Μπορεί ο παππούς και ο Πατέρας να χάραξαν άθελα κάποιαν διαδρομή, όμως την αγάπη που έγινε πάθος για το ποδόσφαιρο τη χρωστάω σχεδόν αποκλειστικά στις συναναστροφές με δυο παιδικούς φίλους από την γειτονιά. Πρώτα και κύρια στον συνομήλικο και συμμαθητή Κωστάκη, λιγότερο στον μικρότερο Χρηστάκη, που η παρουσία του, αν και συνήθως στο περιθώριο της μικρής παρέας, ήταν πάντα επιθυμητή, καθώς πρόσθετε μια ακόμα ακόμα μονάδα στους αριθμούς που χρειάζεται το ποδόσφαιρο: το δίτερμα γινόταν τρίτερμα, οι μονομαχίες γίνονταν μικρά τουρνουά με βαθμολογίες, και μερικές φορές σχημάτιζε τον πυρήνα μιας μικρής ομάδας που έπαιζε με άλλες των παραδίπλα γειτονιών.
Όλα ξεκίνησαν στην αυλή των
Καζινέρηδων και στο δρομάκι μας, στο γάμμα του σπιτιού τους με το χαμηλό
παράρτημα του σπιτικού της Τσαπατσάραινας, της ξακουστής ταβερνιάρισσας της οδού
Δεληγιώργη. Ο δρόμος μας είχε λακκούβες και αυλάκια και ο χώρος ήταν μικρός και
σύντομα η τριάδα μας ξαπλώθηκε στους γύρω χώρους και άρχισε να αξιοποιεί τη
στενή άσφαλτο της Δεληγιώργη, μπροστά στην ταβέρνα της Τσαπατσάραινας. Η
ταβερνιάρισσα και ο άντρας της, ακόμα κι ο Εβραίος ο Ισαάκ λίγο παραπέρα, μας
άφηναν απερίσπαστους. Τα αυτοκίνητα και κάρα που περνούσαν από το δρόμο ή
στάθμευαν σε αυτόν ήταν ακόμα λιγοστά εκείνα τα χρόνια, αν και η σποραδική τους
παρουσία προκαλούσε ανεπιθύμητες διακοπές στη ροή των παιχνιδιών μας. Τα
ανεχόμαστε αδιαμαρτύρητα. Το μόνο που χρειαζόμαστε ήταν μια μπάλα, οποιαδήποτε μπάλα:
από καουτσούκ ή κάποια φτηνή πλαστικής, που δεν έπαιρνε πολύ πριν σκάσει και
οι κλωτσιές να γίνουν κλοτσοσκούφι, και
στις λίγες ιδανικές περιόδους της ωριμότητας των παιδικών χρόνων, κάποια δερμάτινη.
Ένας από εμάς θα την προμήθευε, πάση θυσία!.
Αλλά ο πλέον επιθυμητός χώρος της
γειτονιάς για να παίζουμε ποδόσφαιρο ήταν η αλάνα πίσω από το ρέμα, που έκοβε
κάθετα τη Γαμβέτα, από τη μια μεριά, και διέσχιζε η Δεληγιώργη πάνω από ένα
μικρό γεφυράκι, από την άλλη. Στην μια γωνιά, εκεί που το ρέμα διασταυρωνόταν
με το χωματόδρομο που ήταν ακόμη η Γαμβέτα, στεκόταν το αυθαίρετο προσφυγικό
χαμόσπιτο όπου ζούσε ένα ηλικιωμένο
αντρόγυνο αθέατο πίσω από πάντα κλειστά παντζούρια, και στην άλλη μεριά
απέναντι μια ταλαιπωρημένη γέρικη ιτιά, που ο κορμός της έγερνε προς τα κάτω, παράλληλα
με το έδαφος μέχρι να πάρει μετά από ένα-δύο μέτρα μιαν κλίση προς τα ουράνια. Η
σκιά της ήταν όαση δροσιάς τα καυτά απογέματα του μεσοκαλόκαιρου και ο κορμός της,
που τον σκαρφαλώναμε εύκολα, εστία ανάπαυσης και ψιλοκουβέντας (για ποδόσφαιρο,
φυσικά) όταν κουραζόμαστε από τα παιχνίδια. Η αλάνα, μερικές δεκάδες μέτρα στο
μήκος της και καμιά δεκαριά στο πλάτος της, ξεκινούσε από τη ιτιά στη μια γωνιά
της και κατέληγε στην άλλη στο διώροφο σπίτι ενός καθηγητή θεολογίας, φόβου και
τρόμου των παιδιών της γειτονιάς και, υποθέτω, του σχολείου όπου δίδασκε. Η
αλάνα πρόσφερε, επομένως, κάτι παραπάνω από ικανοποιητική έκταση, σχετικά
επίπεδη, ιδανική για αυτοσχέδια ματς μεταξύ των τριών φίλων, αλλά και με παιδιά
παραπλήσιων γειτονιών και καμιά φορά περιπλανώμενους
μπερμπάντηδες από μακρινότερα μέρη της πόλης που προσέλκυε η ανοιχτωσιά, το
ρέμα ή και κάποια ολοκαίνουργια δερμάτινη μπάλα που φέρναμε. Με δυο ζευγάρια
πέτρες ή πουλόβερ για «δοκάρια» από κάθε της μεριά μεταμορφωνόταν σε γήπεδο και
τα παιχνίδια μας γινόταν ματς κανονικά κι αγώνες με σκορ. Έτσι, για πολλά
χρόνια, η αλάνα του ρέματος που κατέβαινε από την Τούμπα μας τραβούσε τα απογέματα
σαν μαγνήτης για κλοτσοσκούφι στη σκόνη της, μέχρι το σκοτάδι ή μέχρι να μας καλέσουν
πίσω στα σπίτια μας οι φωνές των γιαγιάδων από την άλλη όχθη του ρεύματος.
Τα σχέδιά μας δυστυχώς τις πιο
πολλές φορές διακόπτονταν απότομα στην κορύφωσή τους ή και πνίγονταν εν τη
γενέσει τους, βυθίζοντας μας σε μίγμα απογοήτευσης, θυμού και φόβου, από τις
φωνές του «θεολόγου» της αλάνας κυρίως, ή, πιο σπάνια, από μια βραχνή φωνή πίσω
από τα μονίμως κλειστά παραθυρόφυλλα του χαμόσπιτου. Ο «θεολόγος» (πράγματι,
καθηγητής θρησκευτικών σε κάποιο Γυμνάσιο της περιοχής) ήταν ένας μισάνθρωπος χριστιανός
με κοκκινωπή επιδερμίδα και κοντά κουρεμένες, άσπρες, ακανθώδεις τρίχες στο
κεφάλι του, ένας άνθρωπος αμείλικτος και, όπως πιστεύαμε, βάναυσος, η Νέμεσις
των παιδιών της γειτονιάς. Το μόνο που λαχταρούσαμε ήταν ένα ξέγνοιαστο παιχνίδι
ποδοσφαίρου σε ένα χώρο, ιδανικό για κάτι τέτοιο, που ανήκε σε όλη τη γειτονιά.
Μετά από λίγες κλωτσιές της μπάλας, όσο προσεκτικές και να ήταν οι πάσες και τα
σουτ, όσο ήσυχα και να προσπαθούσαμε να παίξουμε, ο «Θεολόγος» τραβούσε τις κουρτίνες,
άνοιγε τα μισόκλειστα παντζούρια, έβγαινε στο μικρό μπαλκονάκι του πάνω ορόφου
του σπιτιού του που έβλεπε στην αλάνα, συνήθως σε μια κόκκινη μεταξωτή, πιτζάμα,
και μας κατσάδιαζε έξαλλος: «Να πάρετε δρόμο! Στα σπίτια σας, κοπρόσκυλα!
Αμέσως!» Τα μαζεύαμε και φεύγαμε, για να επιστρέψουμε αργότερα στην πλέον απόμακρη
από το σπίτι του γωνιά της αλάνας, με πρόσθετη διακριτικότητα και ένα μάτι πάντα
στο μπαλκονάκι του. Τη δεύτερη φορά δεν έβγαινε στο μπαλκόνι. Η κίνηση της
σκιάς του πίσω από την κουρτίνα, μια μικρή αναταραχή της, και σε λίγα
δευτερόλεπτα βρισκόταν έξω από το σπίτι του, κάτω στην αλάνα, στα χέρια κάτι
σαν ένα ραβδί που χρησιμοποιούσαν τότε οι δάσκαλοι, για να μας διώξει. Σκορπιζόμασταν
και πάλι πανικοβλημένοι. Θα αναζητούσαμε πλέον τον χώρο μας, το γηπεδάκι μας,
αλλού, πίσω στην άσφαλτο της πιο φιλόξενης Δεληγιώργη, ανάμεσα στο σπιτικό και
την ταβέρνα της καλής ταβερνιάρισσας, που ποτέ δεν διαμαρτυρήθηκε για την
παρουσία μας, ακόμα και όταν τα παιχνίδια μας κι εμείς οι ίδιοι καταλαμβάναμε την
πρόσοψης του σπιτιού και της ταβέρνας της, ακόμα και τα σκαλοπάτια της. Ο
στενός όμως δρόμος δεν συγκρινόταν με την ανοιχτωσιά της αλάνας. Οι
προδιαγραφές των ποδοσφαιρικών παιχνιδιών μας υποβαθμίζονταν και η δίψα για
μπάλα έμενε τις πιο πολλές φορές ακόρεστη. Ελάχιστες ήταν οι φορές που
απολαύσαμε απρόσκοπτοι μπάλλα στην αλάνα μεταξύ μας και άλλα παιδιά της
γειτονιάς. Ήταν οι ώρες που ο και Θεολόγος απουσίαζε, και η λυπηρή και βραχνή
φωνή πίσω από τα παραθυρόφυλλα του χαμόσπιτου από την άλλη μεριά της αλάνας, με
το προστακτικό όσο και παρακλητικό: «Έχουμε άρρωστο άνθρωπο, κρεβατωμένο. Να
φύγετε, να παίξετε αλλού!», δεν θα μας πτοούσε.
Όσο μεγαλώναμε η εμβέλεια των
περιπλανήσεων μας γύρω και πέρα από την παλιά γειτονιά διευρυνόταν. Η πόλη
διέθετε κείνη την εποχή ακόμα αρκετές αλάνες και γενικά «ακάλυπτους» χώρους,
πριν ακόμα οι πολυκατοικίες της αντιπαροχής και τα παρκαρισμένα αυτοκίνητα
καταλάβουν κάθε σπιθαμή ελεύθερης για τα παιδιά γωνιάς. Ευκαιρίες για impromptu ματς
μακριά από τις παρενοχλήσεις και την κακεντρέχεια του «θεολόγου» ή τις
παρακλήσεις του αρρώστου γέρου του ρέματος υπήρχαν. Πέρα όμως από το πρακτικό
ζήτημα της απόστασης από τα σπίτια μας, αυτές οι περιπλανήσεις παρουσίαζαν το πρόσθετο
πρόβλημα της παραβίασης κάποιας εδαφικής επικράτειας, καθώς θα παρεισδύαμε απροσκάλεστοι
στους χώρους άλλων παιδικών συμμοριών, σε άλλες γειτονιές άγνωστων οικογενειών
με απρόβλεπτες αντιδράσεις. Επομένως, μπάλα σε μακρινές αλάνες μπορούσε να
παιχτεί μόνον μετά από μιαν επί τόπου πρόσκληση από τα παιδιά της μακρινής αλάνας,
αν και εφόσον χρειάζονταν να συμπληρώσουν τα νούμερά για δίτερμα, ή αν η μπάλα
που φέρναμε παραμάσχαλα ήταν ανώτερης ποιότητας για να τα δελεάσει. Αλλιώς θα επιστρέφαμε
αγνοημένοι και απογοητευμένοι στην όχι και τόσο φιλόξενη έδρα μας.
Ήταν το απόγεμα μιας Τετάρτης που
παιδιά από το σχολείο κάλεσαν, τον Κωστάκη και μένα, για ένα δίτερμα σε έναν
ακάλυπτο περιφραγμένο χώρο σε μιαν πάροδο της Καλλιδοπούλου, ιδανικό για έναν
«επισημότερο» αγώνα. Το πρόβλημα μας ήταν ότι αργότερα το ίδιο απόγευμα με τον
Κωστάκη είχαμε το προγραμματισμένο φροντιστήριο Αγγλικών. Ο πειρασμός της
συμμετοχής σε ένα τέτοιο ματς με τα άλλα «αστέρια» του σχολείου μας, τον
Παπαοικονόμου συμπεριλαμβανομένου, ήταν μεγάλος. Αποφάσισα να την κοπανήσω από
το μάθημα των Αγγλικών, και αφού θα ικανοποιούσα το πάθος μου, μετά το σχόλασμα
του φροντιστηρίου θα συναντούσα τον Κωστάκη έξω από αυτό για να γυρίσουμε μαζί
σπίτι, όπως πάντα κάναμε. Ούτε γάτα, ούτε ζημιά. Τι κενά θα άφηνε στην εκμάθηση
της ξένης γλώσσας η απουσία από ένα δίωρο μάθημα; Την μπάλα την ευχαριστήθηκα
στο έπακρο εκείνο το απόγευμα και έπαιξα καλά, αλλά στη ροή του και την έκσταση
που πρόσφερε το παιχνιδιού ξέχασα το πέρασμα της ώρας. Είχε πλέον βραδιάσει
όταν παίχτηκε και η τελευταία κλωτσιά· ούτε η κούραση, ούτε η βρωμιά από την
σκόνη, ούτε τα γρατσουνίσματα σε γόνατα και αγκώνες ήταν ικανά να δώσουν τέλος
σε τέτοια παιχνίδια, μόνο το σκοτάδι ή
κάποια ανώτερη δύναμη. Το φροντιστήριο είχε σχολάσει εδώ και αρκετή ώρα. Πήρα
το δρόμο μου για το σπίτι κουρασμένος, αναψοκοκκινισμένος, κάθιδρος, καλυμμένος
πατόκορφα από τη σκόνη της αλάνας. Στη διασταύρωση της Δεληγιώργη με το δρομάκι
μας με περίμεναν ανήσυχοι, όρθιες σκιές κάτω από το αχνό της λάμπα της κολώνας της
ΔΕΗ που φώτιζε τη γωνιά της Τσαπατσάραινας. Στέκονταν εκεί η γιαγιά, ο Πατέρας
και η Μάνα, ο Κωστάκης, ζαρωμένος και φοβισμένος δίπλα στη μάνα του, τη Φούλα,
και τη γιαγιά του, την κυρά-Μαρίκα. Η κοπάνα, η επιλογή του ποδοσφαίρου αντί
για δύο ώρες ανιαρού μαθήματος Αγγλικών, είχε αποκαλυφθεί -προφανώς από τον
Κωστάκη. Η κούραση μου όμως ήταν τέτοια, που ούτε φόβο για τις κατσάδες και
τιμωρία που πιθανότατα θα ακολουθούσε, ούτε ενοχές για το χαμένο αλλά πληρωμένο
μάθημα στο φροντιστήριο ένιωσα.
Πάνω στο διαμέρισμα, το
αναμενόμενο ξέσπασμα και οι φωνές του Πατέρα, στις ψηλότερες δυνατές κλίμακες
έντασης (κι ο Πατέρας είχε πάντα, μέχρι και τα γεράματα βροντερή και
διαπεραστική φωνή που συντάραζε τα σωθικά των ανθρώπων σε μεγάλη ακτίνα γύρω
του), όλη αυτήν την αντίδραση την περίμενα και δεν με κλόνισε όσο άλλες φορές:
«Ανόητε! Απατεώνα! Ψεύτη! Γάιδαρε!», «Πληρώνουμε για να μάθεις γράμματα κι εσύ
αλητεύεις…»· «Θα σε διαγράψω από αύριο κιόλας από το φροντιστήριο…» και άλλα
στο ίδιο μοτίβο. Η Μάνα άκουγε από δίπλα με ικανοποίηση και συγκατάβαση. Στεκόμουν
αμίλητος με κατεβασμένα τα μούτρα και το βλέμμα στο πάτωμα. Στο μπάνιο που με
οδήγησαν για να με πλύνουν, ο Πατέρας για πρώτη (και, να σημειωθεί, τελευταία)
φορά στη ζωή μου με χαστούκισε. Αυτό με κλόνισε και με έκανε να κλάψω. Η γιαγιά,
στο πλευρό μου ακόμα και στις αταξίες, μόνος σύμμαχος μου εκείνο το βράδι, τον
επέπληξε με τον μικρασιάτικο ήπιο της τρόπο για την πράξη εκείνη: «Παναγιώτη,
παιδί είναι…». Σκούπισε τα δάκρυά μου, έπλυνε το πρόσωπό μου και με παρηγόρησε.
Ακόμα και σήμερα η συμπάθεια και παρηγοριά που μου πρόσφερε η γιαγιά, η
κατανόηση του παιδικού σκεπτικού που κανείς δεν έδειξε εκείνο το βράδι, με
συγκινεί. Η Μάνα αμίλητη, διατήρησε μιαν φαινομενικά ουδέτερη στάση, αλλά μάλλον
συμμεριζόταν τον θυμό του Πατέρα και συμφωνούσε με την επίπληξή, ίσως και με το
χαστούκι. Το πρότυπο ενός επιμελούς και τακτικού και άριστου παιδιού δασκάλας
είχε μαγαριστεί και για εκείνο τουλάχιστον βράδι είχα γίνει ένα με τη μαρίδα
της γειτονιάς, που δεν έχει φιλοδοξίες, ούτε στόχους στην ζωή. Τα πράματα σταδιακά
ηρέμησαν. Ο Πατέρας μάλλον κατελήφθη από δεύτερες σκέψεις κι ενοχές για τη
βίαιη αντίδρασή του. Αργότερα, σε χαμηλούς τόνους, ρώτησε πως ήμουν. Παρά τις όποιες
φωνές και απραγματοποίητους εκβιασμούς, παρά
την χειραγώγηση που ασκούσε στο άμεσο ανθρώπινο περιβάλλον του, τέτοιου είδους
φυσική βία ποτέ δεν ήταν κατάληψη μιας κατά τα άλλα απότομης και πολλές φορές
άγαρμπης συμπεριφοράς του. Το επεισόδιο την επόμενη κιόλας μέρα ξεχάστηκε,
καμιά από τις απειλές για διαγραφή από το φροντιστήριο ή το κλείσιμο στο σπίτι
τα απογέματα μετά το σχολείο δεν υλοποιήθηκε.
Δεν την ξανακοπάνησα από το
φροντιστήριο και ούτε, βέβαια, από το σχολείο. Οι εξερευνήσεις μας όμως για
χώρους όπου θα μπορέσαμε να παίξουμε απερίσπαστοι μπάλα συνεχίστηκαν με τον ίδιο
ζήλο. Ο Πατέρας μετά τη δουλειά και το φαγητό του κατάφευγε στην κρεβατοκάμαρα
για να πάρει τον καθιερωμένο και αδιαπραγμάτευτο απογευματινό του «υπνάκο» ή
«τιτιρλά», όπως χιουμοριστικά το αποκαλούσε στις καλές του μέρες, αλλά μετά το
επεισόδιο με την «κοπάνα», με έθετε σε καραντίνα δίπλα του στο διπλό κρεβάτι.
Από την έμμονη ιδέα ότι τα παιδιά θα μαζεύονταν σε λίγη ώρα κάτω στην γειτονιά για
τα παιχνίδια τους μου ήταν αδύνατο να αποδράσω. Η δοκιμασία της παιδικής ψυχής γίνεται
ανυπόφορη απέναντι σε τέτοιους πειρασμούς. Το παιχνίδι με τα φιλαράκια είναι το
όπιο της παιδικής ηλικίας. Μετρούσα μέχρι το εκατό, καμιά φορά και το διακόσια
ή μέχρι να ακούσω το ροχαλητό του Πατέρα, ξεγλιστρούσα από το κρεβάτι και με απαράμιλλη
τεχνική κι ελάχιστους ήχους άνοιγα την κλειδαριά της εξώπορτας του
διαμερίσματος που, δυστυχώς, βρισκόταν τρομακτικά κοντά στην κρεβατοκάμαρα και γλιστρούσα
έξω στον διάδρομο. Το κλείσιμο της πόρτας χωρίς κλειδιά, το τρίξιμο της, ο
θόρυβος από την γλώσσα της κλειδαριάς όταν έκλεινε, ήταν μια εξίσου εναγώνια και
χρονοβόρα διαδικασία. Σκεφτόμουν όμως ότι ακόμα και να ξυπνούσε ο πατέρας μέσα
από τον ύπνο του, ύπνος που συνήθως διαρκούσε ώρες, αποκλειόταν να είχε
αποθέματα ενέργειας και θέλησης για να με φέρει πίσω με φωνές. Στην χειρότερη
περίπτωση θα έβγαζε μια μάταια και βαριεστημένη φωνή και θα συνέχιζε την σιέστα
του γυρίζοντας πλευρό.
Είχα ανακτήσει την ελευθερία μου κάτω
από το γαλανό ουρανό και το άπλετο φως των Σαλονικιώτικων απογευμάτων, και ο
παιδικός κόσμος, της γειτονιάς, των φίλων, της μπάλας -και όταν αυτή
παρεμποδιζόταν, άλλων παιχνιδιών- μου άνοιγε διάπλατη την αγκαλιά του. Η
ελευθερία είναι μια έννοια αδύνατο να οριστεί, ακόμα και να περιγραφεί μονοσήμαντα
με λόγια και λέξεις, αλλά το αίσθημα που η κατάκτησή της κάνει να αναβλύζει
μέσα μας είναι ξεκάθαρο, μοναδικό και αδιάψευστο. Την ελευθερία την επιζητείς
και τελικά τη νιώθεις στο βαθμό που την έχεις κατακτήσει και σε αναλογία με την
προσπάθεια που έχεις καταβάλεις για να την κερδίσεις. Και από την αλάνα, όπου
είμαστε persona non grata από τον μισητό «θεολόγο», παίρναμε τους δρόμους με μια μπάλα
παραμάσχαλα για πιο εξωτικές και μακρινές γωνιές: για την αλάνα της
Κωνσταντινουπόλεως, συνήθως όμως κατειλημμένη από μεγαλύτερα παιδιά, μέχρι και
ερασιτεχνικές ομάδες· για τα πάρκα της παραλίας, εκεί όμως υπό την απειλή
διωγμού από κηπουρούς και φύλακες ή και τον περιστασιακό συνταξιούχο που ήθελε
να αράξει σε ένα παγκάκι και απολαύσει την ησυχία του. ·ακόμα και για το
«βοηθητικό» του ΠΑΟΚ στην Άνω Τούμπα, που για να πάμε διασχίζαμε ρέματα και
αυλές αυθαίρετων χαμόσπιτων, για λίγα λεπτά ποδόσφαιρου σε χώρο επαγγελματικών
προδιαγραφών με κανονικά γκολπόστ και γρασίδι! Η ανείπωτη εκείνη χαρά διαρκούσε
μόλις λίγα λεπτά, μέχρι που ο επιστάτης μας πάρει χαμπάρι και διώξει πάραυτα,
σαν να διαπράτταμε ιεροσυλία σε κάποιο χώρο ιερό.
Ποδόσφαιρο, λοιπόν, παντού: σε
δρόμους και γειτονιές, σε πάρκα και αλάνες, στην αυλή του σχολείου παρά τις ρητές
απαγορεύσεις και κατασχέσεις ο,τιδήποτε είχε σφαιρικό σχήμα, στις εκδρομές του
σχολείου, όπου οι ποδοσφαιρικές συναντήσεις μεταξύ τάξεων προγραμματίζονταν εκ
των προτέρων σχολαστικά από τους αυτόκλητους αρχηγούς. Μπάλα παντού, με κάθε διαθέσιμο
μέσο: με μπάλες πλαστικές, δερμάτινες, μικροσκοπικές από καουτσούκ κρυμμένες
στις τσέπες των παντελονιών μας για την αυλή του σχολείου, αθέατες στο γυμνό
μάτι της κυρίας Βάντας και του κυρίου Ευγενίδη και των επιβλεπόντων δασκάλων
που περιφέρονταν στο προαύλια στα διαλλείματα με μια βέργα παρά πόδα. Μέχρι και
πλαστικά μπουκάλια γάλατος όταν ο,τιδήποτε άλλο είχε κατασχεθεί, από την κυρία
Βάντα που μισούσε τα παιδιά, όσο φαντάζομαι και το ποδόσφαιρο. Όλα αυτά τα
παιχνίδια, μικρά και μεγάλα, διάρκειας από τα λίγα λεπτά του διαλείμματος, ως
αρκετές ώρες μετά την δύση του ήλιου και μέχρι το σκοτάδι να κάνει την μπάλλα πλέον
αθέατη, άφησαν ανεξίτηλες εντυπώσεις στην ψυχή: χαράς, ξεγνοιασιάς, ανεμελιάς,
θυμού και πόνου. Ίσως και αυτή η ψυχή να πλάστηκε από τν ενέργεια που γεννιέται
και τις αόρατες δυνάμεις που αναπτύσσονται μέσα από συναναστροφές και τις
φιλίες, από την ένταξη σε μιαν ομάδα, την οποιαδήποτε ομάδα, από την συνεισφορά
στον σκοπό της ώρας, το φιλότιμο, την αδερφικότητα που γεννιέται μέσα της, το «ο
ένας για όλους και όλοι για τον έναν.» Εντυπώσεις κάθε λογής: την απογοήτευση
από κάποιο άδοξο τέλος· την έκσταση του γκολ και της ποθητής νίκης· το ρίγος της
περηφάνιας από τον έπαινο του Παπαοικονόμου, του μεγαλύτερου ποδοσφαιρικού ταλέντου
στο Δημοτικό, για την απόδοση μου σε ένα παιχνίδι· την ταπείνωση που ένιωσα από
τα λόγια του παλιόπαιδου και νταή της τάξης και «αρχηγού» Δεληγιάννη, που είχε
πάντα τον πρώτο λόγο στην κατάρτιση των ομάδων, προς τον «υπαρχηγό» Γκούτα,
όταν σκόραρα ένα αυτογκόλ στη Νέα Ελβετία («Γκούτα, αυτόν σου είπα να μην τον
βάλεις στην ομάδα!»)· την έξαρση, όταν φόρεσα μια φανέλα με το νούμερο 7
ραμμένο στην πλάτη, σε ένα «επίσημο» ματς με την τάξη σε μια από τις εκδρομές
του σχολείου.
Σιγά-σιγά, ο παιδικός
ενθουσιασμός κι η λαχτάρα για τα παιχνίδι που έπαιζα με τα παιδιά έγινε πάθος
για αυτό καθαυτό το σπορ. Με το τέλος του Δημοτικού, την έναρξη της εφηβείας, η
παρέα της γειτονιάς σκορπίστηκε σε διαφορετικά Γυμνάσια. Τα απογέματα και οι
Κυριακές και οι μέρες των διακοπών της μπάλας στις αλάνες και τους «ακάλυπτους»,
που άρχιζαν να χτίζονται και καλύπτονται με γρήγορους ρυθμούς, χάνονταν
οριστικά. Ο ιδρώτας στα παιδικά μας πρόσωπο, ο καυτερός ήλιος, οι κομμένες
ανάσες, οι φωνές κι οι καυγάδες, οι πανηγυρισμοί και η απογοήτευση για το
τίποτε, πολύτιμες αναμνήσεις, αποσύρθηκαν στα βάθη της μνήμης. Κάποια φευγαλέα
και αφελή όνειρα να παίξω για τον Άρη Θεσσαλονίκης, όπως ο Παπαοικονόμου, στο Χαριλάου
που είχε πλέον στρωθεί με χορτοτάπητα, μπροστά σε γεμάτες κερκίδες, εξαλείφθηκαν
με την έναρξη της εφηβείας και μιας υπερπροσπάθειας για μόρφωση.
Με τον Κωστάκη μεταμορφωθήκαμε
από μικροί μπαλαδόροι σε οπαδούς. Πριν καλά-καλά ξεκινήσει η βδομάδα πηγαινοερχόμαστε
στα πρακτορεία του Κούδα κι άλλων ή τις θυρίδες των γηπέδων της Θεσσαλονίκης για
εισιτήρια για κάποιο ντέρμπι πριν γίνουν ανάρπαστα. Και νωρίς τα Κυριακάτικα πρωινά, ανεβαίναμε την
Κωνσταντινουπόλεως μέχρι το τέρμα της, ένα τετράγωνο πίσω από το γήπεδο της
Χαριλάου, πριν ακόμα ανοίξουν οι θύρες του σταδίου για μια καλή θέση, μέσα από
την κοσμοσυρροή και το αδιαχώρητο: Θύρα 1 με τους «Ιερολοχίτες», αργότερα Θύρα
3, πίσω από τις εστίες με τους «θερμόαιμους», και σε πιο αδιάφορα ματς, αν είχαμε
το θάρρος πηδούσαμε από τα κάγκελα στη Θύρα 4 κάτω από το σκέπαστρο όπου τα
εισιτήρια ήταν ακριβότερα, αλλά η θέα πανοραμική. Τα πλήθη -κι εμείς δυο
αναπόσπαστα μόριά τους- εξέφραζαν, με την ελευθερία που η ανωνυμία των μελών
τους και συγκάλυψη προσφέρει και τη δύναμη μιας συμπαγούς μάζας, χωρίς
ενδοιασμούς, με χειρονομίες και κραυγές και βρισιές, κοινά συναισθήματα: τη
χαρά και τον ενθουσιασμό στις νίκες, την απογοήτευση και πίκρα στις ήττες, την
οργή με την κάθε αίσθηση αδικίας σε βάρος της ομάδας.
No comments:
Post a Comment