Χωριό αγροτικό η Κρύα Βρύση, όπως και τα περισσότερα στην περιοχή, στην καρδιά της πεδιάδας της Κεντρικής Μακεδονίας, περιτριγυρισμένο, όπως και σήμερα, από χωράφια και καλλιεργήσιμη, εύφορη ισιάδα, μέχρι τα Γιαννιτσά στα βόρεια, τη Θεσσαλονίκη και τον κάμπο της στα δυτικά και νότια, τη Βέροια και τους πρόποδες του Βέρμιου στα Ανατολικά. Στη μέση του πουθενά για κάποιον που βρέθηκε εκεί από τη μεγάλη πόλη, σε μίαν εποχή που η ιδιωτική αυτοκίνηση ήταν προνόμιο λίγων. Από αυστηρή γεωγραφική σκοπιά δεν είχαν ακριβώς έτσι τα πράγματα. Υπήρχε ζωή και συγκοινωνία με τα γύρω χωριά και κωμοπόλεις, χάριν στα τακτικά δρομολόγια των γκριζοπράσινων λεωφορείων των ΚΤΕΛ και τα γεωργικά οχήματα των ντόπιων. Απλώς ήταν ένας τόπος βεβαρημένος από την βαριεστημάρα και το χαμηλό πολιτιστικό επίπεδο που χαρακτηρίζει χωριά γεωργών του κάμπου και την ελληνική ύπαιθρο γενικότερα. Πολλοί, βέβαια, είναι οι άνθρωποι που καταφέρνουν και ζουν ευτυχισμένες ζωές κλεισμένοι μέσα σε μίαν αναπόδραστη, καθημερινή ανία, αν και αυτή η συνήθεια και καθημερινή ρουτίνα, χωρίς να το συνειδητοποιούν παρά μόνο πολύ αργά, κι αν ποτέ, ροκανίζει γρηγορότερα το χρόνο τη ζωής, την αναγάγει στο τέλος σε μια άμορφη μάζα από τετριμμένες μέρες.
Η γεωργία σε τέτοια μέρη βρίσκεται στο επίκεντρο της οικονομίας,
όπως βρισκόταν για πάμπολλες γενιές που χάθηκαν στο παρελθόν της ιστορίας της
Μακεδονίας και των Βαλκανίων. Τότε, τα δημητριακά και τα καπνά αντιπροσώπευαν
τον κύριο όγκο της ντόπιας παραγωγής. Θυμάμαι τις πρώτες μέρες της θητείας μας εκεί,
όταν δεμάτια από στάχυα στοιβαγμένα στις καρότσες των τρακτέρ πηγαινοέρχονταν σε
κεντρικούς και περιφερειακούς δρόμους και, αργότερα, στις εκδρομές του σχολείου
κοντά σε ξηραντήρια και αποθήκες καπνών. Υπήρχε και κτηνοτροφία: αγελάδων και
γουρουνιών, όπως ένας άλλος σχολικός περίπατος, σαν κι αυτόν στις καπναποθήκες
του χωριού, αποκάλυψε σε μια τρομακτική για την παιδική φαντασία τοποθεσία, έναν
κρανίου τόπο τρόπον τινά, όπου βρισκόταν το ντόπιο σφαγείο ζώων. Ήταν ένα
χτίσμα άθλιο και γκρίζο, σκεπασμένο από λαμαρίνες, καταμεσής ενός αποξεραμένου από
τον ανοιξιάτικο ήλιο λασπότοπου, με μόνη βλάστηση λίγες σκόρπιες, θλιμμένες
ακακίες πίσω από έναν χαλασμένο ξύλινο φράκτη. Το άγονο τοπίο που η μαθητική λιτανεία
θα διάβαινε διασχιζόταν από ανώμαλους, αυτοσχέδιους χωματόδρομους, οργωμένους
από πόδια ζώων και κάρα και λάστιχα φορτηγών και τρακτέρ· μια θλιβερή αντίθεση κάτω
από το καταγάλανο στερέωμα, τον ένδοξο ήλιο του, και τον εύφορο κάμπο παραπέρα.
Η παιδική μου φαντασία σχημάτιζε εικόνες ζωντανών να συναντούν φρικτό τέλος, σφαγείς
με κοφτερά χασαπομάχαιρα στυγνοί και αδιάφοροι να περιφέρονται σε λίμνες αίματος.
Ταράχτηκα από εκείνες τις εικόνες, σφίχτηκε η καρδιά από πρωτόγνωρα αισθήματα και
την ένταση της κάθε «πρώτης φοράς». Αργότερα στη ζωή έμαθα ότι η σκέψη και
αναμονή του θανάτου προκαλούν περισσότερη ανησυχία από τη μαρτυρία αυτού καθαυτού
του γεγονότος.
Η παιδική αθωότητα δεν ριψοκινδυνεύονταν σε κείνες τις
εκδρομές. Δεν ήταν στα σχέδια των δασκάλων να γινόμαστε μάρτυρες θανατικών και
η εμπειρία να σκληρύνει τις ευαίσθητες ψυχές μας. Η ανοιξιάτικη εκείνη εκδρομή θα
κατέληγε σε έναν δεντρόκηπο εσπεριδοειδών στο ανθοβόλημα του, σε μια φάρμα
οπωροκηπευτικών, όπου θα διασκεδάζαμε με παιχνίδια και χαιρόμαστε το κολατσιό
μας με φρέσκα φρούτα και δροσερό νερό από το πηγάδι και γούρνα της αυλής. Ο
δρόμος για τον πιο όμορφο προορισμό ατυχώς περνούσε από την κόλαση του
σφαγείου, που μοιραία θα κέντριζε το ενδιαφέρον και την περιέργειά περισσότερο
από κάποιον πορτοκαλεώνα. Καθώς περνούσαμε από μπροστά και ψίθυροι μετάδωσαν τον
σκοπό που εξυπηρετούσε το κτίσμα κείνο, μια σιωπή σκέπασε τις σχολικές
διμοιρίες, που μέχρι τότε βούιζαν από παιδικές φωνές και γέλια. Τα τεκταινόμενα
στο εσωτερικό ήταν ασφαλώς εκτός του πεδίου της ακοής και όρασής μας, όσο κι αν
τα βλέμματα μας επίμονα περιεργάζονταν τους γύρω χώρους, για μια φευγαλέα ματιά
του θανάτου ή έστω κάποιας σκιάς του. Ο μυστήριος τρόμος, κρυμμένος σε άσχημα, στοιχειωμένα
οικοδομήματα, ασκεί πάντα μια έλξη στα παιδιά, και εντείνει την ζωηράδα μιας ήδη
ζωηρής φαντασίας. Εξηγείται από τη φιλοπεριέργεια προς το μη οικείο, από το
αρχέγονο αίσθημα του φόβου που ξεπηδάει μέσα από κάθε ψυχή μπροστά στο άγνωστο.
Αν και τίποτε δεν έπιασαν τότε τα μάτια και αυτιά μας, από την μυρωδιά, την
πρωτόγνωρη και διαπεραστική, την αξέχαστη δυσωδία του θανάτου, που δεν έτυχε έκτοτε
να ξανανιώσω στη ζωή μου, η απόδραση ήταν αναπόφευκτη. Πολλά παιδιά μαντάλωσαν
με δυο δάκτυλα τις μύτες τους. Ήταν η πρώτη συναίσθηση του θανάτου, διαμέσου εκείνης
της απαίσιας οσμής που αφήνει στο πέρασμά του, η πρώτη αίσθηση του τρόμου που η
κοντινή παρουσία του σπέρνει, ακόμα και σε παιδικές ψυχές, τόσο απόμακρες από
αυτό καθαυτό το γεγονός. Ήταν φευγαλέα, χωρίς βάθος. Προκάλεσε στιγμιαία ένα
δυνατό και γρήγορο χτύπημα της καρδιάς, και δεν άφησε αποτυπώματα στην ψυχή. Ξεχάστηκε
εύκολα στη φάρμα των παιχνιδιών και της χαλάρωσης. Τίποτε, παρά ένα ασήμαντο λιθαράκι
στο χτίσιμο της συνείδησης. Μέχρι το επόμενο συναπάντημα μ’ εκείνον.
Το παράπλευρο στρώμα της τοπικής κοινωνίας, οι δάσκαλοι, οι κοινοτικοί
υπάλληλοι, οι λιγοστοί μικρομαγαζάτορες, ο καφετζής, ο ταβερνιάρης, ο αγροτικός
γιατρουδάκος, ο παπάς, απλώς πλαισίωναν και ζούσαν στο περιθώριο εκείνης της κυρίαρχης
αγροτικής οικονομίας. Ένας μαρξιστής θα σημείωνε ότι αυτή η μη παραγωγική
μειοψηφία, μολονότι ακόμη και για τους ίδιους τους αγρότες απαραίτητη
‘υπερδομή’ του χωριού, ζούσε από ένα κομμάτι της αξίας των αγαθών της γης που οι
γεωργοί παρήγαγαν με τον ιδρώτα του προσώπου τους. Το χωριό στο σύνολό του είχε
συναίσθηση της θέσης του στη βάση της ελληνικής οικονομίας και κοινωνίας, και αντίληψη
του «έθνους» ως συγκολλητικής ουσίας των διάφορων ομάδων και στρωμάτων της. Η
σλαβόφωνη, «ντόπια» πλειοψηφία της περιοχής είχε από καιρό αφομοιωθεί και οι περιθωριακές
και πλέον παράνομες κραυγές διαμαρτυρίας είχαν καταπιεστεί αποφασιστικά στην
σιωπή και την αφάνεια. Στην Κρύα Βρύση, το Πλασνίτσοβο της προπολεμικής εποχής,
πλούσιοι και φτωχοί δεν υπήρχαν, ούτε προύχοντες και πληβείοι, ούτε χώρος στις
συνειδήσεις για τέτοιου είδους υπεραπλουστεύσεις. Αυτές, στο κάτω-κάτω της
γραφής, δεν βοηθούσαν κανέναν εκεί γύρω, ειδικά σε πολιτικά στενόχωρες εποχές.
No comments:
Post a Comment