Thursday, May 30, 2024

19 - Α 4-Ever: Δυο Μέρες στο Βερολίνο

Αφήσαμε να κυλήσουν και άλλα χρόνια, πολλά χρόνια. Είχαμε και οι δυο μας πλέον σαρανταρίσει χωρίς να το είχαμε πάρει και πολύ είδηση ή συνειδητοποιήσει την σημασία του. Πέρασαν δέκα στρογγυλά χρόνια από την τελευταία συνάντηση με την Α στο Λονδίνο, που ως επί το πλείστον τα συνιστούσαν μέρες, με την δουλειά στο επίκεντρο, αλλά και με πολλές έντονες αναταράξεις καθ’ οδόν που θα άλλαζαν την ζωή. Ήταν ο Μάρτης του 2006. Απρόοπτα και απρογραμμάτιστα όπως και τις προηγούμενες φορές κανονίσαμε να βρεθούμε μετά από ένα τηλεφώνημα στο Βερολίνο για ένα Σαββατοκύριακο. Τη χρονιά και την εποχή, καθώς άρχιζα να γράφω αυτές τις γραμμές, δυσκολεύτηκα να ανασύρω από τη μνήμη. Τέτοιες καταστάσεις, χρονολογικής αμνησίας συνήθως αφορούν είτε μακρινές περιόδους, όταν μήνες και χρόνια περνούν ανεπαίσθητα -καθώς η συνείδηση αποκοιμιέται από την αλληλουχία σχεδόν απαράλλαχτων ημερών, είτε κάποια περίοδο τόσο ταραγμένη, που η εσωτερική ψυχική-συναισθηματική αναστάτωση τείνει να ανακατατάσσει τα γεγονότα όχι πλέον σε χρονολογική σειρά, αλλά με βάση το μέγεθος του αποτυπώματος στο νου, του μεγέθους της εντύπωσης που αφήνουν.

Στην περίπτωση μας η δυσκολία να εντοπίσω την ακριβή χρονολογία του ραντεβού με την Α οφειλόταν σε έντονες προσωπικές και οικογενειακές ταραχές, που εκείνον τον καιρό κατάλαβαν το μεγαλύτερο και ανεξίτηλο μέρος της μνήμης. Με άλλα λόγια, θα έπρεπε να σκαλίσω επίπονα ανάμεσα σε ένα πλήθος από ογκόλιθους εικόνων και λόγων, εντυπώσεων και αναμνήσεων, να συνδέσω ημερομηνίες παρεμφερών γεγονότων, ώστε να καταφέρω να ξεδιαλύνω την ακριβή χρονική τους ακολουθία, ώστε να ανακαλύψω κρυμμένα ανάμεσα τους και θυμηθώ το Σαββατοκύριακο που πέρασα με την Α στο Βερολίνο. Η γέννηση του δεύτερου μου γιου, η αρρώστια που διαγνώστηκε λίγες μέρες από την γέννηση και που από μόνον από εξαιρετική τύχη δεν αποδείχτηκε καταστροφική ή και μοιραία -ένας ακόμα «μαύρος κύκνος» στην πορεία της ζωής μου, οι κρίσεις της J που ακολούθησαν, οι ζωηρές λεπτομέρειες του εφιάλτη που ζήσαμε την παραμονή της Πρωτοχρονιάς του 2005 και συντάραξε τις ζωές μας συθέμελα, με αμελητέες τότε προοπτικές επανόρθωσης, όλα αυτά τελικά, μετά από χρόνια, σπρώχτηκαν στα περιθώριο της μνήμης, χωρίς όμως οι εικόνες πολλών από αυτά να ξεθωριάσουν και τα φαντάσματά τους κάθε λίγο να μας ζώνουν. Παρόλα αυτά, οι επιπτώσεις των γεγονότων της περιόδου που προηγήθηκε το ταξίδι στο Βερολίνο αναμεταξύ συναισθημάτων λύπης, οργής, ματαίωσης, θα ελαττώνονταν ασυμπτωτικά με τον χρόνο. Αυτά καθαυτά τα συναισθήματα θα εξασθένιζαν, οι πληγές που άνοιξαν μετά την γέννηση μικρού μου γιου θα επουλώνονταν. Όπως λένε, το καλύτερο γιατρικό για τα βάσανα της ψυχής είναι ο χρόνος.

Τους πρώτους μήνες τους 2006, εξοστρακισμένος από το σπιτικό μου χάριν διατήρησης της γαλήνης σε μια οικογένεια με τρία παιδιά, ενός νεογέννητου ακόμα να αναρρώνει, περιφερόμενος, κοιμόμουν εδώ κι εκεί. Τις εργάσιμες καθημερινές σε φτηνά B&B του Reading, το νοικοκυριό μου μια βαλίτσα με ρούχα στο πορτ-μπαγκάζ. Σαββατοκύριακα, αντί να περιπλανιέμαι άπρακτος, ανέβαινα συχνά στον αδερφό μου και τη γυναίκα του στο Coventry. Επιτέλους, είχε βρεθεί (από τον Πατέρα για λογαριασμό μου) και δουλειά στην επαρχία της Ελλάδας, στα Γιάννενα, που αποδέχτηκα απρόθυμα. Προετοιμαζόμουν να ακολουθήσω μια πορεία ουσιαστικά προδιαγραμμένη, μέχρις και για το άλλο μισό της «χρήσιμης» ζωής μου, από άλλους, με μελαγχολία, με μισή και βαριά καρδιά. Με αποδυναμωμένες τη βούληση και τις αντιστάσεις μου, μάλλον παθητικά, ίσως χειραγωγημένος και άθελα υποταγμένος σε μια μοίρα που σε ελάχιστο βαθμό ένιωθα ότι έλεγχα. Η προσέγγιση της αναχώρησης από την Αγγλία, ο αποχωρισμός από τα παιδιά, όσο και αυτόν να τον θεωρούσα προσωρινό, με γέμιζε τρόμο. Έβλεπα πίσω από παρμπρίζ του αυτοκινήτου τον Α, στη μαθητική του στολή να επιστρέφει από στο σχολείο στο σπίτι, με την παιδική του ανεμελιά, σουλατσάροντας σκυφτός στο πεζοδρόμιο του μακριού καμπυλωτού δρόμου, κλωτσώντας ό,τι έβρισκε μπροστά του, και δάκρυζα από ενοχές και παράπονο. Έβλεπα τον Α στο μωρουδιακό κρεβάτι να έχει παλέψει γενναία και επιβιώνει για να ζήσει εν τέλει όπως όλοι μας. Πως θα τους άφηνα; Από την άλλη μεριά, τι πολύ διαφορετικό θα μπορούσα να κάνω ενώπιον μιας εξέλιξης, που ξετυλιγόταν σαν καταιγίδα από τους ουρανούς, χωρίς δυνάμεις και στήριγμα να την ανατρέψω; Μερικές καταστάσεις, που αφήνουμε να γεννηθούν από σπόρους που έριξαν άλλοι για μας, και να ριζώσουν και ζώσουν τις ζωές μας, δεν αναστρέφονται μετά από ένα σημείο στον χρόνο χωρίς τεράστιο ψυχικό και υλικό κόστος. Και, έτσι, άφησα τα πράγματα να πάρουν το δρόμο τους και που θα με έβγαζαν δεν ήξερα.  

Θα συναντιόμασταν με την Α στο φουαγιέ ενός πολυώροφου, άχαρου, άλλα λειτουργικού ξενοδοχείου του πρώην Ανατολικού Βερολίνου, στις παρυφές της Alexanderplatz κοντά στο σταθμό των τραίνων. Έφτασα το μεσημέρι μιας Πέμπτης πρώτος. Το ξενοδοχείο ξεχώριζε από το σταθμό και τα άλλα κτίρια που περίζωναν την πλατεία για την ασχήμια και το δυσθεώρητο ύψος του. Ο διάκοσμός του ήταν λιτός, σχεδόν σπαρτιατικός, η ρεσεψιόν κρυμμένη πίσω από δύο τεράστιες, φαραωνικών διαστάσεων κυλινδρικές κολώνες. Αν δεν ήταν για τα ζωηρά χρώματα του πράσινου, του καφέ και του κίτρινου, με τα οποία είχαν πρόσφατα επιστρωθεί οι εσωτερικοί χώροι ή για τις χαμογελαστές και ευγενικές κοπέλες της ρεσεψιόν με τα άσπρα πουκάμισα και τα πλουμιστά φουλάρια, το ξενοδοχείο θα παρέπεμπε στη δεκαετία του ’60, στην Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας του ψυχρού πολέμου. Η Α με συνάντησε να πίνω μια μπύρα σε ένα στρογγυλό τραπεζάκι στην άκρη του λόμπι, όπου βρισκόταν το απογοητευτικά μικρό και λιτό και μπαρ εκείνου του γιγαντιαίου ξενοδοχείου -σα μεγάλο κυλικείο ή καντίνα κάποιου εργοστασίου. Έφτασε εκεί με τραίνο από το Αμβούργο και ένα ακόμα συνέδριο ιατρικής. Ανεβήκαμε στο δωμάτιο, σ’ έναν από τους διψήφιους ορόφους, στο τέλος ενός μακρύ και τυφλού και σκοτεινού διαδρόμου, παρά τα γαλάζια χρώματα του, ανεπαρκούς φωτισμένου, αλλά ατμοσφαιρικού. Αυθυποβλήθηκα από την απόλυτη ησυχία, που διακοπτόταν μόνο από τον ήχο των ασανσέρ, την ομοιομορφία και συμμετρία του διαδρόμου στο μεγάλο βάθος του, την έλλειψη κάδρων, γλαστρών, και κάθε διακοσμητικού στοιχείου, τον χαμηλό φωτισμό από τους εντοιχισμένους στο ταβάνι λαμπτήρες, τα παλιά χερούλια στις πόρτες που άνοιγαν με μεγάλα κλειδιά, σε συνδυασμό με τη ζάλη από τις μπύρες που είχα καταναλώσει, και την προσδοκία της τουριστικής και ερωτικής περιπέτειας.

Το δωμάτιο ήταν μικρό και καταλαμβανόταν σχεδόν ολοκληρωτικά από ένα διπλό κρεβάτι και έναν πάγκο, εν είδει γραφείου, κάτω από το παράθυρο που καταλάμβανε όλο πλάτος της απέναντι από την είσοδο πλευράς. Πέρα και κάτω από το τζάμι, στις σκιές του απογέματος και των σύννεφων που μαζεύονταν στον ουρανό, απλώνονταν τα καφέ, μπεζ και γκρίζα κτίρια του Ανατολικού Βερολίνου με τις προσόψεις πολλών τους καρβουνιασμένων από την καπναιθάλη, και πλατιοί ίσιοι δρόμοι ανάμεσά τους· πολυκατοικίες, κτισμένες μετά το τέλος του πολέμου, παραμελημένες μέσα από το πέρασμα των δεκαετιών ή και την οικονομική στασιμότητα των τελευταίων χρόνων του σοσιαλιστικού συστήματος, αλλά κατοικημένες ακόμα από Βερολινέζους και μετανάστες. Υπήρχε ζωή πίσω από τα σκοτεινά παράθυρά τους. Ζωή σκιώδης σαν και κείνη μαυρόασπρων ταινιών ή κατασκοπευτικών μυθιστορημάτων από την εποχή του «σιδηρού παραπετάσματος». Φαντάστηκα τη ζωή στα χρόνια του υπαρκτού σοσιαλισμού, όπως μας την παρουσίαζαν στην Δύση: ανθρώπινες ψυχές να περιμένουν τα τραμ σε στάσεις, να πηγαινοέρχονται στις δουλειές τους, σκυφτές κάτω από γκρίζους ουρανούς και τις σκιές κείνων των κτιρίων, να ζουν τις μονότονες, θλιμμένες ζωές τους πίσω από τις μελαγχολικές προσόψεις τους, στα μίζερα μισοσκόταδα κλιμακοστασίων και διαμερισμάτων. Ίσως, να ήταν και διαφορετικά.  

Ένας από τους κύριους σκοπούς και κείνης της συνάντησης με την Α, που τον κρατούσαμε υπονοούμενο και μυστικό μέσα μας, ήταν ο έρωτας. Το φάντασμα του πάντα κυνηγάει δυο «πρώην», γνήσια και βαθιά ερωτευμένους. Θα βρισκόμασταν μακριά από αδιάκριτα βλέμματα, ξένοι και ανώνυμοι στο περιβάλλον και τον κόσμο της μεγάλης συναρπαστικής πολιτείας για να γευτούμε ξανά τις γνώριμες, γλυκές γεύσεις που είχαμε απολαύσει σε μακρινά παρελθόντα. Εκείνη τη φορά ανεπηρέαστοι από την συμβατική ανηθικότητα της πράξης, χωρίς ενοχές κάποιας συζυγική απιστίας. Η Α είχε από καιρό ξεμπλέξει από την προσβλητική, μίζερη και αδιέξοδη σχέση με το γιατρό της Αθήνας, όπως και την ελευθεριάζουσα, πρόσχαρη μεν, ατελέσφορη δε, με τον Γάλλο μποέμη· ίσως, στο μεταξύ και από μερικές ακόμα επιπόλαιες σχέσεις, ανάξιες για να συζητηθούν. Και οι δυο είχαμε σκαρφαλώσει μοιραία στην «κορυφή του λόφου» της ζωής, κατά την αγγλοσαξονική έκφραση, και αρχίσαμε να παίρνουμε την αργή κατηφόρα στην πλαγιά που δεν βλέπει ο ήλιος, με όλα τα φυσικά, ψυχολογικά και φυσιολογικά παρελκόμενα. Νιώθαμε, λοιπόν, ενόψει των ανησυχιών και της κρίσης που ο χρόνος επιφυλάσσει στις μεσαίες και προχωρημένες ηλικίες του είδους μας, την ανάγκη να ξεφύγουμε από τη ρουτίνα της δουλειάς και σχεδόν απελπισμένα να επιδιώξουμε εμπειρίες -νέες, διάφορες, όσες γινόταν.

Δυο βράδια μέχρι αργά, και δυο απογέματα πέρασαν με έρωτα στο μικρό «σοσιαλιστικό» δωμάτιο, πάνω από τις σκεπές των γκρίζων οικοδομών του ανατολικού Βερολίνου. Η ένταση και η ζωηράδα της πράξης μαρτυρούσε τα δέκα χρόνια που είχαν περάσει από την τελευταία μας φορά, και τα σαράντα-και-βάλε χρόνια στις πλάτες μου. Όμως, όπως και με το παλιό κρασί, η αισθησιακή απόλαυση απόκτησε διαφορετικές διαστάσεις, ενώ η ευχαρίστηση ήταν δεδομένη και μεγαλύτερη, αν και εξαντλητική. Δυο ξέγνοιαστα πρωινά πέρασαν με μεγάλους περιπάτους σε πάρκα και πλατείες. Ξεκινούσαμε από το World Clock και τα μπρούτζινα αγάλματα των Marx και Engels, διαβήκαμε την Brandenburg Gate, περιτριγυρίσαμε το Reichstag, περάσαμε από το Checkpoint Charlie, ξοδέψαμε ώρες στα μουσεία των Pergamon και Neues, κάναμε τον γύρο της Βιβλιοθήκης του Bundestag στον Spree, ψάξαμε ίχνη από ό,τι είχε απομείνει από το Τείχος. Ένα ζητούμενο για μένα, μέσα από την περιήγηση του Βερολίνου, ήταν η σύνδεση με το πολιτικό παρελθόν, το δικό και της οικογένειας μου, τις ιστορικές και πολιτικές μας καταβολές, παρόλο που, έκτοτε, αυτές είχαν υποβληθεί σε διάφορες μεταλλάξεις. Ήταν και τα πολλά ιστορικά μου διαβάσματα για τον Β’ ΠΠ και τον Ψυχρό Πόλεμο, διαβάσματα που πάντοτε με συνάρπαζαν. Κάποια ιστορική σύνδεση που επεδίωκα τελικά επιτεύχθηκε, μολονότι χλωμή και αδύναμη: από τις σοβατισμένες τρύπες από τις σφαίρες των όπλων του Κόκκινου Στρατού στους τοίχους των κτηρίων και τις κολώνες των μουσείων, από τη «σοσιαλιστική» μελαγχολία τoυ Ανατολικού Βερολίνου, από τα λείψανα του σοσιαλιστικού ρεαλισμού στις γωνιές του, όλα αυτά συχνά απαρατήρητα από τον κοινό τουρίστα. Το πείραμα του υπαρκτού σοσιαλισμού είχε αποτύχει, το είχα εμπεδώσει, και ο καπιταλισμός επικράτησε και θα κυριαρχούσε απρόσκοπτα στο εγγύς μέλλον της ανθρωπότητας, τουλάχιστον στη διάρκεια της ζωής μου. Το Βερολίνο του 2006 αποτέλεσα για μένα, χρόνια εκ των υστέρων, μιαν ακόμα επαλήθευση προηγουμένων διαπιστώσεων της ήττας πρώιμων κοσμοθεωριών μου.  

Τα βράδια κουρασμένοι, στα γεμάτα με νεανικό σφρίγος μπαράκια και night spots του Βερολίνου μας υπενθύμισαν την ηλικία μας. Πόσες φορές ακόμα πριν νιώσουμε παρείσακτοι σε πόλεις που ζουν στην κόψη της ανθρώπινης κουλτούρας, πόσο καιρό ακόμα ανάμεσα σε υπάρξεις που κινούνται ταχύτερα από μας και μας αφήνουν ολοένα και περισσότερο ξοπίσω χωρίς να μας περιμένουν, ενώ εμείς αργοπορούμε και κοντοστεκόμαστε για να πάρουμε τις ανάσες που συχνά πλέον χρειαζόμαστε;

Friday, May 24, 2024

18 - Α 4-Ever :Ένα Βράδι στο Λονδίνο

Πέρασαν κι άλλα τρία ή τέσσερα χρόνια από τότε. Πως πέρασαν; Πως τα αφήσαμε και πέρασαν έτσι; Οι σποραδικές τηλεφωνικές επικοινωνίες με την Α το μόνο που πετύχαιναν ήταν να μετράνε ασυνείδητα τους μήνες, να κομπιάζουν στιγμιαία σαν τους δευτερολεπτοδείκτες του ρολογιού, να σημαίνουν ανάμεσά τους μερικά, ξεχασμένα με τον καιρό, ορόσημα· σε έναν χρόνο που είχε στο μεταξύ κυλήσει χωρίς γυρισμό, χωρίς να ρωτήσει, χωρίς εμείς να έχουμε κάνει κάτι για να τον μεγεθύνουμε, χωρίς έστω μια πρόχειρη σούμα και αποτίμηση του παρελθόντος και της μέχρι τότε ζωής, όπως το οφείλουμε στους εαυτούς μας. Το συμβόλαιο με το πανεπιστήμιο τελείωνε, αλλά οι δουλειές που κυνηγούσε ο Πατέρας σε κάθε γωνιά και άκρη της Ελλάδας για τον ποθητό (εκ μέρους του, κυρίως) επαναπατρισμό, αποκλειστικά κάτω από το μεγάλο πλατάνι του ελληνικού Δημόσιου (που αλλού;) -για το καλό και το «μέλλον» μου υποτίθεται, δεν με δελέαζαν στο ελάχιστο. Η Αγγλία και η κουλτούρα της παρέμεναν μετά από δύο χρόνια εν πολλοίς ανεξερεύνητες και εξακολουθούσαν να με γοητεύουν, ακόμα και μέσα από ασήμαντες και τετριμμένες καθημερινές δραστηριότητες και συναναστροφές. Αλλά η επαγγελματική μου καριέρα πλησίαζε ένα ακόμα κρίσιμο σταυροδρόμι. Η ανασφάλεια εντεινόταν, οι απογοητεύσεις από την αγορά εργασίας πολλές.

Πριν από τα Χριστούγεννα του 1992, είχαμε βρεθεί για πολλοστή φορά με τον φίλο τον Γιώργο και άλλους μεταπτυχιακούς φοιτητές της εκεί ελληνικής κοινότητας για μια έξοδο σε ένα από τα γερασμένα και κιτς εστιατόρια μεταναστών, το λεγόμενο «Athens». Για κάποιο αόριστο λόγο, νιώθαμε την ανάγκη να το τιμούμε περιστασιακά, χάριν γνωριμιών και σχετικά καλής κουζίνας, όχι πάντα της μουσικής, αλλά συχνά και υπό την πίεση του αφεντικού που ήθελε να μας μοστράρει στην εγγλέζικη πελατεία: το μαγαζί του, ανάμεσα στα άλλα ελληνικά και κυπριακά του Birmingham, στεκόταν ψηλά στις προτιμήσεις καθαρόαιμων Ελλήνων. Αυτοί θα ήξεραν κάτι τις περισσότερο από διασκέδαση και ελληνικό φαγητό, πέρα και υπεράνω της επιφανειακής τουριστικής εμπειρίας που φέρνει πολλούς Εγγλέζους σε τέτοια μαγαζιά. Εκεί, στο “Athens”, στην καθ’ οδόν ζωή, εμφανίστηκε ένας «μαύρος κύκνος», όπως λένε· συνέβη το αναπάντεχο γεγονός που μας στρίβει απότομα σε άλλους δρόμους από εκείνους που είχαμε μέχρι τότε χαράξει να διαβούμε. Γνώρισα μια νεαρή Αγγλίδα, την J, χωρισμένη μάνα δύο κοριτσιών, μάνα αργότερα και των δύο δικών μου αγοριών, που θα άλλαζε τον ρου και, έκτοτε, θα διαμόρφωνε την πορεία της ζωής προς απρόβλεπτες κατευθύνσεις. Τους ερχόμενους μήνες η απόφαση να μείνω, για το εγγύς και προβλέψιμο μέλλον τουλάχιστον, να ψάξω και βρω την τύχη μου στην Αγγλία οριστικοποιήθηκε. Θα γυρνούσα για ακόμη μια φορά την πλάτη μου στην Ελλάδα. Και μόνον κάτι εξαιρετικό, αδιευκρίνιστο, πλέον θα κλόνιζε εκείνη την απόφαση.

Έπιασα την πρώτη δουλειά που βρήκα, μετά από εντατική προσπάθεια ομολογουμένως και πολλές απογοητεύσεις: σε ένα άσημο εργοστάσιο στο Rochester. Μετά από ενάμιση χρόνο ανάμεσα σε εργάτες και μηχανικούς της εφαρμογής και παραγωγής στους οποίους μεταμορφωνόμουν μετά από χρόνια σε πανεπιστήμια, το φθινόπωρο του 1996, λίγο μέρες πριν τη γέννηση του πρώτου μου γιου, ανέβηκα ένα επαγγελματικό σκαλί: προσλήφθηκα στο κέντρο έρευνας μιας πολυεθνικής Reading, στον τεχνολογικό «διάδρομο» της Νότιας Αγγλίας, σε μιαν εποχή που η τεχνολογική επανάσταση στις κινητές επικοινωνίες και το ίντερνετ λάμβανε σάρκα και οστά -μακριά από την πρωτοβιομηχανική παρακμή του Birmingham ή το ξεζούμισμα στο οπορτουνιστικό εργοστάσιο του Rochester. Οι νέες τεχνολογίες απογειωνόταν, προσέλκυαν «ταλαντούχους» νέους μηχανικούς σαν και μένα στο επαγγελματικό ταξίδι που είχε ξεκινήσει και υποσχόταν πολλά: κέρδη για τους καπιταλιστές, υψηλές αμοιβές για τους εργαζόμενους, νέες γνώσεις, πνευματική προσπάθεια. Πιστός στη ματεριαλιστική ερμηνεία κοινωνικοοικονομικών φαινομένων και τις επιπτώσεις τέτοιων τεχνολογικών επαναστάσεων στην κοινωνία δεν μου έμενε παρά να «ακολουθήσω το ρεύμα» ή, καλύτερα, το χρήμα. Η οικονομική μου κατάσταση θα βελτιωνόταν ραγδαία.

Αγόρασα ένα διαμέρισμα κοντά στον τόπο της δουλειάς, μακριά από την J που ακόμα έμενε στο Birmingham. Σε εκείνο το διαμέρισμα, ένα ανοιξιάτικο βράδι του 1998, έλαβα ένα ακόμα απροσδόκητο τηλεφώνημα από την Α. Είχε, όπως και πριν το προηγούμενό μας ραντεβού, ανακαλύψει τα ίχνη μου μέσω του Πατέρα μου. Μου ανακοίνωσε ότι θα βρισκόταν στο Λονδίνο, για ένα από εκείνα το ιατρικά συνέδρια που περιοδικά σύχναζε, με την προσδοκία, ίσως και κρυφή λαχτάρα, ότι θα βρισκόμασταν. Η σχέση με τον «τύπο» είχε τερματιστεί μέσα σε ένα νέφος πίκρας και οργής: από απιστίες, από δανεικά και αγύριστα, από έλλειψη αμοιβαιότητας σε αισθήματα και ηθική στήριξη. Μια σχέση με τον Mathieu, ένα Γάλλο μποέμη τουρίστα, η οποία άνθισε μετά από ένα καλοκαίρι διακοπών στην Κρήτη, κρεμόταν από μια κλωστή. Μοιραία, η απόσταση και τα μεγάλα χρονικά μεταξύ συνευρέσεων αργά ή γρήγορα θα την έσπαζε.

Αποφασίσαμε με την Α, χωρίς δεύτερες σκέψεις, μάλλον με ενθουσιασμό και καρδιοχτύπι, να περάσουμε το Σαββατόβραδο μαζί στο Λονδίνο. Η κατασκευή ενός ψέματος που θα κάλυπτε την απουσία μου κατά το σαββατοκύριακο από το Birmingham και το σπίτι της J ήταν σχετικά εύκολη. Η χρήση των κινητών τηλεφώνων δεν ήταν ακόμα ευρεία για impromptu επικοινωνίες και ελέγχους των whereabouts του καθενός. Ζαλισμένοι από το κρασί στο τουριστικό Spaghetti Warehouse του Covent Garden και μερικά Jack Daniels στο μπαρ του ξενοδοχείου της Russel Square, μοιραστήκαμε το δωμάτιο και, ιδιαίτερα, το κρεβάτι σε αυτό μέχρι το επόμενο πρωί. Ο έρωτας ήταν συντονισμένος, σε στιγμές παθιασμένος και ωμός, χωρίς ταμπού, χωρίς δισταγμούς, σαν ανάμεσα σε δυο εραστές γνώριμους από καιρό και εξοικειωμένους. Ο καθένας μας ήξερε καλά τι ήθελε και πως θα ευχαριστούσε τον άλλον. Τον κυνηγήσαμε τον έρωτα και τον πιάσαμε, χωρίς συστολές, κατά και παρά φύσιν, στα ξέφραγα πεδία, που το ζαλισμένο από το αλκοόλ μυαλό δυο ανθρώπων που είχαν μαζί ανακαλύψει τον έρωτα, ανοίγει. Αν είχαμε αφήσει μεταξύ μας πρακτικές αδοκίμαστες και  φαντασιώσεις απραγματοποίητες από τον καιρό ως φοιτητές, εκείνο το βράδι, στο ξενοδοχείο του Λονδίνου, τέτοιοι κρυφοί πόθοι βγήκαν στην επιφάνεια.

Χωρίσαμε μετά το πρωϊνό, ευχαριστημένοι από την βραδιά και την παρέα του άλλου. Εγώ για να συνεχίσω με την καθημερινότητά μου στο Reading, η Α με την ξενάγηση της στο Λονδίνο και την επιστροφή της το ίδιο βράδι. Μέχρι την επόμενη φορά… Θα υπήρχε άραγε επόμενη φορά; Κατεβαίνοντας τα σκαλιά από το δωμάτιο του ξενοδοχείου μου έδωσε ένα δωράκι για τον γιο μου. Αναπάντεχη χειρονομία, με ξάφνιασε. Μετά σκέφτηκα ότι στην Ελλάδα τέτοιες χειρονομίες συνηθίζονται, αν όχι πάντα ανάμεσα σε δυο ουσιαστικά παράνομους εραστές, εκ των οποίων ο μεν έγινε, ενδεχομένως άθελά του, πατέρας, η δε ήγαν μια γυναίκα που πρόσφατα απελευθερώθηκε από τις αλυσίδες ενός άχαρου δεσμού και απολάμβανε, στο κατώφλι της ωριμότητά της, ξέγνοιαστα τον έρωτα. Ένα αίσθημα ενοχής απέναντι στη J και τον μικρό μου γιο για την ανειλικρινή απουσία που ένιωσα, αλλά ήταν ασήμαντο και παροδικό. Συμφωνούσαμε με την Α ότι το παρελθόν μας νομιμοποιεί τέτοιους είδους «παρανομίες» και συγχωράει (μέσα μας, τουλάχιστον) το στοιχείο της απιστίας σε αυτές. Στο Λονδίνο, η σχέση μου με την Α άλλαξε απόχρωση και οι ρόλοι μας μετασχηματίστηκαν -ξανά: η ουσία του έρωτα μας μεταμορφώθηκε για μια ακόμα φορά στα παραπάνω από τα δεκαπέντε χρόνια που μεσολάβησαν από το πρώτο μας φιλί. Το σημαντικότερο ήταν ότι αυτός ο έρωτας ζούσε ακόμα, έφεγγε λαμπρός στο λυκόφως των νιάτων. Αυτό ήταν ένα μικρό θαύμα στη ζωή μας.

Tuesday, May 21, 2024

17 - Α 4-Ever: Αντάμωση στο Birmingham

Πέρασαν δυο χρόνια από το φιάσκο του σαββατοκύριακου στα Χανιά. H βασανιστική θητεία είχε τελειώσει και είχα πάρει για τα καλά, όπως εκ των υστέρων αποδείχτηκε, το δρόμο της ξενιτιάς, με πρώτο σταθμό στην πορεία το Birmingham. Ήταν μοναχικό το ανοιξιάτικο βραδινό, από τα πολλά εκείνα των πρώτων μηνών στην Αγγλία. Αδέσμευτος, μετέωρος, αισθηματικά και επαγγελματικά, έψαχνα, στο λυκόφως των νιάτων και το κατώφλι της ωριμότητας, κάποιο μονοπάτι με προορισμό να ακολουθήσω, να με οδηγήσει σε ένα καλό μέρος, ένα από αυτά που κάποτε ονειρευόμουν. Το τηλεφώνημα της Α, στο διαμέρισμά της πολυκατοικίας της Hagley Street, το πρώτο σπιτικό μου στην ξενιτιά της Αγγλίας, με βρήκε απροετοίμαστο. Την έκπληξη λογικά διαδέχτηκε η χαρά, όπως συνήθως συμβαίνει όταν σε θυμάται μια αγάπη από τα παλιά. Είχε μιλήσει, για να μάθει τα νέα μου μετά το φανταριλίκι, στο τηλέφωνό με τον Πατέρα. Θα βρισκόταν για λίγες μέρες στο Birmingham, σε ένα από τα πολλά διεθνή συνέδρια τα οποία Έλληνες γιατροί είχαν, κάθε τρεις και λίγο, την ευκαιρία -με ελάχιστα προσωπικά έξοδα- να παρακολουθήσουν, με κύριο στόχο το ταξίδι αυτό καθαυτό και την αναψυχή, δευτερεύοντα για τους περισσότερους την επιστημονική κατάρτιση. Στην φτωχή πατρίδα «λεφτά ακόμη τότε υπήρχαν» ή κανέναν δεν ένοιαζε αν και πόσα υπήρχαν. Τέτοια ταξίδια, όπως μου εξήγησε με ελαφριά την συνείδηση και η Α, τα χρηματοδοτούσαν πρόθυμα πολυεθνικές φαρμακευτικές εταιρίες· με το αζημίωτο, φυσικά, καθώς οι γιατροί ήταν οι πλασιέ για να μεγαλώνει ο τζίρος τους στην Ελλάδα -των πολλών στρεβλώσεων στον τομέα της υγείας και αλλού. Το κράτος συντηρούσε μιαν πληθώρα κακοπληρωμένων εν γένει γιατρών, ενώ αυτοί ως συμπλήρωμα στο εισόδημά τους αναλάμβαναν τη αθρόα διάδοση υπερτιμημένων φαρμάκων, ακόμα και όταν ή όπου η χρήση τους δεν χρειαζόταν ή ήταν και επιβλαβής. Αλλά αυτό σχετίζεται με μιαν πολιτικά υποκινούμενη ηθικολογία περί του συστήματος υγείας της Ελλάδας και είναι «άλλου παππά ευαγγέλιο». Δεν θα γινόταν, χωρίς αφορμή, αντικείμενο συζήτησης όταν αργότερα βρέθηκα δίπλα στην Α και ανάμεσα σε μια παρέα γιατρών σε μια γωνιά του λόμπι του ξενοδοχείου.

Όλοι τους κάπνιζαν· οι αυστηροί νόμοι κατά του καπνίσματος δεν είχε ακόμα εισαχθεί στην ζωή της Αγγλίας. Συστήθηκα ως «του πολυτεχνείου», με κάποια δόση περηφάνειας όπως και όταν ήμουν φοιτητής. Δεν συγκινούνται οι Έλληνες γιατροί από τέτοια προσόντα, υποφέρουν από τα ίδια και μεγαλύτερα συμπλέγματα. Λίγες επιφανειακές, αναμενόμενες ερωτήσεις από την ομήγυρη, για το «πως βρίσκω την Αγγλία» ή «ποια είναι η γνώμη μου για τους Εγγλέζους», συνοδευόμενες από εκφράσεις δύο ή τριών μειωτικών στερεοτύπων για του Βρετανούς και την κουλτούρα τους, το μόνο που κατάφεραν, με νωπή ακόμα μέσα μου την μίζερη εμπειρία της στρατιωτικής θητείας, ήταν να σηκώσουν ένα αμυντικό τείχος γύρω μου και να κλειστώ από πίσω του. Η συζήτηση της παρέας μετά την σύντομη παρέκβαση συνεχίστηκε πάνω σε ιατρικά και επαγγελματικά θέματα. Πριν αποχωρήσω, έχοντας νιώσει ελαφρώς παρείσακτος, συνόδευσα την Α στο δωμάτιο της για να ετοιμαστεί για το καθιερωμένο βραδινό συνεδριακό γεύμα. Γδύθηκε και ντύθηκε μπροστά μου σαν κάτι απόλυτο φυσικό. Καθισμένος στο γραφειάκι, που κάθε δωμάτιο κάθε αξιοπρεπούς ξενοδοχείου διαθέτει, παρακολούθησα τη διαδικασία της αλλαγής των ρούχων με αδιάκριτο βλέμμα. Η Α μιλούσε διαρκώς, όχι από αμηχανία -ποτέ δεν πρόδιδε αμηχανία. Τα λόγια της διαπερνούσαν τον συνεπαρμένο από αναμνήσεις νου, που δεν αντιλαμβανόταν το περιεχόμενό τους. Ένιωθε άνετα ημίγυμνη μπροστά μου παρά το μέτριο σουλούπι, παρά τα αυτο-κριτικά αστεία που έκαμε συχνά για τα κιλά, που η αγάπη της για τις μακαρονάδες προσθέτει. Σα να είχαμε κοιμηθεί αγκαλιά και ξυπνήσαμε μαζί χτες.

Το επόμενο βράδι βγήκαμε για μια μικρή ξενάγηση στην πόλη μου χωρίς το «σκυλολόι» των συναδέρφων της. Ήπιαμε αρκετές μπύρες στα pubs της Broad Street, πριν γευτούμε Balti σε ένα Balti House του Chinese Quarter του Birmingham, την σπεσιαλιτέ αναρίθμητων εστιατορίων του Birmingham, σήμα κατατεθέν της κουζίνας της, από τότε που ένας Πακιστανός μετανάστης δημιούργησε τα σχετικά πιάτα και το καθιέρωσε στην πόλη. Οι γνώσεις και η εμπειρία μου από το σχετικό μενού ήταν περιορισμένη για να καθοδηγώ και προτείνω. Tο φαγητό στο πακιστανικό εστιατόριο αποδείχτηκε μέτριο, ενώ τα ποτά αργότερα στο μοντερνίζον Arcadian Centre σε ένα μπαρ με μουσική φούσκωσαν παραπάνω τις κοιλιές μας, και η διάθεση χάλασε. Η κουβέντα μας φανέρωσε ότι η Α έβγαινε ακόμα με τον «γυναικολόγο» της Αθήνας, ο οποίος αποδείχτηκε εκ των υστέρων στον κοινό νου αδιαμφισβήτητα γυναικοθήρας και μουρντάρης. Προσεκτική στην περιγραφή και τους χαρακτηρισμούς της για τον «τύπο», χωρίς να αναφερθεί σε λεπτομέρειες και γεγονότα, μου γινόταν ολοένα φανερότερο ότι η αφοσίωσή της σε κείνο το δεσμό ήταν μονόπλευρη, η γενική αδιαφορία και φιλοτομαρισμός του «τύπου» καταφανής, ενώ η κατάσταση στην οποία η σχέση της είχε περιέλθει, κατά την γνώμη πολλών του κύκλου της, κατ’ εξοχήν του κοινού μας φίλου Λ, σχεδόν εξευτελιστική για την ίδια. Ήταν θέμα χρόνου πριν η προσωπικότητα και το ελεύθερο της πνεύμα θα επιβαλλόταν στον ψυχικό της κόσμο και θα άλλαζε ζωή. Επανέλαβε τα περί πόσο άσχημα αισθανόταν για την αδικαιολόγητη απουσία της εκείνο το διήμερο στα Χανιά και την ψυχρολουσία που προκάλεσε. Είπα ότι δεν είχε σημασία, ανήκε στο μακρινό και σχεδόν ξεχασμένο χρονοντούλαπο της ψυχής, και οποιαδήποτε αισθήματα απογοήτευσης έως και οργής να είχα νιώσει τότε είχαν εξασθενίσει. Την έβλεπα με την ίδια καλή προαίρεση και αγάπη όπως και πριν οργανώσω εκείνη την ατυχή επίσκεψη. Από την μεριά της θα κατάλαβε ότι βρισκόμουν μετέωρος, επαγγελματικά και αισθηματικά, «ψαχνόμουν» σαν άνθρωπος σε έναν ξένο τόπο και κόσμο, αλλά θα έδειχνα ευελιξία απέναντι στις προοπτικές και δρόμους για το μέλλον που θα μου ανοίγονταν. Η κατάσταση μου ήταν μεταβατική, όσο και ασταθής. Όπως εύκολα θα αντιλαμβανόταν κάποιος ότι η Α παρέμενε προς το παρόν αγιάτρευτα πιστή και δέσμια στο άρμα της τότε ύπαρξης της, χάριν στην ιατρική και την αφοσίωση στον φίλο της, παρά τα εμφανή σημάδια για το που θα κατέληγε αισθηματικά. Η σταθερότητα και ασφάλεια είναι πολύτιμα ζητούμενα της γυναικείας φύσης, συχνά σε βάρος μιας κριτικής διαύγειας και της προσωπικής ελευθερίας.

Πριν αποχωριστούμε στην ψυχρή νύχτα στην είσοδο του ξενοδοχείου, μου κράτησε τρυφερά και συγκαταβατικά το χέρι. Ίσως να με λυπήθηκε που με είδε γερμένο και κουρασμένο, μέσα στο φτηνό και φθαρμένο πανωφόρι να θυμίζω ακόμα κομμουνιστή φοιτητή· έναν ελπιδοφόρο φοιτητή με καλό μυαλό, ένα σωρό επαίνους και πτυχία, μια καλή φάτσα, αλλά χωρίς κάπου να ακουμπήσει, χωρίς σαφή σχέδια για το μέλλον, με τα φτερά μεγαλόσχημων φιλοδοξιών κομμένα. Δεν επεδίωξα, ούτε έλαβα πρόσκληση για την συνέχεια της βραδιάς στο δωμάτιο της, με όσα αυτό θα συνεπαγόταν με μια γνώριμη αγκαλιά. Δεν ξέρω καν αν την επιδίωκα, παρά τους μήνες ερωτικής απραξίας. Την άφησα με ένα φιλί στην είσοδο του ξενοδοχείου και την υπόσχεση ότι θα κάναμε ότι μπορούσαμε να ξαναβρεθούμε σύντομα. Να υπενθυμίζουμε στους εαυτούς μας ότι είμαστε ακόμα νέοι, είχαμε πολύ δρόμο και πολλά σταυροδρόμια μπροστά. Θα μπορούσε βέβαια, εξίσου πιθανά, εκείνο το βράδι να σήμαινε το οριστικό και αμετάκλητο τέλος της σχέσης μας.

16 - Α 4-Ever: Σε Άλλη Αγκαλιά

Από εκείνο το καλοκαίρι του 1984 πέρασαν χρόνια πολλά προτού επιστρέψω στα Χανιά, και θα περνούσαν ακόμα περισσότερα πριν ξαναζήσουμε φευγαλέα και στο βαθμό που ήταν δυνατό με χρόνια στην πλάτη, στιγμές από το νεανικό πάθος λιγοστών πρώτων μηνών.

Έμαθα ότι έμεινε μέχρι την αποφοίτησή της στο πλευρό του Σ. Από όποια πλευρά και να το βλέπαμε, ο Σ εκπλήρωνε όλους τους όρους που θα τον χαρακτήριζαν στα μάτια του κόσμου, πεζά και άχρωμα, ως «καλό παιδί». Πιστός, ευγενικός, χωρίς πολλές απαιτήσεις από την σύντροφο του, το μέλλον ή ίσως και την ίδια του τη ζωή του, μετρημένος και πρόθυμος να ακολουθήσει την «ηθική» πεπατημένη: της μονογαμίας, της οικογένειας, των παιδιών, της μιας συζύγου που θα ήταν σύντροφος ζωής και συνάδερφος και συνέταιρος, θα εξασφάλιζε σιγουριά και ασφάλεια, αν όχι και ερωτικό μεθύσι. Τέτοια ζευγάρια, δημοσίων υπαλλήλων, γιατρών, δικηγόρων, και τα λοιπά, εκδοχές της κοινωνικής ταυτότητας μια μικρομεσαίας τάξης, που βρίσκουν την ευτυχία στην σιγουριά ενός προδιαγραμμένου μέλλοντος και στασιμότητα, η Ελλάδα βρίθει. Ήταν τότε σε μεγάλο βαθμό η συνταγή εκπλήρωσης του ελληνικού μικροαστικού ονείρου.

Αλλά το τεμπεραμέντο και πάθος της Άννας, έμφυτο και εκ καταγωγής, όπως και η ερωτική φλόγα που μαζί ανάψαμε και τη διατήρησε αναμμένη σε όλη τη διάρκεια της νεανικής και βιολογικής της ακμής, μια προοπτική ατάραχης ζωής με το Σ θα αδυνατούσε να την διατηρήσει ζωντανή και λαμπερή. «Δεν θα μπορούσα να ζήσω χωρίς τον έρωτα και το πάθος…», μου είπε μετά από καιρό. Μετά την αποφοίτηση τους χώρισαν με πρωτοβουλία της Α. Ο Σ έγινε παθητικός αποδέκτης της απόφασης της και των γεγονότων που αυτή επέσπευσε, ενώ η Α πρόσδεσε τη βάρκα του έρωτα σε άλλο λιμάνι: μάλλον προβλέψιμα στο λιμάνι ενός επίσης συναδέρφου στην επιστήμη της, εξ Αθηνών, ο οποίος όμως εκ των υστέρων, μετά από μιαν περίοδο (κάλπικης ή πραγματικής, ποιος ξέρει;) ανθίσματος του έρωτα και του πάθους αποδείχτηκε μπερμπάντης και κατ’ εξοχήν αχρείος. Είτε ένας άσχημος χαρακτήρας, αν όχι και η προσωπικότητα στο σύνολό της, είχαν για την Α καταλάβει εξαρχής και απέναντι στο δέλεαρ του έντονου έρωτα -κι ας ήταν πρόσκαιρος, δευτερεύουσα σημασία, είτε απλώς η Α δεν είχε την διορατικότητα ή τυφλώθηκε από κάποιο ερωτικό πάθος, ώστε να το αντιληφθεί. Την απάτησε εν γνώσει της, την κορόιδεψε, εκμεταλλεύτηκε την καλοσύνη και γενναιοδωρία της, την μεταχειρίστηκε και εξαπάτησε, σε ένα ωκεανό ψεμάτων και πλάνης.

 Ήταν ακόμα αφελώς προσδεμένη στο άρμα εκείνου του αχρείου, παρά τα σημάδια για το κατά που βάδιζαν και την μοιραία κατάληξη που η θα είχε εκείνη η πορεία, όταν, μετά από χρόνια, έχοντας επιστρέψει από την Αμερική, έχοντας χωρίσει από την, ας πούμε, δεύτερη μεγάλη αγάπη της ζωής μου, όντας ένας μοναχικός, απελπισμένος και μελαγχολικός φαντάρος χωρίς παρών και ένα θολό μέλλον, σε μια από τις άδειες μου από το Λουτράκι όπου υπηρετούσα, έβαλα πλώρη για τα Χανιά. Ήταν το καλοκαίρι του 1991, στο πρώτο μισό μιας καταναγκαστικής και ανυπόφορης στρατιωτικής θητείας, που οι μέρες της περνούσαν βαριά, χωρίς κάποια αχτίδα φωτός να με οδηγεί προς το αύριο. Ήμουν χαμένος στο χρόνο και χώρο, σε ένα στρατώνα έξω από ένα υποτίθεται κοσμοπολίτικο θέρετρο, χωρίς φίλους, κυρίως χωρίς «φιλενάδα», όταν άλλοι συνάδερφοι περίμεναν τις άδειες τους για να τις χαρούν. Στο τηλεφώνημα που έκανα από το στρατόπεδο, παρορμητικά και χωρίς σχέδιο, πριν την απόφαση μου να βρω ένα διήμερο ζεστασιάς στην συντροφιά της Α και να θυμηθώ τα παλιά, που λένε, δεν αντιλήφθηκα την επιφυλακτικότητα και δισταγμούς στην φωνή της. Μια χαρά που αποδείχτηκε ότι έκρυβε αμηχανία και τη δύσκολη κατάσταση στην οποία θα περιερχόταν από την παρουσία μου στον τόπο της, σε σημείο που αυτή η παρουσία να την εξέθετε στην πολύτιμη σχέση της με τον τύπο. Είχα παραβλέψει την ειλικρίνεια και εντιμότητά της, αν και είχα καλή γνώση τους από πρώτο χέρι.

Στο αεροδρόμιο των Χανιών, προς έκπληξή μου, δεν με υποδέχτηκε η Α, αλλά ο Λ, ο οποίος, μετά από τους εγκάρδιους χαιρετισμούς, μου ανακοίνωσε ότι η Α δεν θα μπορούσε να με δει εκείνο το σαββατοκύριακο. Είχε ήδη αναχωρήσει για την Αθήνα και τον «δικό της». Δεν θα μπορούσε να αθετήσει μιαν υπόσχεση της και να ακυρώσει ξαφνικά κάποια σχέδια που είχαν εδώ και καιρό γίνει. Tην ματαίωση της παρηγοριάς που προσδοκούσα στην αγκαλιά της Α την διασκέδασε με φιλότιμο και καλή προαίρεση και διάθεση ο Λ, που επέμενε να με φιλοξενήσει σπίτι του, ενώ είχα ήδη, με γνώμονα τα φανταστικά σχέδια για το βράδι με την Α, κλείσει δωμάτιο σε ξενοδοχείο. Στο μήνυμα που η Α του άφησε να μου διαβιβάσει ζητούσε τη συγχώρεση μου, καθώς δεν μου είχε ξεκαθαρίσει έγκαιρα στο τηλεφώνημα τη διαθεσιμότητά της. Ευχόταν και ήλπιζε να κατανοούσα και να έκρινα επιεικώς τη συναισθηματική της δέσμευση με τον «φίλο της» στην Αθήνα και πόσο δύσκολο ήταν να τη συμβιβάσει. (Θα πρόσθετα, για να βρεθεί με έναν ξεχασμένο φαντάρο χωρίς προσανατολισμό στη ζωή…) Ήταν, τελικά, βέβαιη ότι, παρά την απουσία της, θα περνούσα καλά στην παρέα του εξαιρετικού αμοιβαίου μας φίλου. Ένιωσα ντροπή, ένιωσα πληγωμένος. Αναλύοντας το συμβάν από μιαν άλλη οπτική γωνιά, θα έπρεπε και σε αυτήν την περίπτωση να είχα εκτιμήσει την ακεραιότητά και ειλικρίνειά της, όσο και αν αυτά ακύρωναν ακαριαία στερνούς και κρυφούς πόθους και ελπίδες που έτρεφα στη βαριά καρδιά και την γενική απελπισία μου για λίγη παρηγοριά στην έρημο της στρατιωτικής θητείας.

Μετά από ένα βράδυ με τσικουδιά στην παρέα του Λ, μιαν μοναχική διανυκτέρευση στο αδιάφορο ξενοδοχεία της πλατεϊτσας, εκεί που πριν χρόνια είχαμε κατεβεί ερωτευμένοι από το λεωφορείο που μας επέστρεφε από την εκδρομή στο φαράγγι και τα  Σφακιά, μια πρωινή τυρόπιτα και έναν φραπέ, χαιρέτισα το Λ και του συναδέρφους του στο μελετητικό του γραφείο κι έφυγα· ψυχικά καταρρακωμένος και έχοντας πλέον πείσει τον εαυτό μου ότι δεν θα σμίγαμε ποτέ ξανά στο μέλλον με την Α. Επέστρεψα στην Αθήνα και από εκεί στο στρατόπεδο, στη μοναξιά και την κατάθλιψη του, με δυο μήνες ακόμα μπροστά μου στην πλήξη της μονοτονίας του καλοκαιρινού Λουτρακίου, παρείσακτος ανάμεσα στα πλήθη των νέων που λιάζονταν στον ήλιο και το βράδι της απραξίας μου στο στρατόπεδο, θα γέμιζαν τις ντισκοτέκ, θα χόρευαν, θα έπιναν, θα ερωτεύονταν.

Thursday, May 16, 2024

15 - Α 4-Ever: H Αρχή του Τέλους

Με την Α ξανασμίξαμε το φθινόπωρο στη Σαλονίκη. Δεν προκάλεσε την λαχτάρα και τα σκιρτήματα των πρώτων μηνών της χρονιάς που περάσαμε ο ένας στην αγκαλιά του άλλου, αλλά η προσδοκία και έλξη μιας γνώριμης ερωτικής φωλιάς, η εξοικείωση και συνήθεια ήταν κίνητρα αρκετά. Μετά την κορύφωση του έρωτα στη ζέστη και τον ιδρώτα του κρητικού καλοκαιριού, ο έρωτας και η αγάπη είτε θα παρέμενε στάσιμη σε κάποιο οροπέδιο συμβιβασμού και γλυκιάς ηρεμίας, χωρίς πάθη και παροξυσμούς, είτε θα όδευε προς την παρακμή που η επανάληψη φέρνει· ίσως, κάποια αναγέννηση μέσα από μιαν άλλη σχέση. Το τελευταίο θα ήταν η πιθανότερη κατάληξη με γνώμονα την κουλτούρα και νοοτροπία με την οποία εμποτίζονται, και το περιβάλλον στο οποίο κινούνται δυο φοιτητές. Είμαστε και οι δύο νέοι και το μέλλον διαγραφόταν μπροστά μας χωρίς τέλος στον ορίζοντα και με πλήρη άγνοια για το πέρασμα του χρόνου. Τον χρόνο που κυλούσε τον αντιμετώπιζα με τέτοιο βαθμό αφέλειας, περιφρόνησης και αλαζονείας, που ισχυριζόμουν ότι όταν θα έκλεινα τα σαράντα μου χρόνια θα αυτοκτονούσα. Δεν θα τον τσιγκουνευόμασταν, λοιπόν, στο κυνήγι του ερωτικού πάθους και της γεύσης του στις διάφορες εκδοχές. Και είναι το πάθος, το σαρκικό περισσότερο, το αισθηματικό λιγότερο, που γίνεται συνήθως η πυξίδα που προσανατολίζει πνεύματα, την θέληση τους και κανονίζει την συμπεριφορά τους εκείνους τους καιρούς των νιάτων.

Ο επίλογος του έρωτα με την Α δεν άργησε να έρθει, με μάλλον τυπικό τρόπο. Η σχέση και επαφή, η σαρκική και ανθρώπινη, είχε ενισχύσει την αυτοπεποίθηση μου παρά την απελπιστικά ανύπαρκτη πρώην αισθηματική ιστορία και εμπειρίες, τα οποία βέβαια είχα εντέχνως χαλκεύσει για λόγους εντυπωσιασμού πλάθοντας διάφορους μύθους για το παρελθόν μου. Ήμουν πλέον στα μάτια μου, μπροστά στον καθρέφτη –κάθε καθρέφτη και κάθε βιτρίνα, εμφανίσιμος, γοητευτικός, αρρενωπός, με τη libido ανεβασμένη σε πρωτόγνωρα ύψη. Σήμερα, βλέποντας τον εαυτό μου εκείνης της περιόδου από κάποια χρονική απόσταση και το πρίσμα της περασμένης ηλικίας, ίσως και να είχα ξεπεράσει λίγα λελογισμένα όρια, ίσως και να είχα γίνει υπεροπτικός. Και η υπεροψία στο νέο άντρα, που κατά κάποιο ένιωθε ότι κάλπαζε στην αισθηματική του ζωή, που «καβάλησε το καλάμι» όπως λένε, φέρνει αδιαφορία, μέχρι και περιφρόνηση, για την σύντροφο, που ενδεχόμενα να τον αγαπούσε ειλικρινά και αθώα και χωρίς ανιδιοτέλεια. Το εγώ διογκώθηκε, έφερε στην επιφάνεια έναν υποβόσκοντα ναρκισσισμό. Πειρασμοί για διεξόδους και περαιτέρω αυτοεπιβεβαίωση γύρω μου υπήρχαν πολλοί: στην οργάνωση, στο έτος, στου διαδρόμους και το κυλικείο του Πολυτεχνείου, σε μαζώξεις και συγκεντρώσεις, σε πάρτι, εν ολίγοις, στις πολύπλευρες κοινωνικές εκδηλώσεις από τις οποίες βρίθει η φοιτητική ζωή του «ενταγμένου», όπου η δίψα για έρωτα διαχέεται και υπερβαίνει τα πάντα, σπουδές και κομματικά καθήκοντα, για να μην αναφέρω την παλιά καλή οικογένεια. Άρχισα, λοιπόν, να θεωρώ τον εαυτό μου εμφανισιακά ανώτερο, «καλύτερο» της Α. Έτσι, έχοντας υπερτιμήσει δυνατότητες και χαρίσματά και ανάλογα υποτιμήσει και αγνοήσει τις πολλές εκτυφλωτικές αδυναμίες μου, ένιωσα ότι δικαιούμουν (και ότι θα μου ήταν εφικτό) να κατακτήσω ένα αισθητικά και αισθησιακά ανώτερο ον από την Α, να γευτώ πιο γλυκούς καρπούς από το δέντρο του έρωτα. Καθώς με τη δίψα και τη φλόγα δύο παρθένων στον έρωτα είχαμε εξερευνήσει και δοκιμάσει, από σαρκική άποψη, σχεδόν όλες τις γεύσεις από τους ερωτικούς τσελεμεντέδες, μοιραία επήλθε η ρουτίνα και επανάληψη στην ερωτική πράξη, η οποία, σε τέτοιες ηλικίες, κυριαρχεί κατά τις ώρες συνύπαρξής, ανάμεσα σε φαγητό και μπύρες. Επήλθε ο κορεσμός. Την σειρά του διαδέχτηκε μια ψυχοσωματική κούραση, η απομάκρυνση, μέχρι, ολοένα και συχνότερες, ώρες και μέρες πλήρους αποξένωσης. Στις τελευταίες καταστάσεις συνετέλεσαν και οι απότομες και επίμονες αλλαγές διάθεσης, που ενεργοποιούνταν από ασήμαντες αφορμές και κυρίευαν την ψυχή μου από το εφηβικά ακόμα χρόνια: πρωινά και βράδια γενικής δυσαρέσκειας και μελαγχολίας, όταν κατέβαζα στόρια, δηλαδή «μούτρα» απέναντι στον κόσμο χωρίς εμφανή αφορμή. Οι αιτίες χάνονταν κάπου βαθιά μέσα μου σκοτεινές και απρόσιτες, στην βιοχημεία του νου, αδιάφανες στον έξω κόσμο. Αργότερα, το αυτοδιάγνωσα ως μια ήπια μορφή διπολικής διαταραχής, αλλά τότε, εγώ ο φανατικός μαρξιστής, ήμουν επιλήσμων και περιφρονητικός προς τέτοιου είδους ψυχολογικές εκτροπές, αν όχι και διαταραχές.

Το ρήγμα στην σχέση μου με την Α δεν άργησε να εμφανιστεί λίγο περισσότερο από έναν χρόνο μετά τη γνωριμία μας και το πρώτο φιλί. Η Δ ήταν συμφοιτήτρια και συντρόφισσα. Κατά γενική ομολογία η πλέον χαριτωμένη θηλυκή παρουσία σε ένα έτος που δεν υπήρχαν και πολλές τέτοιες παρουσίες, αλλά και πέρα από τα όρια του. Διέθετε μεγάλα, αστραφτερά γαλανά μάτια, που ανεξάρτητα του γενικότερου πλαισίου, του περιβάλλοντος και της συζήτησης, κοιτούσαν τον συνομιλητή μελιστάλακτα και ερωτοτροπικά. Γινόταν αναγνωρίσιμη από  απόσταση χάρι στα σγουρά, ξανθόχρυσα μαλλιά, που φούντωναν πάνω σε ένα σχετικά μικροκαμωμένο κορμί, που δυστυχώς όμως στερείτο τις καμπύλες και την χάρη των κινήσεων, δηλαδή τα κέντρα όπου διαχρονικώς εστιάζονται τα βλέμματα αντρών κάθε ηλικίας. Η γοητεία των ματιών της στην παρέα της Δ, ενισχυόταν από το νάζι και την γοητευτικά θηλυπρεπή διακύμανση της φωνής της, ενώ τα impromptu αγγίγματα και τα αγκαζέ, η κλίση του κεφαλιού στον ώμο, έκαμαν τη φαντασία του οποιουδήποτε γινόταν αντικείμενο τέτοιων χειρονομιών και ζαχαρένιων εκφράσεων, πολλές φορές αλατισμένων με υπονοούμενα, να φτερουγίζει, και τον ίδιο να αναρωτιέται, υποταγμένος όντας στη γοητεία και το φλερτάρισμά της: μήπως και η ίδια η Δ να έχει γοητευθεί από κείνον και επιθυμεί την αγάπη και έρωτά του; Βέβαια, στις περισσότερες των περιπτώσεων, αν το αντικείμενο στο οποία ασκούνταν αυθόρμητα τα θέλγητρα και η γοητεία της Δ, επιχειρούσε απερίσκεπτα κάποιο αποφασιστικό βήμα, χωρίς να έχει ζυγίσει προσεκτικά την κατάσταση και εκτιμήσει τον διαχυτικό χαρακτήρα και ψυχολογία της Δ πίσω από αυτά, και ανταπέδιδε με βιαστικό και άγαρμπο τρόπο φιλοφρονήσεις, θα κατέληγε τουλάχιστον απογοητευμένος· ίσως και αντικείμενο ψυχρολουσίας, με τις οποιεσδήποτε φαντασιώσεις πάραυτα ακυρωμένες. Αλλά για τους πολλούς άντρες με τους οποίους συναναστρεφόταν, η φλόγα της ελπίδας για μιαν ερωτική σχέση με τη Δ παρέμενε αναμμένη, και καμιά χρειάζονταν πολλές ματαιωμένες προσπάθειες για να σβηστεί ολοσχερώς.

Η Δ είχε δημιουργήσει σχέσεις με διάφορους στα πρώτα χρόνια του Πολυτεχνείου, συμπεριλαμβανομένου ανάμεσα στου πρώτους και του Λ. «Ουδέν ει κρυπτόν υπό τον ήλιον» που φωτίζει αδιάκριτα το υφάδι της φοιτητικής ζωής. Παρόλα αυτά, όχι χωρίς κάποια λογική βάση, η Δ είχε δημιουργήσει τη λαθεμένη εντύπωση μιας μη ιδιαίτερα εκλεκτικής στις σχέσεις της, της «εύκολης», που με λίγη προσπάθεια, λίγο περισσότερη επιμονή, κάτι τις διαφορετικό και πρωτότυπο και έξυπνο στην προσέγγιση, θα ενέδιδε –«θα έπεφτε» όπως λέγαμε. Πολλοί είχαν σκεφτεί, αν και πολύ λιγότεροι είχαν ανοικτά επισημάνει σε συζητήσεις (όχι τόσο από κάποιους ηθικούς φραγμούς και ακεραιότητα, όσο από μιαν ζήλια που ανυπομονούσε να εκδηλωθεί έστω και πλαγίως) ότι οι περισσότεροι άντρες με τους οποίους μπλεκόταν σε ερωτικές σχέσεις η Δ υστερούσαν συγκριτικά στην εμφάνιση και από την ίδια ή δεν ήταν εμφανισιακά συμβατικοί -στο βαθμό που είναι δυνατή, εκ πρώτης όψεως, μια αντικειμενική αποτίμηση της συμβατότητας ανάμεσα σε ανθρώπους του αντίθετου φύλου. Και μάλιστα υστερούσαν από πολλούς συντρόφους και συμφοιτητές του στενότερου κύκλου, οι οποίοι φανερά ή κρυφά ποθούσαν τη συντροφιά της. Συγκατάλεγα και τον εαυτό μου στην τελευταία κατηγορία, παρά τις εγγενείς αδυναμίες και τα ελαττώματα μου των οποίων είχα γνώση. Ως παράδειγμα: η Δ, αν και μικροκαμωμένη, είχε θέσει το ύψος του ερωτικού της συντρόφου ως ένα από τα κύρια κριτήρια στην επιλογή συντρόφου, ενώ επίσης, για κάποιο άγνωστο λόγο, έτρεφε προτίμηση σε άντρες μιας σχετικά μεγαλύτερης ηλικίας και με μούσι. Ήμουν βέβαιος ότι θα της ασκούσαν έλξη και οι έξυπνοι και νοήμονες ανάμεσά μας, αλλά μαργαριτάρια νοημοσύνης και γενικότερης κουλτούρας και συγκρότησης, θα μπορούσαν να βρεθούν σε φιλικές, πλατωνικές συντροφιές χωρίς το επιπρόσθετο σεξουαλικό περιεχόμενο. Το κρεβάτι δύο ερωτευμένων νέων δεν είναι ο καταλληλότερος χώρος για συζητήσεις περί λογοτεχνίας, πολιτικής, της φιλοσοφίας της επανάστασης, ενώ για νέους άντρες η οποιαδήποτε επίδειξη γνώσεων, ευφυΐας, κουλτούρας, επιπρόσθετα της συμπαθητικής φάτσας και ενός καλού σουλουπιού, γίνεται απλά ένα ακόμα εργαλείο στην ερωτική κατάκτηση.

Στους σαγηνευτικούς τρόπους της Δ υπέκυψα κι εγώ· έπεσα, κατά κάποιο τρόπο, θύμα των παροιμιωδών ορμών της ηλικίας και τις ανάγκες τους οργάνου που τις εκδηλώνει. Η αρχή του τρίτου έτους της Σχολής μας, όπως και τα καθήκοντα της οργάνωσης, μας έφεραν αρκετές ώρες μαζί. Μελετούσαμε παρέα και τη βοηθούσα με προβλήματα είτε στο διαμέρισμά της, είτε στο σπίτι μας, όπου, όπως ήταν φυσικό, κέρδισε, με την χάρη και τους τρόπους, εύκολα τη συμπάθεια του Πατέρα. Αναλάβαμε και δουλέψαμε από κοινού «θέματα» και εργασίες, όπως πολλές φορές βγαίναμε παρέα σε εξορμήσεις της οργάνωσης -κάτι που κρυφά επεδίωκα, αντί για κάποιον άγριο άρρενα συντρόφους. Μου μιλούσε για τις πρόσφατες σχέσεις της: με έναν μυστακοφόρο, μηχανόβιο σύντροφο, αργότερα με ένα μουσάτο επιστημονικό συνεργάτη. Μου περιέγραφε, χωρίς ενδοιασμούς και με απόλυτη φυσικότητα, σεξουαλικές «αταξίες» πίσω από την κλειδωμένη πόρτα του γραφείο του στη Σχολή. Σε ένα λεωφορείο του ΟΑΣΘ, επιστρέφοντας από κάποια κομματική εκδήλωση στο κέντρο της Πόλης, με το χέρι της αυθόρμητα ακουμπισμένο στο πόδι μου, μου είπε με τη διαχυτικότητα που τη διέκρινε, ότι συμφώνησε με μια φίλη ότι έχω ένα από τα «ωραιότερα πρόσωπα» που είχαν δει. Η σχέση της με τον συνεργάτη βρισκόταν στη δύση της, ενώ η σχέση μου με την Α άρχισε και αυτή στα μάτια μου να βουλιάζει μέσα από ρουτίνα, την επανάληψη και τη βαριεστημάρα. Μετά από κείνο το περιστατικό και λόγια στο λεωφορείο, οι κρυφές ελπίδες για μια σχέση με τη Δ αναζωπυρώθηκαν. Μέσα από λέξεις και χειρονομίες, τα σημάδια που διάβαζα και οι αφελείς παρεκτάσεις που η φαντασία μου σχημάτιζε, μέσα από ένα ζωηρό σκεφτικό, τέτοιες ελπίδες αποκτούσαν βάση, γινόταν προσδοκίες. Τι μπορούσε να γίνει; Τι έμελλε να συμβεί;  

Σε ένα από τα διαλείμματα στα μαθήματα του Πανεπιστημίου ένα Σάββατο αποφάσισα παρορμητικά ένα ταξίδι στην Καβάλα, τον τόπο καταγωγής της, όπου θα βρισκόταν και θα περνούσε λίγες μέρες στο πατρικό της. Με την ίδια να αγνοεί τις προθέσεις μου, χωρίς προειδοποίηση, αφού πέρασα το απόγευμα να βολοδέρνω στις καφετέριες της παραλίας και, αργότερα, να χαζεύω περαστικούς και αυτοκίνητα από τη βεράντα του καταθλιπτικού δωματίου ενός ξενοδοχείου πάνω από τον κεντρικό δρόμο της πόλης, το επόμενο πρωινό βρήκα το θάρρος και πήρα τηλέφωνο στο πατρικό της. Την πρόφαση της επίσκεψης στην Καβάλα την είχα καλοσκεφτεί, το ψέμα που θα έλεγα το είχα συγκροτήσει στις λεπτομέρειές του προς αποφυγή οποιωνδήποτε υποψιών για τους λόγους της ξαφνικής παρουσίας μου στα μέρη της: είχα επισκεφτεί έναν ανύπαρκτο «ξάδερφο» στη γειτονική Δράμα, και στο δρόμο της επιστροφής θεώρησα λογικό να επισκεφτώ για λίγη ώρα, για «έναν καφέ», την καλή φίλη και συντρόφισσα στην πατρίδα της. Μου φάνηκε ότι χάρηκε ειλικρινά που με άκουσε και είχα κάνει τον κόπο να την επισκεφτώ παρακάμπτοντας την επιστροφή μου στη Θεσσαλονίκη. Το εξέφρασε με τη χαρακτηριστική διαμόρφωση έκπληξης και χαράς στην φωνή της, και μου είπε πόσο «ωραία» νιώθει κάποιος όταν απροσδόκητα συναντά κάποιον αγαπημένο φίλο. Απέρριψε χωρίς δεύτερη κουβέντα την ιδέα να βρισκόμασταν σε κάποια καφετέρια (σε μια από αυτές που είχα βολιδοσκοπήσει από το προηγούμενο βράδι) και με προσκάλεσε για «τον καφέ» που έλεγα, στο πατρικό της.  

Με περίμενε με τους γονείς και την αδερφή της στη μεγάλη βεράντα μια παλιάς, αρχοντικής μονοκατοικίας τους στην πάνω πόλη. Μου προφέρθηκαν καφές και κουλουράκια, ενώ Δ έπλεκε το εγκώμιο μου: για το δυνατό μυαλό που κουβαλούσα, για τις επιδόσεις μου στη Σχολή, για τη βοήθεια που της παρείχα σε μαθήματα κι εξετάσεις. Ο πατέρας της, λιγομίλητος από τη φύση του, άκουγε την Δ με ένα χαμόγελο, που μάλλον υποδήλωνε καλές εντυπώσεις. Η μάνα της με ρώτησε τα συνηθισμένα, για την οικογένεια και την καταγωγή μου. Είπε και άλλες κουβέντες περί ανέμων και υδάτων κοιτάζοντας με επίμονα στα μάτια. Οιοσδήποτε που θα επόπτευε τη συμπεριφορά της εκείνο το κυριακάτικο πρωϊνό θα σχημάτιζε την εντύπωση ότι της είχα γίνει πολύ συμπαθής. Αυτό το επαλήθευσε η Δ όταν επέστρεψε στη Θεσσαλονίκη, Ένα από τα πρώτα πράγματα που μου ανέφερε ήταν τα λόγια της μητέρας της μετά την  επίσκεψη μου: «Εξαιρετικό παιδί, ο Λ! Γιατί δεν τα φτιάχνετε μόνιμα;» Το είπε σαν κάτι αστείο ή φανταστικό· τέτοιες αυθόρμητες μητρικές συμβουλές για σχέσεις, στην εποχή που ζούσαμε, δεν λαμβάνονταν σοβαρά υπόψιν. Ωστόσο, τέτοια λόγια και σημάδια, παρά την ασυνάφεια και την τυχαιότητα τους, έπνεαν ούριο άνεμο στα πανιά του καραβιού των ερωτικών σκιρτημάτων και της ελπίδας. Τα αστέρια μου φαινόταν σαν να ευθυγραμμίζονταν.

Θα ήταν Φλεβάρης προς το τέλος κάποιας από τις πολλές εξεταστικές, μετά από μια κοινή μελέτη με την Δ, όταν αποφασίσαμε να βγούμε έξω για ένα ποτό –για πρώτη φορά οι δυο μας. Η σχέση της με τον «συνεργάτη» είχε λήξει, ενώ η δική μου με την Α, όπως στεκόταν στα πήλινα ποδάρια ενός νεανικού ενθουσιασμό και της ερωτικής απειρίας, παρέπαιε, έπνεε τα λοίσθια. Καταλήξαμε στο υπόγειο του κουλτουριάρικου Ale House, στη ζεστή του ατμόσφαιρα και την τζαζ μουσική υπόκρουση. Η πρόταση ήταν της Δ και την είχε θέσει με το γνωστό Καβαλιώτικό της τρόπο: «Πάμε, καλέ, για ένα ποτό στο «Αλέ Χάους» (sic) να κουβεντιάσουμε…;» Τα προβλήματα με τις σχέσεις μας, τα «βάσανά» μας και, ποιος ξέρει σκέφτηκα, να βρούμε παρηγοριά σε μια πιο ολοκληρωμένη συντροφιά και σύμπραξη.

Αρχίσαμε να κουβεντιάζουμε για τις δυο τελευταίες ερωτικές της συναναστροφές, για το τέλος της σχέσης με τον «συνεργάτη» και πόσο αυτό την πλήγωσε. Από τη μεριά μου, άρχισα να θεωρητικολογώ και να αναπτύσσω φιλάρεσκα μεταφυσικές απόψεις για τον έρωτα, την επανάσταση, κτλ. για να καταλήξω, με τη φωνή χαραγμένη από τη συγκίνηση, σχεδόν βουρκωμένος, περισσότερο όμως από την επήρεια του αλκοόλ, σε μιαν ανάλυση της κατάληξης της σχέσης μου με την Α, με την «Α…ούλα» όπως πολλοί, και ανάμεσά τους η Δ, την αποκαλούσαν. Τα Metaxa διαδέχονταν το ένα το άλλο. Το μυαλό θολώνει, όπως λένε, σε τέτοιες περιπτώσεις, ενώ η μνήμη μετά από ένα σημείο αδυνατεί να καταχωρίσει κουβέντες, αντιδράσεις, την body language του συνομιλητή, είτε τις καταχωρεί επιλεκτικά και παραμορφωμένες. Στην δήλωση μου ότι η ιστορία με την Α είχε τερματιστεί, η οποία δήλωση έγινε έχοντας θεωρήσει υπό τις συνθήκες ευνοϊκές τις προοπτικές μιας σχέσης με την Δ,  δεν θυμάμαι την αντίδραση της. Μόνον η αμυδρή θύμηση της παλάμης της πάνω στον καρπό μου στο τραπέζι και εγώ να την κοιτάω στα μάτια βουρκωμένος, ξέμεινε, να επανέρχεται στην επιφάνεια ξεθωριασμένη. Αν αυτό το χάδι στο χέρι πάνω στο τραπέζι, σημάδι για πολλούς ενός ερωτικού ξεκινήματος, πράγματι συνέβη και η σκηνή δεν ήταν αποκύημα της φαντασίας εξαιτίας κάποιων λανθανουσών επιθυμιών είναι αδύνατο να επαληθευθεί. Τα μεγάλα, γαλανά μάτια της, όμως, μου φάνηκαν να έσταζαν περισσότερο μέλι από ό,τι συνήθως. Ήμουν πλέον πιωμένος και πήραμε το δρόμο, περασμένα μεσάνυχτα, για το σπίτι της στην Ιπποδρομίου, δέκα βήματα παραπέρα.

Με προσκάλεσε για καφέ που θα βοηθούσε να ξεμεθύσω, αλλά το προφανές των προθέσεων της και τα πραγματικά κίνητρα της πρόσκλησης πάνω στο διαμέρισμα, μόνοι, μου ήταν αδύνατο να διακρίνω μέσα από την μέθη μου. Συχνά οι μεθυσμένοι λανθασμένα θεωρούν ότι οι συνοδοί τους βρίσκονται στην ίδια κατάσταση, ενώ οι τελευταίοι απλά τους υπομένουν, χάριν φιλίας και για να τους βοηθήσουν και, ίσως, προστατέψουν από δυσάρεστες συνέπειες. Κρατήσαμε χέρια για λίγο στη σύντομη διαδρομή, πιθανότατα παρά τη θέληση της, αλλά και πάλι δεν θυμάμαι αν αντέδρασε και τραβήχτηκε. Ό,τι και να συνέβη, οι αυταπάτες συντηρήθηκαν. Στο διαμέρισμα της μου έκανε καφέ, ξαπλώσαμε εγκάρσια στο μονό κρεβάτι του καθιστικού και συνεχίσαμε μιαν κουβέντα, συγκεχυμένη πλέον από το ποτό και την ψυχική εξάντληση, ίσως και ασυνάρτητη. Σε κάποια στιγμή γύρισα και την φίλησα στο στόμα. Δέχτηκε το φιλί παθητικά, αλλά ήταν ένα αδύναμο, επιφανειακό το φιλί εκείνο. Αυτό το θυμάμαι. Τουλάχιστον ένιωσα το όμορφο σχήμα των χειλιών της. Έβαλα το χέρι μου κάτω από την μπλούζα της και άγγιξα το κάτω μέρος της γυμνής της πλάτης. Θα ζήτησα κάτι παράλογο, θα έκανα κάποια άγαρμπη κίνηση. (Ποτέ δεν ήμουν μάστορας με κουβέντες και χειρονομίες που θα «έριχναν» κορίτσια, βεβαρημένος όντας από συστολές που μόνο το αλκοόλ μπορούσε να ξεπεράσει, και οι εμπειρίες μου στον τομέα ήταν αμελητέες.) Η απάντηση που έλαβα ξεκίνησε κάπως έτσι: «Δεν μπορώ να επενδύσω τα όνειρά μου...», αλλά τη συνέχεια δεν θυμάμαι verbatim: «Με σένα...», «σ’ ένα μέλλον με σένα...», «σε μια σχέση μαζί...»; Πάντως, το μήνυμα που η Δ ήθελε να μεταφέρει και η απόρριψη μου έγιναν, παρά και μέσα από την ζάλη μου, κατανοητά. Το ήθος, η ακεραιότητα, η «καλή μου ανατροφή» βγήκαν στην επιφάνεια μέσα από τη μέθη μου, μαζεύτηκα και πάλι στο καβούκι των συστολών, και αποχώρησα παραπατώντας για το πατρικό μου. Δεν ένιωσα συναισθηματικά συντετριμμένος ή απορριμμένος ή ντροπιασμένος, αλλά το καταλάγιασμα των συμπτωμάτων της μέθης στην καταπραϋντική ψύχρα της του Φλεβάρη, συνετέλεσα σε μια σχετική εσωτερική γαλήνη. Ό,τι έγινε, έγινε. Μου πέρασε και η κυνική σκέψη ότι υπήρχε ακόμα και η Α, λίγο παραπάνω στην γειτονιά της Δ, ένα αποκούμπι στο ενδεχόμενο της ερωτικής μοναξιάς.  

Τις επόμενες μέρες στη Σχολή, τα συναπαντήματα με την Δ παρουσία άλλων γύρω μας χαρακτηρίζονταν από σιωπή, αδεξιότητα και αμηχανία σε κινήσεις και τρόπους. Τα βλέμματα μας αποφεύγαν να διασταυρωθούν και οι λίγες κλεφτές ματιές προς τη μεριά της μάταια προσπαθούσαν να ψυχολογήσουν τη διάθεση και να διαπεράσουν το εσωτερικό της κόσμο. Το επεισόδιο και πολλές από τις λεπτομέρειες εκείνης της βραδιάς άρχισαν χάνονται ως θολές εικόνες στη μνήμη, αδυνατισμένες εντυπώσεις, παραμορφωμένες από την μέθη, ξεθωριασμένες από τον χρόνο. Αυτός έχει μια τάση να εξομαλύνει συναισθηματισμούς, παροξυσμούς και ανωμαλίες. Μέσα από την Οργάνωση, το επιστημονικό «θέμα» που δουλεύαμε από κοινού, ένας δίαυλος επικοινωνίας με ουδέτερους διαλόγους τελικά αποκαταστάθηκε. Όπως και κάποια φιλία, η προηγούμενη φιλία, απαλλαγμένη από ερωτικά υπονοούμενα και παρεξηγήσεις, στο βαθμό που κάτι τέτοιο είναι δυνατό ανάμεσα σε δύο νέους ανθρώπους του αντίθετου φίλου. Καμιά αναφορά στο περιστατικό δεν ξανάγινε. Θα έδινα πολλά για να το συζητούσαμε, για να εξηγούσα την συμπεριφορά και τον χαρακτήρα πίσω από αυτήν! Σε κάποια τυχαία αποστροφή του λόγου, σε μια από τις συναντήσεις μας μου είπε και την παροιμιώδη δήλωση γυναικών προς άντρες του κύκλου τους, από τους οποίους θέλουν να διαλύσουν κάθε ιδέα σύναψης σχέσης: «Σε εκτιμώ και θέλω να σε βλέπω ως καλό μου φίλο». Αυτό αυτόματα ακύρωσε οποιαδήποτε θεωρητική ελπίδα για το διαφορετικό που είχα εξ αρχής επιθυμήσει, ή μάλλον ονειρευθεί.

Η βραδιά με την Δ στο Ale House, ίσως και πολλές λεπτομέρειες για το τι ακολούθησε, έφτασαν κατά κάποιο τρόπο στ’ αυτιά της Α. Με εξέθεσε στα μάτια της ως ανειλικρινή και ψεύτη, μέχρι και κυνικό υποκριτή (και ήμουν!), σε αντιδιαστολή με τον ευθύ και ειλικρινή, των αγνών προσδοκιών και προθέσεων χαρακτήρα της Α (και ήταν!) Ένα βράδι περαστικός από το διαμέρισμά της, με τον μοχθηρό σκοπό να εξυπηρετήσω τις βιολογικές μου ορμές με υποδέχτηκε με εκνευρισμό και κλάματα, και τελικά μου ζήτησε να φύγω. Οποιεσδήποτε προφάσεις και δικαιολογίες που το μυαλό μου σκαρφίστηκε αποδείχτηκαν ανώφελες. Έφυγα «ανικανοποίητος». Ήταν το οριστικό τέλος της πρώτης κανονικής σχέσης. Ανακάλυψα αργότερα ότι ο αντίζηλος, και γενικά ζηλιάρης, σύντροφος Ν, της ψιθύρισε διάφορα περί του επεισοδίου με τη Δ από όσα έφτασαν στο αυτί του, άλλα πραγματικά, ίσως και μερικά φανταστικά. Το ότι έβαλε το χέρι με την αντιζηλία του στην οριστική διάλυση της σχέσης με την Α μου το επιβεβαίωσε η ίδια αργότερα: ο σύντροφος Ν προσπάθησε να την κορτάρει αμέσως αφότου το περιστατικό με την Δ έγινε γνωστό στην παρέα.

Η Α δεν άργησε να βρει σύντροφο. Όπως θα άρμοζε και ήταν φυσικό μέσα από τον ευρύ κύκλο τον φοιτητών της περίοπτης σχολής της. Ωστόσο, όντας η πρώτη της αγάπη, δεν είχα εξοστρακιστεί καθολικά από τη ζωή της. Οι ερωτικές στιγμές μαζί ήταν ακόμα νωπές, και οι αναμνήσεις τους ωραίες. Εξακολουθούσα να την επισκέπτομαι στο διαμέρισμα της Αγαπηνού, για ερωτικές χάρες κυρίως, που και ή ίδια όμως φαινόταν αρχικά να επιζητούσε. Ο καινούργιος φίλος της, ο Σ, με το άνοστο και θηλυπρεπές υποκοριστικό, όσο συμπαθητική φυσιογνωμία και αν είχε, όσο καλοπροαίρετος, καλοσυνάτος και πιστός προς την Α να ήταν, όσα μελλοντικά όνειρα θα μπορούσαν να χτιστούν από κοινού πάνω σε μια καριέρα στην ίδια επιστήμη, υστερούσε σε ορισμένα βιολογικά μεγέθη, αρκετά ώστε η Α να κάνει δυσμενείς εις βάρος του συγκρίσεις. Σε μια από τις απογευματινές μου επισκέψεις, στην αρχή της εκείνης της ιστορίας με το Σ, μου διηγήθηκε τη σεξουαλική της απογοήτευσή με κλάματα. Ο αντρικός εγωϊσμός κορδώθηκε και η ψυχή χαμογέλασε, όπως θα συνέβαινε και στον κάθε άντρα στην θέση μου. Δεν εξέφρασα άποψη, το πρόβλημα αφορούσε την Α και το Σ. Ήμουν μάλιστα συγκαταβατικός και παρηγορητικός, αλλά εκείνο το απόγευμα απέσπασα τη «χάρη» στην οποία στόχευε η επίσκεψη.

Έκτοτε η πορεία μας στη ζωή απόκλινε. Όμως έρχονταν πάντα στιγμές, πολλές φορές μετά από διαλείμματα ετών, όπου θα ξαναβρισκόμαστε σε διάφορα σημεία του κόσμου. Αδιάλειπτα και αναπόφευκτα κάθε συναπάντημα κατέληγε στον ίδιο μεθυσμένο έρωτα των νιάτων μας που διακαώς προσδοκούσαμε να ξαναζήσουμε, το γύρισμα του ρολογιού σε κείνα τα χρόνια που η ψυχή λαχταρά παρά το αδύνατο του εγχειρήματος. Ήταν όμως ο κάθε όψιμος έρωτας με την Α προϋπόθεση και κατάληξη κάθε συνάντησης μαζί της, σαν κάτι γραφτό και προδιαγραμμένο, σαν μια σιωπηρή συμφωνία γραμμένη εκείνα τα χρόνια. Σαν να τα κορμιά μας να είχαν γεννηθεί για τον άλλον, σαν να είχαμε υποχρέωση απέναντι στους εαυτούς μας να διαφυλάττουμε και απολαμβάναμε κάτι μοναδικό και απερίγραπτο με λέξεις που μόνον ανάμεσά μας υφίστατο, ερμητικά κρυμμένο από τον υπόλοιπο κόσμο. «Χημεία» το λένε ακόμα.

Τα Χανιά τα επισκέφτηκα ξανά το επόμενο καλοκαίρι, αυτή τη φορά με φίλους, για να γυρίσουμε την Κρήτη με αυτοκίνητο. Η σχέση της Α με τον Σ είχε πλέον στεριώσει μετά από τα αρχικά  σκαμπανεβάσματα και τις δυσκολίες προσαρμογής που μου έλεγε. Είναι πολλές φορές δύσκολο κάποιος να απαλλαγεί από τα ξόρκια της πρώτης ερωτικής σχέσης. Ένα απόγεμα, από τα λίγα που περάσαμε με την παρέα στα Χανιά, μετά το μεσημεριανό μπάνιο στην Αγία Μαρίνα, ξεγλιστρήσαμε από το μεσημεριανό γεύμα και τις μπύρες της παραλιακής ταβέρνας, χωρίς πολλοί να μας πάρουν είδηση –έτσι τουλάχιστον νομίσαμε. Για να καταφύγουμε βιαστικά στο δροσερό δωμάτιο του ξενοδοχείου με έναν και μοναδικό σκοπό: να απολαύσουμε τη συντροφιά του άλλου πίσω από την κλειδωμένη πόρτα και τα ασφαλισμένα παντζούρια. Το δωμάτιο το μοιραζόμουν με το σύντροφο Ν, τον όψιμο αντίζηλό μου για τις χάρες της Α, αλλά και ανταγωνιστή σε διάφορες άλλες ενασχολήσεις που έφεραν τις σκέψεις ή τα σώματά μας αντιμέτωπα, όπως τεχνικά προβλήματα της σχολής, το σκάκι, τα χαρτιά, το μπάσκετ. Του Ν, καθώς ήταν εξαιρετικά ξύπνιος και εύστροφος, δεν του ξέφευγε τίποτε και, φυσικά, αντιλήφθηκε την ολιγόωρη δραπέτευση με την Α εκείνο απόγευμα και σε τι σκόπευε. Εκνευρισμένος του από τη ζήλια του απορριμμένου και στερημένου συνυποψήφιου, και με πρόσχημα τη διατάραξη του προγράμματος τη εκδρομής, κατέληξε σε ένα παραλήρημα εκνευρισμού και θυμού στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου το επόμενο πρωϊνό της αναχώρησής μας για την ανατολική Κρήτη. Το ανέχτηκα σιωπηλός, μάλλον ντροπιασμένος, παρά την συμπάθεια που έλαβα από τα άλλα μέλη της παρέας. Κατάφερε και δηλητηρίασε τη σχέση μας καθόλη τη διάρκεια της εκδρομής, παραλίγο και την ίδια την εκδρομή. Η ικανοποίηση, όμως, από την λαθραία συνεύρεση με την Α στο δωμάτιο του ξενοδοχείου απέκρουσε εύκολα μέσα μου την οργή του Ν.  

Thursday, May 2, 2024

14 - A 4-Ever: Dolce Vita

Ερωτευτήκαμε.  Όπως, υποθέτω, δυο νέοι, συναισθηματικά άγουροι όσο και διψασμένοι για έρωτα και σεξ νέοι θα μπορούσαν να ερωτευτούν εκείνη την εποχή. Μετά από μια τραχεία περίοδο, ας πούμε, «σαρκικής προσαρμογής», με ξεσπάσματα απογοήτευσης έως και απελπισίας εκ μέρους της Α και μιας σχετικής κατανόησης και συμπαράστασης από μένα, τελικά ανακαλύψαμε μια σύνθεση, ίσως μοναδική στη διάρκεια της ύπαρξης μας, που θα μας συνέδεε όχι μόνα σε εκείνα τα άγουρα νεανικά χρόνια, αλλά και αργότερα σε αυτά της ακμής, μέχρι και πέρα από την ωριμότητα. Η σύνδεση εκείνη ήταν πρωταρχικά σεξουαλική, η έλξη σχεδόν αποκλειστικά σαρκική. Όπως λένε, ο τέντζερης κύλισε και βρήκε το καπάκι του. Η ζωή τις ώρες μαζί, οι συμπεριφορές κι ο νους μας μας περιστρεφόταν γύρω από τέτοιες επιθυμίες στο επίκεντρο. Στην αρχή γιατί ψαχνόμαστε και ανακαλύπταμε νέες αισθήσεις και την απόλαυσή τους· στη συνέχεια, έχοντας πλέον ανακαλύψει σε βάθος ο ένας τον άλλο μέσα από την αλληλουχία των πρώτων εμπειριών που μαζί αποκτούσαμε, επήρθε μια σχεδόν ιδανική σωματική αρμονία και μια σχετική συναισθηματική διαφάνεια.

Ο χρόνος που περάσαμε μαζί στο Πανεπιστήμιο δεν ήταν πολύς, κάτι που ίσως και να είχαμε υποσυνείδητα προϊδεάσει, και συνίστατο από στιγμές διάφορων εκδοχών της ερωτικής πράξης – όπου θεωρία και σκόρπιες φαντασιώσεις γίνονταν πράξη. Οι μέρες, απογέματα και βράδια, λοιπόν, περιστρεφόταν γύρω από αυτόν τον άξονα, αυθόρμητα, με συναίνεση και λαχτάρα· ερωτική σύμπνοια θα μπορούσε να την αποκαλέσει κάποιος. Και ως τέτοιες αποτυπώθηκαν εκείνες οι μέρες στη μνήμη. Έρως και πάθος, λοιπόν, όπου μπορούσαμε και σε κάθε ευκαιρία. Ένας σωρός από διακριτές ώρες και μέρες, γυμνές, υγρές, στιγμές ιδρώτα και αναστεναγμών. Στο σκοτάδι ή το ημίφως του δωματίου της Α, στο πάτωμα του δωματίου της συγκατοίκου της όταν αυτή έλειπε, στον καναπέ, μέχρι και στην κρεβατοκάμαρα των γονιών μου τη βδομάδα που απουσίασαν σε διακοπές, κλειδωμένοι στο δωμάτιο του ξενοδοχείου κατά την εκδρομή προς το τέλος του δεύτερου έτους. Η επιθυμία κι ο πόθος, η ηδονή και η απόλαυση κορυφώθηκαν στη χωρίς οίκτο ζέστη του ντάλα καλοκαιριού της Κρήτης, που έγινε ο de facto προορισμός διακοπών, δικών μου και φίλων-συντρόφων τα ερχόμενα δύο καλοκαίρια. Ήταν το bonus.

Η κοινωνία των Χανίων είναι μικρή και τότε ακόμα επαρχιακά συντηρητική. Όλοι λίγο πολύ γνωρίζονταν, τουλάχιστον φυσιογνωμικά μεταξύ τους, καθώς είχαν έναν ή περισσότερους κοινούς γνωστούς, αν όχι και συγγενής. Η ελευθερία της ανωνυμίας που απολαμβάνει κάποιος σε μια μεγαλούπολη όπως η Θεσσαλονίκη αναγκαστικά περιοριζόταν στις μέρες στα Χανιά. Το καθημερινό συναπάντημα γνωστών σε κάθε δρόμο και γωνιά, σε κάθε καφετέρια και εστιατόριο, σε κάθε παραλία, σε συνδυασμό με την παραδοσιακή ιδιοσυγκρασία και κουλτούρα των ντόπιων, μεσηλίκων και ηλικιωμένων, μοιραία έθετε φραγμούς στην έκφραση του νεαρού και αδέξιου έρωτά μας. Θα έθετε αν μη τι άλλο αδιάκριτα ερωτήματα και θα έδινε αφορμή σε ανεπιθύμητους ψιθύρους. Το διαπίστωσα με απότομα ειλικρινή τρόπο την ημέρα της πρώτης μου επίσκεψης μου -μεσοκαλόκαιρο του 1983: από την αυστηρή επίπληξη που μας απηύθυνε ο οδηγός του λεωφορείου που είχαμε πάρει από το λιμάνι της Σούδας για την πόλη, όταν μας είδε από το καθρεφτάκι να φιλιόμαστε σε ένα από τα πίσω καθίσματα: «Όχι αγκαλιές και φιλιά στο λεωφορείο μου!», φώναξε κοιτώντας με άγρια μέσα από τον καθρέφτη του. Η κατσάδα με συνέλαβε απροετοίμαστο να απαντήσω, και ντροπιάστηκα, παρόλο που το λεωφορείο ήταν άδειο από επιβάτες, χωρίς ακροατές-μάρτυρες της λεκτικής προσβολής. Κατέβασα το χέρι μου από τον ώμο της Α, κούρνιασα στη γωνιά κοντά στο παράθυρο, σε κάποια απόσταση από το κορμί, με βραχίονες διπλωμένους μπροστά από το στήθος, ενώ στο υπόλοιπο της διαδρομής ανταλλάσσαμε κλεφτά χαμόγελα με το ένα μάτι μου στον καθρέφτη, και το βλέμμα του οδηγού που καθρεφτιζόταν σε αυτόν να ρίχνει περιοδικές ματιές προς το μέρος μας. Το διαπίστωσα και στον πανικό που μας κυρίευσε, όταν στην παραλία της Αγίας Μαρίνας, στα κοινόχρηστα ντους βρήκα ξαφνικά τον εαυτό μου ανάμεσα στην Α και τον πατέρα της, ο οποίος, αν και δεν με γνώριζε, δεν θα έπρεπε επ’ ουδενί να σχημάτιζε την εντύπωση ότι η κόρη του συνδεόταν ερωτικά μαζί μου–και, εν προκειμένω, με οιονδήποτε άντρα. Η Α στη θέα του πατέρα της ξεγλίστρησε απαρατήρητη από τα ντους, ενώ εγώ ολοκλήρωσα το ξέπλυμα μου άβολα και βιαστικά.  

Αλλά ο έρωτας μας δεν διατηρήθηκε μόνον ατόφιος. Ενδυναμώθηκε κι έγινε πιο συναρπαστικός, ίσως και από αυτήν καθαυτή την ανησυχία και το φόβο που ενέπνεε το ασφυκτικό περιβάλλον της μικρής κοινωνίας και την αίσθηση, σε έναν βαθμό αδικαιολόγητη, από αδιάκριτα μάτια ντόπιων να παρακολουθούν κάθε κίνησή μας. Στο ασήμαντο, κλειστοφοβικό, μονόκλινο δωμάτιο, στο ισογείου ενός φτηνού ξενοδοχείου σε ένα σταυροδρόμι των Χανίων, καταφεύγαμε σχολαστικά και τα μάτια μας δεκατέσσερα, σαν κατατρεγμένοι από ματιές γνωστών και αγνώστων, με σχεδιασμό και προσπάθεια, ώστε να αποφεύγουμε την προσοχή του ιδιοκτήτη στο μικρό ξενοδοχείο του. «Είναι πάντα γλυκό το πιοτό της αμαρτίας…» Αλλά ο ξενοδόχος θα έβλεπε, θα άκουγε, θα καταλάβαινε. Οι γρίλιες των αμπαρωμένων παντζουριών ήταν ανήμπορες να μπλοκάρουν το φως του απογευματινού ήλιου που φώτιζε κάθε πτυχή δυο γυμνών ιδρωμένων κορμιών. Δεν υπήρχε καμιά ντροπή πλέον. Η απελευθέρωσή μας ήταν πλήρης. Και ακόμα εξερευνούσαμε, ανακαλύπταμε-διψασμένοι για νέα πράγματα, στάσεις, τεχνικές. Οι φωνές περαστικών, μοτοσυκλετών και αυτοκινήτων πίσω από την ανύπαρκτη ηχομόνωση των κλειστών παράθυρων γινόταν ένα με τους στεναγμούς της Α. Στο τέλος μια χαλάρωση ευφορίας, ανάσκελα στα καθιδρωμένα και λεκιασμένα ασπροσέντονα του στενού κρεβατιού. Υπνηλία με το νανούρισμα από την βοή των αυτοκινήτων έξω, πριν μας ξεσηκώσει η αγωνία της λαθραίας δραπέτευσης της Α από το δωμάτιο και το ξενοδοχείο χωρίς να γίνει αντιληπτή, και η ανάγκη ενός απογευματινού φραπέ στο λιμάνι.

Η εκδρομή μέσα από το καυτό φαράγγι της Σαμαριάς με την Α, τον Λ και ένα τσούρμο φίλων Κρητικών κατέληξε στην παραλία της Αγίας Ρούμελης και τα ανυπόφορα παγωμένα και βαθιά και άγρια νερά του Λιβυκού πελάγους. Έβρεξα τα πόδια μου μπροστά από τον γκρεμό του πυθμένα δυο βήματα από την ακροθαλασσιά. Την άσκοπη κουβεντούλα με την παρέα στο μοναχικό καφενείο του χωριού και του μονώροφου ξενώνα στη δυτική άκρη της παραλίας, που κράτησε όλο το σούρουπο και μέχρι αργά τη νύχτα, την παρακολούθησα αμίλητος καθισμένος δίπλα στην Α, με πολλές μπύρες και ό,τι φαγητό μπορούσε να προσφέρει το μαγαζί. Είμασταν το μόνο ζευγάρι στην παρέα. Ένιωσα το mojo του γυναικοκατακτητή να παλεύει με την αμηχανία της μειονεξίας ανάμεσα στους ωραίους κρητικούς λεβέντες που με περιτριγύριζαν. Η συντροφιά σκόρπισε και αποσυρθήκαμε οι δυο μας λίγο πιο πέρα, στις παρυφές της παρέας και της παραλίας, κρυμμένοι πίσω και κάτω από κάτι βράχια, αψηφώντας τον κίνδυνο σκορπιών και καβουριών· αγνοώντας ενδεχόμενα πονηρά σχόλια· απολαμβάνοντας τη γλυκιά ψύχρα του βραδινού που απόπνεε το στερέωμα και η αύρα από το νότο· κάτω από τα άστρα που άστραφταν στον μαύρο ουρανό, την πλαγιά με τα βράχια σαν θεριό πίσω μας, τη μελανιασμένη θάλασσα μπροστά μας εξίσου φοβερή. Το άκουσμα του ρυθμικού αχού των κυμάτων όμως απάλυνε τις ψυχές μας. Αγκαλιαστήκαμε κι ερωτευτήκαμε, κουκουλωμένοι στο sleeping-bag. Η κούραση των χιλιομέτρων της διαδρομής μέσα από το καυτό φαράγγι είχε ξεχαστεί. Ζήσαμε λίγα λεπτά σε έναν επίγειο παράδεισο.

Τα επόμενο πρωϊνό με τα λίγα μπαγάζια πήραμε το καραβάκι για το Λουτρό. Η βλάστηση από διάσπαρτους θάμνους στις πλαγιές του Ομαλού και των Λευκών Ορέων, γίνονταν αραιότερη όσο πλέαμε προς την κατεύθυνση των Σφακίων. Σε λίγο το βουνό θα μας ατένιζε ολόγυμνο στην ξεραΐλα του: κρανίου τόποι, μεγεθυμένοι Γολγοθάδες χωρίς σταυρούς μαρτυρίου. Βλέποντας τις κολώνες της ΔΕΗ στην κορυφογραμμή, μακριά από τις απότομες πλαγιές που έβρεχε το πέλαγος αναρωτήθηκα για την προσπάθεια που αναλώθηκε να τις ανεβάσουν και στήσουν εκεί πάνω. Ένα μονοπάτι έκοβε την πλαγιά στα δύο. Αξιοθαύμαστοι οι εργάτες που έστησαν τις κολώνες σε κείνα τα μέρη, αξιοθαύμαστοι και οι τουρίστες που αντί για το βαποράκι έπαιρναν πεζοπόροι εκείνο το μονοπάτι από το φαράγγι και την Αγία Ρούμελη ίσαμε το Λουτρό για ώρες στο λιοπύρι. Η μόνη διαφορά: οι μεν πληρώθηκαν για να κάνουν κάτι που πιθανόν να μην τους ευχαριστούσε, οι δε πλήρωναν για να περπατήσουν ένα τραχύ μονοπάτι, και υποστούν τις κακουχίες του κάτω από έναν εγκληματία ήλιο, μόνον για να ξαγναντεύσουν το μοναδικό μπλε του πελάγους που απλωνόταν κάτω από τα πόδια τους και να βυθιστούν στα κρυσταλλένια νερά του στο τέλος του μονοπατιού.

Στο Λουτρό, μετά το μεσημεριανό στην ταβέρνα, που την μικρή αυλή της και το μοναδικό δέντρο στη μέση τα χώριζε, από το διάφανα μέχρι τον βαθύ πυθμένα νερά του Λουτρού, ένα στενό κράσπεδο. Αυτό χρησίμευε ως εφαλτήριο για βουτιές. Κάθισα στην άκρη του τραπεζιού με την Α και παρακολουθούσαμε τολμηρούς και γενναίους Κρητικούς να βουτάνε στα παγωμένα νερά χωρίς ενδοιασμούς και φόβους. Υπήρχαν και δυο Σφακιανοί ανάμεσα τους που ξεχώριζαν για το ξανθό μαλλί και τα πράσινα μάτια, ο ένας για το αρρενωπό μουστάκι παρά το νεαρό της ηλικίας. Σκέφτηκα ότι θα υπήρχε κάποιο άγραφος κώδικας, κάποιο πρωτόκολλο επίδειξης θάρρους και γενναιότητας που παρακινούσε εκείνους τους Κρητικούς να αψηφήσουν τα παγωμένα νερά. Ένιωσα λιγότερο άντρας ανάμεσά τους, παρέμεινα σιωπηλός δίπλα στην Α μου, εντυπωσιασμένος από την τόλμη και ανδρεία τους που (κρίμα!) δεν είχα κληρονομήσει ή καλλιεργήσει. Η θύμηση των αυστηρών συμβουλών της Μάνας στο παιδί, να αποφεύγω το κολύμπι στη θάλασσα για δυο τουλάχιστον ώρες μετά το φαγητό, με συμβίβαζε. Περιορίστηκα στο να δροσίσω τα πόδια μου στη μικρή, βοτσαλένια παραλία στην άκρη του χωριού. Τα περί «λεβεντογέννας» Κρήτης είχαν αποκτήσει στην συνείδηση μου μια εμπειρική βάση.  

Μερικοί, μετά το κολύμπι και το στέγνωμα κάτω από τον ήλιο, πείραζαν τον χοντρό Σ γεμίζοντας βότσαλα το φαρδύ μαγιό του, μέχρι που αυτός εκνευρίστηκε, τους εγκατέλειψε θυμωμένος στα παιδαριώδη καμώματά τους, και επέστρεψε στην ταβέρνα, να περιμένει το καραβάκι. Πήρα την Α από το χέρι, ελπίζοντας ότι είμασταν απαρατήρητοι από την παρέα, και σκαρφαλώσαμε το στενό μονοπάτι πάνω από την μικρή παραλία και πέρα από μετρημένα σπίτια του μικρού οικισμού –τα πιο πολλά κλειδαμπαρωμένα. Πέρα από την κρητική παρέα, το γέρικο αντρόγυνο που δούλευε την ταβέρνα, τους περαστικούς περιπατητές, που μετά από ξαπόσταμα μερικών λεπτών συνέχιζαν τον ποδαρόδρομο για τα Σφακιά, δεν υπήρχε ψυχή στο ασήμαντο εκείνο χωριουδάκι. Το μονοπάτι μας οδήγησε σε άνοιγμα κατάξερο από τον ήλιο. Ο τόπος μύριζε θυμάρι και ρίγανη. Ένας μισογκρεμισμένος πέτρινος φράχτης στο χείλος του γκρεμού που έπεφτε στη θάλασσα έκρυβε τα σπίτια του Λουτρού, τη μικρή βοτσαλένια παραλία και κάθε ανθρώπινη ψυχή. Μόνον το πέλαγος που χανόνταν στον ορίζοντά του φαινόταν από εκείνο το αλώνι. Μια απόλυτη σιωπή μας έζωσε. Δεν ακουγόταν τίποτε, μόνο το σύρσιμο των σαγιονάρων μας στο σκληρό χώμα, το περαστικό βούισμα από κάποιο ζουζούνι, το λαχάνιασμα από την ανηφοριά. Ο αέρας της ατμόσφαιρας, η γαληνεμένη θάλασσα που οι αντικατοπτρισμοί της στα κοιτάγματά της μας τύφλωναν, ο ήλιος να μας βαράει αμείλικτος από ψηλά–ντάλα μεσημέρι στο νότιο τέλος της Ελλάδας: ο κόσμος είχε ακινητοποιηθεί μέσα σε άπλετο φως και άπειρη γαλήνη. Είναι πάντα γλυκιά η ζάλη από τις μπύρες του μεσημεριού σε αφυδατωμένα σώματα, θα ήταν τότε και το φως και η ζέστη του μεσημεριού, θα ήταν η μοναχικότητα του στείρου και άγονου τοπίου, θα ήταν ο ιδρώτας στα μισόγυμνα κορμιά μας, που φούντωσαν ακαριαία τον πόθο και τη λαχτάρα για τον σύντροφο. Φιληθήκαμε πίσω από ένα ερειπωμένο πέτρινο φράκτη σε μια στροφή του μονοπατιού.

Στη μέση του ξέφωτου αλωνιού, του ψημένου από τον ήλιο, σε μια πλατιά πέτρα κάτω από τη σκιά μιας καχεκτικής, γερασμένης και ξεχασμένης συκιάς, χωρίς κουβέντες, χωρίς δισταγμούς και ντροπαλοσύνη, χωρίς να περάσει από το μυαλό μας η μη αμελητέα πιθανότητα ενός περαστικού να προβάλλει αναπάντεχα από την στροφή του μονοπατιού που κατηφόριζε αθέατο κάτω από το ίσιωμα, ξάπλωσα την Α στην πέτρα, με το ολόσωμο μαγιό της μαζεμένο γύρω από τη μέση. Σε εκείνη την πέτρα, εκείνου του καυτού μεσημεριού, κορυφώθηκε ο κρητικός έρωτάς μας. Γυρίσαμε στην παρέα με τη γλυκιά κούραση και γαλήνη δύο ερωτευμένων που ικανοποίησαν έναν ακόμα διακαή πόθο. Το αν κάποιοι είχαν υποψιαστεί τον λόγο της λιγόλεπτης απουσίας μας, το αν κάποιοι αντάλλαξαν ματιές με νόημα ή πονηρό χαμόγελο ή ανασηκωμένα φρύδια, ούτε καν πέρασε από το μυαλό μου. Μου ήταν αδιάφορο στη θάλασσα της ευφορίας που βρισκόμουν. Είχα κατακτήσει μιαν ακόμη κορυφή ευτυχίας με την Α. Από κείνο το μεσημέρι του παροξυσμού θα άρχιζε, ανεπαίσθητα στην αρχή, πιο αισθητά με το πέρασμα των ημερών και των μηνών, μια συναισθηματική ύφεση. Η  βαριεστημάρα αναπόφευκτα γεμίζει ζωντανές ψυχές που ήθελαν, πριν από όλα, και βιάζονταν να ζήσουν την ένταση των νιάτων τους, χωρίς δεσμεύσεις για το μέλλον, μέχρι να πέσει αυλαία του αυτοσχέδιου έργου που έπαιξαν μαζί. Δεν θα σημάνει, όμως, όπως απέδειξε η μετέπειτα ζωή, και το οριστικό τέλος.

Το ίδιο απόγευμα το καραβάκι μας έφερε από το Λουτρό στα Σφακιά όπου θα παίρναμε το ΚΤΕΛ που θα μας έφερνε πίσω στα Χανιά. Είχα ακούσει από την Α για τη διαδρομή: μια στενή λωρίδα ασφάλτου να στριφογυρίζει ανάμεσα σε βράχους και τα χείλη των γκρεμών, πάνω από τις απύθμενες χαράδρες και φαράγγια του Ομαλού· για την άσχημη κατάσταση του οδοστρώματος, το bravado των ντόπιων οδηγών. Ανέβηκα στο λεωφορείο ως μελλοθάνατος, σέρνοντας τη δειλία και τις φοβίες μου. Για τα προσχήματα, και για να μην δώσω υποψίες των ανησυχιών που με είχαν κυριεύσει, φόρεσα βεβιασμένα, τεχνητά, δήθεν ανέμελα χαμόγελα, και κουβέντιαζα χωρίς να σκέφτομαι ότι μου ερχόταν στο μυαλό, περί ανέμων και υδάτων, με την Α στο πλάι μου. Ο Κρητικός λεβέντης οδηγός είχε το παχύ, αγέρωχο, σταλινικό μουστάκι, από αυτά που νομίζεις ότι κρύβουν ένα μόνιμο ειρωνικό χαμόγελο πίσω από την αγριάδα τους, και το δασύτριχο στήθος πίσω από το ξεκούμπωτο μέχρι τον ομφαλό μαύρο πουκάμισο -σήματα κατατεθέντα και αδιάψευστα Σφακιανών. Το ένα χέρι ακουμπούσε αμέριμνα στο τιμόνι, ενώ το άλλο, που κρατούσε μόνιμα ένα τσιγάρο ανάμεσα στα δάκτυλα, όταν δεν χρειαζόταν να αλλάξει ταχύτητες το ξεκούραζε στο δεξί του γόνατο. Κοιτούσε με κάποια φυσική βλοσυρότητα στα μάτια τους άρρενες επιβάτες καθώς ανέβαιναν στο λεωφορείο του. Ενώ τα λίγα βορειοευρωπαϊκά θηλυκά τα περιεργαζόταν  αδιάκριτα από την κορυφή έως τα νύχια, και αφού χαμογελαστά περνούσαν από μπροστά του έστριβε κεφάλι και βλέμμα για να παρατηρήσει το πίσω του κορμιού τους σε όλη τη διαδρομή μέχρι τα πίσω καθίσματα της γαλαρίας. Επέλεξα μια θέση δίπλα σε ένα από τα αριστερά παράθυρα όχι πολύ πίσω από τον οδηγό, έχοντας συνυπολογίσει διάφορους παράγοντες: την πλευρά του παράθυρου με βάση την πρόχειρη γνώση της γεωγραφίας και του προσανατολισμού της διαδρομής, ώστε αυτό να βλέπει προς την πλαγιά του βουνού και όχι του κενού που θα έχασκε πέρα από την άλλη μεριά· να είχα πλήρη εικόνα των κινήσεων και αντιδράσεων του οδηγού, με την ελπίδα ότι θα μου μετέδιδαν ένα μέρος της αυτοπεποίθησης, αν όχι και του θάρρους του· να βρισκόμουν μακριά από χαριεντισμούς των νεαρών ανέμελων τουριστών στα πίσω καθίσματα, που θεωρούσα ότι δεν είχαν επίγνωση της κατάστασης και χλεύαζαν τις οποιεσδήποτε ανησυχίες και αγωνίες των συνεπιβατών τους. Στο κάτω-κάτω της γραφής, τέτοιοι προ-υπολογισμοί μου αποδεικνύονται επί το πλείστον λανθασμένοι, αλλά αρκούν για να καλμάρουν μερικώς τα τεντωμένα νεύρα. Η αποτυχία τέτοιου είδους ψυχολογικών προετοιμασιών είναι δυστυχώς ένας κανόνας δίχως πολλές εξαιρέσεις, ενώ οι πιο δυσοίωνες εικασίες και σενάρια από τους κινδύνους του εγχειρήματος και ο συνάδων φόβος βασιλεύουν στις σκέψεις και την ψυχή δειλών ανθρώπων σαν κι εμένα. Επιστράτευσα το ταλέντο μου να προσποιούμε την αμεριμνησία στην επιφάνεια μιας φουρτουνιασμένης από την αγωνία ψυχής. Η τελευταία εικόνα μου από τα Σφακιά και την πλατεία τους, πριν βυθιστώ για τις δύο ώρες του ταξιδιού μου σε ευφάνταστους συλλογισμούς και μιαν σιωπηρή αγωνία, ήταν του γέρου κρητικού που μας κοίταζε από το τραπεζάκι του καφενείου απέναντι, με τα χέρια του ακουμπισμένα σε ένα μπαστούνι, με το στριφτό άσπρο μουστάκι, στο μαύρο πουκάμισο, τη βράκα μαζεμένη μέσα σε ψηλές μπότες, το σαράκι γύρω από μαλλιά, η χαρακτηριστική φυσιογνωμία που φιγουράρει σε carte postale και τουριστικούς οδηγούς της Κρήτης. Άλλος κόσμος, άλλης εποχής από τους δικούς μου, σκέφτηκα, που θα χαθεί μαζί με τον παππού σε λίγο καιρό.

Η διαδρομή αποδείχτηκε αντάξια της περιγραφής που μου είχε δώσει η Α. Θυμήθηκα τη Μάνα και τις διηγήσεις των ανεξίτηλων εντυπώσεών της από παρόμοια διαδρομή με λεωφορείο εποχής για τα Γιάννενα, μέσα από το πέρασμα της Κατάρας. Ήμουν πολύ μικρός για να τις θυμάμαι και δεν είχα τότε συναίσθηση των κινδύνων, ούτε μέτρο σύγκρισης, αλλά ο δρόμος που τραβήξαμε με το λεωφορείο από το Σφακιά δεν είχε προηγούμενο στη ζωή μου. Πιθανόν να μην έχει κι επόμενο. Η πλευρά του λεωφορείου που καθόμουν σχεδόν έξυνε τα σμιλευμένα βράχια, η απέναντι πλευρά βαστιόταν από την άκρη του δρόμου λίγα βήματα από τον γκρεμό. Σε κάθε απότομη στροφή, που το πλησίασμά της αναγγελλόταν από το προληπτικό κορνάρισμα του οδηγού, φαινόταν σαν να τέλειωνε ο δρόμος, και μπροστά και δίπλα μου να χάσκει το κενό. Κρατούσα το λουρί της θέσης μπροστά μου και περιμένοντας το ατύχημα, το γλίστρημα, την στιγμή που θα έχανε τα τελευταία ίχνη αυτοσυγκέντρωσης ο οδηγός και θα γκρεμιζόμασταν σε κάποιον βάραθρο χωρίς ελπίδα σωτηρίας. Ο οδηγός, προφανώς λόγω της εμπειρίας του με εκείνο τον τόπο και εκείνη την διαδρομή, εκδήλωνε σημάδια υπερβολικής αυτοπεποίθησης. Κάπνιζε μανιωδώς, και σε καθόλη σχεδόν τη διάρκεια του ταξιδιού. Στις μικρές ευθείες ανάμεσα σε τυφλές απότομες στροφές, στα μικρά διαστήματα του δρόμου όπου υπήρχε κάποια στοιχειώδης εικόνα του τι θα συναντούσαμε μπροστά μας, έριχνε το ένα χέρι αδιάφορα δίπλα στο μοχλό ταχυτήτων, και συνέχιζε το κάπνισμα και την κουβέντα με τον εισπράκτορα, εξίσου ψύχραιμο, δίπλα του, με πλήρεις στροφές του κεφαλιού, προς αυτόν είτε όταν ήθελε να πει, είτε για να ακούσει κάτι. Τέτοιου είδους υπερβολική αυτοπεποίθηση, πίστευα, είναι συχνά προοίμιο ατυχημάτων που εν τέλει καταλογίζονται στο περίφημο «ανθρώπινο λάθος». Η αίσθηση ότι η τύχη μου πάνω σε εκείνα τα βουνά, το ότι η επιβίωσή μου βρισκόταν εκτός του ατομικού μου ελέγχου, στα χέρια ενός αγνώστου οδηγού και ενός, ίσως, εξίσου ανόητου και επιπόλαιου συνομιλητή, ενέτεινε την ανησυχία, τον φόβο και την ανασφάλεια.

Σε μιαν απότομη στροφή ο οδηγός φρενάρισε απότομα το λεωφορείο, κάτω από τη σκιά του βράχου που υψωνόταν σχεδόν κατακόρυφος δίπλα μας, έξω από τα παράθυρό μου. Από τη θέση μου μέσα από το παρμπρίζ δεν φαινόταν παρά η γυμνή, ηλιόλουστη κορυφογραμμή ενός δίδυμου βουνού, πιο πέρα από το βουνό που το πέρασμά του διαπραγματευόμασταν. Το λεωφορείο θα είχε σταματήσει λίγο από την άκρη του δρόμου, το χείλος του γκρεμού και το βάραθρο. Μου το επιβεβαίωσαν το ανήσυχα βλέμματα τα στραμμένα πέρα και κάτω από τα παράθυρα των επιβατών που καθόταν στην αριστερή σειρά των καθισμάτων. Και ένα τσίριγμα από τη γαλαρία του λεωφορείου, την οξεία, αντανακλαστική κραυγή που βγάζουν οι γυναίκες σε στιγμές τρόμου ή πανικού. Κράτησα το χερούλι της θέσης μπροστά μου ακόμα σφιχτότερα, γόγγυξα σιωπηλά, πιστός στην ιδιοσυγκρασία μου να καταπιέζω αποτελεσματικά συναισθήματα και τις εκδηλώσεις τους, συμπεριλαμβανομένου και του φόβου σε οποιαδήποτε κλίμακα και αυτός να παρουσιάζεται. Σε τέτοιες και παρόμοιες περιστάσεις, χωρίς τόπο και χρόνο για σύνθετες ψυχαναλύσεις, έδινα την εντύπωση ψύχραιμου και θαρραλέου ανθρώπου, επιφανειακά τουλάχιστον. Αυτό είναι άλλωστε που έχει σημασία σε κοινές, καθημερινές συναναστροφές με ανθρώπους του ευρύτερου περιβάλλοντος, όταν και οι ίδιοι, αν και επηρεάζονται ανάλογα συναισθηματικά, εξωτερικεύουν σε μεγαλύτερο βαθμό τέτοιας λογής συναισθήματα. Ο φόβος κατά τον Heidegger, όντας ένας από τους αρχέγονους τρόπους συντονισμού προς τον περιβάλλοντα κόσμο, ενώπιον των γεγονότων που τον προκαλούν, είναι αναπόσπαστο χαρακτηριστικό της ανθρώπινης φύσης. Κυριεύει, σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό, την ψυχή όλων μας. Οι συνεπακόλουθες εκδηλώσεις αυτού του αισθήματος φόβου, μέσα από την αντίληψη του αντικειμένου ή των γεγονότων που τον προκαλούν, και οι ατομικές αντιδράσεις στα ερεθίσματα που τον διεγείρουν, διαφέρουν από άνθρωπο σε άνθρωπο.  Ήμουν λοιπόν βέβαιος και αντλούσα κουράγιο από το γεγονός ότι άπαντες, συμπεριλαμβανομένου και του οδηγού, καταβλήθηκαν από κάποια δόση φόβου εκείνες τις στιγμές του κινδύνου. Ίσως, σε τελική ανάλυση να μην ήμουν τόσο δειλός όσο με θεωρούσα. Στιγμιότυπα ζωής, σαν και αυτό στα κατσάβραχα της νότιας Κρήτης, βοηθούν να κατανοήσουμε βαθύτερα την ανθρώπινη φύση και κατ’ επέκταση τον εαυτό μας. Σημαντικό για τη συνέχεια της ύπαρξης στον κόσμο.  

Ο οδηγός σταμάτησε το λεωφορείο γιατί, όπως είχαμε υποψιαστεί, ένα αυτοκίνητο που έπαιρνε την ίδια στροφή βρέθηκε ξαφνικά από την αντίθετη κατεύθυνση μπροστά στο λεωφορείο. Μετά από το επίμονο κορνάρισμα του οδηγού, που πρόδιδε, αν όχι έλλειψη ψυχραιμίας, τουλάχιστον εκνευρισμό, αυτός έσβησε τη μηχανή και ακινητοποίησε (υποθέτω ασφαλώς) το λεωφορείο που λίγο πολύ καταλάμβανε όλο το εύρος του οδοστρώματος και μπλόκαρε τη στροφή και μαζί οποιαδήποτε δυνατότητα διεξόδου στην επερχόμενη από την αντίθετη κατεύθυνση κίνηση. Με τον εισπράκτορα συνοδεία κατέβηκε να αντιμετωπίσει τον ομόλογό του, του ιδιωτικής χρήσεως αυτοκινήτου. Μια σύντομη αψιμαχία, για το ποιος φταίει που μας έφερε την ψυχή στο στόμα, επακολούθησε. Τελικά επικράτησε ο κοινός νους. Με τη βοήθεια του οδηγού και του εισπράκτορα, την κατανόηση και συγκατάβαση του οδηγού του ΙΧ, και αρκετή καθοδηγητική προσπάθεια από τα εμπλεκόμενα μέρη, το ΙΧ οπισθοχώρησε σε μια μικρή εσοχή του οδοστρώματος στο βράχο. Το λεωφορεία με τις ρόδες του να ξύνουν το χείλος του γκρεμού, προσπέρασε το σταματημένο ΙΧ, γερμένο σε ένα αυλάκι ανάμεσα στο βράχο και το οδόστρωμα. Ο οδηγός ύψωσε το δεξί του χέρι, είτε σαν αποχαιρετιστήρια χειρονομία προς τον ΙΧ, είτε σαν ένδειξη επιτυχούς ολοκλήρωσης ενός επίπονου εγχειρήματος, σα να χαιρέτιζε το επιβατικό κοινό πίσω του: alls well that ends well.

 Συνεχίσαμε την καθοδική πορεία από τις κορυφές του Ομαλού προς τα Χανιά. Η ανακούφιση ήταν εμφανής, στον εαυτό και στους συνεπιβάτες μου. Και κάποια χαλάρωση τελικά επήλθε μέσα στην αποπνικτική ζέστη στο εσωτερικό του λεωφορείου, τον ιδρώτα που κάλυπτε πρόσωπα και κορμιά, μετά την ολιγόλεπτη, απροσδόκητη στάση πανικού. Κλιματισμός δεν υπήρχε και η λιγοστή δροσιά που εισέβαλλε από τα ανοικτά παράθυρα ήταν δυνατή μόνον εφόσον το λεωφορείο αποκτούσε κάποια ταχύτητα και, συνάμα, βρισκόταν στη σκιά των βουνών γύρω του. Ακούμπησα το χέρι μου στον αριστερό γλουτό της Α που φορούσε ένα από εκείνα τα καλοκαιρινά, λουλουδάτα φορέματα που μου άρεσαν. Έβαλε την υγρή από ιδρώτα παλάμη της πάνω από τη δικιά μου για λίγα δευτερόλεπτα. Το μεσογειακό δέρμα της είχε σκουράνει από τον ήλιο, πολύ περισσότερο από το δικό μου, που κάτω από το βραχίονα ήταν ακόμα καστανοκόκκινο.

Κατηφορίζαμε τον Ομαλό με άνεση, χωρίς αγκομαχητά ανθρώπων και μηχανής, και λιγότερο βασανιστικούς ρυθμούς πλέον. Οι στροφές λιγόστευαν, ο δρόμος γινόταν πιο διαπραγματεύσιμος, κάποια βλάστηση άρχισε να εμφανίζεται. Το χειρότερο κομμάτι της διαδρομής και τις ανησυχίες που μας προκάλεσε τα αφήσαμε για τα καλά πίσω μας. Μέσα από ένα άνοιγμα ανάμεσα σε δυο βουνά, στο βάθος μιας μικρής κοιλάδας που την διέσχιζε ένας ξεραμένος χείμαρρος φάνηκαν τα σπίτια των Χανίων, να λάμπουν κάτω από τις ακτίνες του ήλιου στο φαντασμαγορικό ηλιοβασίλεμά του. Πιο πέρα ξεχώριζαν μερικά κομμάτια από το βενετσιάνικο λιμανάκι και το Αιγαίο. Είχε αρχίσει να δροσίζει στην πλατεϊτσα, που σε μιαν άκρη της μας άφησε το λεωφορείο, και τραβήξαμε κουρασμένοι -εγώ για το δωμάτιο μου, η Α και οι υπόλοιποι της παρέας για τα σπίτια τους. Βρεθήκαμε αργότερα για καρμπονάρα στου Ταρτούφου. Ήταν το τελευταίο βράδυ της πρώτης και αξέχαστης επίσκεψης στην Κρήτη.

Χωρίσαμε σχετικά νωρίς, κουρασμένοι, παραφουσκωμένοι από ζυμαρικά και μπύρες, ζαλισμένοι από την επίδραση του αλκοόλ στους αφυδατωμένους οργανισμούς. Άβγαλτος και άπειρος νέος ήμουν και θα περνούσε καιρός πριν καταλάβω ότι η μπύρα κατά κανόνα δεν συνοδεύει ζυμαρικά, αλλά ο πειρασμός και των δύο στοιχείων εκείνη την περίοδο στο τέλος μιας κουραστικής μέρας αποδείχθηκε και πάλι ακατανίκητος. Όπως, παρεμπιπτόντως, κατανόησα αργότερα στην ζωή ότι η απόλαυση και η γοητεία του κρασιού για να συναρπάσει κάποιον απαιτούσε ωριμότητα, γνώση, εκλέπτυνση των αισθητήρων της γεύσης και της οσμής.

Το επόμενο πρωινό η Α με συνόδευσε στο ταξί για το λιμάνι της Σούδας. Καθίσαμε γαλήνιοι, αμίλητοι, κοιτώντας αφηρημένοι μπροστά μας, με το κρυφό χαμόγελο ευτυχίας δύο ανθρώπων, που ήταν σχεδόν κορεσμένοι από την ευχαρίστηση που πρόσφεραν ο ένας τον άλλον στις πρώτες τους ερωτικές καλοκαιρινές διακοπές. Στο καφενείο του λιμανιού, μετά τον φραπέ, η Α διαμαρτυρήθηκε με δυσανάλογη για το περιστατικό ένταση στον καφετζή, για κάποιον τετριμμένο λόγο. Ποτέ δεν διαμαρτυρόμουν σε τέτοιες περιστάσεις, συνήθως λόγω εγγενούς έλλειψης θάρρους ή από ευγένεια, και αισθάνθηκα μια μικρή δυσφορία. Δεν ήταν τίποτε. Διαφορετικοί χαρακτήρες, σκέφτηκα, και την πήρα από το χέρι να φύγουμε. Φιληθήκαμε γελαστοί, στα πεταχτά, ανάμεσα στο πλήθος και τα αυτοκίνητα που έμπαιναν στο καράβι. Από το πάνω κατάστρωμα τη διέκρινα μέσα στο άσπρο της φόρεμα, ανάμεσα στον κόσμο που κατευόδωναν τους ταξιδιώτες. Σήκωσα και κυμάτισα αποχαιρετιστήρια το χέρι μου. Με εντόπισε ανάμεσα στους επιβάτες του κρεμασμένους από την κουπαστή και μου έστειλε ένα αέρινο φιλί. Ξέραμε και οι δυο ότι θα βλεπόμαστε ξανά σύντομα –με την αρχή της νέας ακαδημαϊκής χρονιάς, θα πλαγιάζαμε ξανά σύντομα δίπλα στο κρεβάτι του διαμερίσματος της Καμάρας. Ένιωσα ένα μικρό, αλλά πρωτόγνωρο βάρος στην καρδιά και βούρκωσα από έναν αποχαιρετισμό, όσο παροδικός και να ήταν αυτός. Από οποιαδήποτε όμως πλευρά και να το κοίταζα, ο αποχαιρετισμός εκείνος, όπως και κάθε αποχαιρετισμός, παρουσιαζόταν σαν ένα αμετάκλητο γύρισμα σελίδας στη ζωή, το τέλος ενός καιρού χωρίς πιθανότητα επανάληψης. Πολλές σελίδες θα γύριζα από τότε, πολλά κεφάλαια της ζωής θα έφταναν στο τέλος τους, πολλών αποχαιρετισμών θα ερχόμουν αντίκρυ με τον μικρό ή μεγάλο πόνο τους, από το ίδιο βαρύ συναίσθημα που γεννιέται μέσα από τα ψυχικά κενά στο τέλος μια κατάστασης και ιστορίας. Όπως όταν τελειώνω το διάβασμα ενός βιβλίου ή στο φινάλε μιας ταινίας. Είναι, απλά, το πέρασμα του χρόνου, που χάνεται πίσω μας αμετάκλητο για πάντα, και αποκρυσταλλώνεται στη μνήμη μας ως παρελθόν για να μας θυμίζει κάθε φορά την πεπερασμένη μας ύπαρξη στον κόσμο.  

13 - Α 4-Ever: Πρωτάρηδες

Την επόμενη μέρα την πέρασα ονειροπολώντας, αραγμένος στον καναπέ με το βλέμμα καρφωμένο στο ταβάνι, χωρίς πλήρη αίσθηση του περιβάλλοντος χώρου και όποιων κινήσεων σε αυτό. Παρά τη δικαιολογημένη υπερένταση που τροφοδοτούνταν από το μίγμα εικόνων, λόγων, ακουσμάτων και σκέψεων από την προηγουμένη νύχτα και την προσδοκία και λαχτάρα της ερχόμενης, παρά την ονειροπόληση, κατάφερα και ξεκουράστηκα το απόγευμα και αποτίναξα τα υπολειπόμενα συμπτώματα του hangover. Kαι στην προκαθορισμένη ώρα, με ακρίβεια μερικών λεπτών χτύπησα, για τρίτη φορά σε μια βδομάδα, το θυροτηλέφωνο της πολυκατοικίας της Αγαπηνού. Μόνος και αυτοδύναμος· ο αμοιβαίος φίλος Λ είχε εκπληρώσει στο ακέραιο τον ρόλο του στο ταίριασμα. Η αδιάκοπη ονειροπόληση πλαισιωμένη από φαντασιώσεις, αθώες και πονηρές, οδηγούσαν σε ολισθήματα αφηρημάδας ή αμήχανα και ανόητα σχόλια. Μια φαινομενική και προσωρινή διάσταση από το αντικείμενο του έρωτά μου, μετά από τις υπέρ του δέοντος οικειότητες της προηγούμενης βραδιά (και μάλιστα στη θέα γνωστών και αγνώστων στο πάρτι του Λ!), διακόπτονταν από κοινοτοπίες και διάφορες τετριμμένες ερωτήσεις της Α, εν ολίγοις αυτό που οι Αγγλοσάξονες αποκαλούν small chat. Ως εσωστρεφής, τέτοια λόγια χωρίς σημασία και βαρύτητα τα απεχθάνομαι, αλλά η γλυκύτητα της ομιλίας της Α, της προφοράς και της φωνής της, μου κρατούσε την προσοχή και αναζωπύρωνε την φλόγα μέσα μου. Σα να και δυο διαισθανόμασταν και γνωρίζαμε εξ των προτέρων που θα κατέληγε η βραδιά· ποια διακαής και, πίστευα, αμοιβαία επιθυμία θα ικανοποιείτο, ποιος  συγκεκριμένος πόθος θα έβρισκε αντίκρισμα.

Το τι ακριβώς μεσολάβησε από τη στιγμή που χτύπησα το κουδούνι της, μέχρι τη στιγμή που αργότερα επιστρέψαμε στο διαμέρισμα και ξαπλώσαμε στο κρεβάτι του δωματίου της, συνεθλίβη κάτω από το βάρος της περίστασης, της προσμονής και της σκέψης του τι θα πρόκυπτε. Συγκεχυμένα θυμάμαι ότι πήγαμε για φαγητό κάπου κοντά στο σπίτι της Α.  Ίσως στα «Μπακαλιαράκια», πίσω από την εκκλησία της Υπαπαντής. Ή, ήταν η πιτσαρία στην πλατεία απέναντι; Κάτι ασήμαντο εν πάση περιπτώσει για να καταχωρηθεί επαρκώς στην μνήμη, και μάλιστα εν ενώπιον του επερχόμενου γεγονότος, αυτού του ψηλού βουνού που υψωνόταν μπροστά μας και είμαστε αποφασισμένοι να κατακτήσουμε την κορυφή του. Αλλά οι αναμνήσεις των στιγμών που ακολούθησαν πίσω στο διαμέρισμα, της «πρώτης μου φοράς», που ήταν και της Α η «πρώτη φορά», αποτυπώθηκαν στις παραμικρές τους λεπτομέρειες και καταχωνιάστηκαν στη μνήμη άφθαρτες, δεκαετίες μετά από εκείνες τις στιγμές έκστασης.

Εξαιτίας της μηδενικής εμπειρίας περί το σχετικό τελετουργικό, αυτήν καθαυτή την πράξη, αναγκάστηκα να επιστρατεύσω το οποιοδήποτε, θεωρητικό ας το πούμε υπόβαθρο, που διέθετα: από ένα βιβλίο για την «Τεχνική του Γάμου» που είχα ανακαλύψει καταχωνιασμένο σε ένα από τα ντουλάπια της βιβλιοθήκης και διάβαζα λαίμαργα στα πρώτα εφηβικά χρόνια, καθώς και άλλα λάγνα διαβάσματα που ερέθιζαν την περιέργεια και φαντασία μου, αλλά κυρίως από εικόνες σε πορνοπεριοδικά και παραστάσεις στα πορνοσινεμά που ακόμη σύχναζα. Και αυτοσχέδια, χωρίς μπούσουλα, όφειλα να βρω το κουράγιο για εφαρμογή. Κατά το «όπως θα έρχονταν τα πράγματα», πράγματα που όμως ήταν αδύνατο να προσχεδιαστούν ή προβλεφθούν, καθώς θα ενέπλεκαν και μιαν άλλην ανθρώπινη ύπαρξη και την αλληλεπίδραση με αυτήν. Η ευαισθησία, ο αμοιβαίος πόθος, η αναζήτηση και η κατάκτηση του άγνωστου και πρωτόγνωρου, στοιχεία της ανθρώπινης φύσης, και φυσικά πίσω από όλα αυτά ένα αρχέγονο βιολογικό ένστικτο, τελικά θα αναλάμβαναν να καθοδηγήσουν τους δυο τυφλούς εραστές στο μισοσκότεινο δωμάτιο της Α.

Διαβάζουμε ότι η «πρώτη φορά» ποτέ δεν ανταποκρίνεται στους πόθους και τις προσδοκίες που έχουμε καλλιεργήσει μέσα μας εκ των προτέρων. Ξετυλίγεται διαφορετικά από αυτό που έχουμε φανταστεί ή έχουμε σχεδιάσει. Η λεγόμενη «πράξη» διήρκεσε δευτερόλεπτα, ίσως δυο λεπτά, σε μια στάση αλιευμένη από την «θεωρία». Οι αισθήσεις μου βρέθηκαν σε ακραίο στάδιο υπερδιέγερσης, τα βλέμμα μου ήταν, ίσως βλακωδώς, καρφωμένο στο πρόσωπο της Α, που τα μισόκλειστα μάτια της κοιτούσαν τον τοίχο δίπλα ή το ταβάνι από πάνω μας. Τα αυτιά μου να αφουγκράζονται κάθε αντίδραση, κάθε μικρή κίνηση, κάθε ανάσα και βογγητό από το στόμα της. Στο τέλος επήλθε η ικανοποίηση του έντονου πόθου, η αίσθηση της ολοκλήρωσης -για μένα τουλάχιστον, και μια γλυκιά χαλάρωση, μιαν ευχάριστη κόπωση. Το σημαντικότερο που με απασχολούσε χρόνια και αφορούσε, (ίσως να αφορούσε και τους δυο μας) επετεύχθη (επιτέλους!): ο ακρογωνιαίος λίθος στο χτίσιμο και επιβεβαίωση του ανδρισμού μου. Στη διάρκεια της, περισσότερος μετά το τέλος της, διαπίστωσα πόσο μαζί με το σμίξιμο σε μια μοναδική ουσία των σωμάτων μας, φέρνει απίστευτα κοντά και τις ψυχές των δύο ανθρώπων, έστω και για λίγες στιγμές. Την Α αγάπησα περισσότερο όταν, με τα γυμνά κορμιά μας ξαπλωμένα δίπλα-δίπλα στο στενό κρεβάτι, αναλογιζόμαστε σιωπηλοί αυτό που συνέβη, και θα μας συνέδεε τις υπάρξεις μας εφ’ όρου ζωής.  Ήταν από τους μεγαλύτερος σταθμούς στην πορεία μου στον κόσμο μέχρι τότε, γεγονός ζωής μοναδικά και σημαδιακό –ήταν «η πρώτη φορά!».