Πήγαμε στο γήπεδο με τον Πατέρα -δυο, μπορεί και τρεις φορές. H πρώτη που θυμάμαι ήταν σε ένα βραδινό παιχνίδι κάτω από τα φώτα των προβολέων στο Καυταντζόγλειο. Πλαισιωμένος από τον Πατέρα και τον παππού, χαμηλά στις κερκίδες ενός κατάμεστου σταδίου, παρακολουθήσαμε τον Ηρακλή και τον Άρη στο τοπικό τους ντέρμπι. Πολύ μικρός στην ηλικία τότε, δεν είχα ακόμη συγκροτήσει αντίληψη για το τι συνέβαινε στον αγωνιστικό χώρο και επομένως δεν ένιωσα την αγωνία για την εξέλιξη και έκβαση του αγώνα, που χαρακτηρίζει (και βασανίζει) τους μυημένους στο τελετουργικό και μυστήρια της μπάλας οπαδούς. Θυμάμαι πιο πολύ το εντυπωσιακό τότε για δυο παιδικά μάτια στάδιο, τους εκτυφλωτικούς προβολείς, τη λάμψη του πράσινου του γρασιδιού κάτω από το φως τους, τις σκιές των ανθρώπων των στρυμωγμένων στις κερκίδες, την καπνιά από τα τσιγάρα και την μυρωδιά της, την ζεστή δροσιά του βραδινού ανάμεσα σε τόσο κόσμο, που έδειχνε να νοιάζεται και να αγωνιά.
Ήταν κι ο παππούς φίλαθλος και ποδοσφαιρόφιλος.
Από νέος, από τότε που η Μελενικιώτικη οικογένεια εγκαταστάθηκαν πρόσφυγες στη
Θεσσαλονίκη μετά την συμφωνία του Βουκουρεστίου, έγινε οπαδός του Άρη σχεδόν μετά
από την χρονιά της ίδρυσής του ως σωματείο. Και το ποδόσφαιρο, στη φτώχια της
προσφυγιάς, διέλυε κάπως την ομίχλη της μιζέριας, γινόταν απόδραση από την γκρίζα
ρουτίνα της καθημερινότητας εργατοϋπαλλήλων σαν και κείνον, ο ερχομός της Δευτέρας
γινόταν πιο ανεκτός. Ίσως, να έπαιξε και λίγο ποδόσφαιρο ο παππούς στα νιάτα
του, ενώ στη σύνταξη και τα γεράματα σύχναζε στο καφενείο της ερασιτεχνικής ΜΕΝΤ,
στην παλιά γειτονιά, με φίλους να συζητάνε τα βάσανα της ζωής, μαζί με τα
θέματα της απόμακρης πολιτικής σκηνής και της κοντινότερης σε αυτούς ποδοσφαιρικής.
Η τελευταία εικόνα που είχα του παππού, το βράδι πριν επιστρέψει οριστικά στην ψυχιατρική
κλινική και τελικά πεθάνει, ήταν με την κοντή κόκκινη ρόμπα του, καθισμένος σε
μιαν πολυθρόνα του καθιστικού, να παρακολουθεί αμίλητος στην τηλεόραση μας έναν
αγώνα από το παγκόσμιο κύπελλο του 1974. Αργότερα κατάλαβα ότι το χούι και τη
μανία για το ποδόσφαιρο τα κουβαλάμε ολόκληρη ζωή. Είναι σημαντική παρηγοριά να
ξέρουμε κάτι που αγαπήσαμε από παιδιά θα μας συνοδεύει μέχρι τέλους.
Το πρώτο παιχνίδι στο ακόμα τότε «ξερό»
γήπεδο του Άρη, στην ήδη ξακουστή έδρα της «Χαριλάου», το παρακολούθησα με τον
Πατέρα -και χαράχτηκε ανεξίτηλο στη μνήμη. Ήταν ένα ζεστό, ηλιόλουστο κυριακάτικο
απόγεμα του φθινοπώρου στην αρχή μιας ακόμα ποδοσφαιρικής σαιζόν. Η ζωντανή ατμόσφαιρα
ήταν πολύχρωμη και πολυσύνθετη, ξεπερνούσε κάθε εμπειρία από προηγούμενα
θεάματα και ασχολίες: η οχλοβοή του κόσμου που σκορπιζόταν σαν μερμήγκια στις
κερκίδες από τα ανοίγματα-«θύρες» του γηπέδου, το αξέχαστο άρωμα από τα τσιγάρα
ενός σχεδόν αποκλειστικά αρσενικού πλήθους, οι ρεκλάμες και οι ανακοινώσεις από
τα μεγάφωνα του σταδίου, δυο μαυροκίτρινες σημαίες να κυματίζουν εκατέρωθεν του
πίνακα που κατάγραφε το σκορ κάτω από τους δείκτες του μεγάλου μηχανικού ρολογιού:
Άρης 0 – Βύζας Μεγάρων 0. Ξεχώριζαν οι βροντερές φωνές των μικροπωλητών που
πουλούσαν αναψυκτικά «Φλώρινα-ξινό νερό» για τη δίψα, πασατέμπο για τα νεύρα, «λουκουμάδες,
παιδιά!». Με αξιοθαύμαστη σβελτάδα ανάμεσα στις κατάμεστες σειρές και
σκαλοπάτια από στρυμωγμένους ώμους και πόδια, ανεβοκατέβαιναν τις κερκίδες προς
εξυπηρέτηση της πελατείας τους. Και όταν η θέση ενός πελάτη ήταν απροσπέλαστη,
η αγοροπωλησία λάμβανε χώρα από απόσταση: με την ρίψη του εμπορεύματος από τον
πωλητή, των κερμάτων του αντίτιμου στην αντίθετη κατεύθυνση ή, σε ακραίες περιπτώσεις,
χέρι-με-χέρι από σειρά-σε-σειρά, από οπαδό-σε-οπαδό. Ο Πατέρας μου αγόρασε μια πορτοκαλάδα
«Φλώρινα». Την ήπια από ένα μικρό σφαιρικό πλαστικό μπουκαλάκι της, δροσερή, όπως
μας την πέταξαν από κάτι παγούρια με πάγο στη βάση της κερκίδας. Γεύση ποδοσφαιρική,
του «Χαριλάου». Μου άρεσε. Γέλια και αστεία και πειράγματα, πρόσχαρη διάθεση
παντού γύρω μας: σε λίγο το ματς θα ξεκινούσε και τι καλύτερο θα μπορούσε να συμβεί
στις ζωές εργαζόμενων ανθρώπων ένα κυριακάτικο απόγευμα!
Μισή ώρα πριν το «εναρκτήριο λάκτισμα»
ένα βυτιοφόρο που έσερνε κάτι σαν επίμηκες ποτιστήρι ψέκασε με νερό το γήπεδο
στο μήκος και το πλάτος του. Ακολούθησε ο ισόβιος επιστάτης του γηπέδου, ο ταλαίπωρος
Σόλων (αυτός του άσματος: : «Σόλων, Σόλων άνοιξε τις πόρτες και κλειστές μην τις
κρατάς, άσε μας να μπούμε μέσα πριν να γίνει σαματάς» που θα τραγουδούσα κι εγώ αργότερα) με ένα καροτσάκι γεμάτη ασβετόσκονη, να τονίσει
τις γραμμές της περιοχής, τους κύκλους και τα ημικύκλια, τα τεταρτημόρια στις τέσσερις
γωνιές του κόρνερ, και φυσικά την τελεία στο σημείο του πέναλτι. Ο ενθουσιασμός
και η προσδοκία του πλήθους, και η δική μου ανάμεσά τους, λεπτό με λεπτό
εντεινόταν. Οι διαφημίσεις από το μεγάφωνα ξαφνικά διακόπηκαν για να
παρουσιαστούν οι ενδεκάδες. Η αγόρευση των επιθέτων των παικτών της
«φιλοξενούμενης» ομάδας, του Βύζαντα Μεγάρων, συνοδεύονταν από μερικά αδιάφορα «Οουυυ!».
Ακολούθησε η ενδεκάδα του «Άρεως Θεσσαλονίκης», διαγγελμένη μέσα από κύματα επευφημιών:
ΧΡΗ-ΣΤΙ-ΔΗΣ! (‘Ολέεε!’), ΠΑΛ-ΛΑΣ! (‘Ολέεε’), Ναλ-μπά-ντης!...
Σε-μερ-τζής!..., Σπυ-ρί-δων!..., Λου-κα-νίδης!..., Ραπτό-πουλος!..., Κερα-μι-δάς!..., Α-λε-ξιά-δης!... Συ-ρό-που-λος! Και.. Κων-σταν-τι-νί-δης! (Ολέεε!)» Μια
ενδεκάδα, και πολλές ενδεκάδες του Άρη και άλλων ομάδων έκτοτε, που καταφέρναμε
να απομνημονεύουμε πιο εύκολα από τα ποιήματα και τροπάρια του σχολείου. Κάθε όνομα
προφερόταν με έμφαση και στόμφο, τα επίθετα των παικτών, με τον παλμό της φωνής
του εκφωνητή, αποκτούσαν ιδιαίτερη βαρύτητα και σπουδαιότητα, το κύρος γενναίων
πολεμιστών που ετοιμάζονταν για τη μεγάλη μάχη. Σε λίγο, οι αγέλαστες, μερικές
φορές χοντροκομμένες και άσχημες φυσιογνωμίες με τα χέρια πλεγμένα μπροστά στο φουσκωμένο
στήθος και μάτια μισόκλειστα από τον ήλιο κατάφατσα στα «χαρτάκια» που συνέλεγα
ως παιδί, βγήκαν τρέχοντας από την καταπακτή μέσα από το ξέσπασμα του πλήθους
που χειροκροτούσε και κραύγαζε την ιαχή: «Ά-ρης!», «Ά-ρης!». Αισθάνθηκα αμήχανα,
μικρό παιδί ανάμεσα σε όρθιους μεγάλους που χειροκροτούσαν, κυκλωμένος από την
ένταση των επευφημιών και ζητωκραυγών και συνθημάτων. Μου σηκώθηκε η τρίχα από την
αδιευκρίνιστη έξαψη που κυριεύει οπαδούς στην αρχή ενός ματς, και ένα ρίγος διαπέρασε
το κορμί μου, μάλλον περηφάνιας για την ομάδα που θα υποστήριζα από εκείνη τη
μέρα και στον αιώνα τον άπαντα. Είμασταν πλήθος ομόψυχο πίσω από τα παλικάρια με
τις κιτρινόμαυρες φανέλες. Είμασταν βέβαιοι ότι θα έδιναν και τη δική τους ψυχή,
θα έχυναν τον ιδρώτα και καμιά φορά το αίμα τους, για τον εφήμερο σκοπό της νίκης
στο γήπεδο, για την «φανέλα» ή τον Άρη και τους οπαδούς του σήμερα όπως κάθε
Κυριακή, για αφηρημένα ιδανικά όπως το πρωτάθλημα ή κάποιο κύπελλο στο τέλος μιας
μεγάλης διαδρομής. Ανήκα κι εγώ στο πλήθος που ένωνε ο σκοπός και η λαχτάρα της
νίκης, κάτι κενό περιεχομένου που δεν θα επηρέαζε ματεριαλιστικά στο ελάχιστο τις
ζωές μας, αλλά τουλάχιστον πρόσκαιρα θα όξυνε, προς το καλύτερο ή χειρότερο, ένα
φάσμα από ανθρώπινα συναισθήματα, αναγκαία συστατικά των ζωών. Έγινα ένα με
αυτό το πλήθος και την ομάδα, οντότητες φαινομενικά ανώτερες από τους μικρούς μου
εαυτούς. Ίσως, όμως, όχι τόσο για εγωκεντρικές προσωπικότητες όπως ο Πατέρας.
Η ενδεκάδα του Άρη παρατάχτηκε σε
δυο σειρές, από γονατιστούς και όρθιους παίκτες, οι τελευταίοι με τα χέρια
διπλωμένα στο στήθος, τον τερματοφύλακα Χρηστίδη, τον αρχηγό της ομάδας στο
ολόμαυρο kit, πρώτον
όρθιο από αριστερά. Το παιχνίδι άρχισε μέσα από ένα κρεσέντο επευφημιών και
συνθημάτων. Αυτή την φορά καταλάβαινα τις φάσεις και τους κανόνες του: τα
κόρνερ, τα φάουλ, τα άουτ και τα «αράουτ», ακόμα και τα οφσάιντ. Η κερκίδα είναι
πάντα ο μέγας κριτής κάθε σφυρίγματος του διαιτητή, μεροληπτικός βέβαια, και
κάθε απόφαση εις βάρος του Άρη, πέρα από ελάχιστες εξόφθαλμα σωστές,
συνοδευόταν από αποδοκιμασίες και βρισιές. Οι λάινσμαν, πιο κοντά στις
κερκίδες, άκουγαν εξάψαλμους αποδοκιμασιών σε κάθε φάλτσα ανύψωση της σημαιούλας,
αλλά παρέμεναν αδιάφοροι σε κάθε ύβρι πίσω από την πλάτη τους: ούτε καν γυρνούσαν
το κεφάλι τους να αντικρύσουν τους υβριστές τους. Πως το μπορούσαν και άντεχαν;
Πως να μην ένιωθαν κάποιον φόβο, παρά τα υψηλά προστατευτικά κιγκλιδώματα που μερικοί
φανατικοί τα σκαρφάλωναν και κρέμονταν απειλητικά από αυτά;
Για αρκετό χρόνο στη διάρκεια του
ματς, ξεχνιόμουν μακριά από εκεί που παιζόταν πέρα-δώθε μια ατελέσφορη μπάλα, και
παρακολουθούσα με κρυφό θαυμασμό το είδωλό μου: τον Χρηστίδη. Καθώς το παιχνίδι
για μεγάλα διαστήματα παιζόταν μακριά από τα γκολπόστ του, άφηνε την περιοχή,
απομακρυνόταν από αυτήν προς τον κύκλο του κέντρου και έβλεπε το παιχνίδι με τα
χέρια πλεγμένα στο στήθος -ως θεατής και αυτός. Είχε κουράγιο, ξεχώριζε ανάμεσα
στους 22 παίκτες, ο αγέρωχος και επιβλητικός καπετάνιος στην ολόμαυρη περιβολή
του. Δεν θα έπρεπε, όμως, να στεκόταν πιο κοντά στην εστία του για παν
ενδεχόμενο;
Και μετά ήρθαν τα γκολ. Η ιαχή «Γκοοόλ!»
άγγιζε νέα ύψη της ντεσιμπέλ κλίμακας και τάραξε την παιδική ψυχή μου. Σηκώθηκα
μικρός ανάμεσα σε σώματα μεγάλων να διακρίνω το τι γίνεται σε ένα πανδαιμόνιο
πανηγυρισμών. Το γήπεδο και η συνοικία της Χαριλάου βρόντηξε. Και στο τέλος ήρθε
η πολυπόθητη νίκη. Η κερκίδα γέμισε από χαρούμενες φυσιογνωμίες. Σηκώθηκε όρθια
από άκρη σε άκρη, τα μαξιλαράκια από φελιζόλ πετάχτηκαν στα ουράνια. Η βοή της
κερκίδας, μίγμα από επευφημίες, μπράβο και γέλια, φανέρωνε ικανοποίηση. Το
ταμπλό, χάριν στο χέρι κάποιου πρόθυμου εθελοντή, έδειχνε μιαν ευχάριστη
κατάληξη: Άρης 2 – Βύζας 1. Οι παίκτες του Άρη με τα χέρια υψωμένα προς τις
τέσσερις πλευρές του γηπέδου, τη μια μετά την άλλη, χαιρέτισαν τους οπαδούς τους
κάτω από μια θύελλα χειροκροτημάτων και «μπράβο, παιδιά!». Ο Άρης είχε νικήσει,
είχαν νικήσει και οι οπαδοί του. Με τη χαρά που μια ποδοσφαιρική νίκη φέρνει
ζωγραφισμένη διάπλατα στα πρόσωπα τους, μεγέθους ανεξήγητου επιστημονικά, εγκατέλειψαν
το γήπεδο, πολλοί με χειρονομίες και κινήσεις για εμφατικές, σημειολογικές περιγραφές
φάσεων και παραλειπόμενων του αγώνα που προηγήθηκε. Η βδομάδα της δουλειάς στα
γραφεία και τα εργοστάσια που για λίγες ώρες είχε ξεχαστεί, θα ξεκινούσε με λίγο
περισσότερη όρεξη και κουράγιο αύριο. Το γεγονός επιδρούσε ως ναρκωτικό.
Από τον καιρό που άρχιζε να
δουλεύει ως μόνιμος πλέον υπάλληλος, η απογευματινή και κυριακάτικη ραστώνη, οι
ώρες του απογευματινού ύπνου μετά το φαγητό που ίσως απόσβηναν τις σκοτούρες
της δουλειάς, απέκτησαν σημασία και τους δόθηκε απαράβατη προτεραιότητα στη ζωή
του Πατέρα. Παρ’ όλη την συνειδητή απομάκρυνσή από τα γήπεδα και την
αποστασιοποίηση από τη μάζα των αφοσιωμένων οπαδών και φιλάθλων, δεν έπαυε σε
κάθε ευκαιρία να θυμάται την σύντομη ερασιτεχνική θητεία του και να επισημάνει
με μια δόση περηφάνιας: «Σε δύο πράγματα είχα ταλέντο: στα μαθηματικά και το
ποδόσφαιρο». Ή να ανταλλάσσει δυο κουβέντες με γείτονες και φίλους για το ματς της
Κυριακής ή να παίζει το ΠΡΟΠΟ... Οι ανάγκες, οι προτεραιότητες, οι συνήθειες αλλάζουν,
αλλά πάντα κάτι μένει: ένα ενδιαφέρον που μας παρακινεί να παρακολουθήσουμε έναν
αγώνα και τον επόμενο, να υπεραναλύουμε «λογικά» χωρίς ειρμό και άκρη, να τον κουβεντιάσουμε
με φίλους όπως για μιαν παλιά αγάπη, να μας φέρει χαρές και απογοητεύσεις, σε άλλους
περισσότερο έντονες, σε άλλους λιγότερο. Όντας παιδί, δεν μου στάθηκε εμπόδιο,
αλλά ούτε κι ενθάρρυνε με ζέση την ενασχόληση με το ποδόσφαιρο. Το ποδόσφαιρο, με
συμβούλευε, θα έπρεπε να το αντιμετωπίζω σαν έναν παιχνίδι και μόνον, σαν δυο αυστηρά
περιχαρακωμένες ώρες ξεγνοιασιάς και ψυχαγωγίας και τίποτε περισσότερο. Να μην
το παίρνω στα σοβαρά όσο μερικοί φανατικοί «χωρίς άλλα ενδιαφέροντα στις ζωές τους»
και συνήθως άπλετο ελεύθερο χρόνο -δεν αξίζει τα καρδιοχτύπια και μεγάλες στενοχώριες·
υπάρχουν και άλλες πηγές να αντλήσει κάποιος χαρά και αισιοδοξία. Κυρίως δεν θα
έπρεπε να εκτρέπει την προσοχή μου από το σχολείο και την γνώση: οποιαδήποτε περίπτωση
βιοπορισμού από το ποδόσφαιρο αποκλειόταν δια ροπάλου, ακόμα και αν όπως κι εγώ
πίστευα διέθετε ταλέντο εφάμιλλο με το δικό του, για το οποίο συχνά μας μιλούσε.
Τουλάχιστον, σε πολλές από τις επισκέψεις μας «κάτω» στην αγορά της Θεσσαλονίκης με τη Μάνα ή και τον Πατέρα, κατεβαίναμε στο υπόγειο του «Καντράντζος ΣΠΟΡ» στην Τσιμισκή. Εκεί με τραβούσε η μυρωδιά του δέρματος και του πλαστικού που αναδυόταν από ένα τεράστιο τετράγωνο καλάθι με μπάλες: μπάλες για ποδόσφαιρο, για μπάσκετ, για βόλεϊ· για να διαλέξω κάποιαν ενόψει διακοπών ή γιατί η προηγούμενη μου μπάλα είχε κλαπεί ή καταστραφεί στα παιχνίδια της γειτονιάς. Βεβαιωνόταν η οικογένεια ότι πάντα θα υπήρχε μια μπάλα σπίτι να την παίρνω και κλωτσάω στις αυλές, στις αλάνες, στα δρομάκια. Και με το ξεκίνημα των παιδικών χρόνων βρέθηκε στη ζωή μου ο Κωστάκης! Το παιδί της γειτονιάς, ο καλός ο φίλος ο κολλητός, ο ποδοσφαιρόφιλος, ο ταλαντούχος παίκτης στο σχολείο -τρίτος αρχηγός τη τάξει στο Δημοτικό, φανατικός Αρειανός, θαυμαστής της εθνικής ομάδας της Βραζιλίας, του Πελέ, όπως και του Αλεξιάδη. Ο Φίλιππος βρήκε τον Ναθαναήλ, το πάθος μου για την μπάλα ζωήρεψε, βρήκε με τον Κωστάκη πρακτική και ελεύθερη διέξοδο, στους δρόμους και τις αλάνες της γειτονιές, στην αυλή των Καζινέρηδων και του σχολείου, στην προσδοκία των κυριακάτικων ματς, στις ατέλειωτες κουβέντες για αυτά και την αγαπημένη ομάδα μας, στις τακτικές πλέον επισκέψεις στο «Χαριλάου», καμιά φορά στην Τούμπα και το Καυταντζόγλειο.
x
No comments:
Post a Comment