μεγάλου σπιτιού, σαν αυτή της επαγγελματικής εξέλιξης και μονιμοποίησης, της τακτοποίησης των παιδιών κατά προτίμηση μέσα από το ίδιο μονοπάτι και κάτω από το ίδιο δέντρο. Θα συνετέλεσε σε κείνη την ψυχρή και αμίλητη σχέση και μια απώλεια που ακύρωσε ένα από τα βασικά ζητούμενα του γάμου.  

Στο θάνατο του νεογέννητου μωρού του, που μου τον ανακοίνωσε μέρες μετά από αυτό καθαυτό το συμβάν ως μια θλιβερή ασυνέχεια σε μια μέχρι τότε ομαλή ζωή και με τον δικό του ιδιόρρυθμο του τρόπο και χωρίς υστερία («Κουβάλησα το μικρό φέρετρο με τα ίδια μου τα χέρια και το κατέβασα στον τάφο…») είδα στον Δ το ανθρώπινο πρόσωπο μακριά από μαθηματικές εξισώσεις, τα papers, και την επιστημονική έρευνα που τον συνάρπαζε. Εκτίμησα την υπομονή και επιμονή του να με στηρίξει στα τελευταία βήματα μου πριν την αποφοίτηση, παρά την οδύνη -μικρή ή μεγάλη δεν αντιλήφθηκα, την οποία όμως, καθώς δεν την εκδήλωνε, έβρισκα δύσκολο να συμμεριστώ και να εκφράσω συμπάθεια. Ο θάνατος του παιδιού φαίνεται ότι αποδείχτηκε ένα καθοριστικό συμβάν, μεταξύ άλλων, στον τερματισμό του γάμου του λίγο καιρό αφότου μετανάστευσα. Στην επιστροφή μου από την ξενιτιά βρισκόταν ήδη σε προχωρημένη σχέση με μια από τις πρώην φοιτήτριες του. Μόνον ως ένα βαθμό κάποιος μπορεί να προδιαγράψει το μέλλον του ακόμα και στη νηνεμία μιας κοινωνίας όπως η ελληνική.      

Στο αποχαιρετιστήριο ραντεβού για «ένα ποτό» στο Μανδραγόρα διέκρινα ένα βλαστάρι φιλίας να έχει φυτρώσει, παρά και πέρα από την επιστημονική σχέση και τα papers, παρά τις εξακριβωμένες ιδιορρυθμίες στη συμπεριφορά, παρά τις διάφορες αποστροφές του λόγου που αποξένωναν ή και προσβάλλαν τον συνομιλητή του. Θα με περίμενε να γυρίσω από το ταξίδι μου· θα μπορούσα να στηριζόμουν πάνω του στο ξεκίνημα της καριέρας μου μετά την επιστροφή στην Ελλάδα και το στρατό, για μια καινούργια, ευρύτερη, παραγωγικότερη συνεργασία που -ήταν βέβαιος!- θα ανθοφορούσε με τον ίδιο ωριμότερο και επαγγελματικά εξελιγμένο, και όχι τον «Μήτσο» τον πρόσφατα απολυμένο φαντάρο, την τελευταία τρύπα του ζουρνά στη σχολή τότε που ανέλαβε να με επιβλέψει. Και εμένα οπλισμένο με περισσότερες γνώσεις και εμπειρίες και, φυσικά, ένα αξιοπρεπές μεταπτυχιακό δίπλωμα. Είχα τις ευχές και την ευλογία του. Το επανέλαβε: «Θα σε περιμένω! Υποσχέθηκα στον εαυτό μου να μην σε αφήσω ούτε μια μέρα άνεργο!» Η απόρριψη του άρθρου που γράψαμε και υποβάλλαμε για κρίση μαζί δεν έπρεπε να με πτοεί: «πριν το πρώτο paper του (συναδέρφου) Π γίνει δεκτό, είχε βογκήξει όλο το Πανεπιστήμιο». 

Πράγματι, ο Δ με περίμενε και υποδέχτηκε με ζεστή οικειότητα όταν επέστρεψα στην πατρίδα μετά από τα χρόνια μου στην Αμερική. Με έβγαλε να με κεράσει με την πρώτη επίσκεψη του στο γραφείο του. Κι έκανε ότι μπορούσε για να με απασχολήσει με μια μικρή αμοιβή από λεφτά που βρήκε κάπου στους τελευταίους μήνες της θητείας και αφότου απολύθηκα από το στρατό, τιμώντας έτσι την υπόσχεσή του χρόνια πριν. Πίσω από το γραφείο του στη σχολή, όπου με παραχώρησε μια γωνιά του, με ένα τραπέζι και ένα PC για να δουλεύω, υπήρχε ακόμα ο πίνακας με ένα αμερικάνικο δολάριο κι ένα χαβανέζικο πούρο. Το χρήμα, παντού και πάντα, στο επίκεντρο της ύπαρξης ακόμα και των αφοσιωμένων «θεωρητικών επιστημόνων» αυτού του κόσμου. Θυμήθηκα το ρητό του, που είχε δανειστεί από την ρωμαϊκή αρχαιότητα, και το ανάφερε με στόμφο σε μια από τις πολιτικές μας συζητήσεις που παρεισέφρεαν στις επιστημονικές: «Την δόξα πολλοί εμίσησαν, αγαπητέ Λ, το χρήμα ουδείς!» Δυστυχώς, μέχρι να ξανασυναντηθούμε, δεν είχαμε λάβει υπόψιν ούτε τις δομές και εξέλιξη της ελληνικής πραγματικότητας, ούτε την προσωπικότητα μου όπως οι μέχρι τότε εμπειρίες την είχαν διαμορφώσει και αλλάξει. Η στρατιωτική θητεία είχε αλλάξει άρδην το πως έβλεπα την Ελλάδα και την ζωή σε αυτήν. Σχέδια και υποσχέσεις έμειναν στα σκαριά και η πολλά υποσχόμενη συνεργασία δεν υλοποιήθηκε. Η φιλία μας τελικά θα σωνόταν.

Wednesday, September 4, 2024

35 - Δακρύβρεκτος Αποχαιρετισμός

Oι τελευταίοι μήνες της φοιτητικής ζωής, το κλείσιμο ενός κεφαλαίου από τα πιο συναρπαστικά, πέρασαν γρήγορα: με την χρονοβόρα δακτυλογράφηση της πτυχιακής με την IBM γραφομηχανή, που με τον Πατέρα δανειστήκαμε από έναν περίεργο τύπο στην Πάνω Πόλη, τα ερωτικά απογέματα και βράδια στο διαμέρισμα της Ε. Το κόμμα και τα ιδεώδη του είχαν εξαντληθεί και παραχωθεί βαθιά στο νου. Διαγράφηκα μόλις γνωστοποίησα η απόφαση μου για επικείμενη μετανάστευση στον ιμπεριαλιστικό εχθρό. Κάποια ακόμα δεσμά αποτινάχτηκαν.

Καθώς το τέλος πλησίαζε, μέσα μου πάλευαν ισχυρά αντιφατικά συναισθήματα. Από τη μια μεριά, η διαρκώς μεγεθυνόμενη θλίψη, που τα χρόνια θα την μεταμόρφωναν σε νοσταλγία: για τα όμορφα χρόνια που πέρασαν, για τους φίλους και τις στιγμές που μοιραστήκαμε στις παρέες μας, για το πρώτο χτυποκάρδι με την Π, για την χαρά και εξάψεις του πρώτου έρωτα με την Α, για τα τραγούδια και τα μεθύσια με τους συντρόφους, για τις άπειρες γωνιές της Θεσσαλονίκης που περπατήσαμε, για τις εκδρομές, ακόμα και για κείνες τις επαναστατικές παρορμήσεις και ρίγη και την συντροφικότητα ανάμεσα σε ανθρώπους που συμμερίζονταν μια-δυο ιδέες, τουλάχιστον με αγνές προθέσεις, για τον κόσμο τους. Και για τα χρόνια που χάνονταν χωρίς επιστροφή, που δεν θα τα ξαναζούσα, έστω και κατά προσέγγιση. Από την άλλη, η ακαταμάχητη έλξη ενός ανεξερεύνητου από πρώτο χέρι κόσμου που ανοιγόταν μπροστά μου, τα δραματικά κέρδη στην προσωπική ελευθερία από τα δεσμά της οικογένειας και το κόμμα (μια ελευθερία που η ιδεολογία του κατά κανόνα παράβλεπε ή και περιφρονούσε), ένας απέραντος κόσμος γνώσης που θα κατακτούσα, η ικανοποίηση ανανεωμένων και ωριμότερων επιστημονικών φιλοδοξιών, και η αναγνώριση της αξίας της ύπαρξης από τον εαυτό μου και το περιβάλλον, όλα αυτά δημιουργούσαν ένα αίσθημα ολοκλήρωσης και προσδοκιών, έξαρσης και λαχτάρας.

Η σύγκρουση τέτοιων συναισθημάτων κορυφώθηκε λίγες μέρες μετά την απονομή των πτυχίων στην απρόσωπη μαζική τελετή ρουτίνας του πανεπιστημίου, όταν το ίδιο Σάββατο οργάνωσα ένα αποχαιρετιστήριο γεύμα για τους πλέον κοντινούς φίλους, συναδέρφους και συντρόφους. Όλη η «κνίτικη παρέα» και άλλοι με τίμησαν με την παρουσία τους σε κείνη την ταβέρνα της Πάνω Πόλης, γύρω από ένα τραπέζι κάτω από Βυζαντινά τείχη, μπροστά στο δρομάκι που ανεβοκατεβήκαμε πολλές φορές μεθυσμένοι. Το πιοτό έρρευσε άφθονο -όπως πάντα. Πίνοντας και τρώγοντας άκουγα χαμογελαστός και ένα αίσθημα ικανοποίησης τις ιστορίες και αναπολήσεις των άλλων από τη χρόνια που γέμισαν με αναμνήσεις και εμπειρίες την ψυχή, για τα έργα και τις ημέρες μας στην όμορφη πόλη μας, στη σχολή και το κόμμα,.  Ήμουν καθισμένος όλη την ώρα δίπλα στην Ε, που περιοδικά έσφιγγα στην αγκαλιά από τους ώμους  φευγαλέα φιλούσα τα ροδοκόκκινα χείλη, περήφανος για την όμορφη κατάκτηση. Και περισσότερο περήφανος, όταν διαισθανόμουν το γλυκό, γελαστό, γαλανό βλέμμα της Ντ. να με κοιτάζει, το βλέμμα που στα χρόνια της σχολής είχε σαγηνεύσει πολλούς και που την έκαμε αντικείμενο και ενός δικού μου ματαιωμένου πόθου κάποτε. Της Ντ. που με είχε απορρίψει. Περασμένα, ξεχασμένα, και συγχωρεμένα, αλλά αδύνατο να λησμονηθούν, σκέφτηκα. Τελικά, όμως, ίσως καλύτερα που ήρθαν έτσι τα πράγματα.  

Πλήρωσα τον παχύ λογαριασμό μέχρι την τελευταία δραχμή χωρίς να πάρει χαμπάρι κανείς, κι έγινα στο τέλος δεκτός με χαμόγελα επιδοκιμασίας και πειρακτικά συνθήματα για την αναπάντεχη χειρονομία γενναιοδωρίας. Μικρή ανταμοιβή έναντι της αξίας των στιγμών με τον καθένα από την παρέα ξεχωριστά, τους συντρόφους μου στη καθημερινότητα της σχολής και του κυλικείου της, στους «αγώνες» της οργάνωσης, της ταβέρνας και του καφενείου, των εκδρομών. Εικόνες, γεγονότα, κουβέντες και τραγούδια, αναμνήσεις από τέσσερα χρόνια γλυκιάς ζωής στριφογύριζαν στο μυαλό μου. Ήταν αξία ανεκτίμητη, δεν ξεπληρωνόταν με ένα γεύμα, και όλες εκείνες οι στιγμές και τα πρόσωπα που μαζί τους τις ζήσαμε, θα σμιλεύονταν ανεξίτηλα στην ψυχή και τη μνήμη. Θα τα κουβαλούσα μέσα μου εφ’ όρου της μίας και μοναδικής ζωής.  

Τέτοιες σκέψεις και αναμνήσεις, με το πιοτό και την μουσική παρανάλωμα, δεν χρειάστηκε πολύ να φουντώσουν τα συναισθήματα, να γίνουν τρικυμία μέσα μου. Βούρκωσα καθώς σηκωθήκαμε να φύγουμε από την ταβέρνα: μια τελευταία φορά όλοι μαζί. Μόνον η Ε το αντιλήφθηκε και μου έσφιξε το χέρι. Γεμίσαμε πιωμένοι τα διαθέσιμα αμάξια με κόσμο, στριμώξαμε όσους μπορούσαμε στο Yugo και στα άλλα, και (στο διάολο με τον ΚΟΚ!) ανηφορήσαμε το δρόμο για το Φιλίππειο και τη μεταμεσονύκτια ερημιά του παρατηρητήριου στην πλαγιά του Σεϊχ-Σου. Τραγουδήσαμε αγαπημένα τραγούδια, αγναντεύοντας την πόλη που κοιμόταν κάτω από τα φώτα των δρόμων και της παραλίας που τρεμόπαιζαν. Ο ουρανός όμως ήταν ξάστερος και η ατμόσφαιρα του Ιούνη τρυφερή παρά την υγρασία του δάσους. Αράξαμε στα παγκάκια γύρω από το παρατηρητήριο και οι σύντροφοι, ο Α, ο Ν, ο Β, η Ντ., ο Λ, πριν και πάνω από όλους, άρχισαν ατέλειωτες διηγήσεις από χιουμοριστικά στιγμιότυπα, τον σωρό από αναμνήσεις του καιρού που μοιραστήκαμε και αγαπήσαμε και φώλιασαν στις ψυχές μας, στιγμές χαράς, ανέξοδου θυμού, ανεμελιάς, απογοήτευσης που ξεπεράστηκε, μιας ευτυχίας μέσα από φιλίες ευδοκίμησαν παρά τις κατά καιρούς δοκιμασίες. Ένα αίσθημα ευγνωμοσύνης με γέμισε προς κάτι αδιευκρίνιστο και αφηρημένο για αυτό που έζησα. Δεν πίστευα στη μοίρα ή στην τύχη ή σε κάποιο θεό που κινούσε τα νήματα. Να ήταν η ζωή η ίδια, χάριν σε μιαν ατομική βούληση, ευκαιριακές αποφάσεις και μερικά ευνοϊκά σπρωξίματα από το περιβάλλον;  Ένιωσα προνομιούχος ανάμεσα σε άλλους συναδέρφους, για τις καλές ή κακές αποφάσεις και για τις συγκυρίες που μας έφεραν μαζί και πρόσφεραν τέτοια χρόνια, τέτοιον καιρό, τέτοια πληρότητα.

 Ένα μαύρο σύννεφο μελαγχολίας σκέπασε ξαφνικά την ψυχή για αυτό που θα άφηνα για τα καλά και θα έμενε πίσω εκείνα τα μεσάνυχτα στην κορυφή του λόφου που κοίταζε την πόλη και το λιμάνι της. Ένα κομμάτι της ζωής μου, του εαυτού θα το αποχαιρετούσα χωρίς γυρισμό. Η καρδιά βάραινε ανυπόφορα μέχρι που έβαλα το πρόσωπο ανάμεσα στις παλάμες μου και άρχισα να κλαίω γοερά, στο παγκάκι δίπλα στην Ε, και του συντρόφους να στέκονται όρθιοι γύρω μου. Ο Λ το έριξε στα καλαμπούρια του. Ήμουν απαρηγόρητος, αλλά βοήθησαν. Ανακάλυψα, την ώρα εκείνης της νύχτας, τη μελαγχολία, τη θλίψη, τον πόνο που μπορεί να φέρει ένας αποχαιρετισμός. Και έκτοτε η προσέγγιση τέτοιων στιγμών με γεμίζει τρόμο. Κάθε αποχαιρετισμός ένας μικρός θάνατος.

Κάπου, κάποτε όμως θα ξαναβρισκόμασταν. Μια μικρή παρηγοριά Ο πραγματικός θάνατος στεκόταν ακόμα πολύ μακριά. Όντως ξαναβρεθήκαμε, ώριμοι, αγνώριστοι πενηντάρηδες αλλά τον καιρό και τον τόπο του, την Θεσσαλονίκη που φιλοξένησε τα νιάτα μας και αγαπήσαμε, ξέραμε ήταν αδύνατο να τα ξαναζήσουμε. Είχε φύγει και χάθηκε μακριά στα χρόνια που πέρασαν και μας άλλαξαν.  

Monday, September 2, 2024

34 - Το Αμερικανικό Όνειρο ΄Επαιρνε Σάρκα και Οστά

Την απόφαση για το μεγάλο βήμα στην Αμερική την είχα πάρει αυτόβουλα από καιρό: κυρίως, για να ικανοποιήσω ενδόμυχες επιστημονικές φιλοδοξίες και συμβαδίσω με άλλους «αριστούχους» του έτους, και για να κερδίσω την πολυπόθητη ανεξαρτησία, οικονομική και ψυχολογική, από τους περιορισμούς της συμβίωσης με τους γονιούς που γινόταν ασφυκτική και καταπιεστική. Η εναλλακτική προοπτική της κατάταξης στον στρατό παρουσιαζόταν ως είσοδος σε ένα κολαστήριο ψυχών και σωμάτων. Ήταν και η αίσθηση της περιπέτειας, της γνωριμίας με το άγνωστο, της πρόσβασης σε νέους τρόπους ζωής και σκέψεις και ιδέες και τρόπους ζωής που έλκει λίγο-πολύ κάθε ανθρώπινο όν. Το «ελεύθερο πνεύμα» του Nietzsche ελλοχεύει στον καθένα μας, μπορεί να είναι ο καθένας μας, και  φορτίζεται από τέτοιες μοναδικές ευκαιρίες να πειραματίζεται και ανοίγεται σε περιπέτειες, να τραβιέται πιο κοντά στη ζωή και τις φουρτούνες της αντί για το τέλμα κάποιου θανατηφόρου βολέματος.

Την υποτροφία την κυνήγησα με ενεργητικότητα και ζήλο. Αφιέρωσα ώρες στην επιστημονική μελέτη, όπως και στα χρόνια πριν από την εισαγωγή στο Πολυτεχνείο. Έγραψα γράμματα σε δεκάδες πανεπιστήμια της Αμερικής και, ως εφεδρική λύση, σε μερικά της Βρετανίας· έκανα αίτηση για υποτροφία Fulbright, αμέσως μετά από την ανακοίνωση που είδα αναρτημένη έξω από την γραμματεία της σχολής. Από τον Πατέρα δεν περίμενα στήριξη: «Μετά το πτυχίο να πας να καταταγείς.. (Όπως έκανα κι εγώ στα χρόνια σου…)», έλεγε. Η Μάνα δεν είχε ιδέα, ούτε άποψη. Άκουγε τον Πατέρα. Τελικά, μετά από μια ακολουθία απορριπτικών επιστολών και ανάλογων απογοητεύσεων από τα πλέον ελιτίστικα και κορυφαία πανεπιστήμια των ΗΠΑ, κατάφερα και «πιάστηκα» από κάπου, όπως θα έλεγε η Μάνα: το fellowship ενός αξιοπρεπούς, με βάση τις κατατάξεις, πολιτειακού πανεπιστήμιου. Με το fellowship και την οικονομική στήριξη πλήρως κατοχυρωμένη, και τον ούριο άνεμο αυτοπεποίθησης που μου έδωσε, κατάφερα και άφησα καλές εντυπώσεις στη συνέντευξη μου με την επιτροπή ακαδημαϊκών του Fulbright στην Αθήνα, και η υποτροφία του ήταν καλοδεχούμενο bonus. Η  χωρίς κομπιάσματα προφορική περιγραφή των εξισώσεων του Maxell ως απάντηση στο ερώτημα καθηγητή εντυπωσίασε και έγειρε αποφασιστικά την πλάστιγγα.

Θα αναχωρούσα αρχές Αυγούστου με κάθε μικρό και μεγάλο έξοδο στο δρόμο πληρωμένο μέχρι τα τελευταία σεντς.