Wednesday, November 29, 2023

Εφηβικά 13 - Διάβασμα, και Πάλι Διάβασμα

Από μικρό παιδί περιτριγυριζόμουν από βιβλία. Πολλά βιβλία. Βιβλία μετρημένα σε εκατοντάδες και χιλιάδες, αραδιασμένα σε δεκάδες σειρές από ράφια. Βιβλία που είχε μαζέψει, κληρονομήσει ή αγοράσει ο Πατέρας στα νιάτα του κι εξακολουθούσε να συλλέγει στο υπόλοιπο της ζωής του. Τα μετρούσα, τα ταξινομούσα, τα τακτοποιούσα, τα ξεφύλλιζα. Αργότερα σφράγιζα με το ονοματεπώνυμο μου όσα θεωρούσα ότι μου ανήκουν και τα υπέγραφα ιδιόχειρα. Δημιουργούσα έτσι και την δική μου μεγάλη συλλογή. Και βέβαια πολλά από αυτά τα διάβαζα. Διάβαζα πολύ, διάβαζα με επιμονή, διάβαζα συστηματικά: με υπογραμμίσεις των κύριων ιδεών και σημείων που θα έθιγε ο συγγραφέας, με σημειώσεις στα περιθώρια τους και σε σημειωματάρια. Όχι απλώς τα διάβαζα, αλλά τα μελετούσα, σε πλάτος και βάθος, με το ιδιαίτερο, ατομικό σύστημα και στυλ μελέτης που ανάπτυξα αυθόρμητα, κι όπως διαπίστωσα ότι ταίριαζε με τις αντιληπτικές μου ικανότητες και ιδιαιτερότητα, καθώς έκανε πιο αποτελεσματική τη συσσώρευση γνώσης και την κατανόησή της. Η συχνότητα ανάγνωσης και μελέτης βιβλίων και η αφοσίωση στο διάβασμα παρέμειναν σχεδόν αμείωτες από την παιδική ηλικία μέχρι σήμερα και, ελπίζω, μέχρι λίγες μέρες πριν τον θάνατο του πνεύματος. Για αυτό το περιβάλλον που μεγάλωσα, την ευκαιρία και το προνόμιο που είχα ως παιδί και νέος, νιώθω τυχερός και ευγνώμων.  

Ο Πατέρας συχνά αυτο-παινευόταν και αυτο-συγχαιρόταν μπροστά σε άλλους, ως ο χαρισματικός παιδαγωγός που μου δίδαξε ανάγνωση πολύ πριν συμπληρώσω τον τέταρτο χρόνο της ηλικίας μου, ξεκινώντας από τα ονόματα των βαρκών στο λιμανάκι της Ύδρας και τις ταμπέλες μαγαζιών της Θεσσαλονίκης. Τις καταδύσεις από μικρή ηλικία σε ένα αδιάκοπο, συνεχές διάβασμα, τις καθιστά εθιστικές. Ο φανατικός αναγνώστης, ο «βιβλιοφάγος» -το bookworm, «ξεκοκκαλίζει» βιβλία με ρυθμούς που διατηρούνται αμείωτοι στην διάρκεια της ζωής του κι ενίοτε  επιταχύνονται από κάποια μορφή θετικής ανάδρασης στο πνεύμα ή με το κατάλληλο περιβάλλον. Με έναν άπειρο κόσμο γνώσης να απλώνεται μπροστά του, ξανοίγεται σε νέα θέματα, νέους συγγραφείς, νέες πηγές: όπως μεγαλώνει ένα δέντρο -το «δέντρο της γνώσης» εν προκειμένω, από ένα κορμό που γρήγορα ψηλώνει και διευρύνεται, ξεπετάει κλαδιά και παρακλάδια προς όλες τις μεριές. Έτσι, από τα πρώτα χρόνια του σχολείου μέχρι σήμερα, αδιάσπαστα και με λίγο-πολύ ακατάπαυστους ρυθμούς, πέρασαν εκατοντάδες, ίσως και χιλιάδες βασανισμένα στα χέρια μου βιβλία, στα οποία πάντα εσκεμμένα και με ικανοποίηση άφηνα σημάδια αυτού του σχολαστικού και φανατικού αναγνώστη: τις υπογραμμίσεις, τις σημειώσεις στο περιθώρια, τις διπλωμένες σελίδες, τις γκριζόμαυρες ή λαδωμένες δαχτυλιές, το επίθετο και την υπογραφή μου με την ημερομηνία ολοκλήρωσης στη γωνιά μιας από τις πρώτες σελίδες, αργότερα τη σφραγίδα με το όνομά μου (έχοντας με την ενηλικίωση σπεύσει να αποκτήσω σφραγίδα κι επαγγελματικές κάρτες ως κάποια αυτό-επιβεβαίωση μιας κατά τ’ άλλα αφανούς επιστημονικότητας και λογιότητας). Όλα θα γινόταν ενδείξεις για τους μεταγενέστερους ότι ο υποφαινόμενος τίμησε με χρόνο και πνευματική συγκέντρωση, κάποιαν όχι αμελητέα περίοδο της ζωής του, το συγκεκριμένο βιβλίο και τον συγγραφέα του. Και διάβαζα κάθε λογής πονήματα, χωρίς ιδιαίτερες διακρίσεις και προτιμήσεις: λογοτεχνικές νουβέλες και διηγήματα, φιλοσοφικά δοκίμια, επίκαιρες πολιτικές αναλύσεις, κριτικές τέχνης, επιστημονικά άρθρα και βιβλία, και τα λοιπά, και τα λοιπά.

Οφείλω να καταγράψω μερικές κοινότοπες αλήθειες επί του θέματος, γιατί καταλαμβάνει ένα μεγάλο κομμάτι της ζωής «βιβλιοφάγων» σαν και μένα. Η επιγραμματική μεταφορά του Uberto Eco, ότι το διάβασμα βιβλίων μας επιτρέπει να ζήσουμε πολλές ζωές πέρα από την δική μας, μου αρκεί για να δικαιολογήσω τις ατέλειωτες ώρες που αφιερώνω σκυμμένος σε βιβλία. Πράγματι, το διάβασμα, ιδιαίτερα μυθιστορημάτων και ιστοριών, με μεταφέρει κάθε φορά σε διαφορετικούς τόπους και εποχές, κοινωνίες και ανθρώπινες ψυχές, που σχηματίζονται από τις λέξεις και φράσεις του συγγραφέα στο νου μου. Οι χαρακτήρες σε αυτά, οι δράσεις και τα πάθη τους με συγκινούν. Στη διάρκεια της ιστορίας τους ταλαντεύομαι ανάμεσα σε συναισθήματα χαράς και λύπης, γελάω μέσα μου και συγκινούμαι, συντονίζομαι με τα συναισθήματα των ηρώων, ασκώ ενσυναίσθηση. Άλλες φορές ταυτίζομαι με πτυχές της ζωής και των σκέψεων τους, βλέπω ένα κομμάτι του εαυτού μας στα λόγια, τις συζητήσεις, τις σκέψεις και κινήσεις τους. Η συγκίνηση από τη δράση, τη σκέψη και την ψυχολογία των ηρώων, όπως αναβλύζουν από το χαρτί και την ανάγνωση των αράδων πάνω σε αυτό, απεικονίζονται στο μυαλό και επεκτείνονται από τη φαντασία, μετατρέπονται πολλές φορές σε συγκίνηση και βούρκωμα των ματιών. Αυτό το τελευταίο ιδιαίτερα -και για λόγους που δεν κατάφερα πλήρως να εξηγήσω, όταν πλησιάζω τις τελευταίες γραμμές της αφήγησης, το τέλος της ανθρώπινης ιστορίας. Είναι η ίδια συγκίνηση και τα ίδια δάκρυα που πολλές φορές με κυριεύουν όταν κάποιο κεφάλαιο στη ζωή νιώθω ότι κλείνει: μια σχέση, η αλλαγή σπιτιού και γειτονιάς, μια πολύχρονη δουλειά ανάμεσα σε έναν κύκλο συναδέρφων, ένα παιδί που μεγαλώνει και φεύγει από κοντά, ο θάνατος ενός προσώπου που αποτέλεσε κομμάτι της ζωής μου. Ίσως, αυτή η συγκίνηση να με κυριεύει, κατά κύριο λόγο, γιατί κάθε τέλος μας υπενθυμίζει το πέρασμα του χρόνου, ένα παρελθόν χωρίς πισωγυρίσματα και μας φέρνει πλησιέστερα και στο δικό μου τέλος.

Τα εξίσου σημαντικά επιστημονικά και φιλοσοφικά αναγνώσματα, από την άλλη μεριά, δεν έχουν την συναισθηματική διάσταση της λογοτεχνίας. Ο λόγος σε αυτά είναι από μια άποψη στεγνός και ακαδημαϊκός. Εξυπηρετούν αποκλειστικά την απόκτηση γνώσης, θέτουν σε ενέργεια την σκέψη και την κρίση. Άνοιγαν τα μάτια προς τα έξω, στον κόσμο γύρω μου, όσο και προς τα μέσα, στα βάθη του ίδιου του εαυτού μου. Όλη αυτή η γνώση,  όλες αυτές οι ιδέες και κρίσεις γίνονται τελικά αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής, την ολοκληρώνουν και μεγεθύνουν σε νέες διαστάσεις, ίσως υποσυνείδητα να πλάθουν και καλλιεργούν και τον κόσμο των συναισθημάτων μέσα μας.

Σε τελική ανάλυση, εφόσον μας δόθηκε η μοναδική και ανεπανάληπτη ευκαιρία της ύπαρξης σε αυτή την γη, σε αυτό το σύμπαν, καθώς και ένα θαυματουργό μυαλό και συνείδηση να την αντιλαμβανόμαστε, ως ένα βαθμό να τις δίνουμε κατευθύνσεις, και να την εκφράζουμε με λόγια και πράξη, θα ήταν μια εξαιρετική απώλεια αν δεν προσπαθούσαμε με κάθε τρόπο να κατανοήσουμε αυτήν την ύπαρξη στο μέγιστο δυνατό. 



Friday, November 24, 2023

Εφηβικά 12 - Περί «Επιτυχίας» Πρωθύστερες Ανακολουθίες

Στην ταξική, καπιταλιστική και ολοένα ανταγωνιστικότερη κοινωνία στην οποία μεγαλώναμε και ριχτήκαμε από τη ζωή για να επιβιώσουμε και ζήσουμε με τον καλύτερο δυνατό τρόπο (όπως αυτός ο «καλός τρόπος» μπορεί να οριστεί υποκειμενικά ή αντικειμενικά), χωρίς προοπτική μετασχηματισμού της σε κάτι άλλο (παρά τους ουτοπικούς στόχους και αγώνες των νιάτων μας) τα εκ γενετής βιολογικά χαρακτηριστικά συνιστούν μια από τις πάμπολλες παραμέτρους που διαμορφώνουν την πορεία μας σ’ αυτόν τον κόσμο. Ασφαλώς, η «επιτυχία» σε αυτή τη ζωή είναι συνάρτηση μυριάδων παραγόντων, περιστάσεων και καταστάσεων, πολλών εξωγενών, εκτός του ελέγχου ή της επίδρασής μας, άλλων απρόβλεπτων ή μη προβλέψιμων, παρά την τάση που έχουμε να προδιαγράψουμε με κάποιο διαύγεια το μέλλον μπροστά μας. Κι επιπλέον, πριν κάποιος σκύψει κι αναλύσει τους παράγοντες που θα έχουν συντελέσει σε κάθε λογής ατομική «επιτυχία» ή «αποτυχία» οφείλει κατ’ αρχήν, με τον εαυτό του ως κριτή και αποδέκτη αυτής της κρίσης, να εννοήσει και ορίσει την «επιτυχία» και το συγκριτικό της μέτρο –με αναφορά πάντα στην εποχή και το χώρο και να προσδιορίσει τι είναι αυτά που κυρίως στοιχειοθετούν «επιτυχία» στην ζωή: είτε είναι απλά συσσωρευμένος υλικός πλούτος, είτε υλικό και πνευματικό έργο και η παρακαταθήκη του καθενός, είτε η αναγνώριση από συνανθρώπους του, στον τόπο, τη χώρα ή διεθνώς, οριζόντια στην κοινωνία, ή κατακόρυφα μέσα από τον κλάδο ενασχόλησης και την εξειδίκευση, μέσα από έναν αδιάκοπο και εξαντλητικό καταμερισμό εργασίας, ο οποίος διαχέει και αναγάγει σε απειροελάχιστη την συνεισφορά του καθενός στην πνευματική και υλική παραγωγή.

Σε κάθε περίπτωση, η «επιτυχία» στη ζωή συνιστά ένα πολυσύνθετο ερώτημα που συνήθως απευθύνουμε στον εαυτό μας προς το τέλος της ζωής, όταν κάνουμε ένα σφαιρικό και συνολικό απολογισμό μιας πορείας που πλησιάζει στο τέρμα της. Μπορούν να γραφούν πολλά γύρω από τούτην την υποκειμενική αποτίμηση, ίσως δυσανάλογα ως προς της σημασία ενός τέτοιου εγχειρήματος (γιατί δεν είμαστε εμείς που μπορούμε, σε τελική ανάλυση, να το κρίνουμε από μιαν εσωτερική σκοπιά και, άλλωστε, δεν ενδιαφέρει και πολλούς μια τέτοια η κρίση και αποτίμηση). Και θα έρθει κάποια στιγμή στα γραψίματα που το θέμα του «πόσο ‘καλή’ κι επιτυχημένη» υπήρξε η ζωή που έζησα θα με απασχολήσει με βάση τα κριτήρια και τα μέτρα και τα σταθμά που η κοινωνία κι ο κόσμος που έζησα χρησιμοποιούν ως νόρμες. Θα με απασχολήσει με αποκλειστικό και μοναδικό σκοπό μιαν συνειδησιακή αρμονία, διότι μια τέτοια αποτίμηση της ύπαρξης δεν έχει ιδιαίτερη σημασία, μάλλον δεν έχει καμία σημασία, έξω από τον ίδιο τον εαυτό. Σε κάθε περίπτωση, η «επιτυχία» και ο «τρόπος» ζωής αφορούν στην ύπαρξη και μόνον, και τίθενται αποκλειστικά ως υπαρξιακά ερωτήματα. Ενώ αιωρούνται στο νου μας στην διάρκεια αυτής της ύπαρξης, πολλές φορές βασανιστικά, όπως το μεγάλο φιλοσοφικό ερώτημα του «αν αξίζει ή άξιζε τον κόπο» ή τα πιο πεζά του «σε τι σκοπεύω και τι πετυχαίνω ή τι πέτυχα στην ζωή μου», με τον θάνατο εξαερώνονται και αυτά, όπως εξαφανίζονται μαζί και οι εκάστοτε δειλές, μη ικανοποιητικές και καμιά φορά άβολες απαντήσεις που δώσαμε. Κάτι που, κλείνοντας αυτόν τον μάλλον φαύλο κύκλο ερωταπαντήσεων σχετικά με την «επιτυχία» και, εν τέλει, το ψάξιμο για ένα νόημα στη ζωή, με κάνει να αναρωτιέμαι αν έχουν νόημα τέτοιες ερωταπαντήσεις.  

Αλλά τα έθεσα πρωθύστερα και παρεμπιπτόντως με αφορμή τις φιλοδοξίες εκείνης της μακρινής πλέον νεανικής ηλικίας και όντας πλέον σε μια φάση της ζωής όπου λογικά δεν τρέφουμε μεγάλες φιλοδοξίες για ένα ολοένα και με ταχύτερους ρυθμούς συρρικνούμενο μέλλον. Οι νέοι, όμως, όπως έγραψα παραπάνω, με ελάχιστες εξαιρέσεις θέτουν και διατηρούν φιλοδοξίες, μικρές ή μεγάλες, με σημεία αναφοράς αόριστα και φανταστικά όνειρα μιας καλύτερης ζωής με προοπτική στο μέλλον, συγκριτικά πάντα με την προηγούμενη γενιά των παππούδων και των γονιών ή των σύγχρονων φίλων και συναδέρφων και συντοπιτών. Και σχεδιάζουν μιαν εξίσου αόριστη «επιτυχία», έχοντας συνήθως ως μοντέλα ανθρώπους που έχουν πράγματι αναγνωριστεί και επαξιωθεί σε διάφορους τομείς της ανθρώπινης δραστηριότητας ή που έχουν, τρόπον τινά, διακριθεί με ευπρέπεια, μέτρο και ήθος ή, σε άλλες περιπτώσεις, με χυδαίους, ακραίους ή ανήθικους τρόπους, με γνώμονα πάντα τις νόρμες της εποχής μας.

Ήταν ο Πατέρας που είχε πει σε μια από τις πρόσφατες συζητήσεις περί «επιτυχίας» ότι επιτυχημένος είναι αυτός που έχει κατορθώσει τους στόχους και εκπληρώσει σε μεγάλο βαθμό τις φιλοδοξίες που έθεσε ενώπιον του εαυτού του (ή άλλοι έθεσαν για αυτόν) ως νέος. Κάτι που με βρήκε διάφωνο, καθώς το θεώρησα αντιφατικό και αυθαίρετο (ένα ακόμα ατεκμηρίωτο sweeping statement, από τα πολλά που κατά καιρούς ξεστόμιζε ο Πατέρας), καθώς δημιουργεί περισσότερα ερωτήματα από αυτό που υποτίθεται επιχειρεί να απαντήσει –αν μπορεί να απαντηθεί στοιχειωδώς: το αν τελικά κάποιος «πέτυχε» στη ζωή του.

Ο κόσμος γύρω μας, και εμείς οι ίδιοι παρασυρμένοι από το ποτάμι της εξέλιξης, αλλάζουμε με ρυθμούς και σε κατευθύνσεις που είναι αδύνατο ως νέοι να φανταστούμε, ενώ μεγαλώνοντας απαιτείται μεγάλη προσπάθεια να τις αδράξουμε καθ’ οδόν και να προσαρμοστούμε δεόντως. Η προσαρμογή είναι όρος βασικής επιβίωσης, πόσο μάλλον «επιτυχίας» και διάκρισης. Εν πάση περιπτώσει, η οικογένεια, ιδιαίτερα η ελληνική μικρομεσαία αστική και το κοινωνικό περιβάλλον στο οποίο αυτή ζει και βασιλεύει, ο άμεσος κύκλος μέσα στον οποίο μεγάλωσα και με τον οποίο συναναστράφηκα, επέβαλλαν έναν σύστημα και θεσμούς σχετικά άκαμπτων στόχων και φιλοδοξιών από νωρίς, με αναφορά πάντα στην τότε και εκεί πραγματικότητα. Θα το ανήγαγα, όπως γράφηκε, στον ανταγωνιστικό χαρακτήρα του συστήματος. Ένας ανταγωνισμός που διατρέχει τα πάντα και όσο πιο αναπτυγμένη καπιταλιστικά είναι μια κοινωνία, τόσο εντονότερος εμφανίζεται. Αυτό όμως ανοίγει ένα άλλο κεφάλαιο διαπραγμάτευσης.

Ίσως, λοιπόν, το να επιβιώσει και επιπλεύσει κάποιος, το να καταφέρει και κλείσει τους διάφορους κύκλους, μικρούς ή μεγάλους, που επιβάλλουν οι νόρμες του συστήματος, του καιρού και της γεωγραφίας του, στη μόρφωση, στον έρωτα, στην οικογένεια, στο επάγγελμα, το να συσσωρεύσει πλούτο γνώσεων και εμπειριών, χωρίς να αγγίξει τις αθώρητες κορυφές του υλικού πλούτου και της δόξας των ελάχιστων εκλεκτών, όλα αυτά να είναι αρκετά, να θεωρούνται επιτεύγματα, που θα δίνουν, αναπολώντας τα, ικανοποιητικές απαντήσεις στις κλήσεις της συνείδησης για το νόημα καθ’ οδόν της ζωής και στο πόσο «καλή» και «πετυχημένη» ήταν προς το τέλος της.

x

Εφηβικά 11 - Όνειρα και Πρώιμες Φιλοδοξίες

Τα νιάτα χάρη στο σφρίγος τους, σωματικό και πνευματικό, παράτολμοι καταδύτες σε έναν ανεξερεύνητο κόσμο, καλλιεργούν όνειρα. Ονειροπολούν, με κυριότερο εργαλείο τη φαντασία τους, παρά και πέρα από τις λιγοστές εμπειρίες που μάζεψαν στο σύντομο παρελθόν της ζωής τους. Προβάλλουν το μέλλον στο νου από αναρίθμητες διαφορετικές σκοπιές, το επεκτείνουν σε μυριάδες δυνατές προεκτάσεις, ζυγίζουν απειράριθμες δυνατότητες και προοπτικές. Άλλες απορρίπτουν για να τις αντικαταστήσουν από άλλες, σε μερικές δίνουν την πρωτοκαθεδρία, έστω και προσωρινή. Με λίγα λόγια, χτίζουν ένα φανταστικό μέλλον στο νου τους που χάνεται στους ορίζοντες του χρόνου, μαζί με τα εργαλεία και τα μονοπάτια που θα ακολουθήσουν για την κατάκτησή του. Κι αυτό ενόσω αποκτούν ποικιλόμορφες και ποικιλόχρωμες εμπειρίες, ερχόμενοι σε καθημερινή επαφή με ανθρώπους και πράγματα: απλώς με το να κινούνται μέσα στον κόσμο γύρω τους, να νοιάζονται και να αισθάνονται. Οι κινήσεις και οι έγνοιες, οι επιθυμίες και τα αισθήματα είναι θεμελιώδη συστατικά της ανθρώπινης ύπαρξης.

Φυσικά οι επιθυμίες και τα όνειρα για το μέλλον, που ξαπλώνεται ατέλειωτο σε έναν αχανή και ανεξάντλητο κόσμο μπροστά τους, αλλάζουν με το χρόνο, πολλές φορές με την κάθε μέρα και ώρα που περνάει. Οι προτεραιότητες αναβαθμίζονται ή υποβαθμίζονται ανάλογα με τις περιστάσεις, συχνά ακυρώνονται ή αναθεωρούνται. Η ζωή σε κάποιο σταυροδρόμι τελικά κατευθύνεται και μπαίνει σε ένα αυλάκι, παγιώνεται κατά κάποιο τρόπο, και μετά εισρέει στο ποταμό της ζωής. Και το παρόν, που αυτός τον οποίο αποκαλούμε ώριμο άνθρωπο βιώνει, μπορεί (κι αυτό είναι το πιθανότερο ενδεχόμενο) να βρίσκεται σε μερική ή πλήρη αναντιστοιχία με τα όνειρα που έκανε ως παιδί, έφηβος και νέος. Ακόμα και η μερική πραγμάτωση των ονείρων της νεανικής ηλικίας δεν εξαρτάται μόνον από τη φαντασία και του συνειρμούς εκείνων των καιρών, εκείνη την γενικά άεργη πνευματική ισχύ που, ωστόσο, ανάβει φωτιές στην ψυχή και ζωηρεύει στις κουβέντες με τους συνομήλικους για τα σχέδια του παρόντος και του μέλλοντος· ούτε μόνον από τα αποθέματα  θέλησης που διαθέτει και κατευθύνει προς τον έναν ή τον άλλο στόχο ο καθένας, αλλά μυριάδες άλλους παράγοντες, που είτε πηγάζουν άμεσα από τον ατομικό χαρακτήρα, είτε υπό την επίδραση γεγονότων που συνέβησαν μέχρι και την άλλη άκρη του πλανήτη και σημάδευσαν και επηρέασαν τη ζωή στην πορεία της –αυτήν καθαυτή την ύπαρξη. Άλλωστε, τα όνειρα της φαντασίας είναι προβολή στο νου ενός εξωτερικού υλικού κόσμου, των μορφών και μοντέλων του που η νόηση έχει δημιουργήσει και επεξεργάζεται και παρεκτείνει. Και τα πλάθει μέσα από τις σκέψεις και τη γνώση και τις νεόφερτες ιδέες, που καθοδόν σχηματίζει και καβαλάει στους καταχωρητές της μνήμης.

 Έτσι κι εγώ, ο άγουρος έφηβος, ονειροπολούσα σε καιρούς που ο κόσμος ανοιγόταν μπροστά μου με φαινομενικά ατέρμονες ορίζοντες: o κόσμος των ανθρώπων και της φύσης στην απειρότητα και το μεγαλείο του. Ήμουν περιτρυγισμένος από πολλά βιβλία, εκατοντάδες βιβλία, διεσπαρμένα στις βιβλιοθήκες και ντουλάπια των τριών δωματίων του διαμερίσματος της παρόδου της Δεληγιώργη, το μυαλό μου ανοιχτό και, παρά τις εκάστοτε προσποιήσεις για το αντίθετο (συνήθως εξαιτίας κάποιου έμφυτου εγωϊσμού), φιλόξενο σε φευγαλέα καθημερινά ερεθίσματα και επιδράσεις από την οικογένεια, τους φίλους, το σχολείο και τους δασκάλους του, τις εφημερίδες και την τηλεόραση, και πάντα τα βιβλία. Σε αυτά τα ερεθίσματα ακόμα κι αν αντιστεκόμουν ή με διαπερνούσαν ανεπαίσθητα, με την σκέψη σκόπιμα ή άθελα εστιασμένη αλλού, πάντα έβρισκαν το δρόμο του στο υποσυνείδητο: εικόνες από το σινεμά και την τηλεόραση, και, μαζί, το πλήθος από τις ελεύθερες ώρες που μου χάριζαν τα παιδικά και εφηβικά ζεστά καλοκαιρινά απογέματα, κουρασμένα και γλυκά και σιωπηλά, με τους ανθρώπους γύρω μου βυθισμένους στη μεσογειακή σιέστα, εγώ στο δωμάτιο, μόνος με τον εαυτό μου, το όργια της σκέψης και της φαντασίας και, βέβαια, τους σωρούς από βιβλία at arms length.

 Ήμουν υγιής και σχετικά καλοταϊσμένος και καλοαναθρεμμένος από την Μάνα και την γιαγιά, με σωματικές δυνατότητες αρκετές για να αγωνίζομαι και συναγωνίζομαι με επάρκεια σε παιδικά και νεανικά παιχνίδια που στήναμε σε αυλές, αλάνες, δρόμους, στους ακάλυπτους, στο σχολείο και τα λιγοστά γήπεδα που διέθετε τότε η πόλη, αν και όχι ικανές, όπως διαπίστωσα αργότερα, να με εκτοξεύσουν από μόνες τους σε τροχιά αθλητή. Είχα μια νοημοσύνη πάνω από το μέσο όρο, με όποιο τρόπο κι αυτή θα μπορούσε να μετρηθεί, κατά τη γενική ομολογία πίσω από την πλάτη μου ή ενώπιον μου συγγενών και δασκάλων και οικογενειακών φίλων· όχι όμως και κάποια αξιοσημείωτη ευστροφία και σπιρτάδα στη σκέψη που θα γυρνούσε με σηκωμένα φρύδια και χαμόγελα επαίνων ή θαυμασμού κεφάλια ανηλίκων από κάποιο ευφυολόγημα μου. (Εξακολουθώ να πιστεύω ότι η ευφυία ή, μάλλον, η ικανότητα εις βάθος αναλυτικής σκέψης από τη μια, και η ευστροφία από την άλλην, είναι αμοιβαίως αποκλειόμενα χαρίσματα.) Μπορεί να μην παρουσίαζα κάποιαν εμφανή, εξαιρετική κλίση σ’ ένα τομέα γνώσης ή αντικείμενο ανθρώπινης δραστηριότητας ή, αν υπήρχε λανθάνουσα αυτή η κλίση, δεν θα είχε αναγνωριστεί έγκαιρα από τους μέντορές μου (τους γονείς κυρίως, διότι το ελληνικό δημόσιο σχολείο ασκούσε ανέκαθεν εξισωτικές προς τα κάτω και ισοπεδωτικές τάσεις)· ούτε κάποιο προφανές, συγκεκριμένο ταλέντο που θα μπορούσε να καλλιεργηθεί στο έπακρο και να ανθίσει. Ιδιοφυής, με μια λέξη, δεν ήμουν. Αλλά από σχόλια γονιών και φίλων στις συζητήσεις που αφορούσαν στο μεγάλωμα των παιδιών τους και έπιαναν τα αυτιά μου, μια λέξη χαρακτήριζε το δυναμικό μου: «θετικός». Από όσα είχα καταλάβει τότε, εκείνος ο χαρακτηρισμός με τοποθετούσε σε διαφορετική, κάπως χαμηλότερη κλίμακα από την κλάση των «κοφτερών μυαλών», αυτών με εξαιρετική ευφυία, που κατά την ομολογία των γονιών και οικογενειακών φίλων χαρακτήριζε τον Αδερφό, ωστόσο στεκόμουν πάνω από το μέσο όρο πνευματικών δυνατοτήτων συνομήλικών μου. Εν ολίγοις, σωματικά και πνευματικά, ήμουν αυτό που οι Αγγλοσάξονες θα έλεγαν, ίσως, all rounder.   

Έθρεψα, λοιπόν, από νωρίς στη ζωή κάποιες φιλοδοξίες, γύρω και μέσα από ονειροπολήσεις και διάφορους συνειρμούς και νοητικές αναλύσεις και προεκτάσεις, κι έθετα βραχυπρόθεσμους και, στο βαθμό που ήταν δυνατό, μακροπρόθεσμους στόχους, ούτως ώστε, σε κάποιο σημείο της ύπαρξης μου, να τους πραγματώσω. Τέτοιες φιλοδοξίες φούντωναν ή ακυρώνονταν ανάλογα με τις περιστάσεις, τα εμπόδια, τον προσωπικό ζήλο και τις επιμέρους επιτυχίες και αποτυχίες, επιτεύγματα ή ματαιώσεις ή ακυρώσεις έξωθεν κατά μήκος του δρόμου. Αυστηρό χρονοδιάγραμμα φυσικά τότε, για την πραγμάτωση τους δεν τίθετο γιατί ο θάνατος δεν ήταν καν ορατός, και η ύπαρξη πάνω στον κόσμο περί της οποίας η επιτυχία γινόταν λόγος, μου φαινόταν αργόσυρτη και ατέλειωτη.

Λογικά, κατά τα πρώτα παιδικά χρόνια, όπου η άμιλλα στο παιχνίδι, στο ποδόσφαιρο, στο μπάσκετ, στο στίβο, κι αλλού, ήταν μέρος της καθημερινής ρουτίνας, οι φημισμένοι αθλητές που βλέπαμε στα γήπεδα και την τηλεόραση, τα πορτραίτα ποδοσφαιριστών στα χαρτάκια που ανταλλάσσαμε, όπου όλοι κοιτούσαν την κάμερα συνοφρυωμένοι με τη σκληράδα και αποφασιστικότητα τυπωμένες στα πρόσωπά τους και τα χέρια διπλωμένα σε ένα συνήθως δασύτριχο και μυώδες στήθος, ενέπνεαν τα πρώτα όνειρα και φιλοδοξίες: κάτω από βλέμματα χιλιάδων θεατών επικεντρωμένα πάνω μου να παρακολουθούν την κάθε κίνηση, την κάθε εκδήλωση επιδεξιότητας, την προσδοκία του γκολ ή του καλαθιού, που θα έδινε το έναυσμα για ξέσπασμα σε επιδοκιμασίες και ζητωκραυγές. Είχαμε παιδιά μια μικρή μόνον εικόνα του τι συνέβαινε σε άλλες σφαίρες της ζωής, και τις συζητήσεις των μεγαλύτερων περί οικονομικών, κυρίως επαγγελματικών και πολιτικών, ενίοτε καλλιτεχνικών και επιστημονικών θεμάτων, τις βρίσκαμε ανιαρές και μας άφηναν αδιάφορους. Μπορεί σωματικά μα μην είχα κάποια ξεχωριστή αθλητική διάπλαση (ήμουν ένας αδύνατος, κοκκαλιάρης έφηβος με διακριτούς και μετρήσιμους θωρακικούς σπονδύλους και ανάστημα ελαφρώς κάτω του μετρίου), αλλά οι ψιλο-έπαινοι κι επιδοκιμασίες από τον περίγυρο των συνομήλικων με έκαναν να πιστέψω σε κάποιες ικανότητες και ταλέντο. Είχα καλή αίσθηση της μπάλας, ενόραση στην πάσα μου, μπορούσα να προσποιηθώ και να ντριμπλάρω, «έβλεπα» το γήπεδο και του συμπαίκτες γύρω μου, είχα αντίληψη των κινήσεων των ομάδων· είχα αποκτήσει καλή τεχνική και «χέρι» από απόσταση στο μπάσκετ. Και το σώμα αργά ή γρήγορα θα μέστωνε. Σύντομα όμως τέτοιες φιλοδοξίες ακυρώθηκαν από την πραγματικότητα. Αφενός, γιατί μόνος άρχισα να καταλαβαίνω ότι χωρίς να αφιερώσω ένα δυσανάλογα μεγάλο κομμάτι του όποιου ελεύθερου χρόνου επέτρεπε η μελέτη σε κάποιο σπορ της αρεσκείας μου, χωρίς τη σχεδόν ολοκληρωτική αφοσίωση σε καθημερινή άθληση και προπόνηση, αλλά ακόμα και με αυτές τις προϋποθέσεις, δύσκολα θα ξεπερνούσα το επίπεδο κάποιου ερασιτεχνικού, ψυχαγωγικού ματς στην αλάνα, στο πάρκο, στην αυλή του σχολείου ή στο Ποσειδώνιο μια Κυριακή, ή στη διάρκεια των διακοπών. Αφετέρου, γιατί οι γονείς έγκαιρα αποθάρρυναν, και μάλιστα μπλόκαραν κατηγορηματικό και κάθετα, κάθε πρωτοβουλία και απόπειρα να αφιερωθώ με ζήλο σε κάποιο σπορ καθώς θα αποσπούσε την προσοχή από την εκπαίδευση μου σε ένα κλάδο της επιστήμης.

Αδύνατο να ξεχαστεί ο μονόλογος, η σχεδόν κατσάδα, του Πατέρα, υπό το δασκαλίστικο σιγοντάρισμα της Μάνας (που το θεωρούσα ύπουλο και αντιφατικό ως προς την αγάπη της και με εξόργιζε όσο και οι φωνές του Πατέρα), όταν έμαθαν ότι δειλά σκοπεύαμε, με τον Κωστάκη, να ξεκινήσουμε προπονήσεις μια και παραπάνω φορές τη βδομάδα, ενώ ήδη είχαμε εν αγνοία τους επίσημα εγγραφεί στο τμήμα μπάσκετ της ΧΑΝΘ. Οι συχνές επισκέψεις μας στο Παλαί-ντε-Σπορ για να παρακολουθήσουμε τον Άρη του Παπαγεωργίου, του Ιωαννίδη και του Αλεξανδρή τότε, και μετέπειτα του Γκάλη και του Γιαννάκη, τα Σαββατόβραδα, πριν από τα ποδοσφαιρικά κυριακάτικα απογεύματα στο Χαριλάου, μας ώθησαν να δοκιμάσουμε την τύχη μας στο παρκέ του μπάσκετ. Οι πόρτες κάποιας καριέρας στο ποδόσφαιρο ήταν ήδη κλειδαμπαρωμένες. Τον Παπαοικονόμου, το ποδοσφαιρικό αστέρι του Δημοτικού μας σχολείου, που είχε ένα απόγεμα παινέψει τις δεξιότητες μου στην μπάλλα, τον θαυμάζαμε και ζηλεύαμε στα ματς τσικό και αργότερα εφήβων του Άρη που συχνά προηγούνταν του μεγάλου παιχνιδιού των αντρών. Έτσι ή αλλιώς, το ποδόσφαιρο, πάρα την έλξη που ασκούσε ως θέαμα στον Πατέρα και μένα και στον παππού όσο ζούσε, αντιμετωπιζόταν υποσυνείδητα ως σπορ των άξεστων και αμόρφωτων, χωρίς πολύ μυαλό ανθρώπων, κοινωνικών στρωμάτων κατώτερων ή απόξενων του δικού μας. Το μπάσκετ από την μεριά του φάνηκε, στα ονειροπόλα και πλανεμένα μας μυαλά μια κάπως πιο προσιτή και ευγενική διέξοδος. Θεωρείτο περισσότερο «πολιτισμένο» και «καθαρό» σπορ από το ποδόσφαιρο και τα αλάνια που το παίζανε βλασφημώντας. Ο χοντρός κόουτς της ΧΑΝΘ μας δέχτηκε μάλλον απρόθυμα, καθώς η σωματική μας διάπλαση, εκ πρώτης όψεως τουλάχιστον, δεν θα μας πήγαινε και πολύ μακριά στο συγκεκριμένο άθλημα, ακόμα και μέσα στην ερασιτεχνική και χαμηλών προδιαγραφών ομάδα της ΧΑΝΘ. Πως θρέψαμε τότε τέτοιες αυταπάτες είναι απορίας άξιο. Στην πρώτη μας γνωριμία με το γκρουπ, ο κόουτς μας έβαλε να προπονηθούμε με το δεύτερο και ίσως τρίτο γκρουπ του συλλόγου και μετά από δύο-τρία λεπτά οδηγιών και σύντομων παρατηρήσεων επικέντρωσε την προσοχή του στην πρώτη ομάδα. Ο Κωστάκης, μετά από εκείνη την πρώτη προπόνηση δεν επέστρεψε. Εγώ έκανα ακόμα μια προπόνηση σε κείνο το κλειστό γυμναστήριο, που αντηχούσε θελκτικά από τα αναπηδήματα της μπάλας στο παρκέ του, τον διεγερτικό ήχο της μπάλας που διατρυπά το καλάθι με το δίκτυ, τις φωνές των παιχτών. Σκόραρα ένα και μοναδικό καλάθι στο φιλικό ματς μετά την προθέρμανση και τις ρουτίνες, και το εγκατέλειψα, πεπεισμένος για την αφέλεια και ανωριμότητα που εμπεριείχε το όλο εγχείρημα.

Οι γονείς και η θέληση τους, καμιά φορά καταναγκαστική, έγιναν οι κύριοι συντελεστές που με επέβαλαν να περιορίσω τέτοιους είδους δραστηριότητες και να ακυρώσω τις όποιες παρελκόμενες φιλοδοξίες, να σβήσω από το μυαλό μου τα σχετικά όνειρα. Έτσι, οι αθλητικές ενασχολήσεις και διέξοδοι, τα παιχνίδια σταδιακά πέρασαν de facto στο περιθώριο, δηλαδή σε χαμηλού προφίλ περιβάλλοντα και τις αθλοπαιδιές από όπου είχαν ξεκινήσει ως παιδί. Άρχισα να στρέφομαι, με την ενθάρρυνση, αν όχι και το σκούντημα των γονιών, σε πνευματικές δραστηριότητες, συμπληρωματικές των απαιτήσεων του σχολείου και των ανελέητων αλλεπάλληλων εξετάσεων, που θα αποτελούσαν για τα επόμενα χρόνια, στεγνές και ξύλινες, επί το πλείστον, μη-δημιουργικές και στείρες ως ήταν, τον πυρήνα της μαθητικής και εφηβικής ζωής. Σε αυτήν την κατεύθυνση, το οικογενειακό περιβάλλον, ο Πατέρας κατά κύριο λόγο, με περισσότερο ανοιχτόμυαλη προσέγγιση, και η Μάνα, με μια δασκαλίστικη, μάλλον μίζερη και συχνά εκνευριστική σχολαστικότητά, θα μου παρείχαν ο,τιδήποτε θα βελτιστοποιούσε την απόδοσή μου σε εκείνες τις εξετάσεις, που για την άτυχη μαθητική γενιά μου συνέβαιναν σε ετήσια βάση. Είχα βέβαια το δωμάτιό για την ιδιαιτερότητά και την ησυχία μου, όποτε την απαιτούσα ή τη χρειαζόμουν, και τον Αδερφό γενικά εξοστρακισμένο, ανεξάρτητα από τον αν τελικά αυτήν την ιδιαιτερότητα την αξιοποιούσα για χάρη των εξετάσεων και των βαθμών ή για κάτι άλλο εν κρυπτώ. Μου εμπιστεύθηκαν κλειδί στην πόρτα του δωματίου, που αδιάλειπτα το χρησιμοποιούσα, από τη μια μεριά για να εμποδίζω ενοχλητικές παρεισφρήσεις από τον μικρό Αδερφό, με την πρόφαση ότι θα εξέτρεπαν την δήθεν προσοχή και αφοσίωση στη μελέτη, αλλά επίσης θα αποθάρρυναν αδιάκριτους ελέγχους για το «τι να κάνει αυτό το παιδί» κι τυχαίες επιθεωρήσεις πίσω από ερμητικά κλειστές πόρτες και μπαλκονόπορτες. Όσο μεγάλωνα έκρυβα ολοένα και περισσότερα πράγματα και ασχολίες σε κείνο το δωματιάκι και στο μυαλό μου. Έγινα κατ’ εξοχήν κρυψίνους, περισσότερο κάτω από τον φόβο των αντιδράσεων των γονιών σε μη εγκεκριμένες αυτενέργειες και πρωτοβουλίες.

Το δρύινο γραφειάκι του μικρού δωματίου της Εκάβης αντικαταστάθηκε με τη μετακόμισή μας στη Χαριλάου από ένα μεγαλύτερο, σχεδόν διευθυντικών προδιαγραφών γραφείο από ξύλο καρυδιάς αγορασμένο από το SATO, και ένα παχύ κρύσταλλο ειδικής παραγγελίας για την επιφάνεια εργασίας του. Είχαμε την μεγάλη γέρικη βιβλιοθήκη του μαραγκού Τραϊτση θεόρατη στον έναν τοίχο, που σύντομα όμως ξεχείλισε, και τα βιβλία, μετρημένα σε χιλιάδες πλέον, απλώθηκαν σε σειρές από ράφια που έφταναν μέχρι το ταβάνι του απέναντι τοίχου, στο μικρό δωμάτιο και τις βιβλιοθήκες που προστέθηκαν στην  κρεβατοκάμαρα των γονιών. Και φυσικά κάθε λογής βιβλία, λογοτεχνικά, πολιτικά, φιλοσοφικά και ιστορικά, που ο Πατέρας έφερνε από τον βιβλιοπώλη δεύτερο «μπατζανάκη» του σε εβδομαδιαία βάση παρά την γρίνια της Μάνας, ή που θα ζητούσα ως επιστημονικά βοηθήματα και θα αγόραζα από το Μόλχο, τον Προμηθέα, τη Σύγχρονη Εποχή, τον Ανίκουλα, και τα άλλα «πανεπιστημιακά» βιβλιοπωλεία της Καμάρας και της Μελενίκου.

Η μόρφωση και εισαγωγή στο Πανεπιστήμιο έγιναν über alles. Προϋποθέσεις ζωής αδιαπραγμάτευτες, που θα έπλαθαν εφεξής τις όποιες φιλοδοξίες και το μέλλον. Τα υπόλοιπα όνειρα των εφηβικών χρόνων μπήκαν στο συρτάρι. Λάμβανε χώρα μια προσγείωση στην πραγματικότητα του κόσμου.

Tuesday, November 21, 2023

Εφηβικά 10 - Ο Μεγάλος Σεισμός

Ο μεγάλος σεισμός του 1978 συντάραξε απρόσμενα τη ραστώνη πολλών Σαλονικιών και οι εντυπώσεις από κείνο το καλοκαιρινό βράδι και τις ημέρες αναστάτωσης που ακολούθησαν έμειναν ανεξίτηλες στη μνήμη όλων όσων τις έζησαν. Ο φόβος, που άγγιξε και ξεπέρασε για πολλούς τα όρια του πανικού, από την μη μηδενική πιθανότητα θανάτου κάτω από τα συντρίμμια κάποιας αδοκίμαστης ή γερασμένης πολυκατοικίας είναι λογικές αντιδράσεις ανθρώπινων όντων, ανεξάρτητα των αποθεμάτων έμφυτου ή επίκτητου θάρρους που διαθέτουν. Το ένστικτο αυτοσυντήρησης και επιβίωσης είναι σαφώς ισχυρότερο από το σεξουαλικό ένστικτο, διότι το τελευταίο προϋποθέτει ζωή και ύπαρξη. (Ti κοινοτοπία που ακούγεται κάτι τέτοιο!)

Ήταν αργά το βράδι της 20ης Ιουνίου, γύρω στις 11μμ. Οι τυπικές κι εύκολες εξετάσεις εισαγωγής για το Λύκειο είχαν τελειώσει και ανησυχίες για τα αποτελέσματά τους δεν υφίσταντο. Τα σχολεία είχαν κλείσει για το καλοκαίρι. Σύντομα θα επιστρέφαμε στο κάμπινγκ της Σκοτίνας για τις καλοκαιρινές διακοπές, τις τελευταίες πριν ξεκινήσει ο μαραθώνιος της προετοιμασίας για τις Πανελλήνιες. Μέρες σχετικής ανεμελιάς και ξεκούρασης, λοιπόν. Το πολυσυζητημένο παγκόσμιο κύπελλο της μακρινής Αργεντινής βρισκόταν σε πλήρη εξέλιξη και, με τον Πατέρα, καθισμένοι στις δυο άκρες του παλιού μας πράσινου, art deco καναπέ παρακολουθούσαμε στην ΕΡΤ «κονσερβαρισμένο», αλλά με αμείωτο ενδιαφέρον ένα από τα ματς της προηγούμενης μέρας.

Το τράνταγμα ήταν αναπάντεχο, έντονο, τρομακτικό -από αυτά που μέσα σε δευτερόλεπτα διπλασιάζουν τους χτύπους της καρδιάς. Ο θόρυβος που το συνόδευσε μια φοβερή, αδιευκρίνιστη βοή από τα θεμέλια της πολυκατοικίας και παρακάτω, από τα έγκατα της γης. Κράτησε αρκετά δευτερόλεπτα, περίπου δέκα έμαθα αργότερα, αλλά στη διάρκειά τέτοιων έντονων φαινομένων, η ανησυχία κι ο φόβος παραμορφώνουν ανάλογα με την ένταση τους την διάσταση του χρόνου: τον διαστέλλουν. Η πρώτη αντανακλαστική κίνηση του Πατέρα ήταν να σβήσει την τηλεόραση και να προτάξει στήθος και χέρια μπροστά στο ράφι της βιβλιοθήκης, όπου ήταν τοποθετημένη, για να αποσοβήσει την ενδεχόμενη συντριβή της στο πάτωμα. Αναρωτιόμουν, με αίσθηση θαυμασμού για το κουράγιο και το θάρρος του: δεν φοβόταν και δεν προνοούσε για την προσωπική του ασφάλεια του ή θεωρούσε την συσκευή πιο πολύτιμη από την σωματική ακεραιότητα και την ζωή του; Η δική μου αντίδραση, μάλλον αφελής, αλλά αντανακλαστική, ήταν να πάω να σταθώ κάτω από το κατώφλι της πόρτας του καθιστικού, με τους βραχίονες σε έκταση, τις παλάμες στα κατακόρυφα δοκάρια. Κάπου, μέσα από την φιλολογία γύρω από την προσεισμική δραστηριότητα, είχα ακούσει ή διαβάσει ότι τα κουφώματα προσφέρουν μιαν ελάχιστη προστασία σε τέτοια ενδεχόμενα· όπως και η προφύλαξη κάτω από κάποιο τραπέζι, αλλά το κοντινότερο βρισκόταν στην κουζίνα. Η εταζέρα που χώριζε το χολ από την σαλοτραπεζαρία μας, με βάζα και διακοσμητικά, πηγαινοερχόταν μπροστά μου στους ρυθμούς των δονήσεων. Ένα ή δυο βάζα έπεσαν στο πάτωμα και έσπασαν παρά την προσπάθεια της Μάνας να τα συγκρατήσει. Μετά ακολούθησε μια απόκοσμη, απόλυτη σιωπή.

Ένας έντονος φόβος ότι ανά πάσα στιγμή η παλιά μας πολυκατοικία θα καταρρεύσει και καταπλακώσει πριν καν προλάβουμε να δραπετεύσουμε από τους τόνους μπετόν που μας περιέκλειαν κυριάρχησε μέσα μου, αφού το σοκ του ταρακουνήματος είχε παρέλθει και η λογική άρχισε να επικρατεί και πάλι επί του ενστίκτου. Και ο ίδιος φόβος που με κατάλαβε, όταν με την ψυχή κοντά στο στόμα κατεβαίναμε προσεκτικά τα σκαλιά της πολυκατοικίας, μετριάστηκε από το χαμηλό φως της ελπίδας ότι σε λίγα λεπτά θα είμαστε κάπου ισόγεια, κάπου μακριά ασφαλείς. Η γειτονιά μας ήταν ζωσμένη από πολυκατοικίες, σοβατισμένα θηρία από μπετόν, και η το πλησιέστερο ασφαλές έδαφος βρισκόταν στην αλάνα στην άλλη όχθη του ρέματος, που ως παιδιά παίζαμε μπάλα. Υπήρχαν κι άλλες οικογένειες εκεί. Όλοι γνωριζόμασταν και σχολιάζαμε το πρωτοφανές γεγονός. Πολλοί γείτονες κατευθύνθηκαν προς άλλες ανοιχτωσιές της πόλης, σε χώρους ακόμα ακάλυπτους από πολυκατοικίες και γιαπιά, και οι προνομιούχοι στα πάρκα της παραλίας.

Ο Πατέρας έφερε το αυτοκίνητο και το πάρκαρε δίπλα στην γέρικη, καμπουριασμένη ιτιά του ρέματος. Ο ίδιος ανέβηκε με τον Αδερφό μου στο σπίτι για να κοιμηθεί, χωρίς ενδοιασμούς, με το αφοριστικό χαμόγελο αυτού που έχει πλήρη επίγνωση του ρίσκου και των συνεπειών από τέτοια φυσικά φαινόμενα. Την Φυσική, τη Στατική, τη Μηχανική, την Αντοχή των Υλικών, κτλ. τα ήξερε καλύτερα από κάθε κοινό θνητό γύρω του. Θαύμασα και πάλι το θάρρος και την γενναιότητά του. Από την άλλη μεριά, τον ύπνο του, νυχτερινό ή απογευματινό, ποτέ δεν θα τον διαπραγματευόταν και ελάχιστα γεγονότα θα του τον στερούσαν. Εγώ και η Μάνα θα προσπαθούσαμε να κοιμηθούμε, στρυμωγμένοι, στο αυτοκίνητο. Δεν ήταν εύκολο στο στενόχωρο FIAT του Πατέρα. Τις μικρές ώρες μέχρι το χάραμα του ήλιου, το σώμα πιασμένο από το στρίμωγμα και το ζάρωμα, μαζέψαμε το ένα σεντόνι που φέραμε μαζί μας, και ανεβήκαμε κι εμείς, στην ζεστασιά και άνεση των κρεβατιών μας. Μια μετασεισμική δόνηση το πρωί με ξύπνησε τρομαγμένο, αλλά ο ύπνος ήταν ακαταμάχητα γλυκός για να με σηκώσει από το μαλακό στρώμα. Το μυαλό μου μισοκοιμισμένο περίμενε στον ύπνο και όνειρά του την επόμενη δόνηση. 

Την άλλη μέρα μάθαμε ότι μια πολυκατοικία στην οδό Ιπποδρομίου κατέρρευσε και ότι σκοτώθηκαν πολλοί από τους ενοίκους της, πλακωμένοι από τα συντρίμμια των οκτώ ορόφων της. Ο καθηγητής Παπαζάχος έγινε το celebrity των ημερών, δίχασε όμως τον λαό της Θεσσαλονίκης. Μια μεγάλη μάζα κοσμάκη, συνισταμένη συνήθως από τα ευρέα αμόρφωτα ή ημιμαθή στρώματα της πόλης, τον κατηγορούσε, και απορούσε με τον «βλάκα» ή «μαλάκα», που, παρά την προσεισμική δραστηριότητα, έβγαινε στην τηλεόραση και τον τύπο και καθησύχαζε τον κόσμο ότι δεν επίκειται μεγάλος σεισμός. Έλεγε όμως «πιθανόν» ή «με βεβαιότητα»; Δεν θυμάμαι... Πως να κατηγορηθεί ένας επιστήμονας, όταν σε τέτοιες περιπτώσεις κάθε πιθανολογία στερείται πρακτικής σημασίας εκ των υστέρων, συχνά είναι ακατανόητη ή και ανόητη, ενώ ακόμα και η νύξη από μιαν υποτίθεται σεισμολογική αυθεντία για πιθανότητα μεγάλου σεισμού θα είχε σοβαρές επιπτώσεις -ψυχολογικές και πολιτικές. Οι υπόλοιποι, οι πλέον πειθαρχημένοι στα κελεύσματα της επιστήμης, όπως οι ασθενείς που προσδοκούν μια θεραπεία ή, έστω, μιαν εμπεριστατωμένη γνωμάτευση από γιατρούς, κρέμονταν καθημερινά από το χείλη του καθηγητή Παπαζάχου και των άλλων σεισμολόγων: ως προς το τί θα ακολουθήσει, ως προς το τι μας περιμένει στην μετά το μεγάλο σεισμό εποχή. Ένας ειδικός ανάμεσά τους είπε, και μου έκανε τότε εντύπωση, ότι μέσα στα επόμενα τριάντα χρόνια θα συνέβαινε στη Θεσσαλονίκη σεισμός της ίδιας ή και μεγαλύτερης έντασης. Από που προέκυψε αυτή η αξιοσημείωτη στατιστική εκτίμηση ή γνωμάτευση δεν αναρωτήθηκαν πολλοί. Η ζωή για λίγους μπορεί να άλλαξε, για τους πολλούς συνεχίστηκε όπως πριν. Το τραυματικό βράδι του σεισμού μετά από καιρό ξεχάστηκε. Το καλοκαίρι του 1978, όμως, η πόλη ερήμωσε σε άνευ προηγουμένου βαθμό από τους περισσότερους κατοίκους της που κατέφυγαν στα πατρικά χωριά τους και, οι πλέον εύποροι, σε θέρετρα διακοπών.

Η επιστήμη στα χρόνια που ακολούθησαν θα σήκωνε τα χέρια, θα παραδινόταν στην τυχαιότητα της συχνότητας και της έντασης τέτοιων φυσικών φαινομένων και θα αφοσιωνόταν σε ύστερες μετά-αναλύσεις. Κάπως έπρεπε να επιδειχθεί και λάμψει η επιστημονικότητα των καθηγητών και ειδημόνων κάθε φορά που η Φύση μας βάζει τρικλοποδιά. Oi πρόσκαιρες ελπίδες από ευρεσιτεχνίες δήθεν αξιόπιστης πρόβλεψης σεισμών, όπως το BAN, που βρέθηκαν για χρόνια στο προσκήνιο της επιστημονικής επικαιρότητας, σε κανάλια και εφημερίδες, εξανεμίστηκαν και οι τεχνικές ξεχάστηκαν ως ανεφάρμοστες ή μη εφαρμόσιμες ή αναξιόπιστες. Τον μεγάλο σεισμό που θα συνέβαινε μέσα σε μια τριακονταετία, κατά την αλησμόνητη γνώμη του ειδικού εκείνων των ημερών η Θεσσαλονίκη, μέχρις στιγμής, 45 χρόνια μετά, τον γλίτωσε. 

Την Α΄ Λυκείου θα την βγάζαμε στο κτίριο του Ευκλείδη και αυτό πολλούς μας χαροποίησε. Το κτίριο του γέρικου, ιστορικού μας Γυμνασίου κρίθηκε ακατάλληλο να μας στεγάσει. Η δικιά μας «μοντέρνα» πολυκατοικία στάθηκε όρθια, αλώβητη. Ευσυνείδητος ο εργολάβος της· τον παινέψαμε στην οικογένεια και την πολυκατοικία. Λίγες μέρες μετά τον σεισμό ένας μηχανικός κόλλησε ένα κίτρινο αυτοκόλλητο στην εξώπορτα. Μικρές οι ζημιές, τριχοειδείς ρωγμές στους σοβάδες, τίποτε δηλαδή. Ο σκελετός από σκυρόδεμα άντεξε. Δύο χρόνια μετά αφήσαμε το διαμέρισμα του δευτέρου ορόφου, αφήσαμε την παλιά μας πολυκατοικία να γεράσει κι άλλο, για μια πιο μοντέρνα κατασκευή, από τον πλέον έμπιστο εργολάβο και οικογενειακό φίλο. Η παλιά, 55 χρόνια μετά το χτίσιμο της, 45 χρόνια μετά τον μεγάλο σεισμό, στέκεται ακόμα θλιμμένη και ξεθωριασμένη στο στενό της Δεληγιώργη. Φιλοξενεί στους ανήλιους ορόφους της ακόμα ανθρώπινες ψυχές, που οι περισσότερες δεν έζησαν ή δεν θυμούνται το σεισμό. Η μοιραία πολυκατοικία της Ιπποδρομίου ήταν ίσως η μοναδική σε όλη την Θεσσαλονίκη που, αφού κατέρρευσε όχι από κάποια μπουλντόζα κατεδάφισης, αλλά από τον σεισμό, κάποια άλλη, καινούργια, χτίστηκε στο οικόπεδο της με ένα μνημείο για τους νεκρούς της. Η μακροζωία των τσιμεντένιων κατασκευών της αντιπαροχής δεν παύει να εκπλήσσει. Η γραμμή του ορίζοντα της πόλης δεν φαίνεται να αλλάζει στον αιώνα τον άπαντα.  

Thursday, November 9, 2023

Εφηβικά 9 - "Ο Θεός Πέθανε" - ακαριαία

Τον θεό και μαζί του την ορθόδοξη εκκλησία, τον επίσημο φορέα προσηλυτισμού και κατήχησης στην χώρα που γεννήθηκα, τα απέρριψα χωρίς πολλές σκέψεις και πριν ακόμα διαβάσω τον Μαρξ, τον Καμύ ή τον Νίτσε. Ήταν μια σχετικά απλή διανοητική διαδικασία που ολοκληρώθηκε ανυποψίαστα σε περίοδο λίγων μηνών.

Οι μικρές «αμαρτίες» της παιδικής ηλικίας, οι δικές μου, οι μεγαλύτερες των ενήλικων, οι θηριωδίες ανθρώπων και κρατών μακριά μου, μου φαίνονταν ότι συνέβαιναν και περνούσαν ατιμώρητες από έναν αόρατο θεό, έναν απόμακρο, αδύναμο και ανίκανο παρατηρητή, είτε προσευχόμασταν και ζητούσαμε συγχώρηση για μας ή μεσολάβηση για άλλους, είτε όχι. Έβλεπα πολέμους και καταστροφές, θανάτους, αθώων και «αναμάρτητων», ενόχων και «αμαρτωλών», χωρίς διακρίσεις ανάμεσα σε πίστεις, όλα να βράζουν στα ίδια καζάνια της ιστορίας και της ζωής. Η αδικία, η δυστυχία, η φτώχια, ο θάνατος υπήρχε και φαινόταν όπου και να γυρνούσα το κεφάλι. Λυπόμουν και στενοχωριόμουν, καμιά φορά έκλαιγα. Και κανένας θεός δεν επενέβαινε να διορθώσει τα στραβά αυτού του κόσμου. Ή, μήπως, ο ίδιος ο θεός τα δημιούργησε στραβά «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν»; Όλα αυτά γίνονταν ολοφάνερα, ήταν πραγματικά και αδιαμφισβήτητα για μια παιδική ψυχή, που άκουγε, έβλεπε, ένιωθε και είχε αρχίσει να σκέπτεται.

Άλλωστε, δεν χρειαζόταν πολύ μυαλό για να καταλήξει κάποιος, όσο πνευματικά ανώριμος και αν ήταν, στο συμπέρασμα ότι ακόμα και αν προ-υπήρχε κάτι τις που δημιούργησε τον κόσμο στον οποίο ζούμε σίγουρα αυτό το κάτι τις δεν είχε τις ιδιότητες που η εκκλησία μου του είχε προσάψει: αυτές του παντοδύναμου, του πανάγαθου, του παντογνώστη. Στεκόμουν όντως με δέος μπροστά στο μεγαλείο του σύμπαντος, στη μαγεία και τα ανεξήγητα φαινόμενα της φύσης, στην απερίγραπτη πολυπλοκότητα και δυνατότητες του ανθρώπινου μυαλού και της λειτουργίας του, στο ασύλληπτο της ανθρώπινης συνείδησης και του πως αυτή αναδύεται με μυστήριο τρόπο από τα βάθη του εαυτού. Δεκαετίες ύστερα, στέκομαι με το ίδιο δέος και προβληματισμούς απέναντι σε φαινόμενα που ξεπερνούν κατά πολύ τις γνώσεις μας. Παρόλα όμως τα πολλά ανεξήγητα του κόσμου, οι αντιφάσεις και λογικές πλάνες γύρω από τη θεολογία, την φιλολογία περί ύπαρξης θεού και της δημιουργίας του ανθρώπου, της φύσης και του κόσμου γύρω του, η παράκαμψη ή αποθάρρυνση από την θρησκεία κάθε προσπάθειας για λογική και επιστημονική εξήγηση των φαινομενικά ανεξήγητων, συχνά ο αφορισμός τους, φαίνονταν ολοένα και περισσότερο ασυμβίβαστες με την ανθρώπινη ύπαρξη, την ύπαρξή μου, ακύρωνε τον οποιοδήποτε σκοπό -πάνω σε αυτή την γη.  Γίνονταν τροχοπέδη και έπρεπε να παραμεριστούν στο όνομα, τουλάχιστον, της ατομικής προόδου.  

Σταμάτησα να προσδοκώ την τιμωρία αυτών που βλαστημούσαν, αυτών που αδικούσαν, αυτών που διέπρατταν το προφανές κακό από τον θεό (από όσο χαμηλό ηθικό κατώφλι και να το κρίναμε, σε όποια περίοδο και γεωγραφία του κόσμου να ζούσαμε). Δεν προσδοκούσα πλέον τίποτε περισσότερο από αντίσταση, εξέγερση και τιμωρία από τους ίδιους τους ανθρώπους και τις κοινωνίες τους για κάθε κακό, σε αυτόν τον κόσμο και αυτήν την ζωή. Έπαψα ένα βράδι να προσεύχομαι και να σταυροκοπιέμαι πριν κοιμηθώ, κάτι που συνήθιζα μέχρι τις τελευταίες τάξεις του δημοτικού. Ο φόβος της τιμωρίας από κάποιο ανώτερο ον είχε εκλείψει. Ο θεός και το θείο πνεύμα, που υποτίθεται ότι θα αποκαλύπτονταν πίσω από τις εικόνες και τα κακόγουστα στολίδια και φκιασίδια της ορθόδοξης εκκλησίας και των ναών της, μέσα από ακανόητους βυζαντινισμούς και αλλοπρόσαλλες παραβολές και τροπάρια, χάθηκε πίσω από τον θόρυβο των πολλών λέξεων, περίπλοκων και ασυνάρτητων προτάσεων, σε άχαρες τελετές, απίθανα θαύματα, έγινε ένα μεγάλο παραμύθι. It did not make sense, no more. Από την άλλη άκρη, την περισσότερο και καλύτερα διαφημισμένη, η ηθική και το κάποιο «καλό» από μιαν αόριστη και άστοχη αγάπη και τον ταπεινό συμβιβασμό του χριστιανισμού που διακήρυττε η εκκλησία, βρισκόταν όχι μόνον σε κραυγαλέα αντίφαση με την πραχτική πολλών εκπροσώπων της (ασήμαντο στη σχετικότητα του, καθώς οι παπάδες κουβαλούν όπως όλοι οι θνητοί την «ανθρώπινη φύση», το Dasein του Heidegger), αλλά και σε καθημερινή αντιπαράθεση με την πραγματικότητα και κάθε προσπάθεια λογικής αιτιολόγησής της- τουλάχιστον του κομματιού της πραγματικότητας που με αφορούσε άμεσα και στο οποίο μεγάλωνα. Η χριστιανική αγάπη και ταπεινοσύνη δεν ωφελούσαν σε τίποτε και κανέναν, δεν ήταν καν εφαρμόσιμες στην καθημερινότητα.     

Ο φόβος ενώπιον του θανάτου είναι ίσως ο κύριος λόγος που έφερε ιστορικά και φέρνει τους θνητούς κάτω από την σκεπή κάποιας θρησκείας. Το φάσμα του ερχόταν και παρερχόταν φευγαλέα και επιπόλαια στις εφηβικές μου σκέψεις, αλλά χρονικά βρισκόταν ακόμα πολύ μακριά. Η μετά θάνατον ζωή, ο παράδεισος της ψυχής σε μιαν αιώνια ζωή που θα ακολουθούσε και η θρησκεία υποσχόταν, εφόσον «πίστευα» και παρέμενα αφοσιωμένος χριστιανός, η προετοιμασία για την Δευτέρα Παρουσία που θα μπορούσε να συμβεί ανά πάσα στιγμή, εν ολίγοις, οι κύριες ατραξιόν της θρησκείας, κάθε θρησκείας, αν και για λίγο καιρό ως μικρό παιδί με προβλημάτιζαν, τελικά, παρά την ανησυχία για το κενό που θα ακολουθούσε μιαν πεπερασμένη ζωή, μου φάνηκαν ένα ανόητο στοίχημα με την ζωή που είχα μπροστά μου και μια τροχοπέδη σε βάρος της. Ήταν στην καλύτερη περίπτωση υποθέσεις αδύνατον εκ των πραγμάτων να αποδειχτούν, που είτε τις δεχόταν κάποιος, είτε τις απέρριπτε.  Ενώ το παιδικό μυαλό εξακολουθούσε να αναρωτιέται πως η θρησκεία στην οποία βαπτίστηκα, με την οποία μεγάλωσα και γαλουχήθηκα, η μια από τις χιλιάδες στον κόσμο, πως αυτή η θρησκεία θα μεριμνούσε για ανθρώπους, «αθώους και αναμάρτητους» που έζησαν και πέθαναν πριν την γνωρίσουν, για ανθρώπους άλλων γεωγραφιών και πίστεων, για τα άλλα όντα του πλανήτη. Ευκρινής απάντηση δεν υπήρχε, ούτε φυσικά αποδείξεις. Μήπως, η υπόσχεση για μια μετά θάνατον ζωή και χαρισάμενη, μόνον υπό αυθαίρετα προκαθορισμένες ad hoc προϋποθέσεις, ήταν εν τέλει ένα παλιό μεγάλο κόλπο από μια κλίκα συμφερόντων και είμαστε στον κόσμο μόνοι μας; 

Τα μεσαιωνικά δόγματα, που δεν έπαψαν δάσκαλοι και θεολόγοι και παπάδες να τα λιβανίζουν μέχρι το τέλος του Λυκείου, απορρίφθηκαν πάραυτα από την πρώτη κιόλας τάξη του Γυμνασίου. Τα παραμύθια και οι ιστορίες της Παλιάς και Καινής Διαθήκης, που οι θεολόγοι ανέλυαν ακούραστα για τον όποιον συμβολισμό τους μπας και μπορέσει να τα αφομοιώσει ο κοινός νους, η συνεχής επανάληψη τους, στο μάθημα, στις λειτουργίες, στις γιορτές κατέλαβαν χώρο στη μνήμη που θα μπορούσε να αξιοποιηθεί αλλιώς. Η απόρριψη της θρησκείας και των δογμάτων της, ο σκεπτικισμός απέναντι σε κάθε τι θεολογικό, ήταν από τις πρώτες προσωπικές εξεγέρσεις του πνεύματος. Την κράτησα, κρυμμένο χαρτί, από το σχολικό και οικογενειακό περιβάλλον μέχρι το τέλος του σχολείου. Οι γιαγιάδες μου ακόμα πίστευαν, η εκκλησία ήταν μια παρηγοριά για αυτές, καθώς πλησίαζαν το τέλος της ζωής τους. Δεν τις κατέκρινα, ούτε ήθελα να σπιλώσω την αφοσίωση ή να σβήσω τις ελπίδες τους. Όφειλα, επιπλέον, κάτω από την πίεση των μελλοντικών μετασχολικών φιλοδοξιών, να επιδείξω, ακόμα και σε στείρα μαθήματα όπως τα θρησκευτικά, μια στοιχειώδη συνέπεια, έστω προσποιητή, έστω καταναγκαστική -για το «θεαθήναι», παρότρυνε η Μάνα. Εις βάρος, βέβαια, μιας μικρής και πρόσκαιρης, αν και πάντα επιθυμητής ελευθερίας. Οι βαθμοί και σε κείνο το μάθημα, καθώς σε άλλα με στεγνό, στείρο και άχρηστο περιεχόμενο που διδαχτήκαμε στο σχολείο ήταν ένας συντελεστής· μικρός ίσως, αλλά «θα μετρούσε», όπως μου υπενθύμιζε η διαρκώς αγχωμένη για το μέλλον μου Μάνα. Θα βοηθούσε στο άνοιγμα της πόρτας για ένα «καλύτερο», αν και ακαθόριστο και ομιχλώδες μέλλον. Το απαραίτητο «άγιος ο θεός…» στις πρωινές μαζώξεις του σχολείου -συχνά από μένα, η ορθοστασία σε λειτουργίες, κάθε Κυριακή στην αρχή, στις μεγάλες γιορτές της Ορθοδοξίας αργότερα, η αποστήθιση από βιβλία θρησκευτικών ανόητων και ακατανόητων κειμένων, συνεχίστηκε. Προσωρινά συμβιβάστηκα. Η προσωπική εξέγερση απέναντι στα θεία θα περίμενε μέσα μου να εκδηλωθεί μετά το τέλος του σχολείου, στις μικρές επαναστάσεις των νιάτων, στην ολοκληρωτική άρνηση κάθε «θείου» και την πεισματική αθεΐα της ωριμότητας. 

Εφηβικά 8 - Καταπίεση Σεξουαλική

Το σεξουαλικό ένστικτο ενυπάρχει και εκδηλώνεται, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, σε όλους μας. Οι σεξουαλικές ορμές, κρυμμένες βαθιά μέσα μας μέχρι το τέλος της παιδικής ηλικίας, ξεπηδούν απρόσμενα και έρχονται στη φόρα, για να φουντώσουν στην εφηβεία. Πολλοί λένε ότι κορυφώνονται στο τέλος της. Είναι μια αναπόφευκτη, προδιαγραμμένη βιολογική διαδικασία που προσβλέπει όχι μόνον στην φυσική και ζωτική αναγκαιότητα της αναπαραγωγής, αλλά και στην ικανοποίηση των αισθήσεων που προσφέρει η ερωτική πράξη, και μας ωθεί σαν μια αόρατη δύναμη προς το αντίθετο φύλο. Ισχύει για όλους. Το τι ηλεκτροχημικές διεργασίες συμβαίνουν στον εγκέφαλο από την θέα ενός γυναικείου κορμιού, ενός όμορφου προσώπου, ενός σαγηνευτικού χαμόγελου, ενός επίμονου και διαπεραστικού βλέμματος, μας διεγείρουν και καμιά φορά βάζουν φωτιά τα σωθικά μας, δεν μας ενδιαφέρει. Ούτε χρειάζεται να μας ενδιαφέρει. Απλώς συμβαίνει και μας αναστατώνει.   

Το αν και πως και πότε αυτές οι ορμές και ερωτικοί πόθοι βρίσκουν διέξοδο, σε τι βαθμό η ικανοποίηση των αισθήσεων διαμέσου της συναναστροφής με το άλλο φύλο βρίσκει ανταπόκριση ή ματαιώνεται, καθορίζει το βαθμό της σεξουαλικής ελευθερίας ή καταπίεσης. Και το μέγεθος αυτής της καταπίεσης ή ελευθερίας στην εφηβική ηλικία καθορίζει με την σειρά του σε μεγάλο βαθμό την σεξουαλική και, ίσως το σημαντικότερο, τη συναισθηματική ωρίμανση. Συνιστά, με άλλα λόγια, ένα μεγάλο σκαλί στην ολοκλήρωση του ανθρώπου. Περιττό να σημειωθεί ότι στα χρόνια της εφηβείας, εξαιτίας της εξάρτησης από την οικογένεια, των διάφορων κοινωνικών προκαταλήψεων, του κοινωνικού πλαισίου που μέσα του μεγαλώνουμε, των εκ των πραγμάτων περιορισμένων επαφών και συναναστροφών με μέλη του άλλου φύλου, ακόμα και κάτω από το βάρος της ίδιας της προσωπικότητας όπως θα έχει αρχίσει να διαμορφώνεται  ασκείται λίγο-πολύ σε όλους μια μορφή σεξουαλικής καταπίεσης. Στην περίπτωση μου, και αρκετών άλλων στο σχολείο, αυτή η σεξουαλική καταπίεση απέκτησε συγκριτικά μεγάλες διαστάσεις.

Ήταν τα έξι χρόνια σε γυμνάσιο και λύκειο αρρένων, έξι χρόνια υπερβολικής αφοσίωσης στη μελέτη κάτω από μιαν συχνά αφόρητη («για το καλό μου πάντα!») πίεση του οικογενειακού περιβάλλοντος, έξι χρόνια περιορισμένων «εξόδων» ψυχαγωγίας και διασκέδασης, ήταν και ο εσωστρεφής και συνεσταλμένος χαρακτήρας, ήταν όλα αυτά που ανήγαγαν τις συναναστροφές με κορίτσια σχεδόν στο μηδέν. Παρόλα αυτά, εκείνο που με απασχολούσε τις σκέψεις και έτρωγε το μυαλό και την ψυχή τις ατέλειωτες, μοναχικές ώρες στους τέσσερις τοίχους του δωματίου ανάμεσα στο διάβασμα, το σχολείο και το φροντιστήριο και τις λίγες στείρες εξόδους με τον Δρ. προς άγραν θήλεων δεν ήταν τόσο η έλλειψη γενικά φίλων ή της επικοινωνίας με αυτούς, όσο τα όνειρα και οι φαντασιώσεις σχέσεων με κορίτσια: άλλα υπαρκτά, που συναντούσα και έβλεπα στη γειτονιά και τους δρόμους της πόλης, και συχνά παρακολουθούσα με φρούδες ελπίδες γνωριμίας, άλλα φαντασιακά, προεκτάσεις της φαντασίας από εικόνες σε αφίσες, περιοδικό, την τηλεόραση και το σινεμά.

Ο διακαής πόθος έπρεπε να σβηστεί, έστω και προσωρινά. Η διέγερση από τέτοια ερεθίσματα έπρεπε να βρει διέξοδο πάση θυσία. Άρχισα να αυνανίζομαι (ή να «τον παίζω» ή να «τραβάω/βαράω μαλακία», όπως μου υπενθύμιζαν μάλλον ήδη μυημένοι στην ίδια συνήθεια συνομήλικοι), να αυτό-ικανοποιούμαι τέλος πάντων, πριν ακόμα κι από την επίσημη έναρξη της εφηβείας, κάπου στον εντέκατο ή δωδέκατο χρόνο της ζωής μου. Αρχικά με ένα αυτοσχέδιο αιδοίο -ένα χωνί από χαρτόνι με κάποια πλαστική επένδυση, αργότερα με το χέρι μου, όταν γρήγορα κατάλαβα ότι και αυτό το χέρι θα μπορούσε να κάνει αποτελεσματική δουλειά. Η αίσθηση της πρώτης φοράς ήταν ανεπανάληπτη και αξέχαστη, όπως ο καθένας μας θα παραδεχόταν. Οι επόμενες από απλά «ικανοποιητικές» μέχρι ωραίες, με διακυμάνσεις στην απόλαυση, κάτι περισσότερο από ανακούφιση, και, αργότερα, μια συνήθεια με ευχάριστη κατάληξη, που αν μη τι άλλο έσβηνε την φωτιά μέσα. Η διέγερση μέσα από εικόνες που το μυαλό σχηματίζει, είτε ex nihilo, είτε συρράπτει με σκόρπια αποκόμματα από εδώ κι εκεί, κατάλοιπα της μνήμης από τα διάφορα κορίτσια που έβλεπα στο δρόμο και τις μια ή δυο όμορφες δασκάλες, και που η φαντασία υπερεκτείνει σε πιο ολοκληρωμένες μορφές άρχισε να αδυνατίζει. Κατέφυγα σε glossy περιοδικά που αρχικά ανερυθρίαστα κλέβαμε με τον Δρ. από περίπτερα, μέχρι που παραλίγο να μας τσακώσουν και αργότερα, ξεπερνώντας μεγάλους δισταγμούς και ντροπές, τα αγόραζα κρυμμένος από το βλέμμα του περιπτερά πίσω από ράφια ή τέντες, έχοντας πρώτα σιγουρευτεί ότι κανείς δεν βρισκόταν στην περίμετρο του περιπτέρου.   

Το τέλος της αισθησιακής απόλαυσης από τον αυνανισμό σχεδόν πάντα συνοδευόταν, ακόμα και στην ενηλικίωση, από αδιευκρίνιστες ενοχές για την πράξη που μόνο μια φροϋδική ψυχανάλυση θα μπορούσε να εξηγήσει και αυτή ίσως όχι επαρκώς. Το κύριο αίσθημα που επικρατούσε μέσα μου, στο επίκεντρο των ενοχών, ήταν ότι ο αυνανισμός αποχαύνωνε, άμβλυνε τις πνευματικές λειτουργίες, με μετέτρεπε εν ολίγοις σε χαζό. Αυτό το επαλήθευε μετά στην πράξη μια θολούρα στο μυαλό, κάποια μειωμένη απόδοση στην επίλυση γρίφων και μαθηματικών προβλημάτων. Και με τέτοιες ανησυχίες ή ενοχές να στριφογυρίζουν στο μυαλό μου έβρισκα για ώρες δύσκολο να αποκοιμηθώ. Ο πειρασμός της απόλαυσης, η ανάγκη ικανοποίησης ανυπέρβλητων βιολογικών ορμών, όμως, με ωθούσαν στην επανάληψη μιας τακτικής που κάθε φορά έφερνε την πρόσκαιρη, επιθυμητή ηδονή. Έγινε μια τακτική συνήθεια, αποκρυμμένη προσεκτικά από την οικογένεια σε ένα κλειδωμένο δωμάτιο ή μπάνιο ή και κάτω από τα σεντόνια, μυστικό ερμητικά κλεισμένο μέσα μου. Σίγουρα η οικογένεια γνώριζε και καταλάβαινε. Θα έμενε, όπως και για πολλούς σαν και μένα, το κοινό μυστικό της εφηβείας αυτό που «ο κόσμος το ‘χει τούμπανο…» 

Τα σπυριά της ακμής που εμφανίζονταν συχνά και πυκνά στο πρόσωπο μου, χάριν στις ορμονικές αλλαγές, το τυραννικό περιβάλλον των συμμαθητών το απέδιδε αποκλειστικά στην «παρατεταμένη αγαμία» και τον αυνανισμό ως αντίδοτό της. Μια τέτοια θεωρία δύσκολα βρίσκονταν λόγοι να αμφισβητηθεί. Τα έβλεπα τα σπυριά και στον Δρ. και άλλους που βρίσκονταν στην ίδια μοίρα με μένα. Έγιναν αντικείμενο καθημερινών πειραγμάτων, που επιδείνωναν την εσωτερική καταπίεση και αναταραχή και θα συνέτρεξαν στην ανάπτυξη διάφορων συμπλεγμάτων, που κουβαλάει κάποιος στο υπόλοιπο της ζωής. Υπέθετα, λοιπόν, ότι είχαν κάποια βάση εκείνες οι θεωρίες περί αγαμίας και σπυριών στο πρόσωπο και για χρόνια κατέβαλα μεγάλη προσπάθεια μπροστά στον καθρέφτη: να τα ψάξω, να τα ζουλίσω εν τη γενέσει τους πριν γίνουν ορατά στους άλλους, να τα σπάσω, να απελευθερώσω το σιχαμερό σμήγμα, να τα εξαφανίσω, αυτά και, για πολύ καιρό μετά, τα σημάδια που άφηναν στο πρόσωπό και αμαύρωναν την όψη μου. Αυτό το πείραγμα των σπυριών και το επίμονο ξεφλούδισμα των καύκαλων τους γέννησε μια ακόμα συνήθεια, έναν ψυχικό καταναγκασμό, που κουβάλησα στα προχωρημένα χρόνια της νεότητας. «Πάρε τα χέρια από το πρόσωπο σου!», άκουγα την Μάνα να μου λέει, μέχρι που αφού επέστρεψα από φαντάρος και έφυγα από το σπίτι, όταν οι αμαρτίες της εφηβείας είχαν ξεχαστεί και τα σημάδια της σβήσει από το πρόσωπό μου. 

Κάπου στα δεκατρία μου χρόνια έκανα ένα μικρό άλμα στην αυτό-ικανοποίηση. Σε ένα διάλειμμα το αυτί μου έπιασε κάτι διηγήσεις ενός Κούρογλου, του τελευταίου των τελευταίων μαθητών, ένα αλάνι με την πλήρη σημασία της λέξης, που μετά από ένα ή δύο χρόνια στο Γυμνάσιο το εγκατέλειψε. Μιλούσε, με ένα βλέμμα περιφρόνησης ή ανωτερότητας προς τους γύρω, για τις εμπειρίες από τα πόρνο-φιλμ που παρακολουθούσε τα σαββατόβραδα, στις μέρες δόξες των πόρνο-σινεμά της Θεσσαλονίκης και παγκοσμίως.  Έπρεπε να τα δοκιμάσω. Ο πειρασμός ενός «ζωντανού» σε μια κινηματογραφική οθόνη σεξ ήταν μεγάλος, όσο μεγάλη και η δειλία μου, όσο ψηλά τα εμπόδια: οι «ακατάλληλες για κάτω των 18 ετών ταινίες», ο φόβος επέμβασης της αστυνομίας, ο φόβος κάποιος γνωστός περαστικός να με πετύχει κατά την είσοδο ή έξοδο από εκείνα τα βρώμικα μέρη.

Ήταν ένα μουντό απόγευμα Σαββάτου που, με την ψυχή το στόμα, λαχανιασμένος από τα νεύρα,  και πεταλουδίτσες στο στομάχι, πήρα το δρόμο για το Ιπποκράτειο, την Παπαναστασίου και το Σινέ «Άρια», ένα από τα πολλά σινεμά της στήλης «Β’ Προβολής» στη «Μακεδονία» της Κυριακής που, όπως πάντα, πρόσφεραν διπλό πρόγραμμα: μια “B-Movie”, συνήθως από τα δημοφιλή στις αμόρφωτες μάζες είδη (καράτε, τρόμου, κτλ.) και, βέβαια, στο δεύτερο μέρος του προγράμματος μια ταινία πορνό. Στριφογύρισα απέναντι ή στο δρομάκι παράπλευρα της εισόδου, στάθηκα στην γωνία με την Παπαναστασίου με την πλάτη στα διερχόμενα αυτοκίνητα συλλογιζόμενος, διάφορες σκέψεις να παλεύουν μέσα μου, σε μια στιγμή πήρα το δρόμο για το σπίτι, πριν επιστρέψω ξανά στην είσοδο του σινεμά, όπου, μαζεύοντας κάθε σταγόνα θάρρους, μπήκα αποφασισμένος στο σκοτεινό χολ. Το βλοσυρό, αξύριστο αφεντικό-εισπράκτορας, πίσω από το γκισέ με επεξεργάστηκε για λίγα δευτερόλεπτα, με ένα περιφρονητικό και «ψαρωτικό» ύφος, από την κορυφή μέχρι εκεί που μπορούσε να δει πίσω από πρεβάζι του γκισέ, πριν με ρωτήσει: «Πόσω’ χρονώ’ είσαι, ρε;» Σκέφτηκα ότι θα ήταν γελοίο να έλεγα «18». Η ηλικία αυτή ήταν ρητά και αδιάψευστα γραμμένη στο ταμπλό της εισόδου, όπως και στις λίστες προβολών των τοπικών εφημερίδων. Τρεμάμενος ψέλλισα «13», το αμέσως κατώτερο ηλικιακό όριο στην ταξινόμηση καταλληλότητας ταινιών. Δεν είχα ακόμα κλείσει τα 13. «Πενήντα δραχμές.» Το χρήμα ουδείς εμίσησε. Του τις έδωσα. Δεν μου έκοψε εισιτήριο, αλλά με μια κίνηση του χεριού έδειξε τα σκαλοπάτια στα δεξιά. Από τη βάση μιας μαρμάρινης σκάλας που οδηγούσε στην κυρίως αίθουσα, στην πλατεία, και πιο πάνω στη γαλαρία, στο μπαλκόνι, με παρέλαβε ένας τύπος ατημέλητος, αξύριστος, με μπερδεμένα λιγδιασμένα γκρίζα μαλλιά, μέτωπο ζαρωμένο -όχι από βαθιά σκέψη- με βαθιές οριζόντιες ρυτίδες, ένα πρόσωπο γενικά αποβλακωμένο. Φορούσε ένα σακάκι που κρεμόταν σαν τσουβάλι και την μια τσέπη του γεμάτη κέρματα. Το ύφος του ήταν αυστηρό, ήξερε ότι ήμουν έρμαιό του. Έχοντας παρακάμψει την πόρτα της κυρίως αίθουσας, με οδήγησε με τον φακό του στην κορυφή της σκάλας, στην γαλαρία, και φώτισε μια σειρά από άδεια καθίσματα. Άπλωσε το χέρι χωρίς να πει τίποτε. Κατάλαβα ότι περίμενε πουρμπουάρ. Άδειασα την τσέπη μου από τα κέρματα που είχα και του τα έδωσα. Δεν ήταν πολλά. Φώτισε με τον φακό την παλάμη του, τα μέτρησε με το μάτι του, του φάνηκαν λίγα, είπε κάτι σαν «Άλλα δεν έχεις;», του απάντησα «Όχι, σου ‘δωσα ό,τι είχα». Μουρμούρησε μια ασυναρτησία και με άφησε να απολαύσω την δράση στην οθόνη. Παιζόταν ακόμα μια ταινία «καράτε». Το soft-porn φιλμ που ακολούθησε, με κάποια ανόητη και ρηχή πλοκή, με απογοήτευσε, αλλά έγινε η απαρχή μιας αδιάκοπης αναζήτησης ολοένα και περισσότερων διεγερτικών κινηματογραφικών εμπειριών τα σαββατιάτικά απογεύματα.  

Το θέαμα του κινηματογραφημένου σεξ πρόσφερε επιπλέον διαστάσεις στην διέγερση και το τελικό αποκορύφωμά της. Δεν χωρούσε κάτι τέτοιο αμφιβολία κάτω από τις συνθήκες. Δεν άργησαν, λοιπόν, οι επισκέψεις σε σινεμά για τέτοιου είδους διεγέρσεις να γίνουν ένας εθιστικός πειρασμός. Την παρθενική επίσκεψη στο «Άρια» ακολούθησαν άλλες, τακτικές, συχνές, σχεδόν εβδομαδιαίες. Στο ίδιο σινεμά, εναλλάξ με το παραδίπλα, το «Όσκαρ» (τι θα σκέπτονταν και τι γνώμη θα σχημάτιζαν το αφεντικό και ο ταξιθέτης, τι ίσως θα μου έλεγαν, αν με έβλεπαν κάθε βδομάδα στο σινεμά τους;)· αργότερα στο «Δίον» στην Κάτω Τούμπα, πιο μακριά στο «Σινεέπ», στο «Θεανώ» της Κωνσταντινουπόλεως, μέχρι το «Ίλιον» στον Βαρδάρη, το «Αλέκα» πιο πέρα στην Λαγκαδά. Προς αναζήτηση ολοένα και πιο έντονων οπτικοακουστικών ερεθισμάτων: από τα soft-porn του πρώτου καιρού, στα soft-porn με ολιγόλεπτες hard-core «τσόντες», συχνά μετά από ηχηρές απαιτήσεις του φιλοθεάμονος κοινού, αργότερα, έχοντας πλέον ξεπεραστεί με ευθείς ή πλαγίους τρόπους τα οποιαδήποτε νομικά εμπόδια που έθετε η ελληνική πολιτεία, ανενδοίαστες hard-core ταινίες.

Τα πορνοσινεμά ήταν χώροι βρώμικοι. Τα πατώματα κολλούσαν, είτε από σωματικά υγρά, είτε χυμένα αναψυκτικά, τα καθίσματα ήταν λιγδιασμένα, συχνά βρεγμένα από το φρέσκο σπέρμα, οι τουαλέτες για διάφορους λόγους αποκρουστικές και μη επισκέψιμες. Οι θεατές ήταν άντρες, φαίνονται μεσήλικές μέχρι και «πορνόγεροι» στα μάτια μου, όλοι τους μοναχικοί κοινοί θνητοί, μαύρα κεφάλια διεσπαρμένα στην σκοτεινή αίθουσα, μυαλά αποχαυνωμένα από το θέαμα και τον αυνανισμό, ψυχές κλεισμένες στην ιδιαιτερότητά τους σεξουαλικά στερημένοι σε αναζήτηση κάποιου ρίγους ικανοποίησης. Τουλάχιστον είχα το ελαφρυντικό της ηλικίας και βρισκόμουν στο στάδιο της ανακάλυψης των μυστικών του σεξουαλικού πάθους! Σπάνια, ζαρωμένοι σε κάποιες απόμακρες θέσεις, κρυμμένο από το σκοτάδι της αίθουσας, κάποιο ζευγαράκι -ακίνητο και αποσβολωμένο, χωρίς την ελάχιστη εκδήλωση ερωτοτροπιών. Πιο συχνά από την ασυνήθιστη γυναικεία παρουσία, τύποι «ανώμαλοι», ομοφυλόφιλοι, «πούστηδες» όπως τους λέγαμε, που από τις σειρές των άδειων καθισμάτων έρχονταν να κάτσουν στο κάθισμα παραδίπλα και, μετά από λίγες λοξές ματιές προς το μέρος μου, στο διπλανό και σε επαφή τους βραχίονες μας. Πως έβρισκε το θάρρος και θράσος; Τι ακριβώς ήθελε; Η παρουσία κάποιου δίπλα μου σε τέτοια μέρη με αναστάτωνε γιατί ήταν πασιφανές το τι κατά βάθος επεδίωκε και προσδοκούσε από μένα. Συνήθως αναγκαζόμουν να αλλάξω θέση σε άλλη σειρά μακριά, μερικές φορές χαλούσε το απόγευμα μου.

 Έτσι, οι κουτσές και στραβές, ίσως με μια έννοια «ανώμαλες» σεξουαλικές διέξοδοι, ελλείψει ορθόδοξων, είχαν καταστήσει την ύπαρξη μου σε αυτόν τον τομέα λούμπεν, ανάμεσα σε ένα λούμπεν ακροατήριο, με λίγες εξαιρέσεις ανάμεσά του-σαν τον φυσιογνώστη του Λυκείου που εθεάθη από συμμαθητές σε ένα τέτοιο σινεμά. Το πορνό-θέαμα έγινε συνήθεια, ένας «ανώμαλος» εθισμός, όπως θα μπορούσε να πει κάποιος ψυχολόγος. Μια συνήθεια που την κουβάλησα στην ενηλικίωση, παρά, στο μεταξύ, την κανονικοποίηση της ερωτικής μου ζωής, παρά την πληθώρα περισσότερο ορθόδοξων και φυσιολογικών εμπειριών, παρά την ύπαρξη σεξουαλικής συντροφιάς. Συνεχίστηκε στην εποχή του VHS, του DVD, του internet streaming. Το αν αυτό το θέαμα βελτίωσε ή όχι την ερωτική ζωή, αν ενίσχυσε ή όχι την αισθησιακή απόλαυση, αν φούντωσε ή καταλάγιασε τα κάθε φορά πάθη, ή πως θα ήταν το σεξ χωρίς το μέχρι κορεσμού πορνό-θέαμα είναι δύσκολο να απαντηθεί. Για κείνα τα μουντά χρόνια της εφηβείας ήταν η μοναδική και βέλτιστη, δεδομένης της προσωπικότητας και των συνθηκών, διέξοδος.

Thursday, November 2, 2023

Εφηβικά 7 - Ντροπαλός και Εσωστρεφής

 Αυτό που διέθετα πλεονασματικά από πολύ μικρό παιδί, και κάτι που πίστευαν κι έλεγαν όλοι όσοι με γνώρισαν, ήταν η ντροπαλοσύνη που τύλιγε την συμπεριφορά μου σχεδόν παντού και πάντα. Φαινόταν στο γύρισμα του κεφαλιού όταν με ρωτούσαν, νήπιο ακόμα, το όνομά μου· στο δισταγμό, αργότερα αμηχανία, να χαιρετήσω και αποχαιρετήσω· στο ότι δεν σήκωνα το χέρι στην τάξη σε ερωτήσεις δασκάλων, ενώ ήξερα την απάντηση· στο στρίψιμο ή σκύψιμο του κεφαλιού για να αποφύγω το βλέμμα του δασκάλου ή κάποιου όμορφου κοριτσιού· στα αισθήματα ανασφάλειας και νευρικότητας, καμιά φορά πανικού, που με κυρίευαν κάθε φορά που έπρεπε να ανοίξω το στόμα μου να εκφραστώ μπροστά σε κόσμο· στον φόβο μην πω ή κάνω λάθος· στη δυσκολία να ανοιχτώ σε παιδιά που δεν είχα γνωρίσει και εξοικειωθεί και να χτίσω γέφυρες επικοινωνίας ή και καινούργιες φιλίες· στο σχεδόν παραλυτικό «κομπλάρισμα» στις λίγες επαφές με κορίτσια· στο ζάρωμα και τη σιωπή σε κοινωνικές εκδηλώσεις, ακόμα και ανάμεσα συνομήλικους και γνωστούς· στη γενική έλλειψη ψυχραιμίας όταν ένιωθα ότι γινόμουν το κέντρο της προσοχής άλλων και πολλά μάτια με παρατηρούσαν. Όλα αυτά ήταν σε γενικές γραμμές τα συναισθήματα, οι αντανακλαστικές και υποσυνείδητες αντιδράσεις σε καταστάσεις που καθημερινά έφερνε η ζωή μπροστά μου στη διάρκεια της εφηβείας και για πολύ καιρό μετά από αυτήν.

Η ανησυχία, η νευρικότητα κι ο φόβος απέναντι σε τέτοιες καταστάσεις, και συνέβαιναν συχνά, δεν είναι για κανέναν ευχάριστα συναισθήματα. Πολλές φορές αναβαθμίζονται και καταντούν βάσανα και καταναγκασμός της ψυχής. Δεν καταπολεμούνται εύκολα με την δύναμη της λογικής και μόνον. Και στις περισσότερες των περιπτώσεων που τέτοια αισθήματα έρχονταν στην επιφάνεια, σε γεγονότα που με ξεμπρόστιαζαν σε ένα ανθρώπινο ακροατήριο, δεν δίνονταν καν ο χρόνος και οι ευκαιρίες για αντανάκλαση, για λελογισμένη επιβολή ψυχραιμίας, για την εξάσκηση μια λογικής προσέγγισης, έστω κάποιας πρόχειρης προετοιμασίας. Όταν υπήρχε ο χρόνος, η προετοιμασία του τι θα πω, που και πως θα σταθώ, πως θα αντιμετωπίσω το ένα ή το άλλο πιθανό ενδεχόμενο ήταν εντατική και βασανιστική, σε βαθμό, όμως, που η τελική στάση και συμπεριφορά μου να γινόταν μηχανική, ρομποτική, ώστε το ακροατήριο να την εκλάμβανε ως αφύσικη και νευρική. Και μάλλον προβληματική αν επρόκειτο για συνέντευξη ή παρουσία σε κάποια αίτηση για δουλειά. Με τέτοια αισθήματα να με ζώνουν, αν και αμβλύνονταν με τα χρόνια, την εμπειρία, την επανάληψη, αναγκάστηκα ζήσω μεγάλο μέρος της ζωής: με την γενικότερη ψυχολογία της ντροπής, των εγνοιών, του άγχους και της νευρικότητας ενώπιον καταστάσεων με ανθρώπους. Σπάνια και με δυσκολία κατάφερνα να τα καταπνίγω ολοσχερώς.   

Η εσωστρέφεια από την μεριά της δεν είναι κάποιο παροδικό αίσθημα ή συναίσθημα που γεννιέται ως αντίδραση σε καταστάσεις και γεγονότα σαν τα παραπάνω. Η εσωστρέφεια είναι, δυστυχώς ή ευτυχώς, ένα χαρακτηριστικό της προσωπικότητας, ένα αναπόσπαστο και σχετικά ανελαστικό κομμάτι του χαρακτήρα. Στα χρόνια του σχολείου δεν είχα επίγνωση αυτής της εσωστρέφειας που θα κουβαλούσα για το υπόλοιπο της ζωής μου, πόσο μάλλον του πόσο ακραίας μορφής ήταν, ήγουν σε ποιο μέρος ενός ευρέως φάσματος εσωστρεφών ανήκα. Μόνον μια συγκεχυμένη αντίληψη της έννοιας είχα, ίσως ούτε καν αυτήν. Πρώτη φορά «διαγνώστηκα» ως εσωστρεφής από τον Κώστα, έναν ψυχολόγο, γείτονα και για λίγο καιρό φίλο στην πόλη της Αμερικής που σπουδάζαμε. Συνέβη σε μια από τις μαζώξεις με κρασί και κεφτεδάκια και τραγούδια του Καζαντζίδη, που είχε διοργανώσει στο διαμέρισμά με την γυναίκα του, την Τασούλα, για να γνωριστεί καλύτερα με μένα και την σύντροφό μου τότε. Στη μακρινή ξενιτιά ασκούνται ισχυρές δυνάμεις συνάφειας που έλκουνε τα μέλη κάθε ράτσας το ένα προς το άλλο ανεξάρτητα χαρακτήρα. Δεν είχαμε γνωριστεί προσωπικά πριν εκείνη την μάζωξη, αλλά δεν χρειάστηκε πολύ ο Κώστας για να καταλήξει στην διάγνωση του εκείνη, παρατηρώντας με κουρνιασμένο σε μια γωνιά του σαλονιού, από αμίλητο έως μονολεκτικό, πάντα μετρημένο με τις λέξεις, συνεσταλμένο στους τρόπους, με ένα ποτήρι κρασί μόνιμα στο χέρι ή στο στόμα, να προσπαθεί να καταπολεμήσει την σιγή, την ντροπή και την αμηχανία του. Ήταν απόλυτος και κατηγορηματικός ο Κώστας: «Είσαι προφανώς εσωστρεφής χαρακτήρας!» Ο χαρακτηρισμός που μου απέδωσε δεν με ενόχλησε, όσο το αλησμόνητο «κρύος» με το οποίο με είχε χαρακτηρίσει με ειρωνικό ύφος ο Β στο απαύγασμα της εφηβείας, ή το «ντροπαλός» που άκουγα συχνά-πυκνά ως παιδί σε συζητήσεις μεγάλων που με αφορούσαν. Αντίθετα, φανέρωσε μια ακριβέστερη συνειδητοποίηση του εαυτού, οδήγησε στην θετική παραδοχή του «είμαι αυτός που είμαι», και πρέπει να ζήσω και να προσαρμοστώ στις απαιτήσεις της ζωής με αυτήν την προσωπικότητα και χαρακτήρα, με αυτήν την «αδυναμία» τους, χωρίς να μπορώ να κάνω και πολλά πράγματα για να τα αλλάξω. Δυστυχώς, ο χαρακτήρας του ανθρώπου, στον πυρήνα της προσωπικότητας του, δύσκολα αλλάζει από την στιγμή που κάποιος ενηλικιώνεται, σε βαθμό αντιστρόφως ανάλογο με την αυτογνωσία που αποκτά.

Πέρασαν πολλά χρόνια από εκείνη την αρχική διάγνωση του Γιώργου, πριν πέσει στα χέρια μου το βιβλίο της Susan Cain, Quiet: The Power of Introverts in a World That Can’t Stop Talking. To διάβασα, ώριμος τριαντάρης πλέον, σε ένα λεωφορείο του Reading, πηγαινοερχόμενος στην δουλειά. Μέσα από το βιβλίο είδα στον καθρέφτη τον εαυτό μου. Αυτόν που απέφευγε και δυσκολευόταν στις ψιλοκουβέντες με μη οικείους. Αυτόν που κάθε κοινωνική εκδήλωση με κόσμο, στο σπίτι, οργανωμένη από την σύντροφο μου παρά τις αντιστάσεις και την γρίνια εκ μέρους μου ή στην δουλειά παρά την θέλησή μου, γινόταν ένα ψηλό βουνό να σκαρφαλώσει και σκαρφιζόταν κάθε δικαιολογία για να αποφύγει. Αυτόν που τα βράδια πριν από κάθε παρουσίαση μπροστά σε κόσμο έχανε τον ύπνο του, ενώ ώρες και λεπτά πριν η νευρικότητα γινόταν ανυπόφορη. Αυτόν που η δυσκολία στην επικοινωνία με ανθρώπους μετριαζόταν και ξεπερνιόταν, μόνο με αρκετή, εκ των προτέρων και κατά την διάρκεια, κατανάλωση αλκοόλ, μερικές φορές με δυσάρεστες συνέπειες. Αυτόν που όταν το μάτι του έπαιρνε κάποιον γνωστό στο λεωφορείο, το τραίνο ή το πεζοδρόμιο κρυβόταν από την θέα του, γυρνούσε κεφάλι, άλλαζε κατεύθυνση ή πεζοδρόμιο, ώστε να αποφύγει κάποια αυθόρμητη ψιλοκουβέντα μαζί του. (Ο αυθορμητισμός δύσκολα συνυπάρχει με την εσωστρέφεια, οι εσωστρεφείς, έμαθα, αποφεύγουν impromptu ψιλοκουβέντες όπως ο διάβολος το λιβάνι.) Αυτόν που τον κυρίευε ένας μικρό-πανικός όταν κουδούνιζε το τηλέφωνο απροσδόκητα («Ποιος να είναι τώρα; Τι θέλει να πούμε;») Αυτόν, που κάθε φορά που αναγκαζόταν να συναναστραφεί με ανθρώπους και ανταπεξέλθει κοινωνικά, στο τέλος εξαντλούταν ψυχικά και σωματικά. Ήταν στις πιο γενικές γραμμές και η σχετικά υπερβολική υπερευαισθησία σε εξωτερικά ερεθίσματα, επιστημονικά εξηγήσιμη από την δομή του εγκεφάλου των απανταχού εσωστρεφών.  

Γαλήνη και ηρεμία έβρισκα παρέα με τον εαυτό μου, στις ατέρμονες συζητήσεις μαζί του, στις σκέψεις μου και τις αντανακλάσεις μέσα μου προσώπων, ακουσμάτων, φαινομένων. Στους μοναχικούς περιπάτους, στα μοναχικά ποτά στις παμπ, σε ένα δωμάτιο δίπλα στο λαμπατέρ να διαβάζω. Όχι περιέργως, έβρισκα μικρές χαρές στον μουντό, μελαγχολικό καιρό, ακόμα μεγαλύτερες στο ψιλοβρόχι. Στο τέλος του διαβάσματος του βιβλίου της Susan Cain ένιωσα μιαν ανακούφιση, σχεδόν μια χαρά: από μια μεγάλη ανακάλυψη για τον εαυτό μου, για αυτό που ήμουν και είμαι, και ήταν αδύνατο να αλλάξω. Στα μάτια των περισσότερων γνωριμιών ήμουν αυτό που στην Αγγλία αποκαλούν, συμπαθητικά, «κοινωνικά αδέξιο», στην Ελλάδα, μάλλον περιφρονητικά, «ακοινώνητο». Ήμουν σε τελική ανάλυση ένας κλειστός άνθρωπος, κλεισμένος στον εαυτό του, μονόχνωτος. Μου είναι γνωστά πλέον όλα αυτά, τα έχω ακούσει πολλές φορές από πολλούς, και τα έχω εμπεδώσει. Τέτοιοι επιθετικοί προσδιορισμοί δεν ενοχλούν πλέον. Απεναντίας, καμιά φορά τους αναφέρω ως σύσταση, προοίμιο σε απόπειρες επικοινωνίες και γνωριμίας.

 Ήμουν λοιπόν εσωστρεφής και μάλιστα «βεβαρημένος», με ακραίας μορφής εσωστρέφεια. Τα σημάδια της που πήρε δευτερόλεπτα στον Γιώργο στην πρώτη μας γνωριμία να διαγνώσει υπήρχαν από νωρίς, από τα παιδικά χρόνια και την εφηβεία. Ήταν το πάρτι του Άκη των παιδικών μου χρόνων που μέχρι κρυολόγημα προσπάθησα να προκαλέσω τεχνητά, με εξόδους ιδρωμένος στο κρύο της βεράντας, για να το αποφύγω. Ήταν στην απομόνωση, ακούσια είτε εκούσια, από τις μεγάλες παρέες του σχολείου. Ήταν στις ώρες μόνος στα γήπεδα του μπάσκετ του κάμπινγκ, μόνος στην ποδηλατάδα στους δρόμους. Μόνος στους δρόμους της Θεσσαλονίκης ή στα σινεμά της. Μόνος στους τέσσερις τοίχους του μικρού δωματίου, να διαβάζω, να παίζω σκάκι με τον εαυτό μου, να φαντασιώνομαι και να αυνανίζομαι, όταν άλλοι χαριεντίζονταν στις καφετέριες ή χόρευαν σε ντισκοτέκ.  

Όπως γίνεται εύκολα αντιληπτό, η ζωή ενός εσωστρεφούς συνεπαγόταν αρκετή μιζέρια στην εφηβεία, ανησυχία και συχνές αγωνίες στα χρόνια της ενηλικίωσης και ωρίμανσης με την κατάδυση στην κοινωνία και τον κόσμο της εργασίας. Και ιδιαίτερα όταν αυτή η εσωστρέφεια επιβαρύνεται από μια επίσης έμφυτη ντροπαλοσύνη και συστολή και δειλία. Χωρίς αυτά τα ανασταλτικά χαρακτηριστικά ή, έστω, εκδηλωμένα σε μικρότερο βαθμό, η ζωή προφανώς θα ακολουθούσε πολύ διαφορετικά μονοπάτια -επαγγελματικά και συναισθηματικά. Διότι είναι οι κοινωνικές σχέσεις και η επικοινωνία με ανθρώπους, που σε μεγάλο βαθμό προσδιορίζουν την ύπαρξη και τον τρόπο ζωής μας, έως και αυτό που, στον δυτικό κόσμο που ζούμε, μια υπεράνω μας «κοινή γνώμη» χαρακτηρίζει καταπιεστικά ως «επιτυχία». Φαντάζομαι ότι λίγο εσωστρεφείς βρέθηκαν ψηλά στις πυραμίδες εταιριών, της πολιτικής ζωής, κατέλαβαν πόστα που στον κοινό νου της Δύσης μαρτυρούν «επιτυχία» -πέρα από τον πλούτο και την οικονομική ευμάρεια. Η εσωστρέφεια επηρεάζει σημαντικά αυτές ακριβώς τις κοινωνικές σχέσεις που σε μεγάλο βαθμό μας τοποθετούν, κατατάσσουν και κατευθύνουν.

Από την άλλη μεριά, παρηγορούν οι θετικές παρενέργειες της: Στην ποσότητα της γνώσης που αποκόμισα βυθισμένος στα βιβλία και την ατομική μελέτη. Στην πληθώρα των ιδεών και σκέψεων που γεννιούνται και επεξεργάζονται στις πολλές ώρες συνδιάλεξης με τον εαυτό μου, καμιά φορά και στο βάθος αυτών των σκέψεων, της σκέψης γενικότερα. Στην αδιάκοπη και εξαντλητική επεξεργασία, ζύμωση γνώσεων, αισθήσεων, αναμνήσεων και εμπειριών στο μυαλό. Στην μεθοδικότητα και την ποιότητα της πράξης στην δουλειά. Στην αναλυτικότητα και βαρύτητα του λόγου τις λιγοστές φορές που εκφράστηκε, στην ακρίβεια και πυκνότητα του όταν χρειάστηκε γράψω ή να μιλήσω. Στην απορριπτική περιφρόνηση που έδειξα για την ελαφρότητα του λόγου άλλων ή στην φλυαρία. (Αυτή με κούραζε απελπιστικά, αν και σπάνια έβρισκα το θάρρος να διακόψω φλύαρους ανθρώπους, τους άκουγα, ενώ το μυαλό μου ταξίδευα μακριά.) Κυρίως όμως στο ψηλό επίπεδο αυτοσυνείδησης και αυτογνωσίας που με την εσωστρέφεια κατακτιέται.

Με παρηγόρησε και κάτι άλλο... Από τον ελάχιστο βαθμό που έγινε μέχρι σήμερα δυνατή η χαρτογράφηση και περιγραφή των λειτουργιών του ανθρώπινου μυαλού φαίνεται ότι η εσωστρέφεια έχει κυρίως γενετικές καταβολές. Βιβλία και δημοσιεύσεις στο θέμα μιλάνε για διαφορές στη δομή του εγκέφαλου μεταξύ εσωστρεφών και εξωστρεφών ατόμων, μιλάνε για διαφορετικές αντιδράσεις του νου στις βιοχημικές ουσίες που εκκρίνονται ή τις ηλεκτροχημικές αντιδράσεις που λαμβάνουν χώρα κατά την κίνηση μέσα στον κόσμο και την επίδραση με το κοινωνικό περιβάλλον, για διαφορές στις αναλογίες και ποσότητες αυτών των ουσιών που κυκλοφορούν στο σώμα μας. Η στοιχειοθέτηση μιας επιστημονικής εξήγησης της συμπεριφοράς του ανθρώπου σε σχέση με το περιβάλλον του από αποκλειστικά βιολογική σκοπιά είναι εξαιρετικά περίπλοκη, ώστε για έναν μη ειδικό σαν και μένα δεν αξίζει τον κόπο να εντρυφήσει. Μερικές επιφανειακές διαγνώσεις αρκούν και περισσεύουν. Άλλωστε, για το άτομο οι συνέπειες και το αποτέλεσμα της συμπεριφοράς είναι αυτά που μετράνε, ο βαθμός που αυτή η κοινωνική συμπεριφορά επηρεάζει τη ζωή του. Με αυτές, λοιπόν, τις στοιχειώδεις επιστημονικές γνώσεις, έπαψα τελευταία να κατηγορώ τους γονιούς, το άμεσο οικογενειακό και σχολικό περιβάλλον, για τα προβλήματα και εμπόδια που έθετε κάθε φορά η εσωστρέφεια μου στην επικοινωνία με ανθρώπους. Με διαφορετική ανατροφή, με διαφορετική ανάπτυξη, με άλλη μόρφωση και εφόδια, ίσως τελικά να μην άλλαζε δραματικά η προσωπικότητα και η συμπεριφορές που πήγασαν από αυτήν. 

Στα εφηβικά μου χρόνια, επίγνωση της εσωστρέφειάς μου δεν είχα. Ήξερα ότι ήμουν σε μεγάλο βαθμό ντροπαλός. Γονείς και συγγενείς, μεταξύ σοβαρού και αστείου, κρυφά από μένα ή και φανερά, με αποκαλούσαν «ακοινώνητο» και «μονόχνωτο», επεσήμαναν ότι «είχα δυσκολία επικοινωνίας με ανθρώπους». Μετά από ένα σημείο τέτοια σχόλια και κρίσεις έπαψαν να με ενοχλούν και τα προσπερνούσα με χαμόγελα ή απλά τη σιωπή μου, κρατώντας όμως νοητικές σημειώσεις. Δεν έπαψε, ειδικά εκείνα τα εφηβικά και τα νεανικά χρόνια, να είναι μια ταλαιπωρία, ένα βάσανο, ένα ανυπέρβλητα εμπόδια στην ικανοποίηση επιθυμιών και φιλοδοξιών. Τώρα στο φθινόπωρο της ζωής, τώρα που όπως θα λέγαμε ό,τι ήταν να γίνει στη ζωή λίγο-πολύ έγινε, και ό,τι αξιοσημείωτο ήταν να επιτευχθεί επετεύχθη, νιώθω μια συμφιλίωση με τον εαυτό μου, μια ολοκλήρωση, ένα closure. Με γνωρίζω καλύτερα.