Sunday, June 11, 2023

Ένα Παιδί - 31 Μπάλα: Τηλεόραση

Είναι πάθη που ριζώνουν και φουντώνουν από τα παιδικά χρόνια στο νου κα την ψυχή και τα κουβαλάμε άσβηστα όσο έχουμε την αίσθηση του χώρου και του χρόνου, είθε να τα ζούμε μέχρι τέλους.

Στον Πατέρα, στα νιάτα του, ελλόχευε μια φαινομενικά μικρή και μάλλον προσεκτικά καλυμμένη φλόγα για το ποδόσφαιρο και άλλα, λιγότερο δημοφιλή, ομαδικά σπορ της εποχής, που ανθούσαν στην πόλη, στην χώρα και τον κόσμο. Αν και ποτέ στη ζωή του, είτε ως παίκτης, είτε ως θεατής, ο αθλητισμός δεν βρέθηκε παρά μόνο περιστασιακά στο επίκεντρο, φαίνεται όμως ότι ως νέος και φοιτητής έπαιζε μπάλα συχνά –στις γειτονιές, στις αλάνες και στα ξερά γήπεδα της Θεσσαλονίκης. Έτσι έδειχναν φωτογραφίες όπου πόζαρε με τις φανέλες μιας πανεπιστημιακής ομάδας, το αδύνατο κορμί, αλλά και τα κοντά και δυνατά πόδια -σουλούπι και στόφα ποδοσφαιριστή θα έλεγε κάποιος.

Πριν την αγορά της πρώτης μας τηλεόρασης, τα απογεύματα της Κυριακής, όταν τον Πατέρα τον έπαιρνε ο υποχρεωτικός υπνάκος του, εμένα, σκυμμένο σε μια γωνιά μπροστά σε ένα τρανζιστοράκι, με συνέπαιρναν οι δραματικές μεταδόσεις από την βραχνή, εμβληματική φωνή του Γιάννη Λογοθέτη. Πως κατάφερνε ένας θεολόγος να εκφωνεί με ζήλο και ευφράδεια, χωρίς παύσεις, χωρίς λάθη, να περιγράφει τις φάσεις ενός αγώνα, κατά κανόνα «βρώμικου» -και αμαρτωλού, με απίστευτη λεπτομέρεια και την ταχύτητα που η μπάλα άλλαζε πόδια; Κρατούσα σημειώσεις των αποτελεσμάτων σε ένα μπλοκάκι, όπως αυτά διαμορφώνονταν στη διάρκεια του απογεύματος. Και ενημέρωνα τον Πατέρα όταν ξυπνούσε. Και τσεκάραμε τα δελτία ΠΡΟΠΟ που έπαιζε και, όταν μεγάλωσα, έπαιζα κι εγώ με το λίγο χαρτζιλίκι μου.   

Λίγες Κυριακές που θυμάμαι πήγαμε με τον Πατέρα στο γήπεδο· λίγες, γιατί σπάνια θυσίαζε τη απογευματινή του σιέστα. Σε κάθε της όμως μορφή, ήταν η κύρια κυριακάτικη ψυχαγωγία μου -πλην των καλοκαιρινών μηνών, ήταν η ψυχαγωγία των μαζών. Στην οικογένειά μου, που μόλις ξεχώριζε από αυτές τις λαϊκές μάζες, αυτή η ψυχαγωγία συνήθως λάμβανε χώρα μετά από ένα πιάτο roast beef και γαλακτομπούρεκο στου Νιόνιου ή ένα take-away από τα θρυλικά μπιφτέκια του Τάκη του Καλούση. Εκείνες οι αξέχαστες γεύσεις και γεύματα πήγαιναν χέρι-χέρι με το απογευματινό θέαμα ή ακρόαμα που θα ακολουθούσε, πριν ξεκινήσει μια ακόμα βδομάδα ρουτίνας στο σχολείο και τη δουλειά.   

Και μετά, κατά το 1970, στο σπίτι μας έφτασε η τηλεόραση! Ένας μαγικός κυβικός όγκος μάρκας Grundig με μαυρόασπρη οθόνη και μια σειρά από δύσκολα ρυθμιζόμενα, είτε με πίεση, είτε με περιστροφές κουμπιά. Τα κανάλια ήταν μόνον δύο, αλλά οι διακοπές στη μετάδοση συχνές και ο συντονισμός της δύσκολος. Τοποθετήθηκε κεντρικά στο ad hoc ράφι της βιβλιοθήκης του καθιστικού, απέναντι από τον καναπέ και τις πολυθρόνες στο μακρόστενο πρόχειρο του διαμερίσματός μας. Έκτοτε παρακολουθούσαμε αδιάλειπτα ζωντανές τηλεοπτικές μεταδόσεις ευρωπαϊκού και παγκόσμιου ποδοσφαίρου. Το πρελούδιο με τον ύμνο της Eurovision προκαλούσε ανατριχίλες, έφερνε πεταλουδίτσες στο στομάχι. Θα ακολουθούσε η παλλόμενη φωνή του απαράμιλλου Γιάννη Διακογιάννη που «δονούσε» νου και αισθήσεις και ζωήρευε και χρωμάτιζε την δράση στην οθόνη από κάποιο εξωτικό μέρος μακριά. Οι επιδέξια παρεμβαλλόμενες από τον εκφωνητή παύσεις, όταν στην εκπομπή ξέμεναν ο αχός, οι φωνές και αναστεναγμοί της κερκίδας, μας προετοίμαζαν για το επόμενο βαρυσήμαντο σχόλιο: περί του Α ή Β ποδοσφαιριστή, κόουτς, ομάδας, χώρας, ιστορικού συμβάντος, κριτικής, κάποιου πολιτικού υπονοούμενου. Οι μεταδόσεις κατάφερναν και απορροφούσαν και μάγευαν παρά την πρωτόγονη για τα σημερινά δεδομένα τεχνολογία. Τον ακούγαμε με ευλάβεια τον Γιάννη τον Διακογιάννη, όσο βαρετό και να ήταν το θέαμα.

Πιο τακτικά, τα κυριακάτικα βραδινά, το ενδιαφέρον μας απασχολούσε η «Αθλητική Κυριακή» του ίδιου και του λιγότερο ταλαντούχου συνεργάτη του Φουντουκίδη, με τα πρόχειρα επεξεργασμένα, στιγμιότυπα από τους στατικούς και άτεχνους αγώνες του ελληνικού πρωταθλήματος, που συχνά διακόπτονταν από τους περισσότερο ενδιαφέροντες για το παιδικό μάτι καυγάδες εντός αγωνιστικού χώρου ή που τελείωναν με διαμαρτυρίες και εκφράσεις αγανάκτησης από παίκτες και οπαδούς της ηττημένης ομάδας, πικρόχολα σχόλια από κάθε λογής παράγοντες, και πολλές φορές, ειδικά στα μεγάλα ντέρμπι, με αγριότητες και βίαια επεισόδια. Διαπίστωσα από νωρίς ότι σπάνια στα ελληνικά γήπεδα μια νίκη για τον χαμένο ήταν καθαρή και δίκαια και σεβαστή, ενώ η ήττα πάντα πικρή και τις πιο πολλές φορές άδικη. Τα σαββατιάτικα απογεύματα έβλεπα μαγνητοσκοπημένους από κάποιο λασπωμένο ή χιονισμένο γήπεδο αγώνες αγγλικού ποδοσφαίρου. Αυτοί αιχμαλώτιζαν το ενδιαφέρον μου εξίσου με τους αγώνες της ντόπιας ομάδας, που έμελλε να υποστηρίζω ως παιδί. Εκεί, στην Αγγλία, νικητές και ηττημένοι έσφιγγαν τα χέρια παρά τα φάουλ, τα λάθη της διαιτησίας. Έμαθα αργότερα ότι το έλεγαν fair play.

No comments:

Post a Comment